ΜΤΒ ΑΙΑΝΗΣ 27.08.11


Αιανιώτες, όταν το σώμα αρχίζει και σε λυπεί, εξέδραμαν στη φύση χαράζοντας μία σχετικά ορεινή ποδηλατική πορεία 16 χιλιομέτρων με αφετηρία και τέλος το χωριό. Την ανάρτησαν έπειτα στο Βιβλίο των Προσώπων στην ομάδα «Ποδηλάτες Αιανής» και τύπωσαν σχετικές αφίσες επαφιόμενοι με τον τοπικό ΠΜΣ «Η Πρόοδος».

Δήλωσα συμμετοχή στο τρίτο τμήμα (το πρώτο ανήκε στα παιδιά, το δεύτερο στους προεφήβους), στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν έφηβοι, άντρες και μεσήλικες –ηλικιακά 3 ή ίσως 4 ποδηλάτες ανήκαμε στην κατηγορία 39+.

Είχα νωρίτερα διατρέξει αναγνωριστικά το πεδίο, ένας αγώνας καθαρής αντοχής σε μαλακό χωμάτινο δρόμο όπου δεν ήταν απαραίτητες ούτε η τεχνική ούτε η δύναμη. Διαθέτοντας μόνον τα δύο τελευταία η λήψη πρωτιάς φάνταζε απλησίαστη, εξάλλου πέρασαν επτά χρόνια από το τελευταίο κύπελλο που είχα λάβει στην Κοζάνη κι από τότε ποτέ δεν είχα προπονηθεί ρωμαλέως.

Γι αυτό παρουσιάστηκα με καθημερινή, βαμβακερή ένδυση. Αρχίσαμε ώρα έξι απόγευμα από το λιθόστρωτο νότια του ναού της Παναγίας. Ελαύνοντας αργά έφθασα στους Βαβλιαράδες και σε λίγο επιτάχυνα στο μαλακό δρόμο προς τη βρύση Παπαζήση προσπερνώντας. Στον Άγιο Δημήτριο ήμουν τέταρτος, τους τρεις πρώτους δεν τους έβλεπα, είχαν φύγει πολύ μπροστά.

Προς το «Νέικο» στη στροφή με προσπέρασε ο Θαν Τ., πάτησα στην κατηφόρα, αλλά τα ελαστικά μου, ειδικά για χώμα, δεν επέτρεπαν μεγάλες ταχύτητες. Λίγο πριν από το «Βελονάκι» με προσπέρασε ένας γαλάζιος ποδηλάτης. Κατέβασα το κάθισμα στο μονοπάτι προς τη θέση Χούχουλου» και το ανόρθωσα μετά τη βρύση. Η παρούσα Δημοτική Αστυνομία στην άσφαλτο με σφύριξε: «οι πρώτοι προηγούνται δέκα λεπτά!», Γέλασα.

Στη θέση «Ράχη Σκουμένη», συνωστισμός, οι περισσότεροι είχαν κατεβεί από τα οχήματα λόγω της μεγάλης ανηφορικής κλίσης. Εκεί πέρασα το Θαν Τ. και οδεύοντας προς Ούτσινο μόχθησα να προλάβω το γαλάζιο ποδηλάτη, αλλά έφευγε σαν αστραπή. Στα Λιβάδια η βρύση προκλητική, το στόμα στεγνό, δεν είχα λάβει νερό που μοιραζόταν στα μέσα της διαδρομής, δε σταμάτησα.

Ένας πορτοκαλί ποδηλάτης αγκομαχούσε να με περάσει στη ανηφόρα της «Ράχης Μεγάλης». Πάτησα τα πηδάλια πεισματωδώς και κατηφόρισα δυνατά στη Γιαννούκα Βρύση. Μπαίνοντας όμως από τον ηλιόλουστο δρόμο στο σκιερό μονοπάτι ήρθε μία σκοτοδίνη, αποτέλεσμα ίσως της κούρασης ή της απότομης εναλλαγής του φωτός. Παραμέρισα επιτρέποντας τον πορτοκαλί ποδηλάτη που με πίεζε να με προσπεράσει κι άρχισα να πηγαίνω πολύ αργά. Στην ανηφόρα πήρα στα χέρια το ΜΤΒ και κοίταξα πίσω μου, πρώτη φορά, κανείς δε φαινόταν.

Βλέποντας το Μουσείο ανέβηκα στο ΜΤΒ και ποδηλατώντας δυνατά έφθασα στην άσφαλτο. Πέρασα τη νοητή γραμμή τερματισμού με χαλαρό ρυθμό. Με εγχείρισαν εμφιαλωμένο νερό, απόρησα, έβρεξα ελαφρώς τα χείλη και το υπόλοιπο το έριξα στο κεφάλι, ήταν πολύ κρύο. Έκαιγα ολόκληρος. Ενώ είχα αποφασίσει να βολτάρω απλώς τη διαδρομή, την έτρεξα αγωνιστικά. Κάθισα στο πεζοδρόμιο απολαμβάνοντας τους υπόλοιπους να τερματίζουν.

Βράδυ καλεσμένοι στο Σχολείο προς απονομήν κυπέλλων και βεβαιώσεων συμμετοχής εν μέσω πλαστικών καρεκλών, κλαρίνων, σουβλακιών και μπυρών. Ομιλήσαμε για χάραξη ποδηλατικής πορείας, επί το πλείστον τεχνικής, το επόμενο έτος, αφού η αρχή είχε γίνει.

Δημοσιεύθηκε στην ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση