rooms.jpg«Το γεγονός ότι ορισμένα μέρη της ζωφόρου του Παρθενώνα βρίσκονται σήμερα στη Βρετανία είναι ένα δείγμα αλαζονείας ξεκάθαρο, όπως το μάρμαρο» γράφει η βραβευμένη με Νομπέλ Λογοτεχνίας νοτιοαφρικανή συγγραφέας Ναντίν Γκόρντιμερ στον πρόλογο του βιβλίου τού Κρίστοφερ Χίτσενς «Τhe Ρarthenon Μarbles: Τhe case for reunification» (ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης: «Τα Ελγίνεια Μάρμαρα: Πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα;») το οποίο, από το 1987 που πρωτοκυκλοφόρησε, υποστηρίζει με θέρμη την αναγκαιότητα επιστροφής στην Ελλάδα των Γλυπτών που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο.

Επ΄ ευκαιρία των επικείμενων εγκαινίων του Μουσείου της Ακρόπολης, η εφημερίδα «Corriere della Sera» προδημοσιεύει τον εν λόγω πρόλογο.

«Καθώς δεν της αρκούσε η κυριαρχία της σε άλλες χώρες,η Βρετανική Αυτοκρατορία οικειοποιήθηκε την Τέχνη, η οποία περιλαμβάνει το ήθος, την ιστορία, τη λατρευτική μυθολογία και τις ρίζες ενός λαού» γράφει στη συνέχεια η Γκόρντιμερ και συνεχίζει: «Η αμφίβολη ηθική της επιλογής από πλευράς ενός εθνικού βρετανικού μουσείου, στην αυγή του 19ου αιώνα, να αποκτήσει την κληρονομιά μιας άλλης χώρας χωρίς να ρωτήσει με ποιον τρόπο και από ποιο χέρι κατέληξε στο εμπόριο, ήταν ξεκάθαρα δικαιολογημένη, παρά τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα της, στο όνομα της ίδιας αυτοκρατορικής αλαζονείας. Αυτό όμως έγινε στο παρελθόν. Η επιστροφή τους σήμερα βασίζεται σε δεδομένα που υπερβαίνουν τα αυστηρώς νομικά: στην αποκατάσταση μιας αποικιοκρατικής αδικίας, κεκαλυμμένης από μια απλή εμπορική συναλλαγή (σ.σ.: τα Γλυπτά αγοράστηκαν από τη βρετανική κυβέρνηση το 1816 και στη συνέχεια εκτέθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο)».

Αρχικά, υποστηρίζει η Γκόρντιμερ, «οφείλουμε να σταματήσουμε να μιλάμε περί Ελγινείων Μαρμάρων. Τα Γλυπτά δεν ανήκουν και δεν ανήκαν ποτέ στον λόρδο Ελγιν. Δεν είναι αυτές οι ρίζες τους.Οπως καταδεικνύει ο Χίτσενς με σπουδή και πάθος,υπάρχουν τμήματα των Γλυπτών του Παρθενώνα τα οποία ο λόρδος Ελγιν, βρετανός πρέσβης στην Ελλάδα στη διάρκεια της ύστερης οθωμανικής κυριαρχίας,αφαίρεσε απευθείας από τη ζωφόρο του Παρθενώνα στην Ακρόπολη της Αθήνας. Δεδομένης της προέλευσής τους, λοιπόν, μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι τα Γλυπτά ανήκουν στην Ελλάδα. Ωστόσο,σε σχέση με ό,τι αντιπροσωπεύει η αρχαιοελληνική κουλτούρα, τα ιδανικά του ανθρωπισμού και της ομορφιάς της Τέχνης, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ζωφόρος του Παρθενώνα ανήκει στην πολιτιστική κληρονομιά ολόκληρου του κόσμου,σε όλους εμάς που,έστω υποσυνείδητα, ανακαλούμε από εκεί κάτι από τη δική μας δημοκρατική αισθητική. Από μια τέτοια επιχειρηματολογία προκύπτει μια άλλη: πού πρέπει να εκτίθενται παρόμοιες μορφές τέχνης οι οποίες ανήκουν σε ολόκληρη την ανθρωπότητα; Πού μπορεί η πλειονότητα εξ ημών να απολαύσει μια ματιά τόσο διαφωτιστική;».

Διαβάστε όλο το άρθρο στο Βήμα

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων