Μέγαρα – Ζωή, ήθη, έθιμα πριν 70 χρόνια

ΗΘΗ – ΕΘΙΜΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ
(από το 1970 και πριν)

ΜΕΡΕΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

ΒΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΡΙΚΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ –
Ή ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΣΒΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

του Χρυσόστομου Δ. Σύρκου τ. Δημάρχου Μεγαρέων
Μαθηματικού – Καθηγητή Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου

Τα παιδιά που γεννήθηκαν στη δεκαετία του 1940 και πριν, ώριμοι σήμερα πολίτες της τρίτης ηλικίας και πάνω, βίωσαν όλες τις κοσμογονικές αλλαγές και μεταλλαγές της Ελληνικής κοινωνίας.
Ειδικότερα οι Μεγαρίτες ως παιδιά αγροτικών οικογενειών, από τα μεταπολεμικά χρόνια, υπέστησαν όλες τις στερήσεις της φτώχειας και της μιζέριας, αλλά και απόλαυσαν τον πλούτο μιας άδολης και γνήσιας βιωτής.
Μέσα στη στέρηση, υπήρχε η ευτυχία, το χαμόγελο, η σύμπνοια, η αγάπη και το ενδιαφέρον για τον πλησίον. Ο συγγενής και προπαντός ο γείτονας ήταν ο συμπαραστάτης στις λύπες και ο συμμέτοχος της χαράς της οικογένειας.
Από τη γέννηση του παιδιού, με τη βοήθεια της «μαμής», έως τα «κολυμπίδια», τη βάπτιση, άρχιζε η συμμετοχή στις χαρές της οικογένειας.
Τα αρραβωνιάσματα με την «προξενήτρα», το «ξοφίλι» και τα γλέντα, οι «χάρες» της νύφης, η πασχαλιάτικη μεγάλη λαμπάδα, ο «Μάης» και οι «Koντoύρες» ανοίγουν και λαμπρύνουν το δρόμο της κοινής ζωής των νέων ζευγαριών.
Η αυλαία του γάμου που άνοιγε με τα «προιτσία», το πλύσιμό τους, το «άπλωμά» τους σε «γιούκο» σε ειδικό δωμάτιο, για να επακολουθήσουν τα «κατσουλέρια» που επείχαν και θέση προσκλήσεως για τους λαμβάνοντες. Οι «μπομπονιέρες», ως είδος αναγγελίας του γάμου. Τα «κατσουλέρια» και τις «μπομπονιέρες» όπου μοίραζαν με δίσκους κοπέλες, προ του μυστηρίου του γάμου.
Για να έλθει την Πέμπτη, προ της Κυριακής της «βλόγησης», της «στέψης» των αρραβωνιασμένων, το «γύρισμα της αλλαξίας», το «στρώσιμο του κρεβατιού» και για να τελειώσουν οι διαδικασίες, με το ξύρισμα του γαμπρού την Κυριακή.
Και για να φτάσουμε στην Κυριακή το απόγευμα, όπου οι προσκεκλημένοι του γαμπρού με τα λαϊκά όργανα μεταβαίνουν στο σπίτι του κουμπάρου, για να τον ενσωματώσουν στη συνοδεία τους και να μεταβούν όλοι στο σπίτι της νύφης, όπου ο γαμπρός «μπογιάζει» με το ρόδι, ρίπτοντάς το στο πλήθος του συμπεθεριού που περιμένει στην αυλή.
Ο πατέρας της νύφης κερνούσε τους , «σουμπεθέρους» ποτό με το , «ρογάτσι» και ένας που είχε Μάνα και Πατέρα Ζωντανούς «τραβούσε» το γαμπρό μέσα στο δωμάτιο, με άσπρη καλαμάτα, περασμένη στο λαιμό του. Επακολουθούσε το άπλωμα των προιτσίων, πάνω σε κάρο που το έσερνε άλογο με καλαμάτα στο κεφάλι. Η όδευση προς την Εκκλησία που γινόταν με πομπή, προηγουμένων του γαμπρού της νύφης και των σουμπεθέρων. Το κάρο με τα «προιτσία», τα «χαλκώματα» της νύφης στα χέρια των παιδιών, τα παπούτσια της σε πανέρι, συνοδεύουν την πομπή σε όλη τη διαδρομή τους μαζί φυσικά με τους σουμπεθέρους νύφης και γαμπρού.
Κατά τη διαδρομή γίνονταν στάσεις σε σταυροδρόμια, όπου οι «σουμπεθέρες» χόρευαν τον περίφημο Μεγαρίτικο Καρσιλαμά με χάρη.
Στο αποκορύφωμα της  «βλόγησης», όπου ο παπάς τελούσε το μυστήριο του γάμου, όλοι προσεύχονται με κατάνυξη για τη στέριωση του νέου ζευγαριού, για να αρχίσουν τις αταξίες στο «Ησαΐα χόρευε», όπου εκτόξευαν κουφέτα στο κεφάλι του γαμπρού και του κουμπάρου.
Τα κουφέτα όπου ήταν τοποθετημένα τα στέφανα, ήταν ο στόχος όλων των ελεύθερων, για να τα βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους και να ονειρευτούν τον καλό τους ή την καλή τους.
Στο σπίτι του γαμπρού, όπου καταλήγουν όλοι η νύφη, «μπογιάζει» πάλι με το ρόδι, αλλά τώρα το ρίχνει μέσα στο δωμάτιο, πάνω στους «σουμπεθέρους» που απλώνουν τα χέρια τους να το πιάσουν.
Η Μεγαρίτισσα νύφη στη χρυσοστόλιστη στολή της (τα «κατηφένια»), με τα κρόσσια
της μπόλιας στο μέτωπο, δίνει μια νότα μεγαλείου στην όλη τελετή.
Μετά το μπόγιασμα και τα κεράσματα, οι «σουμπεθέροι» της νύφης, αφού χορέψουν για λίγο τη νύφη και το γαμπρό, αποχωρούν, για να συμμετάσχουν σε δείπνο στο σπίτι της νύφης, όπως και οι σουμπεθέροι του γαμπρού.
Το παραδοσιακό δείπνο είχε ως βασικό πιάτο κρέας κοκκινιστό με μακαρόνια, βρασμένα στο «λεβέτι), με ξύλα στην καμινάδα, με μυζήθρα και φυσικά άφθονη ρετσίνα Μεγαρίτικη που έδινε κέφι για χορό και τραγούδια, ως τις πρωινές ώρες της Δευτέρας.
Και ο έγγαμος βίος των ανθρώπων μας αρχίζει με τη γυναίκα που μοιράζει τις ώρες της στα χωράφια και στο νοικοκυριό. Το πλύσιμο του σταριού, το άλεσμά του, το κοσκίνισμα του αλευριού, το ζύμωμα του ψωμιού, το ψήσιμό του στο φούρνο της αυλής. Το πλύσιμο των ρούχων με το «ξερίπισμα» την μία ημέρα και το «θερμό» την επομένη. Το πλύσιμο των μαλλιών του προβάτου, το «ξιάσιμό» του, το «λανάρισμά» του, το «γνέσιμό» του, το «διασίδι» οι κοπιώδεις προετοιμασίες της νοικοκυράς που είναι και αγρότισσα, για να ακολουθήσει η ύφανση στον Μεγαρίτικο «αργαλειό». Νύκτες ολόκληρες διατίθενται στον αργαλειό, για να υφανθούν τα χράμια της δριστίλιας, το μονόκλονο, οι ανδρομίδες με περίφημα ξόμπλια.
Δραστηριότητες της Μεγαρίτισσας συζύγου – μητέρας – αγρότισσας – νοικοκυράς. Το μεγάλωμα των παιδιών και η πολύτιμη βοήθεια στο τρυγητό, στο αλώνισμα, στο αμπέλι, στις ελιές, οι άλλες ενέργειες της ηρωίδας Μεγαρίτισσας νοικοκυράς – μητέρας.
Στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, με την ευλογία των σπόρων από τον ιερέα, αρχίζει η προετοιμασία της σποράς των παντός φύσεως δημητριακών. Τα πρωτοβρόχια, η σπορά, η ελαιοσυλλογή με τα «ταμάχια», τον τελάλη που τα ανακοινώνει, το πανηγύρι της συγκομιδής της, όπου όλοι δουλεύουν ακατάπαυστα, για να διακόψουν για λίγο με το πέρασμα του μανάβη που διαλαλεί «μια οκά ελιές, μια οκά μπακαλιάρο). «Δώστε ελιές και πάρτε μήλα».
Τα «κουμούλια», στη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, το «ξεφτίλισμα» του Μάη, ο θερισμός τον Ιούνιο, με τα δρεπάνια, από άνδρες και γυναίκες, το αλώνισμα με τα («vτουγιένα» και τα «καρπολόγια», όπου το κυρίως φαγητό ήταν τα κουκιά «παπούγια».
Για να επακολουθήσει ο τρυγητός, με όλα τα θαυμάσιά του «χυλός» που μετά αποξηραίνεται, «οι σταφίδες» οι περίφημες λιχουδιές που δίνουν δύναμη στα πόδια να πατήσουν τα σταφύλια, για να γίνει ο μούστος που θα μπει στα «τουλούμια», για να μεταφερθεί στα βαρέλια για να γίνει κρασί.
Ζωή γεμάτη στερήσεις, μόχθο, κόπους, θυσίες, αλλά και πλούσια σε ικανοποίηση.
Στις χαρές ενωμένοι, στις λύπες συσπειρωμένοι, οι Μεγαρείς οδεύουν όλη τους τη ζωή ενωμένοι και δεμένοι με τη γης τους, με τους φίλους τους, με τους συγγενείς τους.
Έως την ώρα του αποχωρισμού, όπου η σορός του προσφιλούς τυγχάνει ιδιαιτέρων τιμών και περιποιήσεων, με ξενύχτι και μοιρολόι. Τιμούν το νεκρό τους οι Μεγαρείς, συνοδεύοντάς τον πεζοί στην Εκκλησία, στο κοιμητήριο.
Συνεχίζουν με το σαρανταλείτουργο, με τα εννιάμερα, με τα μνημόσυνα (σαράντα – τρίμηνα – εξάμηνα – εννεάμηνα – χρόνο). Στα «σαράντα» και στα «χρόνια» έβραζαν το στάρι στο σπίτι και το μοίραζαν μαυροφορεμένες κοπέλες με δίσκους στα σπίτια, όπου ενείχε τη θέση προσκλήσεως για τα μνημόσυνα.
Η ζωή των Μεγαριτών, η βιωτή τους, η διάβα τους στη ζωή γεμάτη απλοϊκό μεγαλείον και νόημα.
Μέρες νοσταλγικές, γεμάτες αναμνήσεις που έφυγαν, παραχωρώντας τη θέση τους σ’ άλλες ημέρες, διαφορετικές.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
Αργαλειός:
Οικιακό όργανο ύφανσης ρούχων.

Βλόηση: Το μυστήριο του γάμου (στην Εκκλησία ή στο σπίτι).
Γιούκος: Η έκθεση κατά τάξη της κλινοστρωμής των υφαντών και των άλλων ρούχων της νύφης με ειδικό τρόπο για να παρατηρούνται από τους επισκέπτες.
Γνέσιμο: Η μετατροπή του μαλλιού σε νήμα.
Γύρισμα της αλλαξίας: Μετάβαση της μάνας του γαμπρού με τις «κουνιάδες» ή άλλες γυναίκες, πάντα σε μονό αριθμό ατόμων, στο σπίτι της νύφης την Πέμπτη προ της Κυριακής του γάμου, όπου γύριζαν τα μέσα έξω των εσωρούχων των μελλονύμφων που θα φορούσαν την ημέρα του γάμου.
Διασίδι: Προετοιμασία των νημάτων, για την τοποθέτηση στον αργαλειό.
Θερμός: Διαδικασία καθαρισμού των ασπρορούχων. Μετά το ξερίπισμα, στυβόντουσαν τα ρούχα σε ξύλινη κάσα, σκεπασμένη με βαμβακερό πανί, πάνω στο οποίο τοποθετούσαν στρώμα καθαρής στάχτης πάχους 5-10 εκατοστών που περιέχυναν βαθμιαίως με καυτό νερό, ώστε να διαπερνά όλα τα στρώματα των ρούχων. Η διαδικασία αυτή κρατούσε 2-4 ώρες και το νερό εξερχόταν από τα ειδικά ανοίγματα που είχε η ξύλινη κάσα. Τα ρούχα έμεναν στην κάσα μέχρι την επόμενη ημέρα, όπου γινόταν και το ξεθέρμιασμα.
Καρπολόγια: Εργαλεία για το διαχωρισμό καρπού (στάρι, κριθάρι, βρώμη) από το άχυρο στο αλώνι.
Κατηφένια: Επίσημη χρυσοκέντητη στολή της Μεγαρίτισσας.
Κατσουλέρια: Σταρένια ψωμιά, σχήματος παχιάς στεφάνης πλασμένα με ειδικό τρόπο και διακοσμημένα από την ίδια ζύμη με καλλιτεχνικά κοσμήματα.
Κολυμπίδια: Το πρώτο πλύσιμο του παιδιού από τη μαμή, με την τρίτη ημέρα από τη γέννησή του. Επακολουθούσε τραπέζι καλό στο στενότερο συγγενικό κύκλο. Κατά την αναχώρηση, οι προσκεκλημένοι έριχναν χρήματα τα οποία έπαιρνε η μαμή.
Κουμούλια: Σκάψιμο του αμπελιού κατά το μήνα Μάρτιο, με τοποθέτηση του νεοσκαμένου χώματος σε σωρό με κορυφή. Χρησιμοποιούσαν ειδικό βαρύ τσαπί του σκαψίματος.
Κουντούρες: Kεvτητές παντόφλες.
Μάης: Στεφάνι με λουλούδια που έστελνε την παραμονή της Πρωτομαγιάς η νύφη στην πεθερά. Συνοδευόταν από γλύκά, κουλούρια και κόκκινα αυγά σε στολισμένο με λουλούδια πανέρι και κρασί συνήθως κόκκινο, σε καλλιτεχνική γυάλινη μποτίλια. Τα πήγαιναν δύο κοπέλες η μία το Μάη η άλλη το πανέρι και ένα αγόρι με τη μποτίλια το κρασί. Οι κοπέλες φορούσαν Kατηφέvια, το αγόρι φουστανέλες. Μεταπολεμικώς, επικράτησε να πηγαίνει η νύφη το «Μάη στην πεθερά.
Μαμή: Η πρακτική μαία.
Μπόγιασμα: Χτύπημα ροδιού στην κάσα της κυρίως πόρτας της κατοικίας του γαμπρού και της νύφης κατά την είσοδό τους, καθώς και σταύρωμα της κάσας με το δάκτυλο.
Ντουγένι: Το ξύλινο σχεδόν επίπεδο παραλληλόγραμμο όργανο με χονδρά σιδερένια ελάσματα στην κάτω όψη και χονδρό χαλκά στην άνω εμπρός, το οποίον έσερναν άλογα υπό την καθοδήγηση αναβάτη για το αλώνισμα των δημητριακών.
Ξερίπισμα: Εμπλουτισμό των ρούχων με νερό, πριν από το «θερμό», ώστε να φύγουν οι χονδροί ρύποι.
Ξεφτύλισμα: Αραίωση των ψύλλων της αμπέλου.
Ξιάσιμο: Άνοιγμα του πλυμένου «μαλλιού», για να μπει στη λανάρα.
Ξοφίλι: Σημείωμα υποσχετικό για τα όσα ο πεθερός δεσμευόταν να δώσει ως προίκα στον μέλλοντα γαμπρό του.
Παπούγια: Κουκιά νερόβραστα, με ρίγανη, ξύδι και λάδι ή χωρίς λάδι.
Προιτσία: Τα υφαντά, ο ρουχισμός και η οικοσυσκευή της νύφης που έπαιρνε ως προίκα από τον πατέρα της, για να ανοίξει το νέο νοικοκυριό της.
Προξενητής: Το πρόσωπο που συνομιλούσε με τις δύο οικογένειες (αγοριού – κοριτσιού), εκθειάζοντας τα προσόντα τους και ενημερώνοντας για την προίκα της νύφης.
Σουμπεθέροι: Οι συγγενείς του γαμπρού και της νύφης.
Σταφίδες: Ζεματισμένα αποξηραμένα κόκκινα σταφύλια.
Στημόνι: Ειδικό νήμα στην ύφανση των ρούχων.
Στρώσιμο του κρεβατιού: Πανηγυρικό στρώσιμο της νυφικής κλίνης από τους φίλους του γαμπρού, μετά το γάμο και την εκφόρτωση των προιτσίων.
Ταμάχια: Περιοχές, στις οποίες χωριζόταν ο Μεγαρικός κάμπος, όπου επιτρεπόταν το μάζεμα των ελαιών.
Τουλούμια: Ασκός από δέρμα κατσικιού επισκευασμένος καταλλήλως για τη μεταφορά του γλεύκους (μούστου).
Χάρες: Τα επίσημα ρούχα και παπούτσια, τα οποία έστελνε τον πρώτο χρόνο της μνηστείας, τη Λαμπρή (Πάσχα) ή της Παναγίας (Κοίμηση της Θεοτόκου) ή τα Χριστούγεννα ο αρραβωνιαστικός στην αρραβωνιαστικιά.
Χράμι: Μάλλινο υφαντό στον Μεγαρίτικο αργαλειό.

Μικρή λεκάνη ζυμώματος από πηλό

Το έθιμο του Μάη
Την παραμονή της πρωτομαγιάς οι αρραβωνιασμένες νέες, ντυμένες με την παραδοσιακή νυφική ενδυμασία, προσφέρουν στην μητέρα του μνηστήρα τους ένα στεφάνι με λουλούδια σε ένδειξη σεβασμού, το «Μάη». Μαζί με το στεφάνι προσφέρουν μια στολισμένη κουλούρα ψωμιού, κόκκινα αυγά και κουλούρια του Μάη. Οι νέες συνοδεύονται από φίλες οι οποίες κρατούν εναλλάξ το βαρύ στεφάνι στη διαδρομή, η οποία γίνεται περπατώντας. Επίσης, σύμφωνα με το έθιμο, είναι υποχρεωτικό να συνοδεύονται από ένα αγόρι προεφηβικής ηλικίας που κρατά ένα μπουκάλι με κόκκινο κρασί και το παραδίνει στον πατέρα του μνηστήρα.

Τα τελευταία χρόνια οι δημοτικές αρχές των Μεγάρων έχουν προβάλλει έντονα το έθιμο και για να υπάρξει συμμετοχή από αρραβωνιασμένες νέες στο συγκεκριμένο τελετουργικό, τις ενθαρρύνουν να ρυθμίζουν την διαδρομή τους ώστε να περνούν από την κεντρική πλατεία της πόλης. Εκεί τους υποδέχεται ο δήμαρχος ο οποίος τους προσφέρει μια ανθοδέσμη και ένα αναμνηστικό κόσμημα συλλεκτικής αξίας. Οι Μεγαρίτες και οι Μεγαρίτισσες στέκονται στα πεζοδρόμια των δρόμων απ’ όπου περνούν οι «Μάηδες» και τους θαυμάζουν κάνοντας και σχόλια για το ποιος είναι ο καλύτερος.

Σαΐτα για τον αργαλειό

Ο χορός της Τράτας
Την Τρίτη του Πάσχα τα Μέγαρα γίνονται, εδώ και πολλά χρόνια,  το επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων όσων ασχολούνταν με την παράδοση και τη λαογραφία. Τα τηλεοπτικά κανάλια και οι δημοσιογράφοι των Αθηνών έρχονται στην πόλη μας για να μεταδώσουν από την τηλεόραση ένα μοναδικό θέαμα: το χορό της Τράτας. Και είναι πράγματι μοναδικό αφού όμορφες κοπέλες ντυμένες με την παραδοσιακή στολή, τα κατηφένια, και στολισμένες με πλούσια κοσμήματα, χορεύουν πιασμένες με τα χέρια χιαστί στην πλατεία του Αγίου Ιωάννου του Γαλιλαίου ή Χορευταρά. Τις συνοδεύουν οι μουσικοί παίζοντας τραγούδια σε αργούς κυρίως ρυθμούς.
Ο χορός της Τράτας έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο τελετουργικό χορό των πεπλοφόρων παρθένων ΟΡΜΟ, όπως βρέθηκε σε τοιχογραφία στα Υβλαία Μέγαρα (αποικία των αρχαίων Μεγαρέων στη Ν. Ιταλία) και χρονολογείται στο 400 π.Χ. Στην τοιχογραφία φαίνονται οι γυναίκες πιασμένες χέρι χέρι με τον ίδιο τρόπο, όπως και σήμερα. Ο χορός αυτός χορευόταν προς τιμήν της θεάς Δήμητρας αλλά και των Ολυμπιονικών.
(Πηγή πληροφορίας: Το βιβλίο «Τα παλαιά Μέγαρα» )

Σίδερο με κάρβουνα 3

Τα Ρουσάλια
Τη Δευτέρα του Πάσχα, στα Μέγαρα, συναντά κανείς μέχρι σήμερα ζωντανό ένα ακόμη έθιμο με πανάρχαιες ρίζες που λέγεται Ρουσάλια. Ομάδες από νέους γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και χορεύοντας κυκλικά. Ο πρώτος του χορού κρατά ένα κοντάρι με λουλουδένιο σταυρό στην κορυφή. Κάτω από το σταυρό υπάρχει ένα μεταξωτό μαντίλι αντί για σημαία. Ο τελευταίος του χορού κρατά ένα καλάθι. Οι νοικοκυρές δίνουν στον τελευταίο , κόκκινα αυγά, γλυκά, χρήματα κ.α. Αυτός που κρατά το καλάθι λέγεται «σαχανατάρης» (= ταμίας). Το έθιμο αυτό ανάγεται σε αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές παραδόσεις. Το Μάη οι Ρωμαίοι γιόρταζαν δυο μεγάλες γιορτές προς τιμήν των νεκρών. Τα «Λεμούρια» και τα «Ροζάλια». Lemures ήταν τα πνεύματα των νεκρών. Τα Ροζάλια πήρανε το όνομά τους από τα ρόδα ( Rosa = ρόδα, τριαντάφυλλα). Τα ροζάλια ή ροζάρια πέρασαν αργότερα στο Βυζάντιο, διατηρήθηκαν με χριστιανική μορφή και πήρανε το όνομα «Ρουσάλια».

(Πηγή: Κώστας Α. Ρήγας, «Γλωσσολογικά και Λαογραφικά των Μεγάρων»)

………………..

Το παλιό 3ο Δημοτικό σχολείο Μεγάρων

Η  Κα Σωτηρία Γαρείου, μαθήτρια του 3ου Δημοτικού Σχολείου Μεγάρων
θυμάται την εκπαίδευση στη δεκαετία του 1960:

Το σχολείο ήταν παλιό. Πριν μετατραπεί σε σχολείο ήταν κοτέτσι. Του βάλανε πόρτες και παράθυρα για να μπορούν να κάνουν μάθημα τα παιδιά.
Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί και χτυπούσαν με τη βέργα στο χέρι όταν οι μαθητές δεν έκαναν τις ασκήσεις ή όταν έκαναν φασαρία στην τάξη.
Τα μαθήματα ήταν σχεδόν ίδια με τα σημερινά. Έκαναν και χειροτεχνίες. Τα αγόρια ξυλοκοπτική και τα κορίτσια κεντήματα.
Εκδρομές πήγαιναν με τα πόδια στα εξωκλήσια των Μεγάρων, στη μονή της αγίας Βαρβάρας και τη μονή Παναχράντου.
Τα παιδιά αγόραζαν σπόρους και φυτεύανε κάτω στο χώμα μοσχομπίζελα, καπουτσίνια, και άλλους εποχιακούς σπόρους. Οι δάσκαλοι έβαζαν κάποιους μαθητές υπεύθυνους να φυλάνε τα φυτά για να μη τα σπάσουν τα άλλα παιδιά.
Δάσκαλοι του σχολείου ήταν ο κ. Μιχάλαρος με τη σύζυγό του Κα Αργυρώ Χατζή, ο κ. Ζωγραφάκης κ.α. Ο κ. Ζωγραφάκης καλούσε τους μαθητές στο σπίτι του και τους συμβούλευε πώς να είναι καλοί μαθητές. Οι δάσκαλοι ήταν καλοί και αυστηροί, όταν έπρεπε.
Στο τέλος της σχολικής χρονιάς όλες οι τάξεις έκαναν γυμναστικές επιδείξεις.

Σωτηρία Σ.

…………………

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

ΤΑ ΜΕΓΑΡΑ ΠΡΙΝ 50 – 70 ΧΡΟΝΙΑ

Τα Μέγαρα γύρω στο 1960 – 1970 ήταν διαφορετικά απ’ ό,τι είναι σήμερα. Οι δρόμοι στις γειτονιές ήταν χωματόδρομοι και μόνο οι κεντρικοί είχαν άσφαλτο.
Τα νοικοκυριά στα σπίτια έπαιρναν νερό από τις βρύσες της γειτονιάς που υπήρχαν σε κάθε τετράγωνο. Το νερό έτρεχε μόνο τρεις φορές την εβδομάδα κι όλες οι νοικοκυρές έβγαιναν με τη σειρά κι έπαιρναν με τους ντενεκέδες.
Μέχρι το 1965 περίπου οι νοικοκυρές μαγείρευαν στη φωτιά. Μετά εμφανίστηκαν οι γκαζιέρες και αργότερα τα πετρογκάζ.
Οι μαμάδες πάντα ζύμωναν ψωμί και το έψηναν με ξύλα στον φούρνο του σπιτιού τους.
Έπλεναν τα ρούχα έξω στην αυλή τους.
Τα σπίτια ήταν μικρά με λίγα δωμάτια. Ηλεκτρικό φως δεν υπήρχε και το βράδυ άναβαν το λυχνάρι γι να βλέπουν στο σκοτάδι. Σε κάθε σπίτι υπήρχε το καθιστικό δωμάτιο που είχε τζάκι, σκαμνάκια, καρέκλες και κάθονταν όλοι μαζί. Συζητούσαν τα νέα της πόλης (βαφτίσια, αρρεβώνες, γάμοι, θάνατοι κ.α.), έλεγαν ιστορίες και αστεία, οι γιαγιάδες και οι παππούδες έλεγαν παραμύθια στα εγγονάκια τους κι έτσι περνούσαν τις βραδινές ώρες μέχρι να φάνε το δείπνο και κατόπιν να κοιμηθούν.
Είχαν μια μικρή κουζίνα χωρίς ντουλάπια και τα μαγειρικά σκεύη τα κρέμαγαν στον τοίχο.
Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν πολλά μαγαζιά. Όλα τα πράγματα τα παίρνανε από τους μικροπωλητές που περνούσαν κάθε μέρα από τις γειτονιές. Επαγγέλματα πλανόδιων μικροπωλητών ήταν: ο παγοπώ-λης, ο μανάβης, ο έμπορος ειδών προικός (σεντόνια, κουβέρτες, πετσέτες κλπ.)
Μικροί, μεγάλοι παίζανε στους δρόμους πολλά παιχνίδια όπως: καρύδια κι αμύγδαλα, κουτσό, σκοινάκι, κυνηγητό, κρυφτό, μακριά γαϊδούρα κ.α.

Γιαγιά Σπυριδούλα Χ. (60 ετών)   

……..

Μύλος του καφέ

Σήμερα ρώτησα τη γιαγιά μου  Παρασκευή που είναι 72 ετών για το πώς ήταν η ζωή όταν ήταν νέα, δηλαδή πριν 50 – 70 χρόνια.
Η γιαγιά μού είπε ότι οι περισσότεροι Μεγαρίτες ήταν αγρότες. Όλοι ήταν αγαπημένοι μεταξύ τους και η ζωή τους ήταν απλή. Στα σπίτια τους είχαν αυλές κι είχαν κότες, κατσίκες και μικρά πριβολάκια. Εξασφάλιζαν έτσι ένα μεγάλο μέρος από την τροφή τους.
Οι άντρες δούλευαν στα χωράφια και οι γυναίκες ήταν κυρίως νοικοκυρές αλλά όταν χρειαζόταν βοηθούσαν και τους άντρες τους στις αγροτικές δουλειές π.χ. στον τρύγο, στις ελιές, στο θέρος κλπ. Σαν νοικοκυρές ζύμωναν το ψωμί, άναβαν το φούρνο, έπλεναν τα ρούχα, μεγάλωναν τα παιδιά, ύφαιναν στον αργαλειό τους ρούχα, χράμια, ανδρομίδες κ.α.
Για να διασκεδάσουν μαζεύονταν σε μεγάλες παρέες σε σπίτια ή ταβέρνες. Υπήρχε κάθε Κυριακή βράδυ και η «βόλτα» στον κεντρικό δρόμο των Μεγάρων κάτω στην αγορά (οδός 28ης Οκτωβρίου). Εκεί κατέβαιναν οικογενειακώς, βλέπονταν μεταξύ τους, χαιρετιούνταν, συζητούσαν κλπ.
Γιαγιά Παρασκευή Σ. (72 ετών)

……….

Σίδερο με κάρβουνα

Πριν 50 χρόνια τα Μέγαρα ήταν ένα μεγάλο χωριό. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό σε κάθε σπίτι. Οι δρόμοι ήταν από χώμα κι όχι στρωμένοι με άσφαλτο.
Τα σπίτια ήταν μικρά κι επειδή δεν υπήρχαν μηχανήματα, όλες οι δουλειές γίνονταν με τα ζώα. Οι περισσότεροι Μεγαρίτες ήταν αγρότες. Ασχολούνταν με τ’ αμπέλια, τις ελιές και τα χωράφια. Ήταν όμως και πτηνοτρόφοι και κτηνοτρόφοι.
Στις γιορτές του Αϊ – Γιάννη και τις απόκριες ανάβανε φωτιές στα σταυροδρόμια.
Παππούς Γιάννης Κ. (70 ετών)

………..

Καβουρδιστήρι του καφέ 2

Στα παλιά Μέγαρα, πριν 70 χρόνια, οι άνθρωποι ζούσαν φτωχικά αλλά καλά. Δεν είχαν ψυχολογικά προβλήματα όπως τώρα (άγχος, κατάθλιψη, απομόνωση κλπ.)
Όταν έρχονταν γιορτές οι οικογένειες κάνανε τις απαραίτητες δουλειές κι ετοιμάζανε το σπίτι π.χ. ασπρίζανε, καθαρίζανε κ.α.
Τα παιδιά παίζανε στους χωματόδρομους της γειτονιάς κι οι γονείς τους δεν είχαν φόβο για τα αυτοκίνητα που πιθανόν να περνούσαν, γιατί ήταν λιγοστά.
Τον Σεπτέμβρη μαζεύανε τα σταφύλια και τον Νοέμβρη τις ελιές (όπως κάνουν και τώρα). Μετά το μάζεμα της ελιάς άρχιζαν οι χριστουγεννιάτικες γιορτές. Δεν στολίζανε χριστουγεννιάτικα δέντρα αλλά ούτε είχαν αρκετά χρήματα για να πάρουν δώρα. Τα απιδιά πήγαιναν στις γειτονιές κι έλεγαν τα κάλαντα. Οι γιαγιάδες και οι μαμάδες έφτιαχναν τα χριστουγεννιάτικα ψωμιά με ωραία σχέδια. Την πρωτοχρονιά έφτιαχναν κατσούμπλες (λουκουμάδες) και μοίραζαν στους συγγενείς και τους γείτονες. Το Πάσχα όλη τη μεγάλη εβδομάδα μάζευαν λουλούδια από τις αυλές και τα πήγαιναν στην εκκλησία όπου οι γυναίκες τη μεγάλη Πέμπτη το βράδυ στόλιζαν τον επιτάφιο.
Γιαγιά Αμαλία Π. (77 ετών)

…………

μπρίκι

Η ζωή στα Μέγαρα πριν 60 χρόνια ήταν πολύ δύσκολη. Η ζωή των ανδρών ήταν πολύ κουραστική γιατί βρίσκονταν από το πρωί μέχρι το βράδυ στα χωράφια. Η κύρια ασχολία τους δηλαδή ήταν η γεωργία. Οι γυναίκες κάθονταν στο σπίτι για να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού, δηλαδή να μαγειρέψουν στους άνδρες να πλύνουν βάλουν μπουγάδα για να πλύνουν τα ρούχα να ζυμώσουν κ.α.
Τα παιδιά έπαιζαν στις γειτονιές μήλα, κουτσό, ρολόι και κρυφτό. Τα αγόρια όμως υπήρχαν φορές που βοηθούσαν τους γονείς τους στα χωράφια. Η ζωή τότε μπορεί να ήταν δύσκολη αλλά ήταν ξέγνοιαστη, χωρίς άγχος.
Γιαγιά Ελένη Β. (65 ετών)

…………..

ροΐ για το λάδι

Η ζωή στα Μέγαρα πριν από 50 – 70 χρόνια ήταν πολύ απλή. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν αγρότες. Είχαν τα αμπέλια και τις ελιές τους. Τον Σεπτέμβριο τρυγούσαν τα αμπέλια και τον Νοέμβριο ασχολούνταν με το ελαιομάζωμα. Πουλούσαν τα σταφύλια και το λάδι από τις ελιές στον έμπορο και με αυτά τα χρήματα προσπαθούσαν να ζήσουν.
Κάθε μέρα ξυπνούσαν πολύ πρωί και πήγαιναν στα χωράφια και τα κτήματά τους για να τα καλλιεργήσουν. Το καλοκαίρι θέριζαν τα χωράφια τους που τα είχαν σπείρει με σιτάρι. Έτσι είχαν από την παραγωγή τους τρία βασικά προϊόντα για να περάσουν τη χρονιά: το αλεύρι, το λάδι και το κρασί. Κάποιοι ασχολούνταν και με το εμπόριο.
Μαμά Ελπινίκη Ν. (46 ετών)

…………

-Γιαγιά μπορείς να μου πεις πώς ήταν η ζωή στα Μέγαρα πριν 50 – 70 χρόνια;
-Οι άνθρωποι ξυπνούσαν πολύ πρωί και πήγαιναν στις δουλειές τους, συνήθως στα χωράφια και τ’ αμπέλια τους με τα γαϊδουράκια και τα κάρα, γιατί δεν υπήρχαν αυτοκίνητα.
-Πώς έπαιζαν τα παιδιά;
-Έβγαιναν έξω από τα σπίτια τους κι έπαιζαν όλα μαζί στη γειτονιά διάφορα παιχνίδια, όπως κρυφτό, κυνηγητό κ.α.
-Πώς ήταν τα σπίτια;
-Ήταν μικρά και συνήθως ισόγεια. Δεν υπήρχαν μεγάλα σπίτια και πολυκατοικίες.
-Τι φαγητά έτρωγαν οι άνθρωποι;
-Έτρωγαν ψωμί, ελιές, όσπρια, τυρί και γάλα.
Γιαγιά Παρασκευή Μπ. (70 ετών)
…………

-Πες μου γιαγιά πώς ήταν η ζωή στα Μέγαρα πριν 50 – 70 χρόνια;
-Η ζωή ήταν απλή και ο κόσμος διαφορετικός.
-Πού ζούσατε;
-Τα σπίτια ήταν ισόγεια με μεγάλες αυλές κι οι δρόμοι χωματόδρομοι.
-Με τι ασχολούνταν οι άνθρωποι;
-Οι περισσότεροι πήγαιναν στα χωράφια και καλλιεργούσαν τη γη. Κάθε μέρα περνούσε από τα σπίτια ο παγοπώλης που πουλούσε πάγο που τον έβαζαν στα ψυγεία για διατηρούν τα τρόφιμα, επειδή δεν ήταν ηλεκτρικά. Υπήρχε ο τσαγκάρης που έφτιαχνε παπούτσια, ο πεταλωτής που έβαζε πέταλα στα άλογα και ο σαμαρτζής που έφτιαχνε τα σαμάρια. Ακόμη περνούσε και ο γανωτζής που γάνωνε τα χάλκινα σκεύη.
-Οι γυναίκες τι έκαναν;
-Φρόντιζαν τα παιδιά και το σπίτι τους, ζύμωναν κι έψηναν ψωμιά στον φούρνο με τα ξύλα που είχαν. Είχαν αργαλειό και ύφαιναν ρούχα, στρωσίδια και χαλιά.
-Τα παιδιά πώς περνούσαν τον καιρό τους;
-Πήγαιναν σχολείο κι έπαιζαν στους χωματόδρομους της γειτονιάς. Τα παιχνίδια που είχαν ήταν χειροποίητα, όπως κούκλες, ξύλινα αυτοκινητάκια και πάνινες μπάλες.
-Ευχαριστώ πολύ γιαγιά. Σήμερα έμαθα πολλά πράγματα για τη ζωή στην πόλη μας την εποχή που ήσουν μικρή.
Γιαγιά Αφροδίτη Π. (69 ετών)
………….

-Πες μου, γιαγιά, πώς ζούσατε παλιά όταν ήσουν μικρή; Πώς ήταν τα σπίτια;
-Τα σπίτια ήταν χτισμένα με πέτρα. Στη σκεπή είχαν πατερά και στο πάτωμα χώμα. Υπήρχε ένα μεγάλο δωμάτιο που μένανε πολλά άτομα μαζί. Δύσκολοι καιροί. Νερό δεν υπήρχε και παίρνανε από τα πηγάδια. Τις περισσότερες φορές δεν είχαμε φαγητό. Τρώγαμε ψωμί με ελιές, σκόρδα και κρεμμύδια. Κρέας τρώγαμε σπάνια. Όμως, παιδί μου, τότε οι άνθρωποι ήταν ξέγνοιαστοι, γελαστοί και χαρούμενοι με τα λίγα που τους έδινε η ζωή. Βοηθούσαν ο ένας τον άλλον σε όλες τιε περιστάσεις. Ηλεκτρικό φως δεν είχαμε στα σπίτια και ανάβαμε το λυχνάρι. Το χειμώνα ανάβαμε το τζάκι για να ζεσταθούμε και σκεπαζόμασταν με πολλά χοντρά ρούχα. Φυσικά κοιμόμασταν κατάχαμα. Ελπίζω να σε ταξίδεψα λίγο πίσω στον χρόνο.
-Σ’ ευχαριστώ πολύ γιαγιά.
Γιαγιά Σπυριδούλα Κ. (80 ετών)
…………….


Καβουρδιστήρι του καφέ

Πριν εβδομήντα χρόνια τα Μέγαρα είχαν λίγα σπίτια και μικρά. Οι δρόμοι ήταν χωματόδρομοι και τα παιδιά έπαιζαν σ’ αυτούς ελεύθερα. Όλοι οι άνθρωποι στις γειτονιές ήταν σαν μια οικογένεια ενώ τώρα δεν ξέρουμε ποιος κατοικεί δίπλα μας. Οι γιαγιάδες έπλεναν τα ρούχα στη σκάφη ή τις γούρνες από πουρί. Μαγειρεύανε με το τσουκάλι στον «πύραυλο» κι έκαναν μπάνιο βάζοντας το νερό στη λεκάνη αφού πρώτα το είχαν ζεστάνει στην κατσαρόλα.
Γιαγιά Φωτεινή Ξ. (73 ετών)

 ……………..

Χειροποίητη κορνία από ξύλο για φωτογραφίες

Στα παλιά Μέγαρα οι άνθρωποι ζούσαν άνετα, χωρίς άγχος και προβλήματα. Παρ’ όλο που η ζωή ήταν δύσκολη, οι περισσότεροι φτωχοί και οι οικογένειες πολυμελείς, ήξεραν να ζουν την κάθε μέρα και την κάθε γιορτή.
Τα σπίτια ήταν μονοκατοικίες, είχαν αυλές κι όλοι σχεδόν είχαν ζώα (π.χ. άλογα, γαϊδουράκια) για τις εργασίες τους.
Τα καλοκαίρια όλοι βγαίνανε έξω και γειτονεύανε. Τα παιδιά έπαιζαν στους δρόμους που ήταν χωματόδρομοι κι οι γονείς τους δεν είχαν φόβο για τα’ αυτοκίνητα τα οποία ήταν λίγα.
Οι πιο μεγάλες κοπέλες και τα’ αγόρια πήγαιναν κάθε Κυριακή απόγευμα στον κεντρικό δρόμο της πόλης και κάνανε περίπατο («βόλτα»).
Ο Σεπτέμβρης ήταν ο μήνας του τρύγου στα αμπέλια. Τότε μετακόμιζε όλη η οικογένεια κι έμενε στ’ αμπέλια καθ’ όλο το διάστημα του τρύγου. Τότε δεν υπήρχαν μηχανήματα κι οι Μεγαρίτες πατάγανε τα σταφύλια με τα πόδια τους. Όταν τελείωναν τα σταφύλια ξεκίναγε το όργωμα στα χωράφια κι η σπορά. Με το άλογο και το αλέτρι όργωναν και με τα χέρια πετούσαν το σπόρο στο χωράφι. Μετά τη σπορά άρχιζε το μάζεμα της ελιάς. Οι άνθρωποι δεν μάζευαν μόνο τις δικές τους ελιές αλλά βοηθούσαν και τους γνωστούς, φίλους, συγγενείς και γείτονες κι αντί για χρήματα αυτοί τους βοηθούσαν σε άλλες εργασίες, κυρίως αγροτικές (δανεικά) ή τους έδιναν ελιές. Οι Μεγαρίτες είχαν δική τους παραγωγή από αυγά, κρέας, γάλα, κρασί κ.α.
Σε λίγο καιρό άρχιζαν οι χριστουγεννιάτικες γιορτές. Δεν στολίζανε δέντρα ούτε έκαναν δώρα ο ένας στον άλλο (λόγῳ φτώχειας). Στολίζανε ένα σχοίνο που πάνω του αντί για στολίδια έβαζαν βαμβάκι και κουκουνάρια και αντί για φωτάκια κεριά. Τα  παιδιά πήγαιναν στις γειτονιές κι έλεγαν τα κάλαντα. Οι γιαγιάδες και οι μανάδες έφτιαχναν τα χριστουγεννιάτικα ψωμιά με ωραία σχέδια. Την πρωτοχρονιά έφτιαχναν κατσούμπλες (λουκουμάδες) και μοίραζαν σε όλους τους συγγενείς και τους γείτονες. Την παραμονή των Θεοφανείων βγάζανε τον καλικάντζαρο και περνούσε ο παπάς κι άγιαζε τα σπίτια.
Τις απόκριες άναβαν φωτιές στις γειτονιές και μασκαρευόντουσαν. Πήγαιναν στα σπίτια και γλεντάγανε. Πήγαιναν στην κεντρική πλατεία ντυμένοι μασκαράδες. Τότε δεν υπήρχε το καρναβάλι. Την καθαρή Δευτέρα οι γιαγιάδες έπλεναν όλα τα κουζινικά σκεύη, γιατί άρχιζε η μεγάλη σαρακοστή. Όλη τη μεγάλη σαρακοστή νήστευαν. Μάζευαν τα αυγά από τις κότες για να τα βάψουν το Πάσχα, τη μεγάλη Πέμπτη. Τη μεγάλη εβδομάδα οι γυναίκες μάζευαν λουλούδια από τις αυλές και τα πήγαιναν τη μεγάλη Πέμπτη στην εκκλησία. Όλο το βράδυ της μεγάλης Πέμπτης κάθονταν και ξενυχτούσαν το Χριστό ενώ ταυτόχρονα στόλιζαν τον επιτάφιο για να είναι έτοιμος τη μεγάλη Παρασκευή. Το μεγάλο Σάββατο ζυμώνανε τις κουλούρες κι έβαζαν μέσα κόκκινα αυγά. Το βράδυ του μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν στη ανάσταση. Κάθονταν στα σκαλιά της εκκλησίας και μόλις έλεγε ο παπάς το «Χριστός ανέστη» άναβαν τις λαμπάδες τους και τσούγκριζαν κόκκινα αυγά. Την επόμενη μέρα, Κυριακή του Πάσχα, έψηναν το αρνί. Τη Δευτέρα του Πάσχα περνούσαν από τις γειτονιές ομάδες παιδιών που έλεγαν τα «ρουσάλια» (κάλαντα του Πάσχα), όπως και σήμερα. Την Τρίτη του Πάσχα οι κοπέλες ντυμένες με τα κατιφένια, την επίσημη παραδοσιακή στολή των Μεγάρων, χόρευαν μεγαρίτικους παραδοσιακούς χορούς στον Αϊ-Γιάννη το χορευταρά.
Γιαγιά Αμαλία Π. (77 ετών)

………………

-Παππού, πώς ήταν τα Μέγαρα πριν 70 χρόνια;
-Στα Μέγαρα τότε, παιδί μου, υπήρχε φτώχια κι οι άνθρωποι περνούσαν δύσκολα. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Οι δρόμοι δεν ήταν ασφαλτοστρωμένοι αλλά χωματόδρομοι. Ο κόσμος μεταφερόταν με σούστες και γαϊδουράκια. Τα σπίτια μας ήταν απλά με αυλές, γιατί όλοι είχαμε ζώα, όπως κότες, γίδες, στσούλους (σκύλους), κατσιά (γάτες) κ.α. Είχαμε οπωσδήποτε και κήπο στον οποίο φυτεύαμε τα οπωροκηπευτικά μας για να έχουμε να τρώμε. Οι Μεγαρίτες πήγαιναν στα χωράφια τους με τα άλογα ή τα γαϊδουράκια αλλά και με τα πόδια. Στο Μάζι, στο Χάνι, στην Κοτσινογή ακόμα και στο Αλεποχώρι για θέρισμα. Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε και μόνα μας πολλές φορές κοντά τους. Ο κόσμος τότε δεν φοβόταν, γιατί δεν υπήρχαν κλέφτες, όπως τώρα.
-Πώς παίζατε τότε;
-Παίζαμε ξυπόλητοι, γιατί δε θέλαμε να χαλάσουμε το ένα ζευγάρι παπούτσια που είχαμε. Πηγαίναμε στις αλάνες και παίζαμε μπάλα με ένα πάνινο τόπι που είχαμε φτιάξει. Ακόμη παίζαμε βόλους, φτιάχναμε πατίνια, αετούς και αερόστατα με αλευρόκολλα και εφημερίδες. Τα κορίτσια έπαιζαν αμύγδαλα κι αμπάδες. Κάθε Κυριακή οι πιο μεγάλες κοπέλες πήγαιναν στη «βόλτα» (στον κεντρικό δρόμο των Μεγάρων) για να τις δουν τ’ αγόρια και να βρουν γαμπρό.
Ανάβαμε φωτιές στις γειτονιές και μαζεύονταν όλοι οι γείτονες με ό,τι είχανε στο σπίτι για μεζέ και γειτονεύαμε. Οι πιο μερακλήδες άρχιζαν το τραγούδι και το χορό. Ξέρανε να γλεντάνε τότε. Όλα ήταν πολύ ωραία κι απλά. Μπορεί να μην είχαμε λεφτά αλλά περνούσαμε ωραία.
Παππούς Σωτήρης Στ. (ετών 75)

 

Χειροποίητη κορνίζα ψαράκι για φωτογραφία

Τις προηγούμενες δεκαετίες στα Μέγαρα η ζωή κυλούσε όπως και στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις. Τα σπίτια ήταν μονοκατοικίες κι  οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν πολύ καλές. Το κάθε σπίτι ήταν ανοιχτό για όλη τη γειτονιά. Η χαρά κι η λύπη του καθενός ήταν χαρά και λύπη για τον άλλο. Τα παιδιά έπαιζαν στους δρόμους πολλά παιχνίδια όπως: κουτσό, κρυφτό, βόλους και αμύγδαλα. Σε γιορτές όπως οι απόκριες μαζευόταν όλη η γειτονιά, άναβαν φωτιές στους δρόμους και τραγουδούσαν αποκριάτικα μεγαρίτικα τραγούδια. Επίσης στην περίοδο του τρύγου όλη η οικογένεια ήταν στο αμπέλι. Μάζευαν τα σταφύλια, τα πήγαιναν στο πατητήρι και τα πατούσαν για να βγει ο μούστος που αργότερα θα γινόταν κρασί.
Γιαγιά Ειρήνη Κ.

………………..

Τα Μέγαρα παλιά ήταν πολύ διαφορετικά. Τα σπίτια ήταν μικρά με κεραμίδια και τζάκι. Είχαν αυλές με λουλούδια και μποστάνι με λαχανικά. Οι αυλές δεν είχαν πλακάκια αλλά είχαν χώμα. Τότε δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και τα βράδια φωτίζονταν με λάμπες πετρελαίου και κεριά Άφηναν ξεκλείδωτες τις πόρτες επειδή δεν υπήρχε φόβος ότι θα μπει κάποιος στο σπίτι. Οι δρόμοι ήταν από χώμα, δεν υπήρχε άσφαλτος. Δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα και κάθε δρόμος ήταν γεμάτος από χαρούμενα παιδιά που έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, ξυλίκι, βόλους, σβούρα, αμπάδες και κουτσό. Οι μεγάλοι πήγαιναν στις δουλειές τους με άλογα και σούστες. Σε κάθε γειτονιά ίσως να υπήρχε ένα αυτοκίνητο. Οι γυναίκες μαζεύονταν στις γειτονιές και κεντούσαν. Οι άντρες δούλευαν και το βράδυ πήγαιναν στο καφενείο. Σε κάθε γειτονιά υπήρχε μια βρύση κι οι μεγάλοι πήγαιναν κι έπαιρναν νερό με τους πετρελαίους (σιδερένια δοχεία) για να έχουν στο σπίτι τους.
Γιαγιά Αναστασία Μπ.

………………..

Τα Μέγαρα είναι μια πόλη γραφική γιατί είναι χτισμένη πάνω σε δυο λόφους: τον άγιο Δημήτριο (Αλκάθους) και τον Προφήτη Ηλία (Καρία). Παλιότερα δεν υπήρχαν τόσοι δρόμοι όπως σήμερα και δεν κυκλοφορούσαν πολλά αυτοκίνητα. Οι άνθρωποι πήγαιναν με τα πόδια, με ποδήλατα ή με σούστες (άμαξες που τις έσερναν γαϊδούρια ή άλογα). Οι δρόμοι ήταν με χώμα κι όχι με άσφαλτο. Τα περισσότερα σπίτια χτίζονταν με πλίθρες κι αργότερα με τούβλα. Τα πατώματα ήταν χωματένια και στα σπίτια των πιο πλουσίων τσιμεντένια. Στις αυλές υπήρχαν οι γούρνες που έπλεναν οι γυναίκες τα ρούχα της οικογένειας. Επίσης είχαν χτιστούς φούρνους κι έψηναν το ψωμί που ζύμωναν και το φαγητό. Οι άνθρωποι νοιάζονταν ο ένας τον άλλο. Τ’ απογεύματα μαζεύονταν στις αυλές των σπιτιών ή στα πεζουλάκια που υπήρχαν έξω από πολλά σπίτια κι έλεγαν τα νέα των Μεγάρων π.χ. ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος παντρεύτηκε, ποιος πέθανε κλπ. ή ιστορίες από τα παλιά κι έτσι περνούσε η ώρα. Όταν σουρούπωνε αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλο κα πήγαιναν για ύπνο. Τα αγόρια στις αλάνες έπαιζαν μπάλα και κρυφτό. Τα κορίτσια έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, αμπάδες, λάστιχο, σχοινάκι, κότσια, βόλους κουτσό, τσούκαλα, αμύγδαλα κ.α. Στις μεγάλες γιορτές όπως το Πάσχα, τα Χριστούγεννα κλπ. όλη η γειτονιά γλεντούσε μαζί με παραδοσιακά μεγαρίτικα τραγούδια και χορούς.
Γιαγιά Κατερίνα Μ.

………………….

Τα Μέγαρα παλιά ήταν ένα μεγάλο χωριό. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα κι οι γειτονιές ήταν γεμάτες από παιδιά. Οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Κάθε Κυριακή απόγευμα κατέβαιναν κάτω στην αγορά όπου συναντούσαν ο ένας τον άλλο στην καθιερωμένη «βόλτα». Τα παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά στις γειτονιές ήταν κυνηγητό, κουτσό, ξυλίκι, αμπάδες και λάστιχο. Κάθε Τρίτη του Πάσχα πήγαιναν στον Αϊ-Γιάννη το χορευταρά για έθιμο του χορού της Τράτας. Ακόμη υπήρχε και το έθιμο του Μάη που οι νύφες την πρωτομαγιά πήγαιναν στεφάνια στις πεθερές τους.
Κ. Κώστας Κ.

………………..

Μια μέρα προσπαθούσα να φανταστώ πώς ήταν τα Μέγαρα τα παλιά χρόνια και τώτε μου ήρθε η ιδέα να ρωτήσω τη γιαγιά μου πώς ήταν στην παιδική της ηλικία τα Μέγαρα. Ήμουν περίεργη να μάθω πώς ζούσαν, έπαιζαν και πώς περνούσαν τη μέρα τους. Η γιαγιά Ελένη, μ’ ευχαρίστηση και νοσταλγία για τις μέρες εκείνες, μου είπε: «Τα Μέγαρα στην παιδική μου ηλικία ήταν με μικρά πέτρινα σπίτια και μεγάλες αυλές που μέσα σ’ αυτές είχαν ζώα (κατσίκες, κότες, γαϊδούρια κ.α.) Οι μανάδες μετά τις δουλειές του σπιτιού μαζεύονταν κι έγνεφαν με τη ρόκα, τα κορίτσια κεντούσαν και τα αγόρια πήγαιναν στα χωράφια με τους πατεράδες τους. Το απόγευμα όλα τα παιδιά έπαιζαν μαζί στις αλάνες ωραία μεγαρίτικα παιχνίδια όπως τόπι μάνα, αμπάδες, φίτζο, και ξυλίκι που το έπαιζαν μόνο τ’ αγόρια. Περιμέναμε με χαρά να έρθει το Πάσχα να πάμε στον Αϊ-Γιάννη το χορευταρά να δούμε το χορό της Τράτας και τη Δευτέρα του Πάσχα να περάσουν από τις γειτονιές τ’ αγόρια ντυμένα με φουστανέλες και με πουκαμίσες για να χορέψουν τα «ρουσάλια» (κάλαντα του Πάσχα). Επίσης να έρθει η πρωτομαγιά για να δούμε τις νύφες να πηγαίνουν στις πεθερές τους το Μάη, ένα ωραίο στεφάνι με πολύχρωμα κι ευωδιαστά λουλούδια. Τη γιορτή των αγίων αποστόλων και της Παναγίας για να φορέσουν οι κοπέλες τα κατιφένια και να χορέψουν στα Πλακάκια και στην πλατεία Ηρώων. Τα παλιά τα χρόνια παιδί μου μπορεί να περνούσαμε φτωχά και να μην είχαμε τις ανέσεις που έχουμε σήμερα αλλά είμαστε χαρούμενοι και πιο δεμένοι με τους γείτονες και τους συγγενείς μας και βιώναμε τις χαρές και τις λύπες των συμπολιτών μας».
Γιαγιά Ελένη Κ.

…………………

Παλιά τα Μέγαρα ήταν διαφορετικά. Τα σπίτια ήταν φτιαγμένα από πέτρα. Οι δρόμοι ήταν από χώμα. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Κυκλοφορούσαν με τα άλογα και τις σούστες. Οι πλατείες και τα σχολεία και ήταν διαφορετικές. Για παράδειγμα η πλατεία Φρειδερίκης ήταν η αφετηρία για τα λεωφορεία που εκτελούσαν το δρομολόγιο Μέγαρα – Αθήνα. Το κτήριο του 3ου Δημοτικού Σχολείου ήταν πριν ήταν κοτέτσι. Τα παιδιά δεν είχαν ηλεκτρονικά παιχνίδια αλλά έπαιζαν μπάλα στις αλάνες, έκαναν βόλτες με τα ποδήλατα και τα κορίτσια έπαιζαν τις αμπάδες. Οι άντρες, όταν δε δούλευαν, πήγαιναν στο καφενείο κι οι γυναίκες πήγαιναν η μια στο σπίτι της άλλης με το πλεκτό ή με το κέντημα και περνούσαν την ώρα τους πλέκοντας και συζητώντας τα νέα της γειτονιάς και της πόλης. Το Πάσχα όλοι μαζί στο δρόμο ή σε κάποιο οικόπεδο έψηναν τα αρνιά στη σούβλα ενώ την Τρίτη του Πάσχα πήγαιναν όλες μαζί στον Αϊ-Γιάννη το χορευταρά για να χορέψουν το χορό της Τράτας. Τώρα βέβαια υπάρχουν οι λαογραφικοί σύλλογοι της πόλης μας που έχουν αναλάβει αυτό το έργο.
Γιαγιά Μαρία Λ.

………………….

Τα Μέγαρα παλιότερα ήταν πολύ διαφορετικά. Δεν υπήρχαν δρόμοι με άσφαλτο. Ήταν χωματόδρομοι και χωρίς φώτα. Τα σπίτια ήταν απλές μονοκατοικίες. Παλιά, ασπρισμένα με ασβέστη κι όχι σαν τα σημερινά που είναι περίπλοκα  με πολλούς ορόφους και πολύχρωμα. Τα παλιά Μέγαρα ήταν χτισμένα πάνω στους δυο λόφους τους. Το λόφο του αγίου Δημητρίου (Αλκάθους) δυτικά και το λόφο του Προφήτη Ηλία (Καρία) ανατολικά. Γύρω από τους λόφους ήταν χωράφια και πολύ λίγοι κάτοικοι είχαν χτίσει εκεί τα σπίτια τους. Στις γειτονιές όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους. Τα παιδιά έπαιζαν όλα μαζί στους δρόμους. Τα παιχνίδια τους ήταν: κρυφτό, βόλοι και μπάλα που ήταν φτιαγμένη από πανιά. Τα παιδιά έπαιζαν ανέμελα χωρίς τον κίνδυνο των αυτοκινήτων τα οποία ακόμα δεν είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Οι περισσότεροι κυκλοφορούσαν με μουλάρια, άλογα και γαϊδουράκια που κουβαλούσαν τις σούστες. Τότε είχαν ένα έθιμο να παίρνουν τη νύφη με τη σούστα και να την πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Στη σούστα έβαζαν και τα προικιά κι από πίσω ακολουθούσαν πολύς κόσμος και τα όργανα που έπαιζαν τραγούδια του γάμου. Κάθε Μεγαρίτης είχε διάφορα ζώα (κότες, κατσίκες, πρόβατα, κουνέλια, κ.α.) κήπο με λαχανικά, χωράφια και αμπέλια που έδιναν τα περισσότερα προϊόντα και περνούσε η οικογένεια τη χρονιά. Δεν υπήρχαν πολλά μαγαζιά και τα σημερινά super market. Η πλατεία Σωτήρος ήταν από χώμα, είχε το εκκλησάκι της μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ένα πηγάδι και μια γούρνα για να πλένουν οι νοικοκυρές.
Γιαγιά Μαρία Μπ.

…………………

Τα χρόνια που πέρασαν ήταν ωραία κι ευτυχισμένα παρ’ όλη τη φτώχεια που είχαμε. Ο κόσμος είχε άλλες, ξένοιαστες απολαύσεις. Εγώ πέρασα πολύ ωραία, αν και δεν είχα όλα αυτά που έχουμε σήμερα. Θυμάμαι με νοσταλγία τις παλιές συνοικίες, τα χωμάτινα δρομάκια, τους απλούς ανθρώπους, τα σπίτια με τις μεγάλες αυλόπορτες και τους ψηλούς τοίχους που μέσα τους έκρυβαν όλο το μεγαρίτικο νοικοκυριό με τα διάφορα ζωντανά τους. Όταν άρχιζε να ξημερώνει άρχιζαν να λαλούν οι πετεινοί κι οι Μεγαρίτες ξυπνούσαν πρωί πρωί να πάνε με τα ζώα τους να καλλιεργήσουν τη γη τους. Η ζωή ήταν ωραία κι ας είχε κόπο και δυσκολίες η καθημερινότητα των ανθρώπων.
Γιαγιά Κυριακή Β.

 

Αφήστε μια απάντηση