web2009_home_header_left.jpgΠύρ εναντίον της Google άνοιξε ο γενικός διευθυντής της Wall Street Journal, Ρόμπερτ Τόμσον, κατηγορώντας τον διαδικτυακό κολοσσό ότι προωθεί την «ακολασία» και την «ανηθικότητα» στις online ειδήσεις.

Οι κατηγορίες του Τόμσον ακούστηκαν σε πάνελ για το Web 2.0 σχετικά με το μέλλον της δημοσιογραφίας στον κόσμο του Διαδικτύου, στο οποίο μάλιστα συμμετείχε η αντιπρόεδρος της Google για προϊόντα αναζήτησης, Μαρίσα Μέγιερ. «Η Μαρίσα προωθεί εν αγνοία της την ανηθικότητα», ανέφερε ο Τόμσον, όταν η συζήτηση έφτασε στο θέμα του κατά πόσο η Google ευνοεί η ζημιώνει τους παραδοσιακούς δημοσιογραφικούς οργανισμούς με την προβολή links σε ειδήσεις στις σελίδες αποτελεσμάτων της μηχανής αναζήτησης.

Η Μάγιερ από την πλευρά της, δήλωσε ότι η δημοσιογραφία βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. «Κάνουμε πολλά πράγματα για να βοηθήσουμε τους εκδότες», υποστήριξε. Η Google πληρώνει στους εκδότες περισσότερα από πέντε δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο, παρέχοντας επισκεψιμότητα που μετατρέπουν σε έσοδο, τόνισε η ίδια. Σημείωσε μάλιστα ότι αν οι οργανισμοί ειδήσεων δεν θέλουν να μπορεί κάποιος να βρει το περιεχόμενο τους, υπάρχουν εργαλεία που μπορούν να εμποδίσουν την συμπερίληψη του στους καταλόγους του Ίντερνετ.

«Δεν καταλαβαίνω πως μπορεί να μη θέλετε τη Google», ανέφερε ο Έρικ Χίπο, διευθύνων σύμβουλος της δημοφιλούς online υπηρεσίας ειδήσεων, Huffington Post. «Οι online εκδόσεις πετυχαίνουν υψηλές επισκεψιμότητες χάρη στη Google», συμπλήρωσε.

«Η αντίληψη ότι οι εφημερίδες θα εξαφανιστούν λόγω του Ίντερνετ είναι κλισέ», επεσήμανε ο Μάρτιν Νίσελχοτζ, αντιπρόεδρος ψηφιακών επιχειρήσεων των New York Times που συμμετείχε στο πάνελ. Η κυκλοφορία της εφημερίδας παραμένει σταθερή τα τελευταία δύο χρόνια, πρόσθεσε, τονίζοντας ότι το Διαδίκτυο δημιουργεί πολλές ευκαιρίες για τους εκδοτικούς και ειδησεογραφικούς οργανισμούς. «Η άρνηση σημαίνει ότι θα ξεπεραστείς από το Ίντερνετ. Θα πρέπει να καινοτομήσεις για να κινηθείς μαζί του».

Ο Τόμσον έκανε τον διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που ερευνούν και αναφέρουν ειδήσεις που παρουσίαζονται online, και εκείνους, όπως η Google, που συγκεντρώνουν και παρουσιάζουν τη δουλειά άλλων. «Αυτή τη στιγμή, το βάρος πέφτει στους παραγωγούς ειδήσεων», είπε ο Τόμσον, αναφερόμενος σε κόστη όπως η συντήρηση ξένων ανταποκριτών σε εχθρικές περιοχές. «Η Google και η Huffington Post είναι πολύ έξυπνες σε αυτό που κάνουν, δεν δημιουργούν όμως, αντηχούν τις ειδήσεις άλλων»

Ο Χίπο από την πλευρά του δήλωσε ότι η Huffington Post απασχολεί περίπου 60 συντάκτες, όλοι τους δημοσιογράφοι, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα ψηφιακά εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους για να αναπαράγουν ιστορίες ή να δημιουργήσουν πρωτότυπο περιεχόμενο.

Μιλώντας για την προοπτική των online συνδρομών, η Μάγιερ επεσήμανε ότι στο άμεσο μέλλον θα δούμε τα πρώτα μοντέλα να εφαρμόζονται. «Υπάρχει η διάθεση για πληρωμή της ποιοτικής δημοσιογραφίας, πρέπει να φτιάξουμε τα κατάλληλα εργαλεία και να την κάνουμε ακόμη καλύτερη στο Διαδίκτυο».

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από Γαλλικό Πρακτορείο

www.web2summit.com/web2009

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων