Τα Τουρκάκια του Τζιτζιλέρ

Ανέτειλε μετά από λίγο το φεγγάρι, με το φως του οποίου διακρίναμε αριστερά του δρόμου σαβανωμένο το Τζιτζιλέρ [σημερινά Πετρανά Κοζάνης], μικρό τουρκικό χωριό, όπου καταυλιστήκαμε. Την κρύα αίσθηση του θανάτου δεν έδινε μόνο το ωχρό σεληνόφως, αλλά και η απόλυτη σιγή, η οποία βασίλευε στο χωριό. Φαινόταν εντελώς ακατοίκητο. Τα σπίτια κατάκλειστα, φως πουθενά, στους δρομίσκους ψυχή. Στους μικρούς εξώστες των μιναρέδων, όπου υψώνονταν σαν τεράστιες ασημένιες λαμπάδες στο ναό της νύχτας, έβλεπες τα σύμβολα της υποταγής και της ειρήνης, μεγάλες λευκές σημαίες.

Δεν ακουγόταν πουθενά ο παραμικρός θόρυβος, ούτε καν γαύγισμα σκύλου. Στήσαμε τα αντίσκηνά μας στα οργώματα. Το κρύο ήταν διαβολεμένο, πάνω από τα σκαμμένα χώματα είχε σχηματιστεί λεπτή κρούστα πάγου, τα δε σαγόνια μας συγκρούονταν. Επιπλέον διψούσαμε τρομερά. Το χωριό δεν είχε πηγή και οι  κάτοικοι συνήθως υδρεύονταν από μια τεχνητή λίμνη, με βαλτωμένα βρόχινα νερά όπου υπήρχαν βατραχάκια, χελώνες και άλλα υδρόβια και αμφίβια ζώα. Περάσαμε μια νύχτα άγρυπνοι κοντά στις φωτιές μας, με τη γλώσσα ξηρή σαν τσαρούχι.

Πρωί πρωί αποφάσισα να κλείσω τα μάτια και να πιω από το πράσινο νερό του βάλτου. Ίππευσα λοιπόν τη Μαρίκα και διευθύνθηκα τροχάζοντας προς τα κει. Στη όχθη της ψευδολίμνης ήταν δύο Τουρκάκια, μικρά τόσα δα, με παχουλά προσωπάκια, με ωραία μαύρα ματάκια, με πλατειά σαλβαράκια και κόκκινα φεσάκια. Το ένα κρατούσε μια λευκή σημαιίτσα και το άλλο ένα πήλινο αγγείο, το οποίο προσπαθούσε να γεμίσει. Μόλις με είδαν με πλήρη πανοπλία νόμισαν ότι σήμανε η τελευταία τους ώρα. Τα προσωπάκια τους έγιναν άσπρα σαν χαρτί από το φόβο. Το μεγαλύτερο με έδειξε, μόλις πλησίασα, τη σημαία και με φώναξε με αγωνία:

–          Νιρό! Νιρό! Μπαϊράκ! μπαϊράκ!

Ήθελε να με εξηγήσει ότι βγήκε να πάρει νερό, με παρακαλούσε να προσέξω καλά στο γεγονός ότι κρατούσε λευκή σημαία -μπαϊράκ- και με ικέτευε με το βλέμμα να μη σφάξω ούτε αυτόν, ούτε το σύντροφό του. Η έκπληξή τους ήταν απερίγραπτη όταν αφίππευσα και τους φίλησα και τους δύο. Έτρεμαν μολοταύτα και μου επαναλάμβαναν διαρκώς:

–          Νιρό! Νιρό! Μπαϊράκ! μπαϊράκ!

Σπύρος Μελάς, Πολεμικαί σελίδες από τον ελληνοτουρκικόν πόλεμον του 1912, Φέξης, Αθήναι 1913, σ. 132 -133 (απόσπασμα)

ΑΣΚΗΣΕΙΣ

1. Απαντήστε στις κάτωθι ερωτήσεις διαβάζοντας το κείμενο:

α. Τι περιγράφει ο συγγραφέας; Ποια είναι τα πρόσωπα του κειμένου;

β. Ποιος είναι ο τόπος της σκηνής;

γ. Πώς ήταν αυτός ο τόπος;

δ. Από πού φαίνεται ο τρόπος ζωής των κατοίκων;

ε. Ποια ήταν τα αισθήματα του συγγραφέα;

2. α. Ποιους χρόνους χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στην αφήγησή του και γιατί;

β. Αντικαταστήστε τα υπογραμμισμένα επίθετα του κειμένου με φράσεις που να περιγράφουν τα ουσιαστικά που συνοδεύουν (π.χ. ασημένιες λαμπάδες (λαμπάδες από ασήμι)

γ. Γράψτε ποιες λέξεις ή φράσεις μέσα στο κείμενο φανερώνουν τόπο.

Το απόσπασμα, το οποίο διδάχτηκε την 10η Οκτωβρίου 2012 στη ΣΤ1 του Δ.Σ. Χαρίσιος Μούκας Κοζάνης, μεταγλωττίστηκε στη δημοτική από το δάσκαλο της τάξης Δρ. Θανάση Καλλιανιώτη. Ο ίδιος συνέγραψε τον τίτλο, τις ασκήσεις και τη λεζάντα «Πεινασμένοι Οθωμανοί στρατιώτες μετά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο » της εικόνας, η οποία ελήφθη από το http://en.wikipedia.org/wiki/File:Ottoman_soldiers_after_the_First_Balkan_War.png

Δημοσιεύθηκε στην ΑΡΘΡΑ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση