Ο  ρόλος των ιστολογίων στην προσέγγιση σχολείου και κοινωνίας… Ένα παράδειγμα (Εισήγηση σε συνέδριο)

Ο  ρόλος των ιστολογίων στην προσέγγιση σχολείου και κοινωνίας, μέσα από την ανάδειξη των επιτευγμάτων στις σχολικές τάξεις. Ένα παράδειγμα.

 Ηλία Ελένη

Στο   http://users.sch.gr/synedrio/Praktika_Synedriou_05_Synedrio_Neos_Paidagogos_2018.pdf

(Τόμος πρακτικών του 5ου Συνεδρίου του Νέου Παιδαγωγού, 28 και 29 Απριλίου 2018, Ίδρυμα Ευγενίδου [Επιμελητής, Γούσιας Φώτιος], σελ. 3428-3433).

 

ISBN: 978-618-82301-4-9

Πρόλογος: Ένα μέρος της ζωής μου το πέρασα στο 1ο Νηπιαγωγείο Ασπροπύργου. Εκεί με τους μαθητές μου από το 2008 έως το 2017, πραγματοποιήσαμε πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα, που σχεδίασα για χάρη τους και στα οποία όλοι τους ανταποκρίθηκαν με τρόπο αξιοθαύμαστο. Τα προγράμματα αυτά και οι συμμετοχές των μαθητών μου παρουσιάζονται στο ιστολόγιο του νηπιαγωγείου. Σε αυτό το ιστολόγιο αναφέρεται η παρούσα εργασία μου, που περιλαμβάνεται στα πρακτικά του 5ου Συνεδρίου του νέου Παιδαγωγού, στις σελίδες 3428-3433) .

Περίληψη

Τα ιστολόγια που δημιουργούν οι σχολικές μονάδες, μπορούν να συμβάλλουν αποτελεσματικά στο άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία. Στην περίπτωση του ιστολογίου στο οποίο επικεντρώνεται η παρούσα ανακοίνωση, παρουσιάζονται εφαρμοσμένα σε δημόσιο νηπιαγωγείο εκπαιδευτικά προγράμματα. Για το κάθε πρόγραμμα δημοσιεύονται αναλυτικά οι στόχοι του, η μεθόδευση που ακολουθήθηκε, τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την υλοποίησή του. Κυρίως όμως δημοσιεύονται τα αποτελέσματα των προγραμμάτων, που συνίστανται στην έκφραση της δημιουργικής σκέψης των νηπίων. Τα πρωτότυπα κείμενα και οι ζωγραφιές των νηπίων, που αναρτώνται στο ιστολόγιο, επιτρέπουν στα νήπια να βιώσουν το αίσθημα της ικανοποίησης για τη δημιουργικότητά τους, σε πλαίσιο καθολικής συνεργασίας και επικοινωνίας με τους συμμαθητές τους. Επίσης, με τη δημοσίευση της συμμετοχής των νηπίων, επιτρέπεται στο στενό και ευρύτερο κοινωνικό τους περίγυρο να «επικοινωνήσει» μαζί τους και να μοιραστεί τη χαρά της δημιουργίας τους και την αισιοδοξία, που απορρέει από την ποιότητα της σκέψης τους.

Λέξεις-Κλειδιά: Ανοιχτό σχολείο, Ιστολόγια, Δημιουργική έκφρραση.

Εισαγωγή

Το άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία, η μεταξύ τους  δημιουργική αλληλεπίδραση είναι στόχος και επιδίωξη κάθε σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος. Ανοίγοντας την «πόρτα» της τάξης μας στον κοινωνικό μας περίγυρο, συμβάλλουμε στην επικοινωνία και την κατανόηση ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές και προσφέρουμε σε όλους αισιοδοξία και ελπίδα.

Οι «καλές πρακτικές» που αναπτύσσουμε  στη σχολική τάξη, όπως συνηθίζουμε να τις αποκαλούμε, έχουν μεν τη θέση τους σε παιδαγωγικά συνέδρια και εκπαιδευτικά περιοδικά, σπάνια ωστόσο η αξία των αποτελεσμάτων τους γίνεται αντιληπτή από την ευρύτερη κοινωνία. Όταν οι εκπαιδευτικοί επιδιώκουμε ειδικότερα την ανάδειξη της παιδικής δημιουργικής σκέψης και έκφρασης, όπως αυτή εκδηλώνεται στο πλαίσιο των καινοτόμων, πρωτοποριακών εκπαιδευτικών πρακτικών που εφαρμόζουμε,  συνήθως προβληματιζόμαστε ως προς τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας για τη γνωστοποίηση και διάδοσή της. Κατά το πρόσφατο μόλις παρελθόν,  οι δυνατότητες να κοινοποιηθούν στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο  και ειδικότερα στην κάθε τοπική κοινωνία τα επιτεύγματα των μαθητών μας, ήταν πολύ περιορισμένες. Αναφέρω ενδεικτικά τη συνεργασία  με τοπικά περιοδικά ή την έκδοση ειδικών εντύπων, που είχε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει μικρή μόνο μερίδα εκπαιδευτικών. Ωστόσο αυτού του είδους οι δραστηριότητες περιορίστηκαν δραματικά πια, εξαιτίας κυρίως των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν  δήμοι, σύλλογοι, φορείς  κ.λπ. τα τελευταία χρόνια.

Ευτυχώς όμως ταυτόχρονα, στο πλαίσιο του διαδικτύου  δημιουργήθηκαν νέες, εξαιρετικά συμφέρουσες, οικονομικά και οικολογικά, ευκαιρίες ανάδειξης των επιτευγμάτων στις σχολικές τάξεις, τις οποίες  μπορεί να χρησιμοποιεί συστηματικά μεγάλο μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν  τα ιστολόγια που έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει κάθε σχολείο, κάθε εκπαιδευτικός και κάθε μαθητής στο Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο (Π.Σ.Δ.)για να «προβάλλουν το εκπαιδευτικό τους έργο».  Το ιστολόγιο τόσο μιας σχολικής μονάδας όσο και ενός φυσικού προσώπου, μέλους της εκπαιδευτικής κοινότητας, είναι αντιπροσωπευτικό του διαχειριστή του. Δίνει την ευκαιρία για δημοσίευση έργου, σκέψεων και προβληματισμών. Δίνει κατά συνέπεια την ευκαιρία επικοινωνίας όχι μόνο  με την ευρύτερη εκπαιδευτική κοινότητα αλλά και με το κοινωνικό σύνολο. Τα ιστολόγια που έχουν δημιουργηθεί στο Π. Σ. Δ. ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες ενώ έχουν συσταθεί από τα μέλη του δικτύου και αρκετές δεκάδες ομάδες. Επισημαίνουμε τη δυνατότητα και τη χρησιμότητα της ένταξης των σχολικών ιστολογίων σε ομάδες του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου, ώστε τα μέλη τους να ενημερώνονται ανελλιπώς για τις νέες αναρτήσεις.

Παρουσίαση ενός σχολικού ιστολόγιου

Προκειμένου να καταδειχθεί πόσο  χρήσιμα μπορεί να είναι τα σχολικά ιστολόγια, ειδικότερα στην κατεύθυνση της ανάδειξης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που σχεδιάζονται και υλοποιούνται  και κυρίως  του ρόλου των μαθητών σε αυτά, θα επικεντρωθούμε στην ιστορία και στο περιεχόμενο του ιστολογίου ενός δημόσιου νηπιαγωγείου. Το  ιστολόγιο με τίτλο ekpaideutika programmataliterature and educationsch.gr site δημιουργήθηκε με αφορμή τη συμμετοχή του αντίστοιχου Νηπιαγωγείου   στον πανελλήνιο μαθητικό διαγωνισμό «100 χρόνια μετά…», της πλατφόρμας i-create της Εκπαιδευτικής Τηλεόρασης, το 2010. Η συμμετοχή των μαθητών του Νηπιαγωγείου επικεντρώθηκε στην ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη, Τα Ρω του Έρωτα.  Οι εικόνες που σχηματίζονται στην αντίληψη των νηπίων στο άκουσμα των στίχων, είναι αποτέλεσμα της εικονοπλαστικής ιδιότητας του ποιητικού λόγου  (Καλλέργης, 1995, σσ. 22, 35. Μπενέκος, 1981, σσ. 121-122). Το σχετικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τον έμμετρο τίτλο «Τα Ελληνάκια ταξιδεύουν/το Μικρό Βοριά γυρεύουν/και η Μάγια το αστέρι/ένα γράμμα θα τους φέρει/με ιστορίες των παιδιών/από στίχους Τραγουδιών» περιλάμβανε αφηγήσεις των νηπίων, με ερέθισμα ζωγραφιές τους, που συνιστούσαν εικονογράφηση των ποιημάτων της συγκεκριμένης συλλογής. Στο ιστολόγιο περιλήφθηκαν ζωγραφιές για κάθε ποίημα και οι σχετικές αφηγήσεις όλων των μαθητών.  Εκατοντάδες χρήστες του διαδικτύου επισκέφτηκαν το ιστολόγιο και το ψήφισαν στο διαγωνισμό, ανάμεσά τους και γονείς των νηπίων και άλλα άτομα του κοινωνικού τους περίγυρου.

Στη συνέχεια επιλέχθηκε το ιστολόγιο να μην αλλάξει χαρακτήρα και προσανατολισμό. Δεν χρησιμοποιείται για τίποτα άλλο παρά αποκλειστικά και μόνο για την παρουσίαση ολοκληρωμένων εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Πλέον ενημερώνεται δύο ή τρεις φορές το χρόνο με τα προγράμματα κάθε νέου σχολικού έτους.  Στο ιστολόγιο παρουσιάζονται το σύνολο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που υλοποιήθηκαν στο συγκεκριμένο Νηπιαγωγείο στη διάρκεια εννέα συνεχόμενων διδακτικών ετών, από το 2008-2009 έως και το 2016-2017. Επίσης παρουσιάζονται όλες οι συμμετοχές  των νηπίων σε αυτά. Οι μαθητές  που τα κείμενά τους περιλαμβάνονται στο ιστολόγιο, αριθμητικά ήδη ξεπερνούν τους διακόσιους. Στο ιστολόγιο παρουσιάζονται επίσης αναλυτικά οι στόχοι, η μεθόδευση και τα συμπεράσματα των διαφόρων προγραμμάτων. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε μερικά από τα  προγράμματα που παρουσιάζονται στο συγκεκριμένο σχολικό  ιστολόγιο.

Το πρόγραμμα «Αναγνώστες και Φίλοι» έχει ως βασικό στόχο την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας και βραβεύτηκε στο διαγωνισμό Αριστεία και Καινοτομία στην Εκπαίδευση, το 2013. Στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος οι μαθητές έφεραν ο καθένας στην τάξη το αγαπημένο του βιβλίο και το παρουσίασαν στους συμμαθητές τους μέσα από μια πρωτότυπη αφηγηματική ιστορία. Τα βασικά σημεία του προγράμματος συνοψίζονται στα ακόλουθα: α) Η πρωτοβουλία της επιλογής των βιβλίων ανήκει αποκλειστικά στους μαθητές. β) Ο συμμαθητής γίνεται ο κύριος διαμεσολαβητής στην επαφή με το βιβλίο. γ) Το πιο αγαπημένο βιβλίο κάθε μαθητή συνιστά πηγή έμπνευσης, ερέθισμα δημιουργίας για όλους.

Το πρόγραμμα «Πορτρέτα: Η Πεντάμορφη και το Τέρας» βασίστηκε στο γνωστό, ομώνυμο, κλασικό έργο της Ζαν-Μαρί Λεπρένς ντε Μπομόν. Για
τις ανάγκες της διδασκαλίας χωρίστηκε σε δώδεκα κεφάλαια, στα οποία δόθηκαν επιμέρους τίτλοι. Τα νήπια χωρισμένα σε σταθερές υποομάδες, μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης κάθε κεφαλαίου, αφηγούνταν τη συνέχεια της  υπόθεσης, εκφράζοντας είτε την πιθανή είτε την επιθυμητή σε αυτά εξέλιξή της. Προκειμένου οι μαθητές να συμμετέχουν στο πρόγραμμα, θα έπρεπε να εκφέρουν τα μαγικά λόγια, που ήταν στίχοι δημοτικών τραγουδιών, οι οποίοι είχαν επιλεγεί σε σχέση με την αφηγηματική υπόθεση. Εκφέροντάς τα και αργότερα γράφοντάς τα, είχαν τη δυνατότητα να εισέλθουν στον κόσμο της ιστορίας και να επιλέξουν το ρόλο και τη δράση τους σε αυτόν.

Στο ιστολόγιο παρουσιάζεται επίσης το πρόγραμμα «Όταν οι Μικροί Πρίγκιπες μεγαλώσουν…», όπου τα νήπια με πρότυπό τους τον Μικρό Πρίγκιπα του Εξυπερύ, διαχρονικό ήρωα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, συναντούν τον ενήλικο εαυτό τους. Καθώς πρόκειται για μία συνάντηση η οποία αναφέρεται στο μέλλον τους, καθοριστικός σε αυτήν είναι ο ρόλος της φαντασίας. Κάθε νήπιο-αφηγητής αυτής της συνάντησης, προβάλλει στην ιστορία του τις προσωπικές επιθυμίες του,  ονειρεύεται την εξέλιξή του.

Στο πρόγραμμα «Τρελαντώνης Fan Club», με ερέθισμα τον  κλασικό  ήρωα της παιδικής λογοτεχνίαςο οποίος συνιστά ακόμη και σήμερα ένα λαμπρό λογοτεχνικό πρότυπο, τα νήπια προχώρησαν σε ατομικές και ομαδικές αφηγήσεις, με θέμα καινούριες αταξίες του  αγαπημένου τους ήρωα, που επινόησαν τα ίδια. Έτσι, ταυτιζόμενα μαζί του (Booth, 1987, σσ. 278-281, 378), εξέφρασαν την παιδική φύση τους, που την χαρακτηρίζει η διάθεση για σκανταλιές, η ροπή στην περιπέτεια κ. ο. κ.

Στο λογοτεχνικό έργο Αιολική Γη, του Ηλία Βενέζη στηρίχτηκαν τρία διαφορετικά εκπαιδευτικά προγράμματα, που επίσης έχουν καταγραφεί στο ιστολόγιο. Το πρόγραμμα «Η Αιολική Γη πάει… Νηπιαγωγείο» προσφέρει την ευκαιρία στα νήπια να μοιραστούν τις εμπειρίες που βιώνει ο μικρός ήρωάς του στη φύση της μικρασιατικής υπαίθρου. Τα προγράμματα «2012 Κοκκινοσκουφίτσες» και «Ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου» επικεντρώνονται σε εγκιβωτισμένες αφηγήσεις του μυθιστορήματος. Προσφέρουν στους μαθητές λογοτεχνικά πρότυπα απόκλισης από την κλασική αφηγηματική εκδοχή του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας και του θρύλου για τη Γοργόνα αντίστοιχα, ενθαρρύνοντάς τους να εκφράσουν και αυτοί την αποκλίνουσα σκέψη τους (Guilford, 1956).

Γενικά χαρακτηριστικά και αποτίμηση του ρόλου του ιστολογίου

 Η έμφαση στο ιστολόγιο δίνεται σαφώς  στα κείμενα των νηπίων με επίκεντρο τα αντίστοιχα ερεθίσματα. Το ιστολόγιο προσφέρει τη δυνατότητα της καταγραφής και διάσωσης του συνόλου των αφηγηματικών κειμένων που παράγουν τα νήπια είτε ατομικά είτε ομαδικά (Huck κ. ά., 1979, σσ. 679-713. Μπαρντώ, 1990, σ. 27) . Τα πρωτότυπα παιδικά κείμενα έχουν στο σύνολό τους δημιουργηθεί με βάση την αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, που χρησιμοποιείται στα κειμενοκεντρικά μοντέλα διδασκαλίας (Ματσαγγούρας, 2001: 180-182, 199-203).  Αναλυτικότερα, προηγείται η διαδικασία των ερωταποκρίσεων, η οποία σταδιακά εξελίσσεται σε ενιαία αφήγηση. Στο βαθμό δηλαδή που οι απαντήσεις των νηπίων στις ερωτήσεις του δασκάλου γίνονται πληρέστερες και σαφέστερες, οι ερωτήσεις του δασκάλου διαρκώς περιορίζονται. Οι αφηγηματικές επιλογές των μαθητών κινούνται στους άξονες  της δημιουργικής μίμησης κάποιου λογοτεχνικού προτύπου ή της τροποποίησης  ή ακόμη και της ανατροπής του (Ματσαγγούρας, 2001: 215, 220-222).

Το ερέθισμα για τις παιδικές αφηγήσεις δίνεται άλλοτε από κάποιο λογοτεχνικό έργο  (Iser 1990, σσ.44-45)  και άλλοτε από κάποια παιδική ζωγραφιά, που και αυτή συνιστά εικονογράφηση και άρα αναγνωστική προσέγγιση ή σχολιασμό λογοτεχνικού έργου, ποιητικού ή πεζού. Οι ζωγραφιές και τα αφηγηματικά κείμενα που δημιουργούν τα νήπια, εναλλάσσονται διαρκώς στα προγράμματα, πότε το καθένα από αυτά συνιστά την  αφετηρία και πότε το τέρμα των προγραμμάτων.  Στο ιστολόγιο  αντιπροσωπεύονται όλα τα νήπια και με κείμενα και με ζωγραφιές τους.

Η ανταπόκριση των μαθητών στο πλαίσιο κάθε εκπαιδευτικού προγράμματος καταγράφεται άμεσα από τον εκπαιδευτικό (Pascucci και Rossi, 2002, σσ. 16-23)  ως ενιαίο αφηγηματικό κείμενο, με παραδοσιακούς ή σύγχρονους τρόπους (γραφή σε χαρτί, γραφή σε υπολογιστή, μαγνητοφώνηση, βιντεοσκόπηση κ.λπ.). Η καταγραφή γίνεται για ποικιλότροπη αξιοποίηση των παραγόμενων παιδικών κειμένων. Στην αξιοποίηση αυτή πρωταρχικό και αναντικατάστατο ρόλο έχει το ιστολόγιο. Με την ολοκλήρωση των προγραμμάτων τα κείμενα αυτά αναρτώνται στο ιστολόγιο άμεσα και πλήρη, χωρίς τους περιορισμούς που επιβάλλονται για λόγους πρακτικούς στις έντυπες δημοσιεύσεις. Υπάρχουν ωστόσο και αρκετές άλλες μορφές αξιοποίησης των παιδικών δημιουργημάτων, τα οποία προκύπτουν ως αποτέλεσμα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Τέτοιες είναι η θεατρική απόδοση, η δημοσίευση σε ηλεκτρονικά περιοδικά κ.λπ. Τονίζουμε, δε, ότι η αξιοποίηση των παιδικών κειμένων είναι σημαντικό μέρος της όλης διαδικασίας, εφόσον θα λειτουργήσει για τους μαθητές ως επιπλέον κίνητρο δημιουργικής έκφρασής τους στα εν εξελίξει προγράμματα (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006, σσ. 312-313). Παιδικές επιθυμίες, προσδοκίες, εντυπώσεις, χαρακτηριστικά, με άλλα λόγια η ίδια η ταυτότητα των συμμετεχόντων νηπίων, αποτυπώνονται  στα παραγόμενα στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων  πρωτότυπα κείμενα.

Χάρη στο ιστολόγιο υπάρχει η δυνατότητα της αναλυτικής παρουσίασης κάθε προγράμματος. Ειδικότερα, δίνεται η ευχέρεια της παράθεσης των αποτελεσμάτων από τη συμμετοχή του συνόλου των μελών της σχολικής τάξης στο πρόγραμμα. Η παρουσίαση των παραγόμενων παιδικών κειμένων στη διάρκεια των προγραμμάτων προσφέρει την ευκαιρία στους δημιουργούς τους να ανατρέχουν στο ιστολόγιο οποιαδήποτε στιγμή στην κατοπινή τους ζωή, για να τα ξαναδιαβάσουν. Επίσης, όλοι οι μαθητές μπορούν τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, να αναζητούν στο ιστολόγιο τα κείμενα των φίλων τους. Αυτή η διαδικασία μάλιστα μπορεί να πραγματοποιείται και ομαδικά στη σχολική τάξη κατά τα επόμενα χρόνια. Για παράδειγμα, οι συμμαθητές να διαβάζουν ξανά τα κείμενα που δημιούργησαν ως νήπια, μαζί με τους δασκάλους τους στο Δημοτικό Σχολείο. Γονείς, κατοπινοί δάσκαλοι και άλλα άτομα από το οικογενειακό, το φιλικό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον οποιουδήποτε παιδιού, θα γνωρίσουν μέσα από τα καταγεγραμμένα κείμενα πιο ουσιαστικά τη νεότερη γενιά, που εκφράζει τις προσδοκίες και τις επιθυμίες της στο πλαίσιο των προγραμμάτων, οπότε και θα «επικοινωνήσουν» ουσιαστικότερα μαζί της,. Όλοι δε οι ενδιαφερόμενοι έχουν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για τους στόχους κάθε εκπαιδευτικού προγράμματος, για τα στάδιά του και τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες εκτυλίχθηκε. Κυρίως όμως έχουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν και να εκτιμήσουν την καθολική ανταπόκριση των μαθητών σε αυτό και τις ιδιαιτερότητες της προσέγγισής του από κάθε διαφορετικό μαθητή. Έτσι προκύπτει η μοναδικότητα, η ταυτότητα κάθε παιδιού σε πλαίσιο αμοιβαίας  αποδοχής και σεβασμού.  Επιπλέον, καθώς στο ιστολόγιο καταγράφονται συμπεράσματα από τη διεξαγωγή κάθε προγράμματος, σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί, ο επισκέπτης του ιστολογίου προβαίνει σε δικές του εκτιμήσεις και συλλογισμούς.

Επίσης, ο επισκέπτης του ιστολογίου, εφόσον το επιθυμεί, με ερέθισμα την παιδική δημιουργικότητα, όπως αυτή εκδηλώνεται στο πλαίσιο του κάθε προγράμματος, μοιράζεται τις εντυπώσεις του, τις καταγράφει στη σχετική στήλη του ιστολογίου, συμμετέχει σε διάλογο με τους πρωταγωνιστές του προγράμματος, «γκρεμίζοντας» τους τοίχους της σχολικής αίθουσας. Αυτή δε η αμφίδρομη  διαδικασία μπορεί να εξελίσσεται διαρκώς, σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις και τους  περιορισμούς των έντυπων εκδόσεων.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Booth, W.C. (1987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

Guilford, J.P. (1956). The structure of intellect. Psycological Bulletin, Vol 53(4), 267-293.

Ηλία, Ε.Α.  και Ματσαγγούρας Η. Γ. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή  παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία, 307-317. Πρακτικά Συνεδρίου: Ελληνικά Γράμματα.

Huck, C., Hepler, S. και Hickman, J.  (1979). Children’s Literature in the Elementary School: Holt Rinehart And Winston.

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Καλλέργης, Η. Ε. (1995). Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Καστανιώτης.

Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2001). Η Σχολική Τάξητ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.

Μπαρντώ, Κ. (1990). Το μάθημα της Λογοτεχνίας, Το Δέντρο, τ. 56-57.

 Μπενέκος, Α Π. (1981). Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Δίπτυχο.

 Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). ΄Oχι μόνο γραφέας, Γέφυρες, τ. 6.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 

Τα «Ελληνάκια» ταξιδεύουν /το «Μικρό Βοριά» γυρεύουν /και η «Μάγια» το αστέρι /ένα «γράμμα» θα τους φέρει /με ιστορίες των παιδιών/από στίχους «Τραγουδιών».

   

Οδυσσέα Ελύτη, Συλλογή Τραγουδιών «Τα Ρω του έρωτα».

Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε από την Ελένη Α. Ηλίανηπιαγωγό, διδάκτορα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και υλοποιήθηκε με τους μαθητές του κλασικού τμήματος του Νηπιαγωγείου κατά το σχ. έτος 2010-2011, για το διαγωνισμό της i-create 100 χρόνια μετά…

Ιστορίες των νηπίων για το ποίημα:

α) Η  Μάγια

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά μεσ’ απ’ τους ουρανούς περνά

 1. Σ’ ένα λιβάδι τα παράξενα πολύχρωμα λουλούδια  κλείνουν όταν νυχτώνει  και κοιτάζουν τα αστέρια. Όλα τα αστέρια είναι κανονικά εκτός από ένα που είναι πολύ μεγάλο, γιατί έχει πολύ χρυσάφι. Όσο πιο πολύ λάμπει αυτό το αστέρι τόσο τα άλλα χάνουν το φως τους (Σοφία ). Έτσι πηγαίνουν να το πουν στον ήλιο που είναι ο μπαμπάκας τους. Ο ήλιος τότε πολεμά το μεγάλο αστέρι, το νικάει κι εκείνο πεθαίνει (Μάριος). Όλο το χρυσάφι που είχε το μεγάλο αστέρι, σκορπίστηκε στη γη κι έτσι έλαμψαν τα λουλούδια στο λιβάδι. Και τα άλλα αστέρια τ’ ουρανού άρχισαν να λάμπουν πολύ δυνατά, γιατί χαμογελάνε που δεν υπάρχει πια εκείνο το αστέρι που δεν τα άφηνε να λάμπουν (Παύλος).

2. Τα αστεράκια που είναι παιδιά της Πούλιας, βρίσκονται στον ουρανό. Λάμπουν, γιατί είναι νύχτα και κοιμούνται κι ονειρεύονται. Τα όνειρα τα κάνουν να λάμπουν. Επειδή είναι κοντά-κοντά βλέπουν όλα τα ίδια όνειρα. Τώρα βλέπουν έναν κλόουν, που κάνει αστεία και γελάνε (Γιάννης Κ.). Η μαμά τους η Πούλια μαγειρεύει στα αστεράκια σούπα με τα χόρτα που μάζεψε από τα σύννεφα. Είναι το μόνο φαγητό που τρώνε πολύ. Η Πούλια λάμπει κι αυτή κι ας μην κοιμάται. Εκείνη δεν λάμπει όταν ονειρεύεται, λάμπει όταν λάμπουν τα παιδιά της (Ιωάννα). Η Πούλια έχει πολύ καιρό που ψάχνει σπίτι στη γη, γιατί όταν φυσάει στον ουρανό, τα παιδιά της κρυώνουν. Βρίσκει τελικά κάποιο, όπου ζούσε μια οικογένεια με τρία παιδάκια, που τώρα πήραν καινούριο σπίτι. Και μέσα στο σπίτι τα αστεράκια λάμπουν τις νύχτες, γιατί συνεχίζουν να βλέπουν όνειρα. Τώρα βλέπουν ότι έχουν πάει σ’ ένα παιδικό πάρτι που ένας μάγος εμφανίζει ζώα. Τα αστεράκια γελούν, επειδή τα ζώα τα γαργαλάνε. Οι άνθρωποι που βλέπουν από μακριά το σπίτι να λάμπει, αναρωτιούνται ποιος να μένει εκεί πέρα (Ειρήνη).

β) Του Μικρού Βοριά

Σαν το καράβι που άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει…

1. Ο Μικρός Βοριάς ταξιδεύει με καράβι για το Βόρειο Πόλο όπου ζουν οι γονείς του. Κουβαλάει κι ένα σάκο με χρήματα, για να αγοράσει παιχνίδια να παίζει, επειδή εκεί δεν υπάρχουν άλλα παιδιά. Μέχρι τότε έμενε με το Θεό αλλά βαριόταν, γιατί ο Θεός του ζητούσε να κάθεται φρόνιμα. Ο Θεός ένιωθε την καρδιά του άρρωστη, επειδή τον στενοχωρούσε ο Μικρός Βοριάς (Γιάννης Κ.). Έτσι του ζήτησε να φύγει, για να γίνει καλά. Στο ταξίδι ο Θεός σπρώχνει το καράβι, για να φτάσει ο Μικρός Βοριάς εύκολα και γρήγορα στους γονείς του. Όταν ο Θεός απομένει μόνος στο σπίτι του πάνω στα σύννεφα, πηγαίνει και του χτυπά την πόρτα άλλος άνεμος, για να του κάνει παρέα. Όμως ο Θεός του φωνάζει: «Φύγε, να μείνω στην ησυχία μου». Τότε ο άνεμος αυτός πηγαίνει στη θάλασσα, που αγριεύει και σπάει τις βάρκες. Όλα τα παιδάκια όμως σώζονται, γιατί τα κύματα τα βγάζουν στην ακτή (Εύη). Όσο ο Μικρός Βοριάς βρίσκεται στο σπίτι του από πάγο, ο Θεός κοιμάται στο δικό του σπίτι χωρίς να τον ενοχλεί κανείς. Ένα βράδυ ξυπνά και νιώθει πολύ καλά. Φέρνει πίσω το Μικρό Βοριά μαζί με τους γονείς του και τους έχει ανάψει φωτιά για να ζεσταθούν. Από δω και πέρα ο Μικρός Βοριάς θα είναι πάντα φρόνιμος (Γιάννης Σ.).

2. Ο Μικρός Βοριάς πηγαίνει στα περιβόλια και καταστρέφει τα λαχανικά, γιατί είναι κακό παιδί. Ο περιβολάρης όταν τα βλέπει, κοντεύει να τρελαθεί και πηγαίνει να πάρει καινούριους σπόρους να φυτέψει. Ο Βοριάς φεύγει με το πλοίο πολύ μακριά, στη Νέα Υόρκη, για να κάνει κι άλλες ζαβολιές (Χριστίνα). Εκεί φέρνει τόσο πολύ κρύο, που όλοι  οι άνθρωποι κλείνονται στα σπίτια τους, για να μην παγώσουν. Μερικοί που δεν έχουν ούτε τζάκι ούτε καλοριφέρ, πεθαίνουν από το κρύο. Μετά ο Βοριάς φεύγει με το πλοίο για την Αλβανία, για να πάει κι εκεί την παγωνιά. Οι πάπιες, οι χήνες, οι μέλισσες, οι μύγες κι άλλα ζώα πεθαίνουν (Νίκος). Ύστερα ο Βοριάς ξαναγυρίζει εδώ και  σπάει ένα σπίτι στην παραλία, που μένει ο πειρατής. Τότε ο πειρατής αρρωσταίνει βαριά από το κρύο αλλά βγαίνει ο ήλιος να τον ζεστάνει και γίνεται καλά. Ο Βοριάς θυμώνει με τον ήλιο και  ανεβαίνει ψηλά να τον κλωτσήσει. Ένας στρατιώτης πηγαίνει το χτυπημένο ήλιο στο νοσοκομείο και διώχνει το Βοριά μακριά (Μάριος).

γ)  Τα Ελληνάκια

Φάληρο με Περαία μια γαλανή σημαία

1. Ένα παιδάκι έφτιαξε μια χάρτινη ελληνική σημαία και τη στερέωσε στον κήπο του. Όμως την πήρε ο άνεμος και την ανέβασε σ’ ένα ψηλό δέντρο. Από εκεί την είδε με τα κιάλια του κάποιος πειρατής, που ταξίδευε με το καράβι του. Έφτασε στον κήπο για να την πάρει, αλλά όταν είδε το παιδάκι να κλαίει γιατί δεν μπορούσε να πιάσει τη σημαία του, ανέβηκε εκείνος στη σκάλα που είχε φέρει απ’ το καράβι του, κατέβασε τη σημαία και του την έδωσε, γιατί αυτός ο πειρατής ήταν καλός (Κωνσταντίνος Κ.). Το παιδάκι με τη μαμά του πήγαν μαζί στη θάλασσα να τον βρουν για να τον ευχαριστήσουν. Τον είδαν να σκάβει στην άμμο, για να πάρει ένα σπόρο που ήθελε να φυτέψει σε γλάστρα στο καράβι του (Ειρήνη). Ο πειρατής ανέβασε το παιδάκι στο καράβι για να του δείξει τη δική του σημαία. Ήταν κόκκινη και μπλε κι έδειχνε έναν σκελετό. Ταξίδεψαν οι δυο τους μέχρι το νησί με το θησαυρό. Ανέβασαν στο καράβι το σιδερένιο μπαούλο με τα χρυσά νομίσματα και στην αρχή σκέφτηκαν να τα κρατήσουν για να παίζουν. Μετά όμως αποφάσισαν να τα μοιράσουν σε πολλούς ανθρώπους (Παύλος).

2. Ο αέρας παίρνει μια σημαία από ένα πλοίο και την ρίχνει στο χορτάρι. Εκεί την βρίσκει ένα μικρό αγοράκι και την παίρνει (Ορέστης). Μαζί με τα άλλα Ελληνάκια ξεκινούν τρέχοντας από τη μια άκρη του κήπου προς την άλλη, που έχουν στήσει τη σημαία. Κι όποιο παιδάκι την πιάνει πρώτο, την χαρίζει σ’ αυτόν που αγαπάει. Όταν κουράστηκαν και κάθισαν να ξεκουραστούν, ένα κοριτσάκι κοίταξε ψηλά, τα μικρά άσπρα συννεφάκια. Τα έδειξε στους άλλους κι όλοι μαζί τα είδαν να γίνονται μπλε. Ύστερα έγιναν κίτρινα και πορτοκαλί. Έτσι σκέφτηκαν πως είναι μαγικά και τα έφτιαξαν στις ζωγραφιές τους (Σοφία Ν.).

δ)  Ο Ταχυδρόμος

Ταχυδρόμε ανάθεμά σε μόνο εμένα δε θυμάσαι

1. Ο Ταχυδρόμος πηγαίνει στο σπίτι ενός παππού, για να δώσει μια πρόσκληση για πάρτι. Είναι από το εγγονάκι του, που βρίσκεται μακριά. Ο παππούς του αγοράζει ένα πράσινο αυτοκινητάκι (Κωνσταντίνος Κ.). Το δώρο το στέλνει με τον ταχυδρόμο, γιατί ο παππούς κουράζεται, δεν μπορεί να το πάει ο ίδιος. Ο ταχυδρόμος θα πάει στο παιδάκι κι άλλα δύο δέματα, ένα αεροπλανάκι κι ένα ελικόπτερο (Παύλος). Ο ταχυδρόμος μοιράζει κάθε μέρα πολλά γράμματα σε όλα τα σπίτια εκτός από ένα. Εκεί τον περιμένει κάθε μέρα ένα μεγάλο παιδί. Όμως ο ταχυδρόμος δεν θέλει να πάει, επειδή αυτό το σπίτι είναι παλιό και άσχημο. Έτσι το παιδί δεν παίρνει το γράμμα που του έχουν στείλει (Χριστίνα). Ένα βράδυ το παιδί ονειρεύεται ότι του έχουν στείλει κάποιο γράμμα αλλά ο Ταχυδρόμος δεν του το δίνει. Έτσι πιστεύει ότι ο ταχυδρόμος είναι κακός και όταν τον βλέπει έξω δεν τον χαιρετά (Σοφία Ν.). Το παιδί όμως θα πάρει κάποτε αυτό το γράμμα, γιατί ο φίλος του που το έχει γράψει, την επόμενη φορά το στέλνει με ένα πουλί. Στο γράμμα του γράφει στο παιδί ότι το αγαπά. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο για κείνο, αφού μέχρι τότε πίστευε ότι δεν το αγαπά κανείς (Ειρήνη).

2. Ο Ταχυδρόμος χτυπά την πόρτα ενός σπιτιού για να δώσει κάποιο γράμμα. Του ανοίγει το παιδάκι. Είναι η πρώτη φορά που βλέπει ταχυδρόμο. Το γράμμα που φέρνει είναι για τη μαμά του. Της το έχει στείλει κάποιος άγνωστος, για να την ευχαριστήσει, που βοήθησε μια φίλη του όταν έπαθε τροχαίο ατύχημα με μηχανάκι (Νίκος). Μετά από μερικές μέρες ο Ταχυδρόμος ξαναπήγε στο ίδιο σπίτι. Αυτή τη φορά η μαμά έδωσε το γράμμα στο παιδάκι να το διαβάσει. Το έστελνε μία φίλη της και έγραφε ότι φέρνει δώρα για το παιδί από το ταξίδι της (Γιάννης Σ.). Το ταξίδι της έγινε στο Παρίσι. Μόλις γύρισε από εκεί, το παιδάκι την άκουγε να μιλά γι’ αυτό κι ένιωθε σαν να είχε πάει κι εκείνο μαζί της. Όταν το παιδάκι μεγαλώνει, πηγαίνει να δουλέψει στο Παρίσι και στέλνει από εκεί γράμματα στη φίλη της μαμάς του με τον ταχυδρόμο (Ηλιάνα ).

ε) Το Ερημονήσι

Βάζω πλώρη και κατάρτι και γυρεύω ένα νησί…

1. Ένα κοριτσάκι φεύγει με τη βάρκα του μπαμπά του για το Ερημονήσι. Ο ίδιος ο μπαμπάς τής είχε μιλήσει για αυτό το νησί. Το κοριτσάκι θέλησε να πάει εκεί για να είναι μαζί με το Θεό, που λέει σοφά πράγματα. Μένει κοντά του μέχρι να πεινάσει, οπότε γυρίζει στο σπίτι του (Ηλιάνα). Όταν το κοριτσάκι γίνεται δεκατριών χρονών, αποφασίζει να ζήσει στο Ερημονήσι για πάντα. Οι γονείς του πηγαίνουν με τη βάρκα να το βλέπουν. Όποτε πεινάει, χτυπάει ψάρια μ’ ένα ξύλο, μαζεύει ξύλα κι ανάβει φωτιά με πέτρες για να τα ψήσει. Τον υπόλοιπο καιρό φυτεύει σπόρους από σπάνια φυτά που της φέρνουν οι γονείς της και μαζεύει τα σκουπίδια που βγάζουν τα κύματα στην παραλία του νησιού. Με τα σκουπίδια αυτά φτιάχνει σπίτι για να μείνει, φτιάχνει έπιπλα κι έναν κάδο για τα υπόλοιπα σκουπίδια (Γιάννης Η.). Από αυτά φτιάχνει παιχνίδια και τα στολίζει με κοχύλια. Ένα βράδυ που κοιμάται κουρασμένο, ονειρεύεται τη γιαγιά και τον παππού, γιατί του λείπουν πολύ. Θα τους στείλει δώρο με τη μαμά μια σπάνια πέτρα κι εκείνοι θα έρθουν στο Ερημονήσι με τη βάρκα του μπαμπά, για να την δούν (Σοφία Ν.)

2. Στο μοναδικό σπίτι του νησιού μένει μόνο του ένα παιδάκι, που οι γονείς του έχουν πεθάνει. Η πόρτα του σπιτιού έχει σπάσει κι ο λύκος παραμονεύει για να φάει το παιδάκι. Όταν κοιμάται σκεπασμένο με την κουβερτούλα του, μπαίνει και το τρώει (Αργύρης). Τότε πετάνε πάνω από το σπίτι του παιδιού δυο πεταλούδες που σκορπίζουν χρυσάφι κι ύστερα έρχεται η καταιγίδα. Το νερό μπαίνει στο σπίτι από τη σπασμένη πόρτα κι όλα πλημμυρίζουν. Το σπίτι διαλύεται και τα κομμάτια του σκορπίζονται στην άμμο (Σοφία Τ.). Μετά την καταιγίδα βγαίνει στον ουρανό ένα ουράνιο τόξο και η μαγική καρδιά του Θεούλη, που εξαφάνισε για πάντα το λύκο, έκανε ένα σπόρο στην άμμο ν’ ανθίσει και με θαύμα ζωντάνεψε το παιδάκι. Από τις δύο πεταλούδες, η μια που ήταν φοβιτσιάρα, έφυγε μακριά ενώ η άλλη έμεινε με το ανθισμένο λουλούδι. Τότε έρχονται με τη βάρκα ο παππούς και η γιαγιά του παιδιού, για να το πάρουν μαζί τους. Παίρνουν πακέτο όλα τα κομμάτια του σπιτιού, για να το φτιάξουν ξανά. Παίρνουν και το λουλούδι σε μια γλάστρα, και το ακολουθεί και η πεταλούδα (Παναγιώτης).

στ) Του Σωτήρος

Έχει μια θάλασσα με φάρους που ανάβουν μόνο για τους γλάρους

1. Ένα παιδάκι που το σπίτι του βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, έστησε ένα φάρο, για να μην χτυπάνε οι βάρκες των ψαράδων τη νύχτα. Οι ψαράδες που περνούν από κει είναι φίλοι του και του χαρίζουν ένα ταξίδι μακρινό με βάρκα, για να τον ευχαριστήσουν που τους βοήθησε. Αυτό είναι το πρώτο ταξίδι του παιδιού και του αρέσει πολύ (Εύη). Όταν το παιδάκι μεγαλώνει,  γίνεται μάστορας. Φτιάχνει σπίτια και φάρους για τους ψαράδες (Χριστίνα). Το κάνει αυτό, επειδή του το ζήτησε ο Θεός. Κατέβηκε από τον ουρανό με τα φτερά του, τον βρήκε και του μίλησε φιλικά, με καλοσύνη. Του ζήτησε να τα φτιάξει όλα αυτά, για να προστατευτούν οι ψαράδες, επειδή ο ουρανός θα ρίξει μαύρη βροχή (Ειρήνη).

Τις αλυσίες όλες σπάει και μ’ ανοιχτές φτερούγες πάει

2. Ο Χριστός βλέπει από τον ουρανό τα παιδάκια που παίζουν έξω από το σπίτι τους στο δάσος. Κατεβαίνει εκεί με το φωτοστέφανό του, για να τους πει ότι τα αγαπάει, επειδή είναι καλά (Ιωάννα). Τα παιδάκια έχουν δει κι άλλες φορές το Χριστό. Ξάπλωναν στα λουλούδια και κοιτούσαν τον ουρανό, για να τον δουν. Τους άρεσε να τον κοιτάζουν, επειδή ήταν τόσο δυνατός. Γυμναζόταν όλη την ημέρα μόνος του, για να χτυπάει με δύναμη τους εχθρούς του, τους κακούς. Όταν τους χτυπάει, πεθαίνουν (Παύλος). Τη νύχτα όταν βγαίνουν τα αστέρια, πετάνε στον ουρανό τα άγια πουλιά, για να μην τα βλέπει κανένας. Μόνον τα παιδάκια του δάσους τα βλέπουν στο όνειρό τους. Όταν τα άγια πουλιά γυρίζουν στη φωλιά τους, ο Χριστός πηγαίνει στο μπαμπά του, για να του μιλήσει για τα παιδάκια (Σοφία Τ.). Του λέει ότι τα παιδιά εύχονται να αποκτήσουν μεγάλη δύναμη, για να αφανίζουν τους κακούς ανθρώπους. Ο Θεός θα τους δώσει αυτό που επιθυμούν κι έτσι δεν θα κινδυνεύουν από τους κλέφτες (Παναγιώτης).

ζ) Το Βεγγαλικό

Κι άξαφνα μες στον ουρανό κάηκε σα βεγγαλικό

1. Η Παναγίτσα με το μικρό Χριστούλη κοιτάζουν ένα αστέρι στον ουρανό. Εκείνο τους μιλάει, λέει ότι τους αγαπά. Όμως δεν καταλαβαίνουν ποιος τους μιλά και τρομάζουν (Κωνσταντίνος Λ.). Ξημερώνει και το αστέρι χάνει τη λάμψη του. Η Παναγίτσα με το Χριστούλη δεν μπορούν πια να το βλέπουν αλλά ακόμη ακούν να τους μιλάει. Τους λέει να περιμένουν ξανά τον άγγελο που κάποτε είχε πάει στην Παναγίτσα (Κωνσταντίνος Κ.).

2. Τα αστεράκια κατέβηκαν στη γη, για να βρεθούν κοντά σ’ ένα παιδάκι που ήταν φίλος τους. Με το παιδάκι αυτό τα αστεράκια πήγαιναν άλλοτε μαζί σχολείο, γιατί κι αυτά ήταν παιδιά, ώσπου μια νεράιδα τα μάγεψε κι έγιναν αστέρια, επειδή το ήθελαν τα ίδια. Σαν αστέρια νιώθουν τέλεια,  κατεβαίνουν όμως πού και πού και στη γη, για να παίζουν με τους φίλους τους. Όσοι τα βλέπουν, λένε: «Αυτά τα αστέρια είναι μαγικά» (Γιάννης Σ.) Μπορούν να εξαφανίζουν πράγματα, όπως τις αρρώστιες των ανθρώπων. Και μπορούν να βλέπουν το Θεό και το Χριστούλη, αφού βρίσκονται στον ουρανό (Ηλιάνα). Όταν βγαίνει ο ήλιος σ’ ένα μέρος, φεύγουν από εκεί και πηγαίνουν αλλού, που είναι βράδυ. Ποτέ δεν κοιμούνται, γιατί δεν χρειάζονται ύπνο. Τους αρέσει όμως να βλέπουν τα παιδιά που κοιμούνται στα σπίτια τους (Νίκος).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ

Εισαγωγή

Ο προβληματισμός σε σχέση  με τον οποίο σχεδιάστηκε και αναπτύχθηκε το πρώτο μέρος του προγράμματος αφορά στο είδος και την ποιότητα των βιβλίων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα με βασικό στόχο την ανάπτυξη θετικής στάσης για την ανάγνωση από το σύνολο των μαθητών που συμμετέχουν σε αυτό. Σε όλα τα σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα που έχουμε πραγματοποιήσει έως τώρα, χρησιμοποιήθηκαν βιβλία λογοτεχνικά, η αισθητική ποιότητα και η αφηγηματική αρτιότητα των οποίων είχε κριθεί αρχικά από ενηλίκους αναγνώστες, συνήθως τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Επιλέγονταν μάλιστα όχι μόνο έργα που απευθύνονται ειδικότερα στο παιδικό αναγνωστικό κοινό αλλά και άλλα που θεωρήθηκαν κατάλληλα για τα παιδιά-αναγνώστες, αν και δεν έχουν αξιοποιηθεί εκδοτικά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση (βλ. τις δημοσιεύσεις της ιστοσελίδας με τους τίτλους «Τα Ελληνάκια ταξιδεύουν…», «Η Αιολική Γη πάει…Νηπιαγωγείο», «Ήταν η γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου»). Η τακτική αυτή βασιζόταν στο σκεπτικό ότι η ποιότητα των έργων εξασφαλίζει την αναγνωστική απόλαυση. Έτσι μεγιστοποιείται η πιθανότητα  τα παιδιά  που έρχονται σε επαφή με τα αξιόλογα λογοτεχνικά κείμενα  να αποκτήσουν τη συνήθεια της ανάγνωσης.

Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα που πραγματοποιούμε κατά το σχ. έτος 2012-2013 η πρωτοβουλία της επιλογής δίνεται αποκλειστικά στους μαθητές, οι οποίοι ενθαρρύνονται να φέρει ο καθένας στην τάξη το «αγαπημένο του βιβλίο», εκείνο που θεωρεί το πιο αγαπημένο μεταξύ όλων όσων έχει διαβάσει . Ταυτόχρονα έχει ζητηθεί από τους γονείς να μην παρέμβουν κατά κανένα τρόπο στην επιλογή των βιβλίων.

Στόχοι του προγράμματος:

Α) Καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας

Β) Ουσιαστική επικοινωνία και δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των μελών της σχολικής τάξης

Γ) Καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης

Δ) Καλλιέργεια της λεκτικής έκφρασης των μαθητών

Ε) Καλλιέργεια της δημιουργικής εικαστικής έκφρασης των μαθητών

ΣΤ) Ανάπτυξη της ικανότητας της ακρόασης και της επικοινωνίας

Ζ) Κατανόηση της σύνδεσης ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο, της ιδιότητας του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό

Η) Άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία

Μεθόδευση

Η διαδικασία που ακολουθήσαμε κατά την υλοποίηση του προγράμματος περιλαμβάνει τρία στάδια: 1ο. Επιλογή του  βιβλίου που θα παρουσιαστεί, 2ο. Παρουσίαση του βιβλίου, 3ο. Έκφραση εντυπώσεων  για το βιβλίο.

1ο στάδιο: Στον πίνακα με τα ονόματα των μαθητών που βρίσκεται σταθερά αναρτημένος  στη σχολική αίθουσα, κάποιο από τα παιδιά (διαφορετικό κάθε φορά) εντοπίζει δίπλα στο όνομά του ένα μικρό αυτοκόλλητο. Αυτό συνιστά ένδειξη ότι το συγκεκριμένο παιδί θα επιλέξει μεταξύ των αγαπημένων βιβλίων των συμμαθητών του εκείνο που επιθυμεί να παρουσιαστεί. Στη συνέχεια όλα τα αγαπημένα βιβλία (εκτός βέβαια από όσα έχουν ήδη παρουσιαστεί) τοποθετούνται στα τραπεζάκια των εργασιών, συνοδευόμενα από  καρτέλες όπου αναγράφεται το όνομα του παιδιού που έχει φέρει στην τάξη το κάθε βιβλίο. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης ενός ρυθμικού μοτίβου, το οποίο εκτελείται από τη δασκάλα και τους μαθητές με κρουστά όργανα του Orff, το παιδί που έχει το ρόλο να επιλέξει το βιβλίο που θα παρουσιαστεί,  αποφασίζει ποιο θα προτιμήσει.

2ο στάδιο: Το παιδί του οποίου το αγαπημένο βιβλίο έχει επιλεγεί , παρουσιάζει στην ολομέλεια το περιεχόμενό του, ευρισκόμενο σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο που χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον εκάστοτε αφηγητή. Η παρουσίαση έχει τη μορφή αφήγησης μιας ιστορίας ακόμη και όταν δεν πρόκειται για βιβλίο αφηγηματικό αλλά γνώσεων, χρηστικό ή οτιδήποτε άλλο. Ο δάσκαλος που είναι ήδη ενημερωμένος για το περιεχόμενο των βιβλίων, διακόπτει συχνά, θέτοντας συγκεκριμένες ερωτήσεις αναφορικά με την ιστορία, για τις οποίες δεν υπάρχει απάντηση στο βιβλίο. Επιδιώκει έτσι να δώσει στο μαθητή την ευκαιρία να προσθέσει δικά του στοιχεία και γενικότερα να διαφοροποιηθεί από το πρωτότυπο αφηγηματικό κείμενο. Ο δάσκαλος καταγράφει την αφήγηση καθισμένος σε σημείο όπου να μπορεί να τον παρακολουθεί και ο αφηγητής και οι ακροατές. Μετά την ολοκλήρωσή της αφήγησης από το μαθητή, ο δάσκαλος την διαβάζει και οι συμμαθητές έχουν την ευκαιρία να εκδηλώσουν τη θετική τους εντύπωση για την ιστορία που άκουσαν, χειροκροτώντας.

3ο στάδιο: Κάθε παιδί εικονογραφεί την ιστορία μέσα από την οποία ο συμμαθητής του παρουσίασε το αγαπημένο του βιβλίο. Στη συνέχεια οι ζωγραφιές παρουσιάζονται στην ολομέλεια από τους δημιουργούς τους και τοποθετούνται όλες σε έναν κοινό φάκελλο.

Στην καρτέλα με το όνομα του παιδιού που έχει ολοκληρώσει την παρουσίαση του αγαπημένου του βιβλίου, αναγράφονται  έπειτα η αρίθμηση με βάση τη σειρά που παρουσιάστηκε, ο τίτλος του βιβλίου και το όνομα του μαθητή που το επέλεξε να παρουσιαστεί. Οι καρτέλες αναρτώνται  γύρω από το χώρο όπου γίνεται η παρουσίαση.

Προκαταρκτική φάση

Πριν από την έναρξη του προγράμματος έχουν προηγηθεί εκπαιδευτικές δραστηριότητες ώστε όλοι οι μαθητές να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα ονόματα του συνόλου των συμμαθητών τους, προκειμένου κατά την επιλογή του βιβλίου να γνωρίζουν σε ποιον ανήκει. Επίσης έχει προηγηθεί δραστηριότητα με τίτλο «η ώρα των βιβλίων», κατά την οποία οι μαθητές είχαν σε καθημερινή βάση την ευχέρεια να ξεφυλλίζουν τα αγαπημένα βιβλία που συγκεντρώνονταν, να εξοικειώνονται με το περιεχόμενό τους και να σχηματίζουν τις πρώτες εντυπώσεις τους για αυτά, ώστε να διευκολυνθούν στην επιλογή τους όταν ο καθένας τους θα έπρεπε να αποφασίσει ποιο βιβλίο θα επιθυμούσε να παρουσιαστεί.

Τελική φάση

Τα αφηγηματικά κείμενα και η εικονογράφησή τους αξιοποιούνται και αναδεικνύονται ποικιλότροπα. Συγκεκριμένα, το μέρος αυτό του προγράμματος ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των παιδικών κειμένων με τη μορφή ανοιχτής θεατρικής παράστασης, όπου οι ίδιοι οι μαθητές υποδύονται τους ήρωες των ιστοριών τους. Στο τέλος της παράστασης κάθε μαθητής παραλαμβάνει ως «πρωτοχρονιάτικο» δώρο το φάκελλο με τις ζωγραφιές των συμμαθητών του, οι οποίες αναφέρονται στην ιστορία που έχει αφηγηθεί για το δικό του αγαπημένο βιβλίο. Ο μαθητής-αφηγητής προσφέρει με τη σειρά του στο συμμαθητή του που επέλεξε το βιβλίο του και του έδωσε την ευκαιρία να το παρουσιάσει, τη  ζωγραφιά που έφτιαξε ο ίδιος για την ιστορία του.

Οι εργασίες των νηπίων, κείμενα και ζωγραφιές, εκτός από την ιστοσελίδα δημοσιεύονται επίσης σε τοπικό πολιτιστικό περιοδικό, σε περιοδικό Παιδικής Λογοτεχνίας και παρουσιάζονται σε συνέδρια και ημερίδες με θέμα τη φιλαναγνωσία. Τέλος, φωτοτυπημένα αντίγραφα με το σύνολο των κειμένων των παιδιών προσφέρονται σε  φιλανθρωπικό παζάρι που διοργανώνεται από το Δήμο, προκειμένου τα έσοδα από την πώλησή τους να διατεθούν για κοινωνικούς σκοπούς.

Χρονοδιάγραμμα

Το πρώτο μέρος του προγράμματος, αυτό δηλαδή που παρουσιάζεται στη συγκεκριμένη δημοσίευση, ξεκινά με την προκαταρκτική φάση από την πρώτη διδακτική εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Συνεχίζεται με τις παρουσιάσεις των βιβλίων και την εικονογράφησή τους από το τέλος Σεπτεμβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου. Ολοκληρώνεται με την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της παράστασης μέσα στο Δεκέμβριο (για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται στο θεατρικό κείμενο μια εισαγωγή, με στόχο να προσδώσει στην παράσταση χριστουγεννιάτικη διάσταση).

Σύνδεση προγράμματος με γνωστικά αντικείμενα

Μέσα από τις καρτέλες με την αρίθμηση που αντιστοιχούν στα διάφορα βιβλία και την επικόλληση επάνω στο βιβλίο του ίδιου αριθμού, πραγματοποιείται η εξοικείωση των μαθητών με τα αριθμητικά σύμβολα και η αντιστοίχηση των συμβόλων με τα σχετικά σύνολα (Μαθηματικά).

Επίσης μέσα από την επαφή με τα βιβλία, την αφήγηση ιστοριών σε σχέση με αυτά, την παρουσίαση των σχετικών με τις ιστορίες ζωγραφιών, την ανάρτηση των καρτελών στη σχολική αίθουσα με τα ονόματα και τους τίτλους των βιβλίων και τα ονοματεπώνυμα των μαθητών που τα παρουσίασαν και τέλος με την καταγραφή των αφηγουμένων κειμένων από το δάσκαλο και με τη δημοσίευσή τους, αναπτύσσεται η προφορική επικοινωνία, η ανάγνωση και η γραπτή εκφραση  (Γλώσσα).

Συσχέτιση στόχων με στοιχεία προγράμματος

Α) Ο στόχος της φιλαναγνωσίας επιδιώκεται με την επαφή με τα βιβλία μέσα από τη διαμεσολάβηση των συμμαθητών τόσο κατά την επιλογή όσο και κατά την παρουσίασή τους.

Β) Ο στόχος της επικοινωνίας και της δημιουργίας ισχυρών φιλικών δεσμών επιδιώκεται να επιτευχθεί καθώς οι συμμαθητές μοιράζονται τις αναγνωστικές εμπειρίες τους τόσο κατά την παρουσίαση της ιστορίας όσο και κατά την παρουσίαση της εικονογράφησής τους. Επίσης στην ανάπτυξη φιλικών σχέσεων συμβάλλει η διαδικασία της ανταλλαγής των εικόνων που έχουν ζωγραφίσει για τις ιστορίες που αναφέρονται στα αγαπημένα βιβλία των συμμαθητών τους.

Γ) Ο στόχος της καλλιέργειας της δημιουργικής σκέψης επιδιώκεται καθώς τα βιβλία παρουσιάζονται μέσα από την αναδιήγηση της πρωτότυπης ιστορίας από τα ίδια τα παιδιά στους άξονες της δημιουργικής μίμησης, της τροποποίησης ή ακόμη και της ανατροπής της.

Δ) Ο στόχος της καλλιέργειας της λεκτικής έκφρασης των μαθητών επιδιώκεται μέσα από την αφήγηση από τα παιδιά της πρωτότυπης ιστορίας και την παρουσίαση στην ολομέλεια των εικόνων που ζωγράφισαν για τις ιστορίες που άκουσαν από τους συμμαθητές τους.

Ε) Ο στόχος της καλλιέργειας της δημιουργικής εικαστικής έκφρασης επιδιώκεται με την εικονογράφηση από τους μαθητές των ιστοριών για τα αγαπημένα βιβλία των συμμαθητών τους.

ΣΤ) Ο στόχος της ανάπτυξης της ικανότητας της ακρόασης και της επικοινωνίας επιδιώκεται μέσα από την εικονογράφηση, εφόσον οι ζωγραφιές στηρίζονται στις ιστορίες για τα αγαπημένα βιβλία των συμμαθητών και ουσιαστικά αποτελούν αναγνωστικές προσεγγίσεις τους.

Ζ) Ο στόχος να κατανοήσουν οι μαθητές την ιδιότητα του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό επιδιώκεται με την καταγραφή των παιδικών αφηγήσεων και την ανάγνωσή τους από το δάσκαλο .

Η) Ο στόχος του ανοίγματος του σχολείου στην κοινωνία επιδιώκεται με την ανάδειξη και αξιοποίηση των εργασιών των παιδιών μέσα από την ανοιχτή θεατρική παράσταση και τις διάφορες δημοσιεύσεις τους, καθώς και με τη διάθεση αυτών των εργασιών τους για κοινωνικούς σκοπούς.

Συμπεράσματα και επισημάνσεις

Αρκετά από τα βιβλία που έφτασαν στην τάξη ως «αγαπημένα» είναι μεταφρασμένα. Έχουν πρωτοεκδοθεί από ξένους εκδοτικούς οίκους. Είτε πρόκειται για φτηνές εκδόσεις είτε για εκδόσεις που δίνουν μεγάλη έμφαση στην εμφάνιση, αντιμετωπίζουν εμφανώς το βιβλίο πρώτιστα ως καταναλωτικό προϊόν. Κάποτε μάλιστα το όνομα του συγγραφέα δεν αναγράφεται καν ή το βρίσκουμε μόνο στις εσωτερικές σελίδες. Στην πλειοψηφία τους τα «αγαπημένα» βιβλία συνιστούν εκδόσεις της τελευταίας δεκαετίας.

Αναφορικά με την επιλογή από τους συμμαθητές των προς παρουσίαση βιβλίων, διαπιστώνεται ότι για την πλειοψηφία των μαθητών το κριτήριο ήταν η σχέση τους με τον κάτοχό του. Επέλεγαν δηλαδή το αγαπημένο βιβλίο του φίλου τους, για να του προσφέρουν την ικανοποίηση να το παρουσιάσει. Δεύτερο μεταξύ των κριτηρίων επιλογής αναδείχτηκε η προϋπάρχουσα εξοικείωση των μαθητών με ένα συγκεκριμένο ήρωα. Βιβλία για δημοφιλείς ήρωες, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα ή ο Ηρακλής επελέγησαν από τα πρώτα. Τα κορίτσια επέλεξαν για παρουσίαση συνήθως βιβλία με ηρωίδες, π.χ. Σταχτοπούτα,  Κοκκινοσκουφίτσα, ενώ τα αγόρια προτίμησαν αγόρια-λογοτεχνικούς ήρωες, π.χ. Ηρακλής, Ταρζάν.

Μέσα στην πρώτη εβδομάδα συγκεντρώθηκαν πάνω από τα μισά αγαπημένα βιβλία ενώ σε τρεις εβδομάδες είχαν φτάσει στην τάξη είκοσι τρία αγαπημένα βιβλία σε σύνολο είκοσι πέντε παιδιών.

Από το πρώτο βιβλίο που παρουσιάστηκε στο πρόγραμμα, άρχισαν τα παιδιά να εκδηλώνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για τα «αγαπημένα» βιβλία τα δικά τους και των συμμαθητών τους αλλά και για τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης. Περνούσαν πλέον αρκετό χρόνο της «ελεύθερης απασχόλησης» στη γωνιά της βιβλιοθήκης ενώ και κατά τη διάρκεια άλλων δραστηριοτήτων, όσοι κάθονταν κοντά στη βιβλιοθήκη δεν έχαναν ευκαιρία να ξεφυλλίζουν βιβλία.

Ακολουθούν τα κείμενα των παιδιών, συνοδευόμενα από ζωγραφιές συμμαθητών τους:

– Είμαι ένα παιδάκι, που δεν είχα αδερφάκια. Όμως θα ήθελα πολύ στο σπίτι μας ένα μωράκι, ένα μικρό αδερφάκι. Έκλαιγα, επειδή δεν το είχα και το ήθελα οπωσδήποτε. Έτσι σκέφτηκα να ζητήσω τη βοήθεια του Αϊ-Βασίλη. Ζωγράφισα σ’ ένα χαρτόνι ένα μωράκι και το άφησα κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σπίτι μας.

 

Ο Αϊ-Βασίλης ήρθε κρυφά την Πρωτοχρονιά κι άφησε στο δωμάτιό μου το δώρο του, το μωράκι που του είχα ζητήσει. Έτρεξα να το πω στους γονείς μου. Μου είπαν πως θα βρούμε χώρο στο σπίτι για να το βάλουμε. Πήραν ένα κρεβατάκι-κούνια στο δωμάτιό τους κι έβαλαν εκεί το μωρό. Το αγαπάμε και το φροντίζουμε πολύ όλοι μας. Εγώ το παίρνω αγκαλίτσα, του δίνω γάλα και το κοιμίζω. Οι γονείς μου εκτός από την κούνια του μωρού, πήραν και μια κούνια στην αυλή για μένα.   (Έλενας Χ. Στανιού, Το πρωτοχρονιάτικο δώρο του Άρη, εκδ. Ψυχογιός 2009)

 

 – Ο Άγιος Βασίλης τη μέρα που γιόρταζε, μοίραζε σε εμάς τα παιδιά δώρα. Σε μένα έφερε ένα αρκουδάκι, που μου άρεσε. Αυτή τη νύχτα είχα ξυπνήσει νωρίς, γιατί ήθελα να πιω νερό. Όπως πήγαινα στην κουζίνα, συνάντησα τον Αϊ-Βασίλη μέσα στο σπίτι μου. Του είχε ανοίξει την πόρτα η μαμά. Είχε μαζί του μια μεγάλη κόκκινη τσάντα, γεμάτη δώρα για τα παιδιά.

Το άλλο πρωί πήγα δίπλα στο σπίτι του φίλου μου του Βασίλη, για να μιλήσουμε για τον Άγιο Βασίλη. Τον είχε δει κι εκείνος και του ευχήθηκε Καλή Χρονιά. Ο Άγιος Βασίλης ξέρει ποια παιδιά είναι καλά, γιατί τα βλέπει με τα μάτια του από πάνω. Όλα τα παιδιά τα αγαπάει αλλά σε κάποια δεν φέρνει δώρα, ώσπου να γίνουν καλά. Όλα τα παιδιά μας κάνει να είμαστε καλά το γάλα. Το ζεσταίνουν οι μαμάδες και μας το δίνουν. Όταν το πίνουμε χαμογελάμε κι έτσι γινόμαστε καλά παιδιά.   (Το αστέρι των Χριστουγέννων, εκδ. Παπαδόπουλος, 2010)

 

 – Είμαι το μικρό σκυλάκι του Αϊ-Βασίλη. Δίψασα και βγήκα έξω, για να βρω νερό, επειδή το νερό στο σπίτι μας είναι για να πίνουν μόνο ο Αϊ-Βασίλης και τα ξωτικά του. Εμένα μου έχουν πει, όποτε διψάω, να πηγαίνω στο ποτάμι. Επειδή όμως είμαι πολύ μικρό, έχασα το δρόμο μου μέσα στη νύχτα.

Στο πρώτο φωτισμένο παράθυρο που συνάντησα, είδα κάτι κουνελάκια που στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο τους. Πήρα έναν άλλο δρόμο κι έφτασα έξω από ένα παράθυρο, που έβλεπα κάτι αρκούδες να τραγουδάνε Τα τρίγωνα κάλαντα. Άλλαξα δρόμο και βρέθηκα έξω από ένα σπίτι που έμεναν αλεπούδες, μικρές και μεγάλες. Έφυγα και από εκεί και πέρασα σ’ ένα σπίτι που έμενε ο τάρανδος του Αϊ-Βασίλη. Μου έδειξε το δρόμο για το σπίτι μας κι έτσι ξαναγύρισα. Ο Αϊ-Βασίλης μου έκανε δώρο ένα κόκκινο κουδουνάκι, για να το φοράω στο λαιμό μου. Μου είπε πως όταν χάνομαι, θα το ακούει και θα έρχεται εκείνος να με βρίσκει.  (Μια χιονισμένη νύχτα, απόδ. Φίλιππος Μανδηλαράς, εκδ. Πατάκη, 2005)

 

  Το παιδάκι μου ο μικρός Χηνούλης είναι ένα παπάκι, που παλιά φοβόταν το κρύο νεράκι. Δεν μπορούσε να διώξει το φόβο του. Του άπλωνα τη φτερούγα μου για να την πιάσει και να μπει στο νερό, του έλεγα να παίξουμε με το βαρκάκι που του είχε φέρει δώρο ένας άνθρωπος που φύλαγε τα ζώα, όμως ο Χηνούλης δεν έμπαινε στο νερό. Τότε του έδειξα ένα βάτραχο που πηδούσε και του είπα να παίξουν μαζί.

Όταν πήδηξε ο Χηνούλης μου, σκόνταψε σε μια πέτρα κι έπεσε στο ποτάμι. Τότε κατάλαβε ότι το νερό δεν ήταν κρύο, όπως νόμιζε. Από τότε έπαιζε συνέχεια με το βατραχάκι κι έμπαινε μαζί μου στο νερό. Κολυμπούσε και χωρίς εμένα και μια μέρα το ποτάμι τον πήρε μακριά μας. Γνώρισε άλλες πάπιες και μεγάλωσε μαζί τους, μακριά από μένα. Για να με βρει ξανά, κολύμπησε σε όλα τα ποτάμια και τις θάλασσες της χώρας. Τελικά βρήκε το δρόμο και ξαναγύρισε κοντά μου. Του ζήτησα να μην ξαναφύγει ποτέ.  (Ιζαμπέλλα Καμίνο, Παραμύθια με ζωάκια, μτφρ. Στέλλα Βαρελλά, εκδ. Μίνωας, 2000)

 

  Είμαι ένα μωρό, που δεν μπορώ ακόμη να διαβάζω. Κάθε μέρα που περνάω στο δρόμο με τη μαμά μου, βλέπω στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα μεγάλο παιδί, που κρατάει μια ταμπέλα. Θα ήθελα πολύ να μάθω τι γράφει. Μια μέρα η μαμά με προσέχει από τα αυτοκίνητα την ώρα που περνάω απέναντι. Φτάνω στο παιδί με την ταμπέλα. Στέκεται δίπλα σε ένα σούπερ μάρκετ. Μιλάω μωρουδίστικα  και δείχνω την ταμπέλα στο μεγάλο παιδί. Εκείνο μου λέει: «Γράφει ότι πρέπει να τρώμε λαχανικά».

Κάθε μέρα θα πηγαίνουμε με τη μαμά μου στο σούπερ μάρκετ να ψωνίζει, για να μου μαγειρεύει φαγητό, να τρώω και να μεγαλώνω. Το μεγάλο παιδί κάθε μεσημέρι πηγαίνει στο σπίτι του να φάει, για να έχει δύναμη να κρατάει την ταμπέλα. Γιατί το φαγητό μας δίνει δύναμη!   (Ειρήνης Μαραζιώτη, Χτίζω σωστά εμένα, ΦΑΓΕ)

 

 Εσείς πιστεύετε ότι είμαι μια οδοντόβουρτσα. Για τον οδοντογιατρό το Λουκά όμως είμαι η τριχονεράιδα του. Από τότε που ο Λουκάς ήταν μικρό αγοράκι, τον βοηθούσα να μην χαλάσουν τα δόντια του. Ο οδοντογιατρός του τού χάρισε εμένα, που έχω μπλε ανοιχτό χρώμα, γιατί αυτό είναι το αγαπημένο χρώμα του Λουκά. Καθαρίζαμε τα δόντια του κάθε πρωί, κάθε βράδυ κι όποτε μέσα στη μέρα ο Λουκάς έτρωγε τούρτες, γλυκά και κέικ από το ζαχαροπλαστείο. Τα καθαρίζαμε κι όταν έτρωγε καραμέλες, που του έδινε η φίλη του στην παιδική χαρά.

Τώρα που ο Λουκάς έχει γίνει γιατρός, οι γονείς που τα παιδάκια τους δεν πλένουν τα δόντια τους ποτέ, τα πηγαίνουν στο Λουκά με το ζόρι. Εκείνος ρωτά τα παιδιά ποιο είναι το αγαπημένο τους χρώμα και τους μοιράζει οδοντόβουρτσες, δηλαδή τριχονεράιδες με το χρώμα που αγαπάνε. Οι τριχονεράιδες που διαλέγουν τα κορίτσια είναι ροζ, κόκκινες, κίτρινες και πορτοκαλί. Οι τριχονεράιδες των αγοριών είναι πράσινες, μαύρες, άσπρες και μπλε. Έτσι όλα τα παιδιά που πηγαίνουν στο Λουκά, μαθαίνουν να βουρτσίζουν συνέχεια  τα δόντια τους.  (Εμμανουέλα Νικολαϊδου, Η μαγική δύναμη της τριχονεράιδας του Λουκά,  Aim/kids)

 

  Είμαι η Λουκία. Αγόρασα γλυκά από ένα ζαχαροπλαστείο και τα πήγα δώρο στη μαμά και στο μπαμπά μου που γιορτάζουν. Τα σερβίραμε στους καλεσμένους μας, αυτοί όμως δεν τα δοκίμασαν. Μας εξήγησαν ότι τα φτιάχνει μια κακιά μάγισσα που φοράει μαύρα ρούχα και έχουν πολύ άσχημη γεύση.

Έτσι εγώ τα πήγα δώρο στη θεία μου, για να της κάνω πλάκα. Εκείνη μου είπε ότι της άρεσαν και τα έτρωγε. Έτσι συνέχισα να της πηγαίνω. Η μάγισσα που έφτιαχνε τα γλυκά επίτηδες άσχημα, παραξενεύτηκε όταν της είπα ότι άρεσαν στη θεία μου. Νομίζω ότι η θεία μου κρύβει τα γλυκά στο ντουλάπι της και με κοροϊδεύει όταν μου λέει ότι τα τρώει. Εγώ πάντως θα συνεχίσω να της πηγαίνω τα γλυκά της μάγισσας όσο θα λέει ότι της αρέσουν.    (Ευγένιου Τριβιζά, Η Δόνα Τερηδόνα και το μυστικό της γαμήλιας τούρτας, εκδ. Καλέντης, 2001)

 

  Είμαι η Ραπουνζέλ. Ένα βράδυ που έβλεπα τηλεόραση, η μαμά μου ήταν στην κουζίνα και ο μπαμπάς μου έλειπε ταξίδι με το φορτηγό του, με άρπαξε μια μάγισσα που έμενε δίπλα στο σπίτι μας και με έκλεισε σε έναν μακρινό πύργο. Ήταν κακιά και ήθελε να με κάνει δικό της κοριτσάκι. Μεγάλωνα μαζί της χωρίς να με αφήνει να βλέπω κανέναν άλλον άνθρωπο.

Όπως ήμουνα φυλακισμένη, είδα μια φορά έναν πρίγκιπα που έτρεχε στο δάσος, γιατί τον κυνηγούσαν οι φρουροί να τον φυλακίσουν. Με είδε και σκαρφάλωσε στον πύργο, για να κρυφτεί. Όταν όμως έφτασε στο δωμάτιό μου, τρόμαξα και τον χτύπησα με ένα μαύρο τηγάνι. Ύστερα φώναξα τη μάγισσα κι εκείνη τον πέταξε κάτω. Αυτός όμως δεν πέθανε. Επειδή ήταν όμορφος, τον αγάπησα. Έδενα τα μαλλιά μου και κατέβαινα από τον πύργο, για να βγαίνω βόλτα μαζί του ενώ η μάγισσα έλειπε ταξίδι. Όταν γύρισε, μας βρήκε και τους δύο μέσα στον πύργο. Όμως τα μαλλιά μου βοήθησαν να δραπετεύσουμε και οι δυο. Είχαμε ανάψει φωτιά για να ζεσταθούμε. Η μάγισσα με έσπρωξε στη φωτιά. Ο πρίγκιπας στενοχωρήθηκε πολύ που κάηκαν τα μαλλιά μου κι έριξε τη μάγισσα στη φωτιά.    (Ραπουνζέλ,  Brijbast Art Press, 2012)

 

  Είμαι η Σταχτοπούτα. Μου έχουν δώσει αυτό το όνομα, επειδή άρεσε στη νουνά  μου. Όταν η μαμά μου αρρώστησε με την καρδιά της και πέθανε, ο μπαμπάς παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα, που ήταν κακιά και την έλεγαν Βίβιαν. Είχε από τον προηγούμενο γάμο της δίδυμες κόρες, που ήταν ίσα με μένα. Αυτές με έβαζαν να πουλάω τις κολοκύθες, να καθαρίζω το σπίτι ενώ οι ίδιες δοκίμαζαν στολές και νυφικά, επειδή ήθελαν να παντρευτούν τον πρίγκιπα. Κι εγώ όμως ήθελα να τον παντρευτώ, όπως κι όλες οι κοπέλες. Έτσι φόρεσα το ροζ φόρεμα που είχα αγοράσει και τα γυάλινα γοβάκια της μαμάς μου, για να πάω στο χορό του κάστρου. Η μητριά μου και οι δίδυμες μου έσκισαν το φόρεμα κι ο μπαμπάς μου δεν ήταν κοντά μου για να με βοηθήσει. Είχε πάει στην Αφρική, για να μοιράσει φαγητό στα φτωχά παιδάκια. Έτσι με βοήθησε η μαμά μου, που είχε γίνει άγγελος. Μου είπε όμως να προσέχω, γιατί τα μαγικά που έκανε με το μαγικό ραβδί που της είχε δώσει ο Θεός, θα άντεχαν μόνο μέχρι τα μεσάνυχτα. Πήγα λοιπόν στο χορό αλλά έφυγα τα μεσάνυχτα. Ο πρίγκιπας την άλλη μέρα έψαχνε σ’ όλα τα διαμερίσματα, για να με βρει. Είχε μαζί του το γοβάκι, που όταν το βρήκε στο τελευταίο σκαλοπάτι του κάστρου, είπε «μωρέ αυτό πρέπει να είναι της κοπέλας!» Με βρήκε στον τελευταίο όροφο.

Όμως τότε αρρώστησα με την καρδιά μου και πήγα στον ουρανό μαζί με τη μαμά μου. Ο πρίγκιπας φώναξε τότε στο Θεό: «Θεέ μου φέρε μου πίσω την κοπέλα μου!» Ο Θεός, για να μην λυπάται ο πρίγκιπας και φωνάζει όλη τη νύχτα, με έστειλε  κοντά του. Τότε παρακάλεσα το Θεό, να στείλει πίσω και τη μαμά μου, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ η φωνή της και ήθελα να την ακούω. Η μαμά μου όταν ξαναγύρισε στη ζωή, μου είπε: «Σταχτοπούτα μου είσαι ένας άγγελος!»  Μετά η μαμά ζήτησε απ’ το Θεό να ξαναφέρει στη ζωή και τον άντρα της, που είχε πνιγεί όταν γύριζε από την Αφρική. Όταν ξαναγύρισε κι εκείνος στη ζωή, γέννησαν άλλο ένα κοριτσάκι. Εγώ παντρεύτηκα τον πρίγκιπα και η αδερφή μου παντρεύτηκε τον αδερφό του. Η Βίβιαν έκανε τότε όλες τις δουλειές. Αποκτήσαμε ένα κατοικίδιο, ένα σκυλάκι που βρήκα στο δρόμο. Πήραμε και μια οικογένεια παπάκια, για τη λιμνούλα του κάστρου. Γέννησα ένα κοριτσάκι κι ένα αγοράκι, που το βάζουμε τιμωρία κι εγώ και η δασκάλα του, γιατί είναι τεμπέλης και δεν γράφει το όνομά του.   (Η Σταχτοπούτα, μτφρ.-επιμ. Στέλλα Ζούπα, εκδ. Σαββάλας, 2006)

 

  Όλα τα κορίτσια περιμέναμε τη Σταχτοπούτα να έρθει με την άμαξα στο σχολείο μας, γιατί θέλαμε πολύ να μας καλέσει στο χορό. Ο χορός γινόταν το ίδιο βράδυ στο κάστρο της Σταχτοπούτας. Ευχαριστήσαμε όλες μας τη Σταχτοπούτα που μας κάλεσε και το βράδυ ανεβήκαμε στην άμαξα που είχε στείλει  και φτάσαμε στο κάστρο. Στο χορό χορέψαμε μία-μία με τη Σταχτοπούτα. Εκείνη μας κέρασε καραμέλες και σοκολατάκια και έπαιξε μαζί μας Μικρή Ελένη. Ύστερα παίξαμε την Κοκκινοσκουφίτσα και η Σταχτοπούτα έκανε το λύκο. Όταν η άμαξα μάς γύριζε στα σπίτια μας, συζητούσαμε πόσο άρεσαν σε όλες μας τα σοκολατάκια  και τι ωραία που ήταν τα παιχνίδια που παίξαμε.

Η Σταχτοπούτα έρχεται επίσκεψη στο σχολείο για να μας βλέπει. Εμείς δεν χρειάζεται να ξαναπάμε στο κάστρο, επειδή το έχουμε ήδη δει.  (Disney. Αληθινά Όνειρα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2008)

 

  Είμαι η Κοκκινοσκουφίτσα. Βοήθησα τη μαμά μου να φτιάξει κεϊκάκια, σουπίτσα και τα βάλαμε σ’ ένα καφέ καλαθάκι. Ύστερα φόρεσα την κάπα μου, έβαλα την κουκούλα γιατί έκανε κρύο, πήρα το καλαθάκι και ξεκίνησα για το σπίτι της γιαγιάς. Είναι λίγο μακριά αλλά εγώ πήγαινα μόνη μου, γιατί η μαμά είχε δουλειά και ο μπαμπάς ήταν στο περιβόλι και ράντιζε. Για να φτάσω εκεί έπρεπε να περάσω από ολόκληρο το δάσος, να βρω λουλούδια, μούρα και σταφύλια για τη γιαγιά.

Στη διαδρομή είδα το λύκο αλλά κάθε φορά τον συναντάω κι έτσι δεν φοβήθηκα. Ο λύκος πολλές φορές με ρωτάει πού πηγαίνω. Το ίδιο με ρώτησε κι αυτήν τη φορά. Μου έδωσε κι άλλα λουλούδια, μούρα και σταφύλια για τη γιαγιά. Ύστερα συνάντησα πουλάκια, ελαφάκια κι όλα με ρωτούσαν πού πηγαίνω και μου έδιναν νεκταρίνια, ροδάκινα και μήλα για τη γιαγιά μου.

Όταν έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς, ο λύκος την είχε κλειδώσει στη ντουλάπα κι είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Δεν κατάλαβα πως ήταν ο λύκος, γιατί είχε χρώμα γκρίζο, όπως τα μαλλιά της γιαγιάς. Άκουσα όμως τη φωνή της από τη ντουλάπα: «Βοήθεια Κοκκινοσκουφίτσα!» Εκεί που άνοιγα τη ντουλάπα, ο λύκος με άρπαξε. Περνούσε όμως ένας κυνηγός, πυροβόλησε το λύκο και τον σκότωσε. Κοιμήθηκα μαζί με τη γιαγιά και το βράδυ ήρθε ο μπαμπάς να με πάρει. Έμαθε την περιπέτειά μας από τον κυνηγό. Πήγαμε στο σπίτι μας κι η γιαγιά έμεινε μόνη της. Δεν φοβόταν αφού ο κυνηγός είχε σκοτώσει το λύκο. (Κοκκινοσκουφίτσα, εκδ. Παπαδόπουλος, 1998)

 

  Η μαμά μου με αγαπά πολύ και με φιλά μπροστά στους φίλους μου. Κι εγώ την αγαπάω, δεν μου αρέσει όμως να με φιλάει μπροστά τους, γιατί μου λένε «είσαι μωρό» και γελάνε μαζί μου. Έχω πει στη μαμά μου να μην με φιλάει μπροστά τους αλλά αυτή συνεχίζει. Έτσι κατέστρωσα ένα σχέδιο, για να φύγω από το σπίτι όταν θα πηγαίναμε βόλτα με το αμάξι. Δεν αποφάσισα όμως να φύγω, γιατί θα με ανακάλυπτε. Σκέφτηκα λοιπόν να το σκάσω με το ποδήλατο όταν αυτή κοιμόταν στον καναπέ. Τελικά πήρα στο καλαθάκι κάτι για να φάω, το κόλλησα στο ποδήλατό μου κι έφτασα όσο μακριά μπορούσα.

Όμως η μαμά μου με ακολουθούσε χωρίς να το έχω καταλάβει. Όταν το ποδήλατό μου κόλλησε σε μια λακκούβα, η μαμά κατέβηκε από το αμάξι της και τότε την είδα. Έτρεξα όσο μπορούσα μακριά της, για να μην μου καταστρέψει τη ζωή. Επειδή κόλλησε στη λακκούβα και το αυτοκίνητο της μαμάς, άρχισε να τρέχει κι αυτή με τα πόδια πίσω μου. Δεν μπόρεσε να με φτάσει κι έτσι γύρισε στο σπίτι μας και πήρε τηλέφωνο την αστυνομία. Οι αστυνομικοί δεν πίστεψαν όσα τους είπε και έβαλαν τη μαμά φυλακή. Ο μπαμπάς προσπάθησε να τους πείσει ότι είναι αθώα και τον έβαλαν κι αυτόν φυλακή.

Το βράδυ που γύρισα σπίτι, ένιωθα όμορφα. Όμως είχε τελειώσει το φαγητό, ήμουνα κουρασμένη κι όταν αποκοιμήθηκα είδα κακά όνειρα και ξύπνησα. Κανένας δεν ήταν κοντά μου για να μου δώσει φιλάκι και να μου πει να μην φοβάμαι. Φοβήθηκα ακόμη πιο πολύ όταν είδα τη σκιά του κρεβατιού μου και τη σκιά τη δικιά μου. Φώναξα «Μαμά! Μπαμπά!» αλλά κανείς τους δεν ήταν εκεί. Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία και τους ζήτησα να μιλήσω μαζί τους. Τότε τους άφησαν ελεύθερους. Όταν γύρισαν στο σπίτι τους είπα: «Μαμά και μπαμπά σας αγαπώ!»  (Κέιτ Φάιφερ, Η μαμά μου προσπαθεί να μου καταστρέψει τη ζωή, μτφρ. Ρένα Ρώσση-Ζαϊρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2009)

 

 Είμαι η Φραουλίτσα και με κάλεσε στο σπίτι της η καλύτερη φίλη μου, η Πορτοκαλίτσα, για να ετοιμάσουμε για το πιτζάμα πάρτι της. Βάλαμε μπαλόνια, γιρλάντες και χάρτες. Βοήθησα την Πορτοκαλίτσα, γιατί ζει μόνη της. Τους γονείς της τους σκέπασε το κύμα και βουλιάξανε. Από τότε η Πορτοκαλίτσα κοιμάται μόνη της. Διαβάζει ιστορίες μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Δεν την φοβίζει το σκοτάδι.

Σκέφτηκε να κάνει το πιτζάμα-πάρτι, επειδή είναι Άνοιξη και οι πορτοκαλιές στον κήπο της είναι ανθισμένες. Εκτός από μένα κάλεσε και την Τουρτίτσα και τη Μπισκοτίτσα. Θα αγοράσουμε τούρτα, θα φτιάξουμε φραντζολάκια, πίτσες, βραχιόλια και θα διαβάσουμε ιστορίες από τα βιβλία της Πορτοκαλίτσας. Ύστερα θα κάνουμε πιτζάμα-πάρτι και στα σπίτια των άλλων κοριτσιών.   (S. Ciminera, Πιτζάμα πάρτι, Modern Times)

 

  Είμαι από ένα βρωμοχώρι, που το λένε Βρωμοχώρι. Το χωριό μου παλιά μύριζε άσχημα, σκουπίδια και καπνό. Η βρώμα έφτανε στα γειτονικά χωριά και δεν άρεσε καθόλου στους κατοίκους τους. Έμεναν μέσα στα σπίτια τους και δεν μπορούσαν να βγουν καθόλου έξω.

Όμως εμείς οι Βρωμοχωρίτες είχαμε μάθει από τις γιαγιάδες μας να φτιάχνουμε κάτι γυαλιά, που παίρναμε από αυτά οξυγόνο κι έτσι όταν τα φορούσαμε, δεν μυρίζαμε τις άσχημες μυρωδιές. Επειδή όμως κι αυτά τα γυαλιά βρώμισαν, εμείς τα παιδιά στο Βρωμοχώρι είχαμε μια ιδέα, για να νιώσουμε καλύτερα. Βάζαμε μπαλόνια στις καμινάδες, για να μπαίνει εκεί ο μαύρος καπνός. ΄Ετσι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών δεν μύριζαν πια άσχημες μυρωδιές. Οι πυροσβέστες που είχαν έρθει στο Βρωμοχώρι, για να δουν τι συμβαίνει, γύρισαν στα χωριά τους και είπαν τι είχαν δει. Έτσι έβαλαν και τ’ άλλα χωριά μπαλόνια στις καμινάδες τους και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς οι Βρωμοχωρίτες καλύτερα.     (Σοφίας Ζαραμπούκα, Το Βρωμοχώρι, εκδ. Κέδρος, 1977)

 

  Σε αυτόν τον κήπο είμαστε πολλά δέντρα με ελιές. Η οικογένεια που μένει εδώ έχει τρία παιδιά. Εμάς και τα λουλούδια που υπάρχουν εδώ, μας φροντίζει ο παππούς. Κάποτε ο παππούς φύτεψε ένα κουκούτσι ελιάς που ήταν μαγικό, χωρίς όμως να το ξέρει. Έτσι γεννήθηκα εγώ, που δεν είμαι δέντρο συνηθισμένο. Έχω πρόσωπο κοριτσίστικο, τα κλαριά μου είναι σαν χέρια και τα φύλλα μου μοιάζουν με μαλλιά.

Τα παιδιά χαίρονται που μπορούν να παίζουν μαζί μου. Τους κάνω σκιά, για να παίζουν από κάτω τη μικρή Ελένη και κρέμονται  από τα κλαδιά μου. Ο παππούς με βάφτισε Μελίτσα, επειδή έχω τους πιο γλυκούς καρπούς.

Επειδή μπορώ να μιλάω με κοριτσίστικη φωνή, λέω στα παιδιά να προσέχουν το Καλοκαίρι τον ήλιο και να κάθονται στη δροσιά μου. Τους λέω και ιστορίες για τους παραολυμπιακούς αγώνες.   (Μαρίας Βιγγοπούλου-Χύτα, Μελίτσα. Μια μικρή ελίτσα, εκδ. Άθως 2010.)

 

 Είμαι το Καλοκαίρι. Όταν έφτασα στην Ελλάδα, πρώτα με κατάλαβαν τα παιδιά. Ήξεραν ότι θα έρθω και με περίμεναν. Τους αρέσει να κολυμπάνε στη θάλασσα, να κάνουν ποδήλατο, να παίζουν με την άμμο.

Θα μείνω πολύ καιρό εδώ κι όταν φύγω, θα έρθει το Φθινόπωρο. Χαίρομαι όταν βλέπω το Φθινόπωρο. Μόλις έρχεται, εγώ φεύγω και πηγαίνω στην Αμερική, στην έρημο, σ’ όλο τον κόσμο. Δεν μου αρέσει να μένω στο ίδιο μέρος, προτιμώ να ταξιδεύω και να πηγαίνω παντού, γιατί όλα τα παιδιά με περιμένουν.   (Οι τέσσερις εποχές, εκδ. Πατάκη, 2004)

 

  Το όνομά μου είναι Αλαντίν. Μια μέρα όταν ήρθε το βράδυ, το έσκασα από το σπίτι μου και έφυγα μακριά. Έφτασα στην Αμερική, γιατί είχα ακούσει ότι υπάρχουν σοκολατένιοι άνθρωποι και ήθελα να τους γνωρίσω. Εκεί είδα ένα μικρό παιδί σοκολατένιο και πήγα κοντά του. Τότε ένας σοκολατένιος άνθρωπος με σημάδεψε με το πιστόλι του και μου είπε: «Ακίνητος». Όμως εμφανίστηκε η αστυνομία και συνέλαβε αυτόν τον άνθρωπο. Ζήτησα από τους αστυνομικούς να με γυρίσουν σπίτι μου. Η μαμά μου με πήρε αγκαλιά και μου είπε να μην το ξανασκάσω ποτέ.    (Το λυχνάρι του Αλαντίν, εκδ. ΚΑΛΟΚΑΘΗ, 2008)

 

  Είμαι ο Ηρακλής. Κάποτε, που ήμουν μωρό η μαμά μου μαγείρευε και ο μπαμπάς δούλευε στο περιβόλι μας. Μπήκαν από την εξώπορτα που είχε μείνει λίγο ανοιχτή, δύο φίδια και βρέθηκαν στο δωμάτιό μου. Εγώ τότε σκέφτηκα: «Ας τα πνίξω». Μπήκε τότε μέσα η μαμά μου, είδε τα πνιγμένα φίδια στην κούνια και ένιωσε πάρα πολλή χαρά, που ο γιος της ήταν τόσο δυνατός.

Όταν μεγάλωσα κι έγινα άντρας, φόρεσα μια στολή λιονταριού που είχα αγοράσει στα Jumbo, έβαλα φωτιά στο τόξο μου, μπήκα στο δάσος και σκότωσα όλα τα φίδια. Όποτε έβγανα, φορούσα τη στολή του λιονταριού, γιατί πάντα κάτι σκότωνα. Σκότωσα ένα αγριογούρουνο, σκότωσα ακόμα και το λιοντάρι της Νεμέας. Οι άνθρωποι με αγαπούν πολύ και με αγκαλιάζουν, αφού σκοτώνω τα κακά ζώα της ζούγκλας κι έτσι αυτά δεν τους κάνουν κακό. Μια φορά συνάντησα έναν άλλον γίγαντα, που ήταν πιο μεγάλος από εμένα. Είχε πάρει τα μήλα από κάποια κορίτσια που τα έλεγαν Εσπερίδες. Εγώ τα πήρα από τον γίγαντα και τα έδωσα σ’ ένα αγόρι που του άρεσαν. Δεν έφαγα κανένα, γιατί δεν μου αρέσουν τα φρούτα. Μου αρέσει να τρώω ρεβύθια, σπανακόρυζο, χυλοπίτες και πιο πολύ απ’ όλα μου αρέσει το γάλα, γιατί με δυναμώνει.    (Οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή, εκδ. Παπαδόπουλος, 2005)

 

  Πήγα στη Χώρα του Πουθενά, για να δω τον Πήτερ Παν. Έχω πάει κι άλλες φορές με όλη μου την οικογένεια. Ταξιδεύουμε έως εκεί με αεροπλάνο. Φεύγουν από παντού αεροπλάνα για τη χώρα του Πουθενά όμως πηγαινοέρχονται αδειανά. Μόνο εγώ και τ’ αδέρφια μου θέλουμε να ταξιδεύουμε εκεί. Οι άλλοι άνθρωποι φοβούνται τον κάπταιν Χουκ κι έτσι δεν πηγαίνουν ποτέ. Όμως εγώ δεν τον φοβάμαι, γιατί είμαι πολύ γενναία.

Ο Πήτερ Παν μας περιμένει πάντα στο αεροδρόμιο. Μας πηγαίνει στην παιδική χαρά της χώρας του. Αγαπάει πολύ να κάνει κούνια. Όταν διψάμε, μας πηγαίνει στο σπίτι του για νερό. Στο δωμάτιό του δεν έχει παράθυρα, γιατί δεν του αρέσει ο ήλιος, τον ζεσταίνει. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι αυτοκόλλητα σε διάφορα σχήματα. Βγάζουμε τα παπούτσια μας κι ανεβαίνουμε στο κρεβάτι του και χοροπηδάμε. Το βράδυ φεύγουμε από τη Χώρα του Πουθενά.    (J. M. Barrie, Πίτερ Παν, μτφρ. Μάριος Βερέττας, εκδ. Άγκυρα, 1994)

 

  Είμαι ο Ταρζάν. Ταξιδεύαμε κάποτε με τη μαμά μου με αεροπλάνο. Πηγαίναμε να ζήσουμε με το μπαμπά. Η μαμά με είχε πάρει μακριά του, επειδή είχαν μαλώσει. Όμως της ζήτησα να γυρίσουμε κοντά του και να του πει συγγνώμη. Εκείνη συμφώνησε μαζί μου. Στη διαδρομή τελείωσαν τα καύσιμα και το αεροπλάνο μας έπεσε στη ζούγκλα. Ευτυχώς που είχε κάτι αλεξίπτωτα, για να μην σκοτώνονται οι άνθρωποι κι έτσι επιζήσαμε όλοι οι επιβάτες. Κάναμε κάμπινγκ στη ζούγκλα και τρώγαμε ξηρά τροφή.

Όμως εμένα με άρπαξε μια πιθηκίνα και με πήρε μακριά από τους άλλους, γιατί εγώ δεν έμοιαζα με τα πιθηκάκια της, ήμουν πιο όμορφος. Έτσι μεγάλωσα με τους πιθήκους. Σκαρφάλωνα στα δέντρα σαν κι εκείνους κι έτρωγα από το φαγητό τους. Δεν έκλαιγα ποτέ, όπως κλαίνε καμιά φορά τα παιδιά. Έβγαζα μόνο πολύ δυνατές κραυγές, κοφτές, όπως οι πίθηκοι. Θα ζήσω για πάντα εδώ. Καμιά φορά θυμάμαι τη μαμά μου. Όταν έρχονται στο μυαλό μου οι αναμνήσεις που ήμαστε μαζί, πιάνομαι απ’ τα ψηλά κλαριά και πηδάω πολύ-πολύ μακριά. (Ο άρχοντας της ζούγκλας, εκδ. Παπαδόπουλος, 1999)

 

  Είμαι ο ΤυΡεξ, δηλαδή ο τυραννόσαυρος με το όνομα Ρεξ, ο βασιλιάς των δεινοσαύρων, ακόμα κι εκείνων που έχουν τόσο μακριά ουρά όσο δέκα τρένα στη σειρά και είναι τόσο ψηλοί, που μπορούν να δουν τη στέγη τους. Ζούσα σε μια σπηλιά κάτω από ένα ηφαίστειο.

Τη μέρα που η γυναίκα μου γεννούσε, είδε τη λάβα να βγαίνει. Έτσι πήρε τα τρία νεογέννητα μωρά μας κι έτρεξε μακριά απ’ τη σπηλιά, για να σωθούν.

Εμένα με ξέχασαν στη σπηλιά. Κοιμόμουν και με ξύπνησε η έκρηξη. Έψαχνα να τους βρω μέχρι που βρήκα μια άλλη δεινοσασαυρίνα. Φτιάξαμε μια καινούρια οικογένεια. Έχουμε δύο δεινοσαυράκια που πηγαίνουν στην παιδική χαρά και βρίσκουν τα φιλαράκια τους.     (Τζούντυ Νάγιερ, Οι δεινόσαυροι στα χέρια σου, εκδ. McClanahan Book Company)

 

  Είμαι στην έρημο και ψάχνω για αρχαία πράγματα, όπως κόκκαλα δεινοσαύρων. Αυτά τα στέλνουμε στα μουσεία, για να τα βλέπουν οι άνθρωποι. Κάποτε υπήρχε πολύς κόσμος εδώ. Όσο πιο βαθιά σκάβαμε στην έρημο με τα φτυάρια μας τόσο περισσότερα κόκκαλα βρίσκαμε. Κάποια στιγμή δεν βρίσκαμε πια άλλα κόκκαλα, γιατί είχαν βρεθεί ήδη.

Εγώ όμως δεν θέλω να σταματήσω ποτέ να ψάχνω, γιατί περιμένω ότι κάτι ακόμη θα βρω. Όταν μου τελείωσαν το νερό και το φαγητό, ήμουν ολομόναχος και αβοήθητος. Πήρα μια καμήλα και με πήγε σε μια όαση. Εκεί βρήκα δυο-τρεις ανθρώπους, που έγιναν υπηρέτες μου κι έκαναν ό,τι  τους έλεγα, επειδή με συμπάθησαν. Με βοηθούσαν σε όλα. Έσκαβαν για μένα κι εγώ πήγαινα με την καμήλα και τους έφερνα νερό. Όμως μετά από δύο μήνες έφυγαν, γιατί έπρεπε να φτιάξουν κάποια σπίτια. Έτσι έμεινα πάλι μόνος μου με την καμήλα. Η ζωή μου είναι λίγο βαρετή πια. Σκάβω όλο και πιο αραιά και μένω περισσότερο στην όαση. Όμως είμαι αποφασισμένος να μείνω για πάντα στην έρημο ακόμα κι αν δεν συναντήσω ποτέ πια κανέναν άνθρωπο. (Δεινόσαυροι και προϊστορική ζωή, εκδ. Susaeta ΕΛΛΑΣ Α. Ε.)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3

Π Ο Ρ Τ Ρ Ε Τ Α : η Πεντάμορφη και το Τέρας

Ε ι σ α γ ω γ ή : Στο νηπιαγωγείο μας παρουσιάσαμε το παραμύθι της Ζαν-Μαρί Λεπρένς ντε Μπομόν «Η Πεντάμορφη και το Τέρας», το οποίο γράφτηκε το 1757, σε πιστή απόδοση από το γαλλικό κείμενο (το έργο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Ερευνητές, σε  εικονογράφηση από την Αν  Ρόμπι  και  απόδοση στα Ελληνικά από τη  Μαρίνα Τουλγαρίδου). Ποτέ το πασίγνωστο αυτό κλασικό παραμύθι, στο οποίο η αφηγηματική υπόθεση ξεκινά με την οικονομική καταστροφή μιας εύπορης οικογένειας, δεν ήταν περισσότερο επίκαιρο από σήμερα, που η οικονομική κρίση πλήττει την παγκόσμια κοινότητα και προκαλεί ανασφάλειες και αδιέξοδα.
Για τις ανάγκες της διδασκαλίας χωρίσαμε το έργο σε κεφάλαια, στα οποία δώσαμε επιμέρους τίτλους.  Μετά την ανάγνωση κάθε κεφαλαίου οι μαθητές του κλασικού τμήματος της σχολικής χρονιάς 2008-2009 καλούνταν να συνεχίσουν την ιστορία, εκφράζοντας έτσι τις προσδοκίες και τις επιθυμίες τους για την εξέλιξη της πλοκής, τη στάση που διαμόρφωναν για τα διάφορα λογοτεχνικά πρόσωπα και συνακόλουθα τις προσωπικές τους εμπειρίες και ευαισθησίες.
Προκειμένου να επιτύχουμε την καθολική συμμετοχή των νηπίων, χρησιμοποιήσαμε το παιχνίδι και τη διαδικασία της εμψύχωσης. Τα νήπια, χωρισμένα σε  πέντε  υποομάδες, που παρέμειναν αμετάβλητες σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς, αναζητούσαν στους φακέλους που τους μοιράζαμε τα «μαγικά λόγια». Πρόκειται για έναν ή δύο στίχους από δημοτικά τραγούδια, που περιλαμβάνονται στην πλέον διαδεδομένη συλλογή του Νικολάου Γ. Πολίτη «Εκλογαί από τα Τραγούδια του Ελληνικού Λαού» (δίπλα σε κάθε στίχο αναγράφεται εδώ η αρίθμηση της σελίδας του βιβλίου του Πολίτη, όπου μπορεί ο στίχος αυτός να αναζητηθεί). Τους στίχους τους είχαμε επιλέξει με κριτήριο τη νοηματική σχέση τους με το περιεχόμενο του αντίστοιχου κεφαλαίου. Ολόκληρη η τάξη αποστήθιζε τα μαγικά λόγια, ώστε στη συνέχεια να απαγγελθούν τρεις φορές από κάθε ομάδα, ως προϋπόθεση  για να εισέλθουν τα μέλη της στο σύνολό τους στον κόσμο της ιστορίας και να παρουσιάσουν τη δική τους αφηγηματική εκδοχή. Κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, εκτός από την εκφορά του στίχου, ζητούσαμε από τα νήπια και τη γραφή του ανά ομάδα, προκειμένου να περάσουν στη συνέχεια στο στάδιο των αφηγήσεων. Το παιγνιώδες αυτό πλαίσιο αποδείχθηκε εξαιρετικά ισχυρό κίνητρο για το σύνολο των μαθητών.

Οι ομάδες επέλεξαν μόνες τα ονόματά τους, που είναι τα ακόλουθα:
ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
ΠΟΥΛΑΚΙ
ΤΙΓΡΙΣ
ΚΟΚΚΙΝΟ
ΛΟΥΛΟΥΔΙ

1. Κεφάλαιο: Η Πεντάμορφη στην εξοχή

 

Π ε ρ ί λ η ψ η: Η οικογένεια της Πεντάμορφης καταστρέφεται οικονομικά και αναγκάζεται να μετακομίσει στην εξοχή, όπου γνωρίζει έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής. Η Πεντάμορφη, που πάντα ξεχωρίζει για την ευγένεια και την καλοσύνη της, προσαρμόζεται με δυσκολία μεν αλλά πρόθυμα εκεί ενώ οι αδερφές της αρνούνται επίμονα να προσαρμοστούν και να συνεργαστούν.

Μαγικά Λόγια: « Βουνά μου και λαγκάδια μου και κάμποι με τα ρόδα» (σ. 214 ).

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ: Το σπίτι στην εξοχή έχει μια μικρή κουζινούλα. Για να χωράνε όλοι, όλα εκεί μέσα είναι μικρά, το τραπέζι, οι καρέκλες, τα πιατάκια.  Ο μπαμπάς τους μαγειρεύει μακαρόνια και σούπες. Μόνον η Πεντάμορφη του λέει ότι της αρέσει το φαγητό ενώ οι αδερφές της του λένε «δεν πεινάω». Το δωμάτιο της Πεντάμορφης είναι γεμάτο λουλούδια, που τα μαζεύει απ’ τον κήπο της. Τα περισσότερα βιβλία της η Πεντάμορφη τα έχει αφήσει στην πόλη, γιατί δεν μπορούσε να τα κουβαλήσει. Μαζί της έχει πάρει μόνο το παραμύθι της Σταχτοπούτας, που είναι το αγαπημένο της.

2. Κεφάλαιο : Περιμένοντας τα δώρα του πατέρα

Π ε ρ ί λ η ψ η : Η οικογένεια της Πεντάμορφης παίρνει την πληροφορία ότι ένα από τα πλοία τους που θεωρούσαν κατεστραμμένο, έφτασε σώο στον προορισμό του και πουλήθηκε το φορτίο του. Οι δύο μεγαλύτερες αδερφές, ενθουσιασμένες για την οικονομική τους ανάκαμψη, παραγγέλνουν στον πατέρα τους ακριβά ρούχα και κοσμήματα ενώ η Πεντάμορφη του εκφράζει την επιθυμία να της φέρει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.

Μαγικά λόγια: «Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω» (σ. 170).

ΠΟΥΛΑΚΙ: Η Πεντάμορφη θέλει ο μπαμπάς της να της φέρει ένα τριαντάφυλλο κι ένα μπουκάλι λευκό κρασί, για να πιουν με την κοτόσουπα που θα του φτιάξει τη μέρα που τον περιμένουν, γιατί αυτό είναι το αγαπημένο του φαγητό. Αλλά εκείνος δεν γύρισε τη μέρα που τον περίμεναν. Τα κορίτσια έμαθαν από το στρατηγό της αστυνομίας ότι είχε μπει φυλακή. Τον φυλάκισαν επειδή πέρασε με κόκκινο στο δρόμο, γιατί βιαζόταν να φάει τον κοτόσουπα. Η Πεντάμορφη φόρεσε την κουκούλα της επειδή έβρεχε και γύρισε όλες τις φυλακές μέχρι να τον βρει. Τον απελευθέρωσαν γιατί την λυπήθηκαν.

ΛΟΥΛΟΥΔΙ: Ο μπαμπάς της Πεντάμορφης βρίσκεται στην έρημο, γιατί το καράβι που ταξίδευε, χτύπησε στο βράχο και βούλιαξε. Στην έρημο μόνος και αβοήθητος περιμένει να περάσει άλλο πλοίο. Η Πεντάμορφη με τις αδερφές της πηγαίνουν με άλλο καράβι να τον βρουν. Κάνουν καταδύσεις με μάσκες, εντοπίζουν ένα κομμάτι από το ναυαγισμένο καράβι κι εκεί κοντά τον ψάχνουν. Όταν βρίσκουν τον πατέρα τους, αυτός δεν έχει καθόλου χρήματα, γιατί του έχουν πέσει στη θάλασσα. Τα κορίτσια τον ανεβάζουν στο καράβι και η Πεντάμορφη του φτιάχνει ψαρόσουπα, επειδή είναι άρρωστος και βήχει.

3. Κεφάλαιο: Το φως στο δάσος

Π ε ρ ί λ η ψ η : Ο έμπορος παίρνει το δρόμο της επιστροφής χωρίς να μπορεί να ικανοποιήσει τις ακριβές επιθυμίες των μεγαλύτερων κοριτσιών του. Διασχίζοντας το δάσος μέσα στη νύχτα, διακρίνει ένα φως. ΄Οταν πλησιάζει, διαπιστώνει πως πρόκειται για ένα μεγαλόπρεπο πύργο, όπου θα καταφύγει για να προστατευτεί  από τις άσχημες καιρικές συνθήκες και τα άγρια ζώα.

Μαγικά λόγια: «Εκεί ’ναι λύκοι στα βουνά και κλέφτες στα δερβένια
Και σένα παίρνουν κόρη μου και μένα με σκλαβώνουν» ( σ. 201).

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ: Στο παλάτι βρίσκεται το τέρας. Είναι καλό, βοηθάει τους ανθρώπους. Όταν βρίσκονται στο δάσος, τους ανοίγει το κάστρο του για να μην φοβούνται. Εκείνοι νομίζουν πως είναι κακό, γιατί μένει μόνο του. Δεν έχει κανέναν να το φροντίζει. ΄Ολοι στην οικογένειά του έχουν πεθάνει. Τα πουλάκια μόνο κάθονται στο χερούλι της καρέκλας του, για να του κάνουν παρέα.

ΛΟΥΛΟΥΔΙ: Ο μπαμπάς της Πεντάμορφης φτάνει στο παλάτι και του μυρίζει κρέας ψητό. Ανεβαίνει στον επάνω όροφο, που η τηλεόραση δείχνει μια εικόνα με αίματα. Στο δωμάτιο βρίσκεται ένα τέρας που το έχει πάρει ο ύπνος. Ο μπαμπάς τρώει, παίρνει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από το βάζο και φεύγει. Το τέρας ξυπνάει πεινασμένο, βλέπει ότι λείπει το φαγητό και νευριάζει. Ακολουθεί τις πατημασιές του αλόγου και φτάνει στο σπίτι της Πεντάμορφης. Την βλέπει που γυρίζει από τα ψώνια και της προτείνει να πάνε μαζί στο κάστρο του. Εκείνη δέχεται αμέσως γιατί έχει δει το τριαντάφυλλο που έφερε ο πατέρας της και ξέρει ότι υπάρχουν στο παλάτι του πάρα πολλά υπέροχα τριαντάφυλλα.

ΚΟΚΚΙΝΟ:΄Οταν ο μπαμπάς πήγε να χτυπήσει την πόρτα του πύργου, εκείνη άνοιξε μόνη της, γιατί ήταν πάρα πολύ παλιά, χωρίς σύρτη. Ανέβηκε τη σκάλα και είδε ένα τέρας να κοιμάται. Προχώρησε στις μύτες, για να μην το ξυπνήσει. Είχε τα χέρια του γύρω απ’ το κεφάλι. ΄Ηταν  μεγάλα, με μακριά νύχια. Μόλις άρχισε να φωτίζει, ο μπαμπάς έκοψε ένα τριαντάφυλλο και ξεκίνησε για το σπίτι του. Στο δρόμο σκεφτόταν πως αν τον διώξουν οι κόρες του, θα ξαναγυρίσει, για να ζήσει σ’ αυτό το παλάτι και θα πάρει μαζί του την Πεντάμορφη να της δείξει τα υπέροχα τριαντάφυλλα που υπάρχουν εκεί.

4. Κεφάλαιο: Ο ιδιοκτήτης του πύργου


Π ε ρ ί λ η ψ η : Ο πατέρας στο παλάτι φιλοξενείται άψογα. Βρίσκει φαγητό, θαλπωρή, καινούρια ρούχα, χωρίς ωστόσο να συναντήσει κανέναν. Το πρωί πριν φύγει για το σπίτι του, κόβει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από τον κήπο του πύργου για την Πεντάμορφη. Τότε παρουσιάζεται μπροστά του ένα τεράστιο και τρομακτικό στην όψη πλάσμα, εξοργισμένο απέναντί του και τον κατηγορεί για αγνωμοσύνη. Το τέρας απειλεί να τον σκοτώσει, εκτός εάν ο έμπορος αποφασίσει να του στείλει κάποια από τις κόρες του για να ζήσει μαζί του.

Μαγικά λόγια:«Κι από το θλιβερό σκοπό, το θλιβερό τραγούδι
Και το γεφύρι ράγισε και το ποτάμι στάθη»   (σ. 163)

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ: Το τέρας κάλεσε στο παλάτι τις κακές αδερφές, για να δουν την Πεντάμορφη. Όμως μόλις τις γνώρισε, δεν την ήθελε πια αλλά ήθελε εκείνες, γιατί ξετρελαθήκανε με την ασχήμια του. ΄Εστειλε την Πεντάμορφη για πάντα πίσω στον πατέρα της. ΄Υστερα το μετάνιωσε, γιατί του έλειπε. Ζητούσε από τις κακές αδερφές να φύγουν για να ξαναγυρίσει η Πεντάμορφη αλλά αυτές δεν έφευγαν από κοντά του.

ΤΙΓΡΙΣ: Το τέρας κυνήγησε το μπαμπά της Πεντάμορφης που έκοψε το τριαντάφυλλο και τον πήρε πίσω στο κάστρο του. Το τριαντάφυλλο έπεσε από τον άνθρωπο και το βρήκε μια από τις κακές κόρες του. Το έκανε κομματάκια και άφησε μόνο το κοτσάνι, επειδή μύριζε πάρα πολύ άσχημα. Όλα τα τριαντάφυλλα που είχε το τέρας στον κήπο του, ήταν μαγικά. Μύριζαν ωραία στην Πεντάμορφη και στο μπαμπά της που ήταν καλοί και μύριζαν άσχημα στους κακούς. Το τέρας ζήτησε απ’ το μπαμπά μια από τις κόρες του κι εκείνος διάλεξε να του πάει την Πεντάμορφη, γιατί άκουγε πάντα τον πατέρα της και θα και αγαπούσε το τέρας, όπως  αγαπούσε όλο τον κόσμο.

5. Κεφάλαιο:    Μ ι α    γ ε ν ν α ί α    α π ό φ α σ η


Π ε ρ ί λ η ψ η: Ο έμπορος μετά τη συνάντησή του με το τέρας και την απαίτηση του τελευταίου να του παραδώσει κάποια από τις κόρες του, φτάνει σπίτι του σε απόγνωση. Οι αδερφές της Πεντάμορφης την κατηγορούν ότι αιτία γι’ αυτήν την τραγική εξέλιξη ήταν η παραγγελία της για το τριαντάφυλλο. Η Πεντάμορφη για να δώσει διέξοδο, παίρνει τη γενναία απόφαση να πάει η ίδια στον πύργο του τέρατος. Ο πατέρας της που την συνοδεύει, αναγκάζεται από το τέρας το επόμενο πρωί να την αποχαιρετήσει και να επιστρέψει στο σπίτι του.

Μ α γ ι κ ά   λ ό γ ι α:
«…πώς δε ραγίζουν τα βουνά, δε πέφτει  τ’ άστρι κάτου»

( σ. 210).

ΛΟΥΛΟΥΔΙ: Ο μπαμπάς έχει θυμώσει με την Πεντάμορφη, επειδή του είπε πως αγαπάει το τέρας. Το τέρας της είχε τηλεφωνήσει και η φωνή του της φάνηκε ωραία και λυπημένη κι έτσι τον αγάπησε. Ο μπαμπάς της είπε: «Να φύγεις απ’ αυτό το σπίτι». Όταν εκείνη έφτασε μπροστά στο κάστρο του τέρατος, η εξώπορτα άνοιξε μαγικά. Προχώρησε κι έφτασε στην άλλη πόρτα, που και αυτή άνοιξε μόνη της. Τα σκυλάκι του τέρατος πήγε και τον ξύπνησε. Εκείνος μόλις είδε την Πεντάμορφη, ένιωσε δυνατή αγάπη και καλοσύνη. Κι η Πεντάμορφη μπροστά του έδειχνε ακόμη πιο όμορφη.

ΠΟΥΛΑΚΙ: Το τέρας δεν είναι πολύ άσχημο. Είναι ψηλό, αδύνατο, με μεγάλο πρόσωπο αλλά καλοσυνάτο. Όποτε κοιτάζει την Πεντάμορφη, τα μάτια του είναι γεμάτα αγάπη. Όταν ο μπαμπάς της πήγε την Πεντάμορφη στο παλάτι του, το τέρας του είπε: «Θα την κρατήσω για λίγο, επειδή την αγαπάω και μετά θα την ξαναφέρω σε σένα. Μετά το φαγητό το τέρας με την Πεντάμορφη βγήκαν βόλτα στο δάσος, για να της δείξει τους φίλους του, τα πουλάκια. Το τέρας έφυγε για λίγο από κοντά της, για να της μαζέψει φρούτα και μέλι. Η Πεντάμορφη το περίμενε και το τέρας δεν γύριζε. Όπως το τέρας περπατούσε, έπεσε σε μια παγίδα που του είχε στήσει ο μπαμπάς της Πεντάμορφης. Μόλις βγήκε το φεγγάρι, ο μπαμπάς πήγε στο δάσος να πάρει την κόρη του. Αυτή όμως ήθελε να περιμένουν το τέρας, γιατί ανησυχούσε. ΄Ετσι ο μπαμπάς της είπε πού βρισκόταν το τέρας και η Πεντάμορφη του ζήτησε να πάνε να το βοηθήσουν. Όταν το ελευθέρωσαν, το τέρας πήρε την Πεντάμορφη και γύρισαν στο παλάτι. Ο μπαμπάς της πήγε στο σπίτι του και δεν έβλαψε ποτέ ξανά το τέρας, επειδή φοβήθηκε μήπως τον φάει, αφού αυτό είχε μάθει από την Πεντάμορφη ποιος του είχε στήσει την παγίδα.

6. Κεφάλαιο :     Η ζωή κοντά στο Τέρας

Π ε ρ ί λ η ψ η :  Η Πεντάμορφη ζώντας κοντά στο Τέρας, διαπιστώνει την ευγένεια και την καλοσύνη του. Εκείνο της προτείνει διακριτικά να παντρευτούν και μολονότι υποφέρει με την άρνησή της, σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να επιτύχει το σκοπό του. Η Πεντάμορφη αναγνωρίζει τις αρετές του Τέρατος και τις καλές προθέσεις του απέναντί της, του δηλώνει ωστόσο με ειλικρίνεια ότι δεν το αγαπά και δεν επιθυμεί να το παντρευτεί.

Μαγικά Λόγια:«Σύρνουν τα πόδια της δροσιά και
Τα  μαλλιά της μόσκο,
Σύρνουν τα πασουμάκια της του Μάη
Τα λουλούδια»  ( σ. 149)

ΤΙΓΡΙΣ : Ο μπαμπάς της Πεντάμορφης πήγε στο κάστρο του Τέρατος για να δει την κόρη του. Το τέρας μπήκε στο δωμάτιό του, για να τους αφήσει μόνους. Τότε ο μπαμπάς ρώτησε την Πεντάμορφη αν θέλει να ξαναγυρίσει στο σπίτι τους κι εκείνη του είπε όχι. Θα μείνει για πάντα με το Τέρας, επειδή της άρεσε πολύ το παλάτι του. Η Πεντάμορφη με το Τέρας δεν βγαίνουν έξω, για να μην το βλέπουν οι άνθρωποι και φοβούνται. Η Πεντάμορφη ανησυχεί μην του επιτεθούν πολλοί μαζί με μαχαίρια. Δεν θέλει το Τέρας της να πεθάνει, κι έτσι αποφεύγουν τους ανθρώπους.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ: Η Πεντάμορφη με το Τέρας και το μπαμπά της τρώνε μαζί στο κάστρο. Από την πρώτη στιγμή που έφτασαν, η Πεντάμορφη σκέφτηκε να μείνει εκεί. Το Τέρας δεν της φάνηκε άσχημο. Φορούσε ωραία ρούχα και στο πρόσωπό του είχε βάλει κόκκινο χρώμα, που του πήγαινε. Αυτά τα έκανε, για να μην τρομάξει την Πεντάμορφη. Μετά από λίγο καιρό όμως έφυγε το μακιγιάζ του Τέρατος και δεν άρεσε πια στην Πεντάμορφη. Πήγε λοιπόν στον πατέρα της που κοιμόταν και του είπε πως ήθελε να φύγουν. Το Τέρας τους το επέτρεψε, τους ζήτησε όμως να ξανασυναντηθούν, για να μην πεθάνει από τον καημό του. ΄Ετσι ο μπαμπάς έστειλε τις άλλες κόρες του στο Τέρας. Εκείνες δέχτηκαν, επειδή το Τέρας είχε κότες που γεννούσαν μαγικά ραβδιά. Τα ήθελαν για να τους κάνουν όλους βάτραχους. Θα μεταμορφώνουν το Τέρας για να διασκεδάζουν. Η Πεντάμορφη με το μπαμπά της θα επιστρέψουν κάποτε στο παλάτι και θα μεταμορφώσουν και το Τέρας και τις κότες σε ανθρώπους. Το Τέρας θα μεταμορφώσει ύστερα σε κότες τις αδερφές της Πεντάμορφης, για να τις τιμωρήσει για την κακία τους.

7. Κεφάλαιο : Μια επιθυμία εκπληρώνεται

Π ε ρ ί λ η ψ η :  Το Τέρας φροντίζει να εκπληρώσει την επιθυμία της Πεντάμορφης να βρεθεί κοντά στον άρρωστο πατέρα της, αν και γνωρίζει ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μην την ξαναδεί ποτέ, γεγονός που θεωρεί ολέθριο για τη ζωή του. Ουσιαστικά δηλαδή θυσιάζεται, προκειμένου η Πεντάμορφη να νιώθει ευτυχισμένη.

Μαγικά Λόγια: «Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω,
Και μπαίνω μέσα, κάθομαι, και μαύρα δάκρυα χύνω»

( σ. 200).

ΚΟΚΚΙΝΟ: Η Πεντάμορφη πηγαίνει με την άμαξα να δει τον πατέρα της, που έχει απομείνει μόνος. Το Τέρας θα την συνοδέψει, για να την προστατέψει. Η Πεντάμορφη άρχισε να τρέχει γρήγορα την άμαξα, για να κρατήσει ισορροπία, επειδή είχε μόνο δύο ρόδες. Όμως το Τέρας ζαλίστηκε και έκανε εμετό. Συνάντησαν έναν τροχονόμο και τους είπε ότι δεν μπορούσαν να περάσουν χωρίς να πληρώσουν διόδια. Η Πεντάμορφη απάντησε: «Συγγνώμη αλλά είμαι πολύ φτωχή». Και τότε είπε το Τέρας «Θα πληρώσω εγώ τα χρήματα». Το εμπόδιο σηκώθηκε και πέρασαν. Στο σπίτι της η Πεντάμορφη φιλοξένησε το Τέρας στο δωμάτιο που έμεναν οι αδερφές της, που τώρα είχαν παντρευτεί. Μετά από λίγες μέρες το Τέρας θα φύγει για να ετοιμάσει το παλάτι. Η Πεντάμορφη θα επιστρέψει αργότερα με την άμαξά της, που θα οδηγεί ο πατέρας της αυτή τη φορά, γιατί θα ζήσει κι εκείνος κοντά τους.

8. Κεφάλαιο : Ένα καταχθόνιο σχέδιο

Π ε ρ ί λ η ψ η :  Η Πεντάμορφη παγιδεύεται από τις αδερφές της που ισχυρίζονται ότι υποφέρουν με την ιδέα ότι θα την αποχωριστούν και πάλι, οπότε αποφασίζει να παρατείνει τη διαμονή της στο πατρικό της σπίτι. Η στάση των δύο αδερφών πηγάζει από τη ζήλια τους για την Πεντάμορφη. Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι αν την παρασύρουν να αθετήσει την υπόσχεσή της στο Τέρας ότι θα επιστρέψει σύντομα κοντά του, εκείνο θα εξοργιστεί μαζί της και θα την σκοτώσει.

Μαγικά Λόγια: «Από τα ξένα όπου βρεθώ, μηνύματα σου στέλνω
Με τη δροσιά της ΄Ανοιξης, την πάχνη του Χειμώνα»

( σ. 199).

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ: Ο μπαμπάς της Πεντάμορφης πήγε στο παλάτι του Τέρατος να το ειδοποιήσει ότι η κόρη του δεν θα γυρίσει εκεί. Θα περιμένει τις αδερφές της. Το Τέρας της έστειλε ένα δωράκι. Μια μέρα που η Πεντάμορφη είχε πάει να ψωνίσει μπανάνες, πέρασε από το παλάτι για να αφήσει μερικές για το Τέρας. Το βρήκε στο κρεβάτι του άρρωστο. Είχε πιει δηλητηριασμένο γάλα για να πεθάνει, επειδή δεν ερχόταν η Πεντάμορφη. Εκείνη ειδοποίησε το γιατρό και το Τέρας έγινε καλά. ΄Επειτα το Τέρας ειδοποίησε το μπαμπά της Πεντάμορφης αν θέλει να πάει να ζήσει μαζί τους, γιατί η κόρη του δεν μπορούσε να περπατήσει. Την πονούσαν τα πόδια της από τη μέρα που έτρεχε για να φέρει το γιατρό στο Τέρας.

ΤΙΓΡΙΣ:Το Τέρας πήγε να πάρει την Πεντάμορφη από το σπίτι της. Είπε στο μπαμπά της ότι την είχε αγαπήσει κι εκείνος του έδωσε την άδεια να την παντρευτεί. Οι αδερφές της εκνευρίστηκαν πολύ και σκέφτηκαν να δηλητηριάσουν αμέσως την Πεντάμορφη. Της έφτιαξαν κοτόπουλο κι έριξαν μέσα σκόνη δηλητήριο. Εκείνη στην αρχή δεν το έτρωγε, είπε «μυρίζει σαν φάρμακο». Οι αδερφές της είπαν ότι δεν έχει τίποτα κακό κι έτσι η Πεντάμορφη το δοκίμασε και αμέσως πέθανε. Όταν την είδαν ο μπαμπάς της με το Τέρας, της έριξαν μαγικό νερό από τη λίμνη κι η κοπέλα ζωντάνεψε. Την αγκάλιασαν και τιμώρησαν τις κακές αδερφές.

ΠΟΥΛΑΚΙ: Η Πεντάμορφη δεν άκουσε τις αδερφές της που ήθελαν να την κρατήσουν στο σπίτι και επέστρεψε στο Τέρας. Εκείνο είχε λουστεί, γιατί την περίμενε, κι έψαχνε την κολόνια του. Η Πεντάμορφη τριγύριζε παντού και το φώναζε. ΄Ομως το Τέρας χωρίς κολόνια δεν έβγαινε από την τουαλέτα, για να μην μυρίζει άσχημα.  Αφού την βρήκε κι έριξε και στα μαλλιά του, βγήκε να την υποδεχτεί.

9. Κεφάλαιο : Η ώρα της επιστροφής

Π ε ρ ί λ η ψ η :  Μόλις η Πεντάμορφη παραβαίνει την υπόσχεσή της στο Τέρας να επιστρέψει κοντά του την καθορισμένη μέρα, το ονειρεύεται να βρίσκεται πεσμένο στο έδαφος με τα μάτια του κλειστά. Η ηρωίδα ξυπνά πολύ αναστατωμένη και αποφασίζει να επιστρέψει αμέσως κοντά του, γιατί ανησυχεί για τη ζωή του. Αισθάνεται τρομερές τύψεις, καθώς θεωρεί ότι το ενδεχόμενο να κινδυνεύει το Τέρας είναι συνέπεια της δικής της στάσης. Αφού η Πεντάμορφη γυρίζει παντού στο παλάτι, καλώντας το Τέρας και δεν το συναντά πουθενά, η αγωνία της κορυφώνεται. Τελικά το βρίσκει στον κήπο, ακριβώς όπου και όπως το ονειρεύτηκε. Είναι εξαντλημένο από την ασιτία, επειδή επέλεξε να πεθάνει παρά να ζει χωρίς εκείνη. Η Πεντάμορφη το αγκαλιάζει με απόγνωση, καθώς τώρα αντιλαμβάνεται ότι αυτό που αισθάνεται για το Τέρας δεν είναι απλή συμπόνια αλλά είναι αγάπη.

Μαγικά λόγια: «Είδα τον ουρανό θολό και τ’ άστρα ματωμένα» (σ. 128).

ΤΙΓΡΙΣ :Η Πεντάμορφη έχει γυρίσει στο παλάτι. Νύχτωσε και ακόμη δεν έχει συναντηθεί με το Τέρας. Ψάχνει παντού. Το βρίσκει στον κήπο, ξαπλωμένο δίπλα στο ποτάμι. Είχε φορέσει μια όμορφη μάσκα και τα καλά του ρούχα για την Πεντάμορφη. Την περίμενε στον κήπο αλλά ζαλίστηκε κι έπεσε στο χορτάρι. Εκεί το βρήκε η Πεντάμορφη και του έφερε νερό απ’ το ποτάμι, για να συνέλθει. Εκείνο της έκανε πρόταση γάμου και της χάρισε ένα δαχτυλίδι με χρυσόσκονη. Η Πεντάμορφη δέχτηκε αλλά στο γάμο άλλαξε γνώμη γιατί το Τέρας έβγαλε τη μάσκα που είχε φορέσει για να φαίνεται όμορφο. ΄Ετσι η Πεντάμορφη δεν το παντρεύτηκε και το Τέρας πέθανε απ’ τον καημό του.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ: Η Πεντάμορφη έφτασε στο παλάτι και βρήκε το Τέρας άρρωστο. Είχαν ρίξει δηλητήριο  οι αδερφές της στη  σκόνη σοκολάτα που του έστειλαν.  Όταν το Τέρας έγινε καλά, αρρώστησε ο μπαμπάς της Πεντάμορφης. Το Τέρας κουβάλησε με την άμαξά του το πιάνο στο σπίτι της, για να παίζει εκείνη και να τραγουδάει στον άρρωστο. Ο μπαμπάς έλεγε συνέχεια στην κόρη του: «Πεντάμορφη αυτός είναι καλός άντρας για σένα». Έτσι εκείνη αποφάσισε να το παντρευτεί.

ΛΟΥΛΟΥΔΙ Το Τέρας έμοιαζε τώρα πιο όμορφο, επειδή ήταν χαρούμενο που η Πεντάμορφη είχε δεχτεί να το παντρευτεί. Όταν όμως έφτασε η ώρα του γάμου, τα λουλούδια που πήρε η Πεντάμορφη για το Τέρας ήταν ψεύτικα ενώ αυτά που της πρόσφερε το Τέρας ήταν αληθινά. Η Πεντάμορφη είχε μετανιώσει για την απόφασή της να παντρευτεί το Τέρας, γιατί  έπαιρνε την οδοντόβουρτσά της.

ΠΟΥΛΑΚΙ :Η Πεντάμορφη είναι πεσμένη πάνω στο Τέρας και προσπαθεί να το ξυπνήσει. Ξυπνάει όταν εκείνη του λέει: «Σας δίνω το χέρι μου». Όμως το Τέρας φοβάται μην γίνει ρεζίλι στο γάμο για την εμφάνισή του και σκέφτεται να παντρευτούν νύχτα, να έχουν μόνο μικρά φωτάκια και να είναι μόνοι τους. Η Πεντάμορφη καλεί τη νουνά της που είναι νεράιδα, για να κάνει πυροτεχνήματα.

10. Κεφάλαιο : Η μεταμόρφωση

Π ε ρ ί λ η ψ η :  Τη στιγμή που η Πεντάμορφη φανερώνει τα αισθήματά της για το Τέρας, ο ουρανός φωτίζεται και το Τέρας τής φαίνεται πανέμορφο. Η μεταμόρφωσή του σε νεαρό πρίγκιπα, όπως ο ίδιος της εξηγεί, οφείλεται στην αγάπη της, που έλυσε τα μάγια εξαιτίας των οποίων είχε έως τότε αυτήν την τρομακτική όψη.

Μαγικά λόγια΄Ελαμψ΄ο γιαλός, λάμψαν τα περιγιάλια (σ. 145).

ΛΟΥΛΟΥΔΙ : Η Πεντάμορφη δεν πήγαινε ποτέ μόνη της στο σπίτι του μπαμπά της, επειδή το Τέρας φοβόταν να μην την φάει ο λύκος. Η μοναδική φορά που έφυγε μόνη της, ήταν όταν είδε το Τέρας πεθαμένο και φοβήθηκε. Το Τέρας πέθανε όταν ήπιε το φίλτρο που του έδωσε μια μάγισσα. Της το είχε ζητήσει, για να γίνει όμορφο και να αρέσει στην Πεντάμορφη. Όμως μόλις το ήπιε, πέθανε. Η Πεντάμορφη γύρισε με το μπαμπά της στο παλάτι αλλά εκεί που πριν ήταν το Τέρας πεθαμένο, τώρα είδαν ένα όμορφο παιδί. Τού είπαν «Ποιος είσαι εσύ;» κι αυτός τους είπε πως είναι το Τέρας. Έτσι αποφάσισαν να παντρευτούν.


ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ : Η Πεντάμορφη βλέπει μπροστά της τον πρίγκιπα. Είναι το Τέρας, που τον έχει μεταμορφώσει σε πρίγκιπα το ουράνιο τόξο, που ήταν ο καλύτερος φίλος του. Τον μεταμόρφωσε γιατί το Τέρας είχε γεράσει πολύ και κινδύνευε πια να πεθάνει. Την ώρα του γάμου του πρίγκιπα με την Πεντάμορφη έγινε σεισμός και η Πεντάμορφη έσπασε το χέρι της. Το σεισμό τον είχαν προκαλέσει οι αδερφές της νύφης, για να χαλάσουν το γάμο.

11. Κεφάλαιο : Δικαιοσύνη


Π ε ρ ί λ η ψ η :  Στη λαμπρή γαμήλια τελετή που ακολουθεί, η νεράιδα που προστατεύει την Πεντάμορφη, απονέμει δικαιοσύνη, μετατρέποντας σε αγάλματα τις ζηλιάρες αδερφές της.

Μαγικά λόγια: «Το δρόμον όπου πέρασα δεν τον ξαναδιαβαίνω»  (σ. 208).

ΠΟΥΛΑΚΙ : Η νεράιδα έχει πετρώσει τις αδερφές της Πεντάμορφης κι εκείνη ανεβαίνει κάθε μέρα σε μια σκάλα και τους δίνει νερό. Μια φορά τους έδωσε ένα φίλτρο που είχε φτιάξει η νεράιδα κι εκείνες έγιναν αμέσως καλές και γύρισαν στους άντρες τους.

Συμπεράσματα για τις μορφές, τις δράσεις και τα συναισθήματα των ηρώων του παραμυθιού στα κείμενα των νηπίων:

Στο σημείο αυτό θα συνοψίσουμε τις εκδοχές των νηπίων για τη μορφή, τη δράση και τα συναισθήματα των ηρώων του έργου, όπως αυτές αποτυπώνονται στο σύνολο των κειμένων τους. Διαπιστώνουμε ότι δίνεται έμφαση στη δράση των ηρώων, από την οποία κυρίως προκύπτουν τα συναισθήματά τους. Παρατηρείται δε μεγάλη σχέση ανάμεσα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά των προσώπων, την εμφάνισή τους και τον ψυχικό τους κόσμο, όπως ακριβώς συμβαίνει στα παραμύθια, όπου κυριαρχεί η ταύτιση του καλού με το όμορφο και του κακού με τα άσχημο. Ωστόσο τα στοιχεία των συγκεκριμένων λογοτεχνικών προσώπων που αποδίδονται από τα διάφορα νήπια, αποκλίνουν σημαντικά μεταξύ τους. Το Τέρας για παράδειγμα, σε κάποιες αφηγήσεις κατασπαράζει τον πατέρα της Πεντάμορφης ενώ σε άλλες τον φοβάται και μόνο γι’ αυτόν το λόγο συμπεριφέρεται καλά στην κόρη του. Επίσης κάποτε επιδιώκει να σκοτώσει την Πεντάμορφη και άλλοτε επιθυμεί να την υπηρετεί χωρίς να προσδοκά τίποτα περισσότερο από αυτήν. Όταν πάλι το Τέρας με την Πεντάμορφη γίνονται ζευγάρι, έχει προηγηθεί σύγκλιση των χαρακτηριστικών τους. Είτε δηλαδή το Τέρας παύει να είναι άσχημο, φροντίζοντας τα μαλλιά, το μακιγιάζ και τα ρούχα του είτε η Πεντάμορφη έχει γίνει κακιά και άσχημη είτε και οι δυο τους είναι κανονικοί άνθρωποι, που μεταμφιέζονται, φορώντας μάσκες τεράτων, για να τρομάζουν τον κόσμο. Επιπλέον τα χαρακτηριστικά των ηρώων στις αφηγήσεις των νηπίων δεν  παραμένουν σταθερά. Συνήθως μεταβάλλονται με την επίδραση του μαγικού στοιχείου. Συγκεκριμένα, άλλοτε η Πεντάμορφη μετατρέπεται ξαφνικά σε κακό πλάσμα και άλλοτε οι αδερφές της γίνονται καλές, επειδή μαγεύονται από κάποια μάγισσα ή επειδή πίνουν κάποιο φίλτρο.  Κάποτε πάλι η ζήλια που οι αδερφές νιώθουν απέναντι στην Πεντάμορφη, τροφοδοτείται από τη διαφορετικότητα της, που όταν αίρεται, η ζήλια εξαφανίζεται. Στην αντίληψη των νηπίων στο βαθμό που η Πεντάμορφη εμφανίζεται αδύναμη να υπερασπιστεί τον εαυτό της όταν απειλείται από τις αδερφές της, συχνά το Τέρας και ο πατέρας της αναλαμβάνουν ρόλο τιμωρού απέναντί τους, συμμαχώντας μάλιστα κάποτε μεταξύ τους οι δυο τους.

Χαρακτηριστικό των αφηγήσεων των νηπίων συνιστά ότι τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές που εκδηλώνουν οι ήρωες, είτε είναι θετικά είτε αρνητικά, οδηγούν τις εξελίξεις σε αίσιο τέλος. Για παράδειγμα, η ζήλια των αδερφών της Πεντάμορφης, τής δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθεί την αγάπη του Τέρατος, που προσπαθεί να την προστατεύσει από εκείνες. Επίσης, όταν το Τέρας είναι ανεπιθύμητο στην Πεντάμορφη, η προσπάθεια των αδερφών της να το κατακτήσουν, την απαλλάσσει από την ενοχλητική πολιορκία του.
Σε αρκετών νηπίων τα κείμενα οι διαφορές στους χαρακτήρες των προσώπων αμβλύνονται, οι ήρωες δεν εμφανίζονται εξιδανικευμένοι, απόλυτα καλοί ή κακοί, αλλά περισσότερο πραγματικοί. Για παράδειγμα, αν και η Πεντάμορφη γνωρίζει την ευεργετική επίδραση που θα έχει το φιλί της στο Τέρας, τη δύναμή του να το μεταμορφώσει, αρνείται να το φιλήσει, για να το τιμωρήσει, επειδή εκείνο δεν της επιτρέπει να επισκεφτεί τον πατέρα της. ΄Η αποφασίζει να παντρευτεί μαζί του, μόνο και μόνο για να αντιμετωπίσει  τη δεινή οικονομική  κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η οικογένειά της.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4

Τ Ρ Ε Λ Α Ν Τ Ω Ν Η Σ Fan Club

 


Ο κόσμος στο πέρασμα των χρόνων αλλάζει. Ωστόσο κάποια στοιχεία του παραμένουν αναλλοίωτα, σταθερά. Ένα από αυτά είναι ευτυχώς η παιδική φύση. Τα παιδιά εξακολουθούν να αγαπούν το παιχνίδι, να συμπεριφέρονται παρορμητικά με κίνητρο την περιέργειά τους να γνωρίσουν τον κόσμο και να κάνουν σκανταλιές. Τέτοιος ακριβώς είναι και ο ήρωας του ομώνυμου έργου της Πηνελόπης Δέλτα  «Τρελαντώνης», όπως μαρτυρεί  το παρατσούκλι    που του έχουν προσδώσει. Ο αφηγητής του λογοτεχνικού αυτού έργου εμφανίζεται ως προσεκτικός παρατηρητής, που καταγράφει γεγονότα και συμπεριφορές χωρίς να εκφέρει προσωπική κρίση. Αν και δεν επιχειρεί σε καμία περίπτωση να νουθετήσει το μικρό αναγνώστη, ή μάλλον ακριβώς επειδή δεν το κάνει, το έργο τής Δέλτα έχει αδιαμφισβήτητα τεράστια παιδαγωγική δύναμη. Συγκεκριμένα, η συμπάθεια και ο θαυμασμός των τριών αδερφών του Τρελαντώνη αλλά και η έμπρακτη αναγνώριση των αρετών του από τα ενήλικα μέλη της οικογένειάς του, παρόλο που συχνά ταλαιπωρούνται από τα παθήματα που τού προκαλεί ο ζωηρός χαρακτήρας του, έχει ως συνέπεια τα παιδιά-αναγνώστες να ταυτίζονται μαζί του. Ο μικρός Αντώνης συνιστά για εκείνα ένα λαμπρό λογοτεχνικό πρότυπο. Έτσι το σύνολο των θετικών χαρακτηριστικών του, στα οποία περιλαμβάνονται η φιλαλήθεια, η ειλικρίνεια, η ανάληψη της ευθύνης για τις πράξεις του και η αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει τη σχέση του με  τα αδέρφια του παρά το γεγονός ότι στη ζωή τους κυριαρχεί ο φόβος της τιμωρίας από τους ενηλίκους, μας υποβάλλονται αβίαστα.

Στο νηπιαγωγείο μας οι μικροί μαθητές της σχολικής χρονιάς 2009-2010 απόλαυσαν τις αταξίες τού  συγκεκριμένου ήρωα και τις προσάρμοσαν  στις δικές τους εμπειρίες κι επιθυμίες ενώ επινόησαν πολλές ακόμη νέες περιπέτειες. Οι εμπνευσμένες αφηγήσεις τους -είτε ομαδικές είτε ατομικές- που τις μοιραζόμαστε μαζί σας, αποδεικνύουν πως ο Τρελαντώνης παραμένει ελκυστικός και προσιτός, όπως και για τις γενιές που προηγήθηκαν και προφανώς και για εκείνες που θ’ ακολουθήσουν. Θα μπορούσαμε λοιπόν άνετα να τον χαρακτηρίσουμε  διαχρονικό, κλασικό λογοτεχνικό ήρωα.

Των κειμένων των νηπίων που παρουσιάζονται στο Α΄ μέρος, προηγείται ο τίτλος τού κεφαλαίου στο οποίο αναφέρονται, μια φράση-κλειδί του αντίστοιχου αποσπάσματος που συνοψίζει όσο είναι δυνατόν το περιεχόμενό του, καθώς και μια πολύ σύντομη περίληψή του. Τα παρατιθέμενα μαθητικά κείμενα συνοδεύονται από το όνομα της ομάδας  ή του  ατόμου που τα δημιούργησε.
Στο Β΄ μέρος οι μαθητές μας αποδίδουν πρωτότυπα επεισόδια που φαντάστηκαν, με ήρωα πάντα τον Τρελαντώνη.  Τις αφηγήσεις τους, καθώς  αναφέρονται σε συγκεκριμένες γιορτές, επετείους, εποχές, με βάση τις ημερομηνίες που δημιουργήθηκαν, τις  μεταφέραμε στο α΄ ενικό πρόσωπο και τις δημοσιεύουμε  με μορφή ημερολογίου.

Πηνελόπης Δέλτα, Τ Ρ Ε Λ Α Ν Τ Ω Ν Η Σ , εκδ. Εστία
Σημείωση: Οι εικόνες της δημοσίευσης προέρχονται από την εικονογράφηση του μυθιστορήματος, με την προσθήκη χρώματος.

Μέρος Α΄

Οι βόλοι
«Μια μέρα, η Πουλουδιά βρήκε έναν αληθινό θησαυρό, βόλους, βόλους μαύρους, πολλούς σκόρπιους, μικρούς, ολοστρόγγυλους.» (σ. 17)
Περίληψη: Η Πουλουδιά βρίσκει στο δρόμο βόλους και ενθουσιάζεται. Παίζει με αυτούς και τους παίρνει μαζί της στο σπίτι. Δεν πτοείται καθόλου από το γεγονός ότι τα αδέρφια της δεν συμμερίζονται τον ενθουσιασμό της για το εύρημά της και δεν επιθυμούν να το μοιραστούν μαζί της.

Ο Τρελαντώνης δεν παίρνει βόλους για το σπίτι, γιατί δεν θέλει να παίζει βόλους με τα κορίτσια, επειδή τον κερδίζει πάντα η Αλεξάνδρα. Ούτε η Αλεξάνδρα με τον Αλέξανδρο παίρνουν, επειδή δεν τους αρέσει το χρώμα τους. Έτσι τους παίρνει όλους μαζί της η Πουλουδιά, που το αγαπημένο χρώμα της είναι το μαύρο. (Ελίνα)

Οι κατσίκες
«-Καλέ, τι είναι αυτά; Τι είναι αυτές οι βρώμες στην αυλή μας; Ποιος έμπασε κατσίκες εδώ;» (σ. 25)
Περίληψη:  Όταν η θεία βρίσκει στην αυλή τους βόλους τής Πουλουδιάς, αναρωτιέται πότε μπήκαν εκεί κατσίκες. Έτσι αποκαλύπτεται στα παιδιά τι ήταν εκείνοι οι βόλοι. Η Πουλουδιά αισθάνεται ντροπή για το πάθημά της και ταυτόχρονα φόβο μήπως η θεία την τιμωρήσει, αν μάθει πως εκείνη ευθύνεται για το λέρωμα της αυλής.

Ο Τρελαντώνης παίζει στο δωμάτιό του. Κάνει πύργους και κάστρα με τους κύβους του. Βρίσκεται εκεί, γιατί η θεία τον έχει βάλει τιμωρία. Νoμίζει ότι αυτός έφερε τους βόλους στην αυλή και τον έβαλε να τους μαζέψει. Ο Τρελαντώνης είπε στη θεία ότι το έκανε η Πουλουδιά αλλά η θεία δεν τον πίστεψε. (Χρώματα)

Όταν ο Γιάννης πηγαίνει στα ξαδέρφια του, μετά το παιχνίδι ο Αντώνης τού    δείχνει τους βόλους της Πουλουδιάς, που τους έχουν πετάξει στα σκουπίδια. Ο Γιάννης, που έχει κατσίκες στην αυλή του, εξηγεί στα παιδιά τι είναι αυτοί οι βόλοι. (Βαγγέλης)

Ο Αντώνης κοροϊδεύει την Πουλουδιά για τους βόλους της. Η Πουλουδιά θυμώνει με τον Τρελαντώνη κι εκείνος τότε για να την ηρεμήσει, τής κάνει αστείες γκριμάτσες. Έτσι η Πουλουδιά γελάει και δεν του κρατά πια μούτρα. Τους βόλους τους παίρνει ύστερα από τα σκουπίδια ο μικρός Αλέξανδρος και παίζει  μαζί τους (Αστέρι)

Οι κατσίκες είναι μέσα στην αυλή. Τις βρήκε ο Τρελαντώνης στο δάσος και τις έφερε εκεί, για να παίζει μαζί τους. Έφαγαν χορταράκι και κοιμήθηκαν. Όταν τις είδε η θεία, τις έδειρε με τη μαγγούρα, για να φύγουν. Όμως τα παιδιά τις θέλουν κι έτσι η θεία θα τις κρατήσει τελικά με τη συμφωνία να καθαρίζει ο Τρελαντώνης την αυλή. Η μαγείρισσα φτιάχνει παγωτό για τα παιδιά με το γάλα που κάνουν οι κατσίκες στην αυλή. Τα παιδιά νιώθουν πολύ καλά τώρα που πίνουν κατσικίσιο γάλα κι όλοι λένε μπράβο στον Τρελαντώνη. (Ουράνιο Τόξο)

Ο Γιάννης
« – Εγώ, σα μεγαλώσω, θα πάρω το Γιάννη!» (σ. 71)
Περίληψη: Ο Γιάννης κάνει ακροβατικά στη βροχή και τα μικρότερα ξαδέρφια του που τον παρακολουθούν πίσω από το τζάμι, εντυπωσιάζονται εξαιρετικά. Η Πουλουδιά πάνω στον ενθουσιασμό της δηλώνει στ’ αδέρφια της ότι όταν θα μεγαλώσει, θα παντρευτεί το Γιάννη, προκαλώντας ειρωνικές αντιδράσεις, καθώς την θεωρούν ανάξια να αποκτήσει τόσο σπουδαίο σύζυγο.

Η Πουλουδιά με το Γιάννη συζητάνε στην αυλή ψιθυριστά. Τα πρόσωπά τους δείχνουν χαρούμενα. Την επόμενη μέρα ο Γιάννης έρχεται κρυφά απ’ όλους, για να συναντήσει την Πουλουδιά. Εκείνη που πριν ντρεπόταν, τώρα πήρε θάρρος και είπε στο Γιάννη γιατί την κορόιδευαν τ’ αδέρφια της. Ο Γιάννης ούτε θύμωσε ούτε την κορόιδεψε που ήθελε να τον παντρευτεί. ( Ουράνιο Τόξο )

Όταν ο Γιάννης πάει στα ξαδέρφια του κι εκείνα του λένε ότι κάτι τον θέλει η Πουλουδιά. Επειδή όμως εκείνη ντρέπεται, του ζητάει μόνο να την βοηθήσει να μαζέψει τα παιχνίδια της. Μετά ο Γιάννης της ζητάει να βοηθήσει κι εκείνον
να μαζέψει τα δικά του παιχνίδια. Κι η Πουλουδιά λέει στ’ άλλα παιδιά «Τι σας φαίνεται παράξενο που μας βλέπετε μαζί; Αφού είμαστε ξαδέρφια». (Χριστίνα)

Η Πουλουδιά μυρίζει τα τριαντάφυλλα του κήπου. Κόβει ένα και ο Αντώνης τη ρωτάει τι θα το κάνει. Η Πουλουδιά απαντάει πως είναι για το Γιάννη. Ο Αντώνης θυμώνει, επειδή η Πουλουδιά θέλει ακόμη να παντρευτεί το Γιάννη. Ο Αντώνης το συζητάει με την Αλεξάνδρα και αποφασίζουν να το πουν στο Γιάννη. Εκείνος λέει στην Πουλουδιά πως δεν τη θέλει. Η Πουλουδιά όμως πιστεύει ότι ίσως αλλάξει γνώμη όταν μεγαλώσει. (Αθηνά)

Ο ναργιλές
« Είναι αναμμένος. Θέλεις να κάνω, όπως κάνει ο θείος, φούσκες στο νερό;» (σ. 83)
Περίληψη: Ο Αντώνης παίζει το θείο Ζωρζή και κάνει φούσκες με το ναργιλέ, όπως έχει δει εκείνον όταν καπνίζει. Όμως το κάπνισμα τού προκαλεί εμετό. Η θεία δεν τον τιμωρεί για την αταξία του, επειδή την ομολογεί ο ίδιος.

Ο Τρελαντώνης κάνει φούσκες με το ναργιλέ. Τότε μπαίνει στο σπίτι η θεία. Ο Τρελαντώνης τρέχει ν’ αφήσει το ναργιλέ στη θέση του. Όμως η θεία τον προλαβαίνει και τον δέρνει στο πισινό. Τότε ο Τρελαντώνης κάνει εμετό επί τόπου. Η θεία ανησυχεί και του πιάνει το μέτωπο. Ύστερα τον παίρνει αγκαλιά και τον πηγαίνει στο κρεβάτι του. Ο Τρελαντώνης δεν θα ξαναπάρει ποτέ πια το ναργιλέ, για να μην κάνει εμετό. Όμως η θεία θα του αγοράσει αυτό το μπουκαλάκι, που φυσάς και φεύγουν φούσκες  (Λεγεώνα)

Ο Τρελαντώνης βρίσκει στην άμμο ένα λάστιχο και με αυτό κάνει μπουρμπουλήθρες στη θάλασσα. Του αρέσει να κάνει μπουρμπουλήθρες. Μια φορά είχε κάνει με το ναργιλέ του θείου. Ο θείος είχε πάει στη λαϊκή να ψωνίσει, για να μαγειρέψει η θεία. Η θεία ήταν στην κουζίνα και τα κορίτσια είχαν πάει στις κούνιες το μικρό Αλέξανδρο. Έτσι ο Αντώνης που ήταν μόνος, μπήκε στο δωμάτιο του θείου και πήρε το ναργιλέ. Όμως όταν έκανε φούσκες, έτρεξε στο μπάνιο του θείου και έκανε εμετό. Για να καθαρίσει, τα δοκίμασε όλα, τη σφουγγαρίστρα, το σφουγγάρι και τελικά τα κατάφερε. Το μπάνιο έγινε λαμπερό και κανένας δεν κατάλαβε τίποτα.  (Μαρία 1)

Μπάτης ο γουρλής
« Πήρε τη φόρα του, έτρεξε, πήδηξε… κι έπεσε, πλουφ! μέσα στη στέρνα» (σ. 118)
Περίληψη: Ο Τρελαντώνης παίζει με τα ξαδέρφια του στον κήπο τους. Η Κλειώ τον προκαλεί, λέγοντάς του ότι δεν μπορεί να πηδήξει πάνω απ’ τη στέρνα. Εκείνος δοκιμάζει και πέφτει μέσα στο νερό. Η καλή του άσπρη φορεσιά γίνεται χάλια. Τα ξαδέρφια του γελάνε με το πάθημά του ενώ τα αδέρφια του ανησυχούν, επειδή πιστεύουν ότι η θεία θα τον τιμωρήσει αυστηρά.

Η θεία έπλυνε και σιδέρωσε την καλή στολή του Αντώνη κι έγινε καινούρια. Της ζήτησε να τη φορέσει και να πάει με τους φίλους του για παγωτό. Υποσχέθηκε να μην τη λερώσει κι έτσι η θεία το δέχθηκε. Μετά το παγωτό όμως σκέφτηκαν να πάνε στη θάλασσα. Ο Αντώνης έβγαλε τα ρούχα του και τα ακούμπησε στην ψάθα, για να κολυμπήσει. Τα ρούχα όμως τσαλακώθηκαν. Γύρισε στο σπίτι και μπήκε απ’ το παράθυρο, για να μην τα δει η θεία. Είδε όμως το μαγιώ του, που το είχε απλώσει στον ήλιο και τα κατάλαβε όλα. Έτσι τον τιμώρησε να μην ξαναπάει για μπάνιο όλο το Καλοκαίρι. (Χρώματα)

Την πιο κρύα μέρα του Φθινοπώρου ο Αντώνης φορά το μπουφάν, το κασκόλ και το σκουφάκι του και πηγαίνει κρυφά στο σπίτι του Γιάννη, όπου δεν είναι κανείς. Μπαίνει στον κήπο και πηδάει πάνω από τη στέρνα. Έβαλε όλη του τη δύναμη κι έτσι αυτήν τη φορά τα κατάφερε. Το είπε μόνο στα αδέρφια του, που του υποσχέθηκαν να μην τον μαρτυρήσουν στο θείο και στη θεία. (Λεγεώνα)

Η μάχη
«… -Πώς θα πολεμήσομε; ΄Η ΄Ελληνες θα είναι οι στρατιώτες σου ή Τούρκοι! Αφού οι δικοί μου είναι Έλληνες, οι δικοί σου πρέπει να είναι Τούρκοι!» (σσ. 136-137)
Περίληψη: Ο Αντώνης με τον Αλέξανδρο στήνουν τα στρατιωτάκια τους, για  να παίξουν μάχη. Το παιχνίδι εξελίσσεται σε κανονική μάχη, που συμμετέχουν όλα τα αδέρφια.

Πρώτος ρίχνει το βόλο του ο Αντώνης και πέφτουν κάτω τα μισά στρατιωτάκια του Αλέξανδρου. Περνάει τότε από κει η Πουλουδιά και λέει στον Αλέξανδρο «Καλή επιτυχία», γιατί θέλει να κερδίσει εκείνος. Όμως το χεράκι του Αλέξανδρου ήταν ιδρωμένο και ο βόλος του γλίστρησε και κύλησε χωρίς να χτυπήσει κανένα στρατιώτη του Αντώνη. Δεν θα νικήσει κανένας, γιατί η Πουλουδιά μπαίνει συνέχεια στη μέση και δεν τους αφήνει να παίξουν. Δεν θέλει με τίποτα να νικήσει ο Αντώνης, γιατί ύστερα κάνει τον έξυπνο. (Ευαγγελία)

Επειδή όποτε παίζουν κυνηγητό, δεν μπορούν να πιάσουν τον Αντώνη, ο Αλέξανδρος ζητάει να παίξουν με τα στρατιωτάκια. Τα δυο κορίτσια κάθονται δίπλα στον Αλέξανδρο, επειδή θέλουν να νικήσει εκείνος. Όμως νικάει ο Αντώνης. Αλλά δεν στεναχωριούνται, γιατί αμέσως μετά το παιχνίδι ο Αντώνης πηγαίνει κι αγοράζει μια καρδούλα κι ένα ροζ μπαλόνι για την Πουλουδιά, που έχει τα γενέθλιά της. Της Πουλουδιάς της αρέσει πολύ η έκπληξη και δίνει σε όλους από ένα φιλάκι στο μάγουλο.  (Μαρία 2)

Η βάρκα


« – Να ‘χεις μια τέτοια βάρκα… και να ‘σαι καπετάνιος! σκέφτηκε με λαχτάρα» (σ. 165).
Περίληψη: Ο Αντώνης με το φίλο του λύνουν μια βάρκα και ξανοίγονται στη θάλασσα. Όμως ο καιρός αγριεύει, τα κύματα παίρνουν τα κουπιά κι η ζωή τους κινδυνεύει. Οι δικοί τους τούς εντοπίζουν και τους σώζουν.

Ο θείος έχει ανέβει σ’ ένα καράβι και περιμένει τη θεία και τα παιδιά, για να ταξιδέψουν στο νησί. Πηγαίνουν εκεί σε μια φάρμα, για να αγοράσουν αυγά, επειδή στο θείο αρέσουν πολύ οι ομελέτες. Ο Αντώνης πηγαίνει μαζί, για να χαϊδεύει τις κότες. Ο θείος στο ταξίδι ψαρεύει με καλάμι. Η θεία κοιτάζει τη θάλασσα και τα παιδιά παίζουν με τα παιχνίδια που φέρνουν από το σπίτι τους. Όταν φτάνουν στο νησί, παίζουν με την άμμο.  (Χρώματα)

Ο Τρελαντώνης έχει βάλει τη βάρκα του στη μπανιέρα. Την σπρώχνει με το χέρι του πέρα δώθε. Η Πουλουδιά τον ρωτάει αν μπορεί να πάρει κι αυτή τη βάρκα της να παίξουν μαζί. Όμως η βάρκα της Πουλουδιάς δεν προλαβαίνει τη βάρκα του Αντώνη, που είναι πιο γρήγορη. Τότε παίρνει τη βάρκα του και μπαίνει στο παιχνίδι κι ο Αλέξανδρος. Η Αλεξάνδρα τους ψάχνει. Θέλει να τους δείξει ένα μικρό καραβάκι που είχε βρει. Το είχε ο μπαμπάς τους, όταν ήταν παιδάκι. Το δοκίμασαν κι αυτό ήταν το πιο γρήγορο απ’ όλα.  (Αστέρι)

Ο Τρελαντώνης πετάει πέτρες στη θάλασσα. Εκεί τον βρίσκει ο φίλος του ο Αλέκος και του λέει «μπαίνουμε στη βάρκα;» Αλλά έκανε φουρτούνα, το σχοινί κόπηκε κι η βάρκα βρέθηκε μακριά από τη στεριά. Τα παιδιά φοβήθηκαν να μην πνιγούν. Τότε είδαν τα κουπιά στον πάτο της βάρκας. Τα πήραν κι άρχισαν να κάνουν κουπί. Πέρασαν κάτω από μια γέφυρα. Κάποιος που ψάρευε από κει τους φώναξε: «Παιδιά, πώς βρεθήκατε μέσα;» Εκείνοι του ζήτησαν βοήθεια. Ο άνθρωπος ειδοποίησε ένα φίλο του που έχει ζωολογικό κήπο κι αυτός βρήκε μια άλλη βάρκα και πήγε και τους έσωσε.  (Λεγεώνα)

Τα δυο παιδιά, ο Αντώνης με τον Αλέκο είναι μέσα στη βάρκα. Τα κύματα πηγαίνουν τη βάρκα μακριά από τη στεριά. Με τα κουπιά τους δεν μπορούν να την σταματήσουν κι ο Αλέκος αρχίζει να κλαίει. Τα κύματα τούς παρασύρουν όλο και πιο βαθιά. Τώρα θέλει να κλάψει και ο Αντώνης. Όμως ο καιρός ξαφνικά γύρισε. Τα κύματα πήγαιναν προς την παραλία κι έβγαζαν σιγά-σιγά και τη βάρκα τους. Έτσι σώθηκαν. Όταν γύρισαν στα σπίτια τους κανένας δεν κατάλαβε τι είχε συμβεί.  (Ευαγγελία)

Μέρος Β΄

Από το Ημερολόγιο του Τρελαντώνη

2 Ιανουαρίου
Όταν η θεία βγήκε από το σπίτι και ο θείος έπλενε κάτω το αμάξι,  κλείστηκα στο δωμάτιό μου για να μην με δουν τ’ αδέρφια μου και έσπασα το παιχνίδι που μού έφερε δώρο ο Αϊ-Βασίλης. Ο Άγιος Βασίλης γύρισε τότε από την καμινάδα και μού είπε ότι θα το σκεφτεί πολύ αν θα μού ξαναφέρει ποτέ δώρο. Έμεινα στο δωμάτιο κι έκλαιγα. Αυτό που έγινε το κράτησα απ’ όλους μυστικό. Κι όταν τ’ αδέρφια μου με ρώτησαν τι έχω, τους είπα ότι χτύπησα μ’ ένα παιχνίδι. (Ουράνιο τόξο)

28 Ιανουαρίου
Bαρέθηκα να βλέπω τηλεόραση και πήγα να παίξω με τ’ αυτοκινητάκια μου. Ένα αυτοκινητάκι μπήκε κάτω απ’ το κρεβάτι και δεν μπορούσα να το πιάσω. Πήρα ένα μεγάλο ξύλο της θείας και το έπιασα. Όμως, όπως πήγα να το πιάσω, μού έπεσε το βάζο με τα λουλούδια κι έσπασε. Μάζεψα όλα τα γυαλιά και τα λουλούδια και τα έριξα στα σκουπίδια. Όταν γύρισε η θεία, με ρώτησε τι έγινε το βάζο. Εγώ της είπα ότι έπεσε όταν πήρα το ξύλο, για να χτυπήσω τους κακούς, που θα έρχονταν στο σπίτι. Έτσι η θεία μού είπε μόνο: «Μπράβο αγοράκι μου!»  (Γιώργος)

23 Φεβρουαρίου


Παίζω στο δωμάτιό μου με τα παιχνίδια μου, γιατί είμαι άρρωστος. Αρρώστησα από τις κάμπιες. Η θεία πήγε και μου αγόρασε φάρμακο. Επειδή μένω μέσα, μένουν κοντά μου τ’ αδέρφια μου, για να μου κάνουν παρέα. Έκανα εμετό κι η θεία τον καθάρισε χωρίς να με μαλώσει. Μου είπε ότι έκανα εμετό από την πίτσα. Έτσι δεν θέλω να ξαναφάω ποτέ πίτσα.  (Αστέρι)

15 Μαρτίου
Έπαιζα μπάλα. Σκέφτηκα όμως να γελάσω λιγάκι. Παράτησα τη μπάλα και ντύθηκα βρυκόλακας. Πήγα στην Αλεξάνδρα. Ήταν στο δωμάτιό της μόνη και ζωγράφιζε. Μόλις με είδε, βγήκε τρέχοντας για να ζητήσει τη βοήθεια της θείας. Της είπε να πάρει τη σκούπα, για να διώξει το βρυκόλακα. Όταν η Αλεξάνδρα έφυγε, έβγαλα τη στολή του βρυκόλακα, την έκλεισα στη ντουλάπα και πήγα να κρυφτώ στην αυλή. Η θεία έψαχνε να βρει τι τρόμαξε την Αλεξάνδρα. Έπαιζα μπάλα, για να μην με καταλάβει. Εκείνη όμως με έστειλε στο δωμάτιό μου για ολόκληρη τη μέρα. Είναι σίγουρη πως το έχω κάνει εγώ. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Η θεία ήρθε μέσα. Έμοιαζε σαν βρυκόλακας και μου έριξε τη δυνατότερη μπάτσα. Της είπα «θεία δεν ήμουνα εγώ», αλλά εκείνη συνέχισε τις μπάτσες. Μέτρησα πεντακόσιες. Ξύπνησα και  τότε μόνο κατάλαβα ότι όλα αυτά έγιναν στ’ όνειρό μου, ήταν ένας εφιάλτης. Σκέφτομαι πως αυτή είναι η χειρότερη μέρα της ζωής του. Ποτέ δεν είχα φάει περισσότερο ξύλο. Συνήθως έτρωγα δυο-τρεις  μπάτσες.  (Λεγεώνα)

1 Απριλίου
Είπα στους φίλους μου ότι μια φορά ένας ρινόκερος μπήκε στην αυλή μας και πάτησε ένα κόκορα απ’ το κοτέτσι μας. Έσπασε το ποδαράκι του και του βάλαμε ψεύτικο, που κουνιόταν με τηλεκοντρόλ. Οι φίλοι μου με πίστεψαν και ζήτησαν να τούς τον δείξω. Τους πήγα στην αποθήκη, που είναι στην πίσω μεριά του σπιτιού αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη κι έτσι έφυγαν. (Λεγεώνα)

Μετά είχα πάει με το θείο μου βόλτα στο δάσος. Για να κάνω φάρσα στη θεία μου, επειδή είναι Πρωταπριλιά, της είπα ότι συντήσαμε ένα λύκο και φοβήθηκα πολύ. Η θεία τρόμαξε και ρώτησε το θείο: «Είδατε λύκο;» Αυτός της είπε για πλάκα «ναι». Η θεία τον πίστεψε και ανησύχησε τόσο για μένα, που τού την άστραψε του θείου, για να μην με ξαναπάει στο δάσος.  (Αστέρι)

14 Μαΐου
Η θεία μού έφτιαξε γλυκό βατόμουρο, γιατί είπε, είμαι πολύ καλό παιδί σήμερα. Ο Γιάννης  ήρθε να μας επισκεφτεί. Παίξαμε «σκοτεινό δωμάτιο». Κάναμε κοπάνα απ’ το σχολείο κι είπαμε ψέματα ότι έχουμε αρρωστήσει. Η θεία μάς πίστεψε, γιατί με το πιστολάκι που στεγνώνουν τα μαλλιά είχαμε κάνει ζεστό το κούτελό μας. Όταν η θεία έφυγε για τη δουλειά, πήραμε τα κουζινικά, για να παίξουμε μουσική. Επειδή άρεσε πολύ στο Γιάννη, του τα έδωσα να τα πάρει σπίτι του, για να παίζει το αγαπημένο του τραγούδι. Μόλις η θεία επέστρεψε και ανακάλυψε ότι τα κουζινικά λείπουν, με ρώτησε κι εγώ είπα ψέματα στην αρχή ότι τα έκλεψαν, ύστερα όμως είπα ότι τα έδωσα στο Γιάννη.  (Χρώματα)

22 Ιουλίου
Τ’ αδέρφια μου φεύγουν από την παραλία. Ακούγεται ο θόρυβος από τα βοτσαλάκια που τα πατάνε. Εγώ έχω βγει από τη θάλασσα και κάθομαι στα βότσαλα. Βρήκα ένα μικρό κοχύλι. Θα τρέξω στο σπίτι, για να το δείξω σε όλους. Θα το φυλάξω στο συρτάρι του κομοδίνου μου.  Θα μαζέψω κι άλλα, για να φτιάξω ένα κολιέ για τη μαμά μου. Θα της το δώσω όταν έρθει από την Αλεξάνδρεια.  (Λεγεώνα)

23 Δεκεμβρίου
Στο σπίτι της θείας ετοιμάσαμε για τα Χριστούγεννα. Στολίσαμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Σκέφτηκα να παίξω μπάλα με τα στολίδια του δέντρου, γιατί η μπάλα μου έσκασε και πάει… Πρώτη με είδε η Πουλουδιά. Πήγε να το πει στη θεία αλλά ευτυχώς εκείνη δεν ξύπναγε.  (Φεγγάρι)

24 Δεκεμβρίου
Το πρωί η θεία είδε το δέντρο και μας φώναξε όλους να μας το δείξει. Σκέφτηκε ότι το έκαναν οι καλικάντζαροι. Όμως η Πουλουδιά είπε ότι με είδε το βράδυ να πετάω τις μπάλες του δέντρου. Η θεία τότε μού έδωσε ένα μπάτσο. (Αστέρι)

31 Δεκεμβρίου
Στο σπίτι ετοιμάζαμε γλυκό σοκολάτα. Λέρωσα τους τοίχους, τα έπιπλα, όλο το σπίτι με σοκολάτα. Η θεία θύμωσε πολύ και είπε ότι θα μας αφήσει χωρίς γλυκό για την Πρωτοχρονιά.  Με κλείδωσε στο δωμάτιο και στ’ αδέρφια μου έδωσε μπανάνες. Τελευταία στιγμή μετάνιωσε και μας έφτιαξε μια τούρτα με φράουλες. Μού έδωσε το πιο μικρό κομμάτι.  (Λεγεώνα)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5

Η «Αιολική Γη» πάει… Νηπιαγωγείο!

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Στις μέρες μας το «παιδικό βιβλίο» γνωρίζει μεγάλη άνθηση. Οι ενήλικοι προετοιμάζουν με προορισμό τα παιδιά έναν τεράστιο όγκο βιβλίων από τον οποίο οι ίδιοι ή τα παιδιά επιλέγουν εκείνα που θα διαβάσουν. Αυτό που ιδιαίτερα φροντίζουν είναι να δώσουν στα βιβλία ελκυστική μορφή και ταυτότητα «παιδικού βιβλίου», ώστε οι ενδιαφερόμενοι να τα επιλέξουν.

Στο πλαίσιο του προβληματισμού και των πειραματισμών μας σχετικά με την  καταλληλότητα για παιδιά αξιόλογων λογοτεχνικών έργων, που δεν έχουν ωστόσο αξιοποιηθεί εκδοτικά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, επιλέξαμε για λογοτεχνική διδασκαλία στα νήπια την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη. Στο βιβλίο ένα αγόρι αφηγείται τη ζωή του στη μικρασιατική ύπαιθρο την περίοδο έως τους διωγμούς του ’14. Στο διάστημα μέχρι τα Χριστούγεννα ολοκληρώθηκε η διδασκαλία του πρώτου κεφαλαίου, με τίτλο «Κιμιντένια» και του τρίτου, με τον τίτλο «Τα πεινασμένα τσακάλια». Από τα συγκεκριμένα κεφάλαια διαβάστηκαν αποσπάσματα. Μετά από την ανάγνωση κάθε αποσπάσματος, τα παιδιά το εικονογραφούσαν. Στη συνέχεια επέλεγαν μία από τις ζωγραφιές των συμμαθητών τους και ανέπτυσσαν την αφήγησή τους για το αντίστοιχο απόσπασμα, με σημείο αναφοράς τη ζωγραφιά που είχαν επιλέξει.

Έτσι ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη παρεμβαλλόταν ο «άλλος» αναγνώστης, ο διάλογός μας με το λογοτεχνικό κείμενο διευρυνόταν. Το σύνολο των παιδιών είχαν συνεπώς ουσιαστικό κίνητρο να παρακολουθήσουν προσεκτικά την ανάγνωση του κειμένου και κατά συνέπεια την ευκαιρία να το απολαύσουν, καθώς στη συνέχεια θα παρουσίαζαν την αναγνωστική τους ανταπόκριση στην ομάδα ανάγνωσης, που ήταν η σχολική τάξη. Επίσης τα νήπια επιμελούνταν ιδιαίτερα τις ζωγραφιές τους, ώστε αυτές να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των συμμαθητών τους και να χρησιμοποιηθούν στις αφηγήσεις τους.

Στη συνέχεια παρατίθενται τα σχετικά αποσπάσματα και ακολουθούν ορισμένες από τις αφηγήσεις και τις ζωγραφιές που αναφέρονται σε αυτά.

Το πρόγραμμα  υλοποιήθηκε στο 1ο Νηπιαγωγείο Ασπροπύργου με τους μαθητές του κλασικού τμήματος 2010-2011.

 

Κ Ι Μ Ι Ν Τ Ε Ν Ι Α

 

Α) Οι πρόγονοί μου δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ’ τα Κιμιντένια.Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας.Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε από τα Κιμιντένια κι η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τα’ αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του Καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.

Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξιδεύαν (σ. 30)

1. Το παιδάκι με τη μαμά του δεν έχουν φύγει για το κτήμα του παππού, γιατί δεν έχουν ακόμη λιώσει τα χιόνια στα Κιμιντένια. Όσο μένει στην πόλη, μαζεύει κοχύλια, για να κάνει κατασκευές όταν θα είναι στο κτήμα. Έτσι περνάει τον καιρό του στην εξοχή και όταν επιστρέφει στην πόλη, πουλά τις κατασκευές του στους φίλους του. Τα χρήματα που κερδίζει, τα δίνει στον παππού, για ν’ αγοράζει εργαλεία για το κτήμα (Γιάννης 1)

2. Τα Καλοκαίρια το παιδάκι μένει στο κτήμα του παππού. Σκάβουν μαζί με τον παππού το χώμα και βρίσκουν θησαυρούς, βραχιόλια και κολιέ, αντρικά και κοριτσίστικα παπούτσια. Αυτούς τους θησαυρούς τους έχει αφήσει ένας γίγαντας που έχει το παλάτι του ψηλά στα Κιμιντένια. Ο παππούς με το παιδάκι πηγαίνουν τους θησαυρούς στη γιαγιά. Ο γίγαντας είχε κι άλλους πολύτιμους θησαυρούς σ’ ένα μπαούλο στο παλάτι του. Κάποτε όμως μπήκαν άνθρωποι και τους έκλεψαν. Ο γίγαντας δεν μπόρεσε να τους εμποδίσει, γιατί κρατούσαν όπλα (Σοφία 1)

 

3.Τα Καλοκαίρια το παιδάκι με τον παππού μένουν κάτω απ’ τα Κιμιντένια. Ανεβαίνουν συχνά στο βουνό και βρίσκουν σπηλιές, που είναι γεμάτες νυχτερίδες. Σ’ αυτές μένουν ήρεμοι γίγαντες. Ανάμεσά τους υπάρχει και κάποιος, που ενώ είναι κακός, κάνει τον καλό. Θέλει να φάει το παιδάκι σούπα αλλά δεν θα τα καταφέρει, γιατί ο παππούς που είναι κυνηγός, παίρνει πάντα μαζί του ντουφέκι (Χριστίνα)

4. Στα παιδιά αρέσει πολύ το σπίτι του παππού, γιατί έχει όμορφα χρώματα. Συχνά πηγαίνει και παίρνει από εκεί τα παιδιά ένας πειρατής. Τα βάζει στο καράβι του και ταξιδεύουν σ’ ένα ελληνικό νησί. Ο πειρατής δεν είναι άγριος, δεν αρπάζει θησαυρούς και δεν τον φοβάται κανένας. Έχει αυτό το καράβι, για να πηγαίνει τους ανθρώπους για μπάνιο. Επειδή είναι φίλος του παππού, όταν πηγαίνει το σπίτι του, του έχουν δικό του δωμάτιο και τον φιλοξενούν (Ορέστης)

 

Β) Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι. Μα την ίδια στιγμή ένας καθαρός, καθαρότατος θόρυβος, ένα τικ τικ, έρχεται μες στη νύχτα απ’ το μέρος του Κίτρινου.

-Τ’ άκουσες επιτέλους;.. ψιθυρίζει στα σκοτεινά η φωνή της Άρτεμης, και θαρρώ πως τρέμει. Τ’ άκουσες;

-Αχ, τ’ άκουσα! Μουρμουρίζω κι εγώ με ταραχή. Τι να ‘ναι;

-Τα σπαθιά ξυπνούνε…, λέει εκείνη.

Μα τότε ξυπνά κι η Ανθίππη. Είναι η μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως δώδεκα χρονών κι είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας.

-Τι έχετε εσείς εκεί; Ρωτά σιγανά.

-Ανθίππη, άκου!…λέει η Άρτεμη, κι είναι η φωνή της σαν να γυρεύει βοήθεια. Τα σπαθιά ξυπνήσαν στο Κίτρινο!..

Η Ανθίππη ακούει κι ύστερα λέει ατάραχη:

-Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Κοιμηθείτε! (σ. 34-35).

 

1. Τα σπαθιά ξυπνούν, για να πολεμήσουν τους κακούς, που έχουν φτάσει έξω από το σπίτι του παππού. Ο παππούς θα τους νικήσει, οι κακοί όμως θα ξαναγυρίσουν και θα είναι περισσότεροι. Έτσι θα νικήσουν τον παππού και θα μπουν στο σπίτι. Θα τους πάρουν όλους, επειδή θέλουν τα χρήματά τους. Μετά από είκοσι μέρες, θα σκοτώσουν τον παππού και τη γιαγιά και θα αφήσουν τα παιδιά ελεύθερα (Γιάννης 2)

2. Έχει ανεμοστρόβιλο και ο παππούς με τη γιαγιά δεν μπορούν να βγουν από το σπίτι. Σε ένα ειδικό μέρος, σε ψηλές ντουλάπες έχουν σπαθιά, για να προστατεύονται από τους κλέφτες. Μέσα στον ανεμοστρόβιλο μπαίνουν κλέφτες κρυφά στο σπίτι, παίρνουν τα χρήματα και φεύγουν μακριά. Ο παππούς και η γιαγιά θα καταλάβουν ότι τα σπαθιά δεν μπορούν να τους προστατέψουν. Θα βάλουν κάμερες και από τότε δεν θα τους κλέβει κανείς (Νίκος)

 

ΤΑ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΑ ΤΣΑΚΑΛΙΑ

 

Α) Έρχονταν άλλες νύχτες, κι αυτές ήταν οι πιο πολλές, που ο Μεγάλος Δράκος, αποκάνοντας να φιλεύει και να κοιμίζει τα τσακάλια, τα’ άφηνε να ξεχυθούν στον κάμπο, στην οργωμένη γη, να φάνε και να χορτάσουν. Την άνοιξη, όταν οι καρποί ακόμα δεν είχαν γίνει, η επιδρομή τους ήταν ακίνδυνη, και κανένας στο κτήμα δε νοιαζόταν γι’ αυτή. Ακούγαμε τ’ άγρια ουρλιαχτά τους μακριά στο βάθος, αδύνατα στην αρχή, και τα περιμέναμε με αγωνία και φόβο.

-Θα ‘ρθουν άραγες ίσαμε δω;.. (σ. 51-52)

 

1. Τα παιδιά παίζουν έξω από το σπιτάκι του παππού. Όταν βραδιάζει, ακούν τα τσακάλια να ουρλιάζουν. Τα παιδιά μπαίνουν στο σπίτι, για να κοιμηθούν. Τα τσακάλια συνεχίζουν να ουρλιάζουν μέχρι να τα ακούσει ο Μεγάλος Δράκος και να πάει να τα ταϊσει. Ο Δράκος καμιά φορά κοιμάται και δεν τα ακούει. Τα τσακάλια ουρλιάζουν για να τον ξυπνήσουν. Τότε πηγαίνει δίπλα στο σπίτι των παιδιών και δίνει στα τσακάλια τροφή. Τα παιδιά όποτε βλέπουν το Δράκο, τρομάζουν (Παύλος)

2. Το παιδάκι έφαγε μακαρόνια και πήγε στο δωμάτιό του να κοιμηθεί. Ονειρεύτηκε το Μεγάλο Δράκο να μπαίνει στο σπίτι τους. Ξύπνησε τρομαγμένο και χώθηκε κάτω απ’ το κρεβάτι του, για να μην το βρει ο Δράκος. Εκεί το ξαναπήρε ο ύπνος. Όταν ξημέρωσε, τα είχε όλα ξεχάσει και δεν φοβόταν πια (Εύη)

 

Β) Ερχόταν όμως ο καιρός που ωριμάζαν οι καρποί, και τα μισογινωμένα τσαμπιά κρέμονταν απ’ τα κλήματα. Τότες το να μας ριχτούνε τα τσακάλια δεν ήταν χωρίς κίνδυνο όπως την άνοιξη. Αν τόσο μεγάλα κοπάδια πεινασμένα αγρίμια μπαίναν για μία μονάχα νύχτα μες στο κτήμα, την άλλη μέρα δεν θα βρισκόταν πια καρπός.

Γι’ αυτό οι άνθρωποι κοιτάζαν πώς να πολεμήσουνε το κακό και ν’ αντισταθούνε. Όλοι όσοι δουλεύανε στο υποστατικό, γυναίκες κι άντρες, χωρίζονταν σε τρεις βάρδιες. Η πρώτη ίσαμε τις δέκα τη νύχτα, η άλλη ίσαμε τα μεσάνυχτα,κι η τρίτη ως τις πρωινές ώρες. Περιμέναμε και, μόλις τα τσακάλια έρχονταν κοντά, χύνονταν όλοι κατά τα σύνορα του υποστατικού, βγάζοντας άγριες φωνές και χτυπώντας ντενεκέδες ή τούμπανα. Αν η νύχτα ήταν σκοτεινή, πολλοί βαστούσανε αναμμένες σκίζες δαδιά στα χέρια. Τ’ αγρίμια τρομαγμένα τραβιόνταν πίσω, λυσσασμένα ουρλιάζοντας, και χιμούσαν σ’ άλλα γειτονικά υποστατικά (σ. 54)

1. Η  Άρτεμη είναι στο σπίτι του παππού και ζωγραφίζει τα τσακάλια. Ύστερα κολλά τη ζωγραφιά στον τοίχο και φωνάζει τον παππού και τη γιαγιά να τους την δείξει. Ο παππούς προειδοποιεί την Άρτεμη να μην πλησιάσει ποτέ τα τσακάλια, γιατί θα της κάνουν κακό. Η Άρτεμη δεν το πιστεύει αυτό. Πηγαίνει σε μια σπηλιά, για να δει τα τσακάλια από κοντά. Ένα τσακάλι είναι πεινασμένο και την δαγκώνει. Όμως επειδή είναι παιδάκι, τα τσακάλια την αφήνουν να φύγει. Τώρα πια η Άρτεμη είναι σίγουρη πως τα τσακάλια είναι καλά και θα το πει στα αδέρφια της (Σοφία 2.)

 

2. Τα παιδιά παίζουν με τα καραβάκια που έχουν φτιάξει από πεύκο. Όταν νυστάζουν, πηγαίνουν για ύπνο. Το πρωί βρίσκουν στην αυλή τενεκέδες και τύμπανα και παίζουν μουσική. Ο παππούς με τη γιαγιά που πίνουν αυτήν την ώρα καφέ, ενοχλούνται από το θόρυβο και φωνάζουν τα παιδιά μέσα στο σπίτι. Τα παιδιά ρωτάνε πώς βρέθηκαν όλα αυτά στην αυλή και ο παππούς τους λέει για τον πόλεμο με τα τσακάλια, που νίκησαν οι άνθρωποι. Τα παιδιά στεναχωριούνται, γιατί θα ήθελαν να είχαν νικήσει τα πεινασμένα τσακάλια (Παναγιώτης)

3. Το παιδάκι βλέπει από το παράθυρό του τα τσακάλια, που τρώνε καρπούς από τα δέντρα. Ύστερα ο παππούς βγαίνει έξω, για να τους ρίξει κόκαλα από το φαγητό που μαγείρεψαν εχθές, επειδή τα τσακάλια δεν έχουν χορτάσει. Το παιδάκι βγαίνει μαζί του. Ο παππούς τού έχει μάθει να μην φοβάται να ταϊζει τα τσακάλια. Τα ζώα χόρτασαν και έφυγαν και τότε ο παππούς στόλισε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ύστερα σήκωσε το παιδάκι στην αγκαλιά του κι εκείνο έβαλε το αστέρι στην κορφή του δέντρου. Κι όλοι μαζί τραγούδησαν το τραγούδι «Αστεράκι μου λαμπρό» (Ιωάννα)

 

4. Τα κοριτσάκια παίζουν έξω με τις κούκλες τους. Όταν βλέπουν από μακριά τα τσακάλια να πλησιάζουν, τρέχουν μέσα στο σπίτι. Τα τσακάλια ψάχνουν στο κτήμα του παππού, για να βρουν τροφή. Έχουν κατέβει από το βουνό, επειδή εκεί δεν υπάρχει τίποτα να φάνε. Ευτυχώς στο κτήμα του παππού βρίσκουν πολλά κόκαλα. Ο παππούς ήξερε ότι τα τσακάλια θα έρθουν και το είχε πει στο παιδάκι. Έτσι εκείνο σκόρπισε κόκαλα, για να φάνε τα τσακάλια. Τα κορίτσια που τα είδαν όλα αυτά απ’ το παράθυρο, πήγαν και βρήκαν τον αδερφό τους στο δωμάτιό του κι έκαναν όλοι μαζί μια αγκαλιά (Σοφία 1)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6

2012… ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΕΣ. Εκπαιδευτικό πρόγραμμα

Εισαγωγή:  Τα παρακάτω κείμενα τα αφηγήθηκαν μαθητές του Νηπιαγωγείου μας των σχολικών ετών 2010-2011 και 2011-2012. Στην παρένθεση που ακολουθεί κάθε κείμενο παρατίθεται το όνομα του νηπίου που το αφηγήθηκε. Οι αφηγήσεις προέκυψαν με ερέθισμα το εγκιβωτισμένο απόσπασμα της Αιολικής Γης του Ηλία Βενέζη (σελίδες 76-77) όπου παρουσιάζεται μια διαφορετική αφηγηματική εκδοχή του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας. Στην εκδοχή αυτή τα στοιχεία του κλασικού παραμυθιού εμπλουτίζονται και διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις εμπειρίες του παππού του έργου, ο οποίος αφηγείται συχνά την παραλλαγμένη ιστορία στα εγγόνια του. Στην εκδοχή του είναι έκδηλη η αγάπη του για το φυσικό περιβάλλον όπου ζει. Η «Κοκκινοσκουφίτσα του παππού» χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για τους μαθητές μας, προκειμένου να δημιουργήσουν τις δικές τους πρωτότυπες αφηγήσεις. Τα νήπια αξιοποίησαν στοιχεία της κλασικής Κοκκινοσκουφίτσας , η οποία τούς ήταν ήδη γνωστή, καθώς και στοιχεία της Κοκκινοσκουφίτσας του Βενέζη, προχώρησαν δε σε τροποποιήσεις και ανατροπές τους, που αναδεικνύουν την ποιότητα της δημιουργικής σκέψης που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη ηλικία. Στα κείμενά τους καταγράφονται τα  συναισθήματα, οι επιθυμίες και τα ερεθίσματα που δέχονται, αφομοιώνουν και αξιοποιούν δημιουργικά.

Τα κείμενα  3-15 που ανήκουν στους μαθητές της περσινής χρονιάς προέκυψαν αναλυτικότερα ως εξής. Μετά από την ανάγνωση του αποσπάσματος της Αιολικής Γης, ζητήθηκε από τα παιδιά η εικονογράφησή του. Στη συνέχεια κάθε νήπιο επέλεγε μία από τις ζωγραφιές των συμμαθητών του και με βάση αυτήν ανέπτυσσε τη δική του αφηγηματική εκδοχή.

Όλα τα υπόλοιπα παιδικά κείμενα (εκείνα των φετινών μαθητών), προηγήθηκαν  από τις ζωγραφιές που αναφέρονταν σε αυτά. Αφού δηλαδή κάθε νήπιο ολοκλήρωνε την αφήγησή του, στη συνέχεια οι συμμαθητές του την εικονογραφούσαν.

Τα κείμενα των νηπίων παρουσιάζονται από τα ίδια ως θεατρική παράσταση στην ανοιχτή χριστουγεννιάτικη εκδήλωση του Νηπιαγωγείου μας. Για το λόγο αυτό τα συνδέσαμε στο παρακάτω έργο με την Πρωτοχρονιά, οπότε ο Άγιος Βασίλης φροντίζει  για την εκπλήρωση των επιθυμιών των παιδιών.

Οι ζωγραφιές, κάποιες από τις οποίες συνοδεύουν εδώ ενδεικτικά τα αντίστοιχα κείμενα, εκτίθενται  στην αίθουσα όπου πραγματοποιείται η χριστουγεννιάτικη εκδήλωση του Νηπιαγωγείου μας.                                                                                                       .

Σχεδιασμός προγράμματος- Σύνταξη δημοσίευσης- Επιμέλεια θεατρικού κειμένου:

Ελένη Α. Ηλία

                                  

2012… ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΕΣ

(Θ ε α τ ρ ι κ ό)

Μαμά: Φάε, γιατί αλλιώς θα φωνάξω τον κακό το λύκο.

Παιδάκι: Μαμά είναι κακός ο λύκος;

Μαμά.: Η Κοκκινοσκουφίτσα ξέρει. Ρώτησέ την.

Παιδάκι:  Θα ρωτήσω και το λύκο. Αλλά πού να τους βρω;

Μαμά:  Παρακάλεσε τον Άι-Βασίλη να τους στείλει εδώ.

Ακούγονται τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και στη σκηνή εισέρχονται τα νήπια ντυμένα Κοκκινοσκουφίτσες και Λύκοι. Κάθε νήπιο αφηγείται μία από τις ιστορίες που ακολουθούν. 

 

1.     

Η μικρή βελανιδιά που είναι φίλη μου, με γλίτωσε από το λύκο. Με πήγε στο      Μεγάλο Δάσος με τις βελανιδιές, ψηλά στα Κιμιντένια. Τα σκληρά κλωνάρια τους γέρναν σαν χέρια πάνω μου. Τα φύλλα τους έπεφταν σαν χρυσή βροχή. Μου φώναζαν: «Μείνε μαζί μας Κοκκινοσκουφίτσα!» Θα το κάνω και θα γίνω το μοναδικό ελάφι του δάσους. [Η Κοκκινοσκουφίτσα του παππού στην Αιολική Γη]

 

 

 

2.   Θα ήθελα να είχα αδερφάκια αλλά δεν έχω. Έτσι κάνω παρέα με τη γιαγιά μου. Παίζουμε μαζί επιτραπέζια. Η γιαγιά δεν τα ξέρει καλά κι έτσι την κερδίζω συνέχεια. Όταν φτάσω είκοσι χρονών, θα γίνω ελαφάκι. Οι βελανιδιές θα με μεταμορφώσουν, γιατί μέσα στο δάσος δεν υπάρχει κανένα ελαφάκι. Θα χοροπηδάω ανάμεσά τους, θα σκαρφαλώνω πάνω τους, θα κόβω τα φύλλα τους και θα τα ρίχνω κάτω. Όταν θα έχω γίνει ελαφάκι, θα πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς, εκείνη όμως δεν θα με γνωρίζει. Θα με ταϊζει σποράκια, θα μου δίνει νεράκι και θα με χαϊδεύει. Επειδή θα είναι στεναχωρημένη που θα της λείπω, θα φροντίζει το ελαφάκι κι έτσι θα παρηγοριέται(Χριστίνα)

3.

Είμαι στο δάσος με τις βελανιδιές και μαζεύω λουλούδια, για να τα πάω στη γιαγιά μου. Ο λύκος με ακολούθησε. Άρχισε να τρέχει καταπάνω μου, για να με πιάσει. Όμως τρέχω κι εγώ κι όλο του ξεφεύγω, γιατί πριν έρθω στο δάσος είχα φάει καλά. Ενώ ο λύκος είναι πεινασμένος και κουράζεται. Έτσι δεν μπορεί να με φτάσει (Σοφία)

 

 

 

4.  Περπατάω στο δάσος. Οι βελανιδιές μου ζητάνε να μείνω μαζί τους για πάντα. Μου αρέσει εδώ αλλά δεν μπορώ να μένω συνέχεια. Θέλω να πηγαίνω να βλέπω τη γιαγιά μου. Μια φορά τη βρήκα γρατζουνισμένη απ’ το λύκο. Ήθελε να την φάει, όμως δεν μπορούσε γιατί είχε πιει πολύ νερό κι η κοιλιά του ήταν φουσκωμένη. Έτσι τη γρατζούνισε μόνο για να με τρομάξει. Ήθελε να είμαι λυπημένη, για να με πιάσει εύκολα. Είχε δέσει ένα σχοινί, για να σκόνταφτα όπως γύριζα από τη γιαγιά, να έπεφτα και να ορμούσε καταπάνω μου(Ειρήνη)

 

 

 

5. 

Έφαγα τη γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας και  φούσκωσε η κοιλιά του. Πήγα να πιω νερό στο ποτάμι, για να χωνέψω κι εκεί με βρήκε ένας κυνηγός κι άρχισε να με πυροβολεί. Τραυματίστηκα. Η Κοκκινοσκουφίτσα έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς κι έψαχνε να τη βρει. Ύστερα ήρθε στο ποτάμι. Εγώ έκανα ψέματα πως είμαι πεθαμένος. Η Κοκκινοσκουφίτσα τρόμαξε κι έφυγε τρέχοντας. Μπήκε στο δάσος με τις βελανιδιές, για να ξεκουραστεί. (Κωνσταντίνος 1)

 

 

 

 

6.  Ο κυνηγός μου άλλαξε τα μυαλά, για να μην φάω την Κοκκινοσκουφίτσα. Η Κοκκινοσκουφίτσα έπαιζε με τη βελανιδιά έξω από το σπίτι της. Έτρεχε συνέχεια γύρω της ώσπου έγινε ελάφι. Ο κυνηγός δεν ξέρει ότι τώρα η Κοκκινοσκουφίτσα έχει γίνει ελάφι. Έτσι το ελαφάκι κινδυνεύει από τον κυνηγό. Στοχεύει το ελάφι αλλά εκείνο του ξεφεύγει και μπαίνει στο δάσος με τις βελανιδιές, όπου δεν πηγαίνουν κυνηγοί. Κι έτσι γλιτώνει. (Παύλος)

 

 

 

 

7.                                                                            

Πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς κι αντί για τη γιαγιά μου βρίσκω εκεί το λύκο. Αρχίζω να τρέχω για να γλιτώσω. Στο δρόμο μου πέφτει ένα βελανίδι. Χοροπήδησε και το έπιασα. Το βελανίδι είναι μαγικό, κάνει ευχές. Έτσι ευχήθηκε και για μένα, να τρέξω πάρα πολύ γρήγορα, για να μην με φτάσει  ο λύκος. Πρόλαβα και μπήκα στο σπίτι μου και σώθηκα. (Σοφία)

 

 

 

8.  Η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας είναι στην κουζίνα και πίνει ένα ποτήρι γάλα. Εγώ πηγαίνω τότε και πέφτω στο κρεβάτι της. Εκείνη τη στιγμή φτάνει η Κοκκινοσκουφίτσα, που έχει φέρει στη γιαγιά της ένα κέικ. Με βλέπει, τρομάζει και βγαίνει έξω από το σπίτι. Βγαίνω κι εγώ πίσω της. Της ζητάω το κέικ κι εκείνη μου το δίνει. Το τρώω και τότε η Κοκκινοσκουφίτσα ξαναμπαίνει στο σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά της λέει ότι της έλειψε πολύ και της δίνει ένα ποτήρι γάλα. Έπειτα ξαπλώνουν μαζί στο κρεβάτι για να κοιμηθούν, γιατί η Κοκκινοσκουφίτσα είναι κουρασμένη από το δρόμο. (Νικόλας)

 

9.  Το σπίτι της Κοκκινοσκουφίτσας είναι ανάμεσα στις βελανιδιές. Κρύβομαι εκεί και την περιμένω. Οι βελανιδιές ειδοποιούν την Κοκκινοσκουφίτσα να μην βγει από το σπίτι. Τότε εγώ ανεβαίνω στα κεραμίδια κι από κει στα κλαδιά μιας βελανιδιάς. Τρώω όλα της τα βελανίδια. Ύστερα ανεβαίνω και σ’ άλλη βελανιδιά και τρώω τα βελανίδια. Χορταίνω και φεύγω χωρίς να φάω την Κοκκινοσκουφίτσα. (Γιάννης)

 

10.  Η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας έχει πάει να ψωνίσει κι εγώ κρύβομαι δίπλα στο κρεβάτι της. Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι απέξω και παίζει. Όταν γυρίζει η γιαγιά, έχει φέρει γάλατα, ζάχαρη, καφέδες και ξύλα, για ν’ ανάψει το τζάκι. Μένω κρυμμένος χωρίς να κάνω καθόλου φασαρία. Επειδή είναι κουρασμένη, ξαπλώνει να κοιμηθεί χωρίς να με δει. Τότε εγώ την τρώω. Μετά μπαίνει μέσα η Κοκκινοσκουφίτσα κι αρχίζει να μου πετά τα ξύλα για να με σκοτώσει. Ανοίγει την κοιλιά μου μ’ ένα ψαλίδι κι ελευθερώνει τη γιαγιά της. (Αργύρης)

 

11.  Μια κακιά μάγισσα μαγεύει την Κοκκινοσκουφίτσα κι εκείνη γίνεται πρόβατο. Όταν σκοτεινιάζει γυρίζει στο σπίτι της αλλά οι γονείς της δεν την αναγνωρίζουν και την διώχνουν. Η Κοκκινοσκουφίτσα δεν έχει φωνή, για να τους πει ποια είναι. Συναντάω το πρόβατο αλλά δεν το πειράζω, γιατί είμαι καλός λύκος. Όμως το προβατάκι τρομάζει από το κακό φεγγάρι και μπαίνεισε μια στάνη με πολλά πρόβατα. (Κωνσταντίνος 2)

 

12.                                                                          

Η φίλη μου τη βελανιδιά μου είπε για το λύκο που ζει στα Κιμιντένια ότι είναι κακός και μπορεί να με φάει. Έτσι φοβόμουν ν’ ανέβω στο βουνό. Τώρα όμως που έγινα πέντε χρονών, ανέβηκα στο βουνό, για να δω μόνος μου πόσο κακός  είναι ο λύκος. Όταν τον είδα, κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο, για να μην με δει κι αυτός. Σκέφτηκα ένα σχέδιο για να τον εμποδίσω να φτάσει στο καλυβάκι της γιαγιάς. Τον φώναξα και του είπα αν θέλει να φάει κάτι από το καλαθάκι μου. Αυτός τα έφαγε όλα. Τότε άρχισα να τρέχω γύρω-γύρω κι εκείνος έτρεχε πίσω μου, για να με φάει κι εμένα. Έτσι ζαλίστηκε κι εγώ βρήκα χρόνο να φτάσω πρώτη στη γιαγιά και να κλειδώσω την πόρτα. (Ηλιάνα)

 

13.  Η Κοκκινοσκουφίτσα μαζεύει λουλούδια, για να τα χαρίσει στον ήλιο. Ανεβαίνει στην κορυφή της βελανιδιάς, για να φτάσει στον ουρανό και δίνει στον ήλιο τα λουλούδια, επειδή μας χαρίζει το φως. Ύστερα η Κοκκινοσκουφίτσα μαζεύει όλα τα βελανίδια, για να παίζει όταν είναι στο σπίτι της. Στο σπίτι της γιαγιάς της δεν πηγαίνει ποτέ, γιατί με φοβάται. Η γιαγιά μένει συνέχεια κλειδωμένη στο σπίτι της, για να μην της κάνω κακό. Έτσι η Κοκκινοσκουφίτσα όταν θέλει ν’ ακούσει παραμύθια, τα διαβάζει στα βιβλία της (Κώστας)

 

14.  Κάθε μεσημέρι η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας την παίρνει από το σχολείο και πηγαίνουν στο σπίτι της μέχρι να τελειώσει η μαμά της τη δουλειά και να πάει να την πάρει. Μια μέρα τις περίμενα στο δρόμο. Κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο, για να βγω ξαφνικά μπροστά στην Κοκκινοσκουφίτσα και να τη φάω. Η γιαγιά της τότε μου έριξε μία με την ομπρέλα, ζαλίστηκα κι έπεσα στο δρόμο. Τότε πέρασε κι ένας σκαραβαίος και με χτύπησε. Έτσι μου ξέφυγαν η Κοκκινοσκουφίτσα με τη γιαγιά της. (Παναγιώτης)

 

15.  Πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας, γιατί θέλω να δω τηλεόραση. Η πόρτα είναι ανοιχτή, γιατί η γιαγιά περιμένει την Κοκκινοσκουφίτσα. Μπαίνω στο σπίτι και σπάω την τηλεόραση κατά λάθος. Τότε ξεσπάει φωτιά. Έρχεται η Κοκκινοσκουφίτσα και ειδοποιεί την αστυνομία. Με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, γιατί έχω χτυπήσει το κεφάλι μου. Θα με βάλουν στο αναπηρικό καροτσάκι και θα με γυρίσουν στη φωλιά μου. (Μάριος)

 

16.  

Για να πάω στο σπίτι της γιαγιάς, πήρα το δρόμο με τα κακά ζωάκια, γιατί με κορόιδεψε ο λύκος. Μου είπε ότι αυτός ο δρόμος ήταν καλύτερος κι εγώ που είμαι μικρή, τον πίστεψα. Όταν περνούσα, τα κακά ζωάκια κοιμόντουσαν. Εγώ περπατούσα στις μύτες των ποδιών, για να μην τα ξυπνήσω. Έτσι άργησα να φτάσω στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν κατάλαβα ότι ο λύκος την είχε κλειδώσει στη ντουλάπα κι είχε φορέσει τα ρούχα της. Πήγα να της ετοιμάσω φαγητό. Όταν βγήκα από την κουζίνα, ο λύκος είχε βγάλει τα ρούχα της γιαγιάς. Όπως τον είδα κανονικό, τρόμαξα κι έκλεισα τα μάτια μου. Τότε ακούστηκε η γιαγιά από τη ντουλάπα, να φωνάζει «Βοήθεια!». Ένας κυνηγός που περνούσε, την άκουσε, σκότωσε το λύκο κι έτσι ελευθέρωσα τη γιαγιά (Αγγελική)

 

 

 

17. Ζω μόνος στο σπίτι μου στο δάσος και περιμένω να περάσει η Κοκκινοσκουφίτσα, για να την φάω. Πριν δοκίμασα να φάω το μπαμπά της αλλά μόλις μπήκα στο σπίτι του από το ανοιχτό τζάμι, γύρισε να πάρει το όπλο του και φοβήθηκα κι έφυγα. Η Κοκκινοσκουφίτσα με βλέπει κι αρχίζει να τρέχει αριστερά και δεξιά ώσπου τη χάνω. Είναι κρυμμένη πίσω από τα δέντρα. Ψάχνω και θα την βρω. Μετά έχουν σειρά η μαμά κι ο μπαμπάς της, γιατί πεινάω πολύ. Αλίμονό μου όμως αν με δει κανένας κυνηγός. Θα γεμίσει την κοιλιά μου πέτρες και θα πνιγώ. (Χρήστος)

 

 

 

18. 

Το χαϊδευτικό μου όνομα είναι Σκουφίτσα. Έχω ένα κουταβάκι, που το φροντίζω μόνη μου, γιατί η μαμά έχει πολλές δουλειές. Το πλένω, του δίνω φαγητό και νεράκι και το παίρνω στην αγκαλιά μου, για να το πάω βόλτα στο δάσος. Μια μέρα στο δάσος ήταν ο λύκος και κοιμόταν. Το κουταβάκι μου γάβγισε και τον ξύπνησε. Ο λύκος μου ζήτησε τη ζακέτα μου, γιατί κρύωνε. Φοβήθηκα ότι αυτό που πραγματικά ήθελε, ήταν να φάει το κουταβάκι μου. Έτσι άρχισα να τρέχω, για να του ξεφύγω. Όταν έφτασα στο σπίτι μου, έκλεισα τα παράθυρα, για να μην βλέπει το κουταβάκι το λύκο, επειδή φοβόταν. Ύστερα ο λύκος έφυγε και πήγε στο σπίτι της γιαγιάς. Εκείνη έκρυψε αμέσως το φαγητό της, για να μην το φάει ο λύκος. Κι έτσι ο λύκος κοιμήθηκε πάλι νηστικός (Ευδοκία)

 

19.  Είμαι πέντε χρονών. Η μαμά μου με στέλνει να πάω το φαγητό στη γιαγιά, που μένει στην άλλη άκρη του δρόμου. Σήμερα συνάντησα δύο λύκους. Ο ένας είχε κατέβει απ’ το βουνό κι ο άλλος είχε φύγει απ’ το δάσος. Άρχισαν να τσακώνονται για μένα. Όταν έφυγα απ’ το σπίτι της γιαγιάς, οι λύκοι μου είπαν: «Πού πας κοριτσάκι;» Τότε εγώ που ξέρω καράτε,  τους έπιασα έναν-έναν απ’ τα πόδια και τους πέταξα μακριά. Οι λύκοι φοβήθηκαν τόσο πολύ, που δεν ξαναφάνηκαν στο δρόμο μου (Ζωή)

 

 

 

20.  Πηγαίνω στο Νηπιαγωγείο. Μία φορά με το μπαμπά μου είδαμε το λύκο που έφαγε μια πασχαλίτσα κι ύστερα πέθανε από την πείνα. Ο μπαμπάς μου αγαπά τα άλογα, τα προβατάκια, τις αγελάδες αλλά όχι τους λύκους. Ούτε και εγώ ταϊζω λύκους, γιατί μια φορά που πήγα να ταϊσω κάποιον, αυτός παραλίγο να μου δαγκώσει το δάχτυλο. Ταϊζω όμως το ελαφάκι που έχει παρέα η γιαγιά μου. Το είχε βρει σ’ ένα δέντρο κοντά στο σπίτι της. Ήταν τραυματισμένο στο πόδι. Το είχε τσιμπήσει μέλισσα. Η γιαγιά το έκανε καλά κι έγιναν φίλοι (Άννα)

 

21.                                                                         

Είμαι στο δάσος και περιμένω την Κοκκινοσκουφίτσα. Ο Θεούλης έχει θυμώσει μαζί μου, επειδή ξέρει ότι θέλω να την φάω κι έτσι ενώ παντού είναι μέρα, εδώ που βρίσκομαι εγώ έχει ρίξει σκοτάδι. Αλλά έχω τόσο πολύ καιρό να φάω. Όλα τα ζώα έχουν τρομάξει κι έχουν φύγει από το δάσος. Έχουν πάει στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας, για να την προσέχουν. Όταν ήταν στο δάσος κι έψαχναν να βρουν φαγητό, τα άρπαζα ένα-ένα, τα πήγαινα στο σπίτι και τα τρώγαμε μαζί με το μπαμπά μου (Χρήστος)

 

 

22.  Μια φορά που χιόνιζε φόρεσα ένα κόκκινο σκουφάκι, για να πάω φαγητό στη  γιαγιά μου που είχε πάθει γρίπη. Μου αρέσει πολύ το χιόνι κι έτσι σταμάτησα, για να φτιάξω ένα χιονάνθρωπο. Όπως σκάλιζα το χιόνι με τα χέρια μου, βρήκα δύο λύκους. Ο ένας ήταν κακός. Το κατάλαβα από τα δόντια του, που ήταν κοφτερά. Ο άλλος φαινόταν καλός. Έτσι τον πήρα και τον πήγα μέσα σ’ ένα μαγικό κήπο, που τον ζέσταινε ο ήλιος. Όταν ο λύκος ξεπάγωσε, έγινε άγριος. Όμως εκεί που περπατούσε, γλίστρησε πάνω στη μαγική σκόνη του κήπου και μεταμορφώθηκε σε πεταλούδα. Τον άλλο λύκο που ήταν κακός, τον βρήκε ένας κυνηγός μες στο χιόνι και τον σκότωσε. (Έλενα)

 

23.   Έχω πολλές αδερφές, που είναι πιο μεγάλες από μένα και παίζουμε όλες μαζί χιονοπόλεμο το Χειμώνα ενώ το Καλοκαίρι πηγαίνουμε στη θάλασσα και πετάμε η μια στην άλλη νερό. Εμένα με φωνάζουν Κοκκινοσκουφίτσα, γιατί όταν κάνει κρύο, φοράω κόκκινο σκούφο. Μια μέρα που πήγα μόνη μου στο σπίτι της γιαγιάς, είχα βγει στον κήπο της να μαζέψω μαργαρίτες. Τότε  μπήκε κρυφά μες στο σπίτι ένας λύκος και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι, που κοιμόταν η γιαγιά. Όταν γύρισα μέσα, είδα το λύκο στην κρεβατοκάμαρα. Πήρα ένα δηλητήριο απ’ την κουζίνα, τον ψέκασα και ο λύκος λιποθύμησε. (Κατερίνα)

 

24.                                                                          

Είμαι έξω από το σπίτι της Κοκκινοσκουφίτσας. Την περιμένω για να την φάω.  Ανοίγει την πόρτα της, για να δει αν βρέχει. Είμαι κρυμμένος πίσω από τα δέντρα και δεν με βλέπει. Την αρπάζω και την τρώω. Οι γονείς της ψάχνουν ανάμεσα στα δέντρα για να τη βρουν. Έχουν ανησυχήσει και βάζουν τα κλάματα. Κάποιος που τα είδε όλα, τους στέλνει στη φωλιά μου. Τους τρώω κι αυτούς. Αν περάσει κάποιος με πιστόλι, θα με πυροβολήσει. Τότε από την τρύπα θα βγουν και η Κοκκινοσκουφίτσα και οι γονείς της. (Βαγγέλης)

 

 

25.   Δεν φοβόμουν να μπαίνω στο δάσος, γιατί ο μπαμπάς μου είχε πει ότι σκότωσε όλους τους λύκους. Όμως μια μέρα  που μάζευα φράουλες, έχασα το δρόμο μου κι έφτασα κοντά σ’ ένα βράχο. Ήταν το σπίτι του λύκου, που με περίμενε, για να με φάει. Δεν έφευγε μακριά από τη φωλιά του, γιατί φοβόταν μην τον σκοτώσουν κι αυτόν. Έτρεξα στο σπίτι να ειδοποιήσω το μπαμπά μου. Όμως κι ο λύκος έτρεξε γρήγορα σαν τον άνεμο, πέρασε κολυμπώντας το ποτάμι και έφτασε από την άλλη μεριά του δάσους. Ο μπαμπάς μου φτιάχνει ένα καράβι και περνάει κι αυτός μετά από λίγο καιρό το ποτάμι. Ψάχνει το δάσος και βρίσκει το λύκο μαζί με άλλους τέσσερις λύκους να κάνουν πάρτι. Τους σκοτώνει όλους, για να μην κινδυνέψω ξανά. (Ελένη)

 

 

26.                                                                         

Η Κοκκινοσκουφίτσα έχει ένα φακό, για να βλέπει το δρόμο όταν πηγαίνει στο σπίτι της γιαγιάς της, που είναι στο βουνό, κοντά στο δικό μου σπίτι. Εγώ θέλω αυτός ο φακός να γίνει δικός μου. Θέλω δικό μου και το ρολόι της γιαγιάς. Ό,τι έχουν οι άλλοι, τα ζηλεύω όλα και τα θέλω δικά μου. Έτσι όταν βλέπω την Κοκκινοσκουφίτσα, γίνεται πανικός. Όμως αυτή προλαβαίνει και φωνάζει «μαμά, μαμά!». Εκείνη την ακούει και με κυνηγάει με μια ζουγκράνα της γιαγιάς. Παίρνω το αυτοκίνητό μου, για να φύγω πολύ γρήγορα αλλά το τρακάρω και με πιάνει η αστυνομία. (Θοδωρής)

 

 

27.   Το σπίτι μου βρίσκεται στην πόλη, κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου. Στη διαδρομή για το σπίτι της γιαγιάς συναντάω τις φίλες μου και πηγαίνουμε όλες μαζί εκεί, για να παίξουμε. Μια φορά η γιαγιά μας έκανε πλάκα. Όταν παίζαμε σκοτεινό δωμάτιο, η γιαγιά φόρεσε μια στολή αρκούδας και μπήκε μέσα να μας τρομάξει. Μετά την πρώτη τρομάρα, σκεφτήκαμε πως θα ήταν η γιαγιά. Τη ρωτήσαμε κι εκείνη απάντησε με τρομαχτική φωνή: «Δεν είμαι η γιαγιά, είμαι μια αρκούδα.» Τότε γελάσαμε πολύ. Ύστερα μας χτύπησε ο λύκος την πόρτα, γιατί πεινούσε. Του πετάξαμε κρέας μαγειρεμένο στην κατσαρόλα. Αυτός το άρπαξε και γύρισε στο δάσος. (Δήμητρα)

 

 

28.                                        

Κάθε μέρα μπαίνω στο σπίτι της Κοκκινοσκουφίτσας από το παράθυρο όταν λείπουν όλοι και ψάχνω τα ντουλάπια. Βρίσκω πατάτες, αγγούρια, ντομάτες, ψωμί του τοστ και φτιάχνω σάντουιτς και σαλάτες. Τα τρώω και γυρίζω στο δάσος να κοιμηθώ. Μια μέρα που έλειπαν στο σούπερ μάρκετ, έφτιαχνα μπισκότα. Τους άκουσα που γύρισαν και πήδησα αμέσως από το παράθυρο. Μου είχε χυθεί αλεύρι και άφησα το σπίτι λερωμένο, δεν πρόλαβα να το καθαρίσω. Έτσι κατάλαβαν ότι κάποιος μπαίνει μέσα κι έβαλαν στο σπίτι κάμερα. Από τότε δεν μπορώ να πηγαίνω. Τώρα πια πάω και τρώω στο σπίτι της γιαγιάς. Αν με ανακαλύψουν, ο μπαμπάς της Κοκκινοσκουφίτσας που είναι κυνηγός, θα έρθει στο δάσος να με σκοτώσει. (Τζόνυ)

 

 

29.   Πηγαίνω στο Γυμνάσιο. Η στολή του σχολείου μου έχει κόκκινο φόρεμα και κόκκινο καπέλο. Έτσι η γιαγιά μου με φωνάζει Κοκκινοσκουφίτσα. Έχω βρει μια ροζ πεταλούδα και την έχω κάνει κατοικίδιο. Την παίρνω μαζί μου στο μάθημα. Της δίνω φαγητό και νεράκι. Τρώει όλα τα λουλούδια, ακόμη και τα δηλητηριώδη. Στο σπίτι έχουμε κι άλλα ζωάκια που τα φροντίζει ο μπαμπάς μου, κοτοπουλάκια, πάπιες, αλογάκια και μοσχαράκια. Ο μπαμπάς μου είναι και κυνηγός. Σκοτώνει τους λύκους κι επειδή δεν μου αρέσει να τους βλέπω σκοτωμένους, τους ρίχνει σ’ ένα μπουντρούμι. (Κωνσταντίνα)

 

 

 

 

 

30.                                    

Ο μπαμπάς της Κοκκινοσκουφίτσας μου χάλασε το σπίτι μ’ ένα σφυρί. Θύμωσε γιατί είχα πάει στο μαντρί του και του πήρα το φαγητό. Επειδή φοβόμουν να μην με σκοτώσει, πήρα το καράβι και πήγα στο νησί. Όμως αυτός ακολούθησε τα χνάρια μου και έφτασε στο νησί με το επόμενο πλοίο. Εδώ κάνουν διακοπές η Κοκκινοσκουφίτσα με τη γιαγιά της. Πήγε να τις ρωτήσει αν είναι καλά και τους είπε να μην φοβούνται, γιατί θα με σκοτώσει (Μάνος)

 

 

 

 

 

31.   |Περνάω από το δάσος και πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν φοβάμαι, γιατί στο δάσος δεν υπάρχουν άγρια ζώα. Κανένας άλλος άνθρωπος δεν περνάει από το δάσος, γιατί όλοι νομίζουν ότι έχει λύκους. Μόνον εγώ έχω πάει εκεί και ξέρω την αλήθεια. Όποτε με βλέπουν να μπαίνω στο δάσος, μου λένε ότι θα με δαγκώσουν οι λύκοι. Συνέχεια τους απαντάω ότι δεν υπάρχουν λύκοι, μα αυτοί το ξεχνάνε. Τι έχουν μέσα στο μυαλό τους αυτοί οι άνθρωποι; Πιστεύω όταν περάσει καιρός να καταλάβουν. (Κατερίνα)

 

 

 

32.                                                    

Εγώ μαζί με άλλους τέσσερις λύκους ανοίγουμε δρόμους,  για να περάσει η Κοκκινοσκουφίτσα από το δάσος και να πάει στη γιαγιά της. Αλλά δεν έχουμε προλάβει να φτιάξουμε το δρόμο μέχρι το σπίτι της γιαγιάς. Εκεί μπροστά είναι χαλασμένος, έχει κοπεί. Εγώ μέχρι να φτάσει η Κοκκινοσκουφίτσα,  κλειδώνω τη γιαγιά στη ντουλάπα, για να πέσω στο κρεβάτι της. Όταν η Κοκκινοσκουφίτσα με βρίσκει, με έχει πάρει ο ύπνος στο κρεβάτι της γιαγιάς. Μου παίρνει το κλειδί, ανοίγει τη ντουλάπα και  ελευθερώνει τη γιαγιά. Την περνάει με δυσκολία από τον κομμένο δρόμο μ’ ένα καρότσι και φτάνουν στο σπίτι της. Εγώ θα μείνω για πάντα εδώ. Έρχονται και οι άλλοι λύκοι που φτιάχνουμε μαζί τους δρόμους, για να ξεκουράζονται κι αυτοί. (Γιάννης 1)

 

 

33.   Εγώ με τους γονείς μου μένουμε στο σπίτι μας στο δάσος. Έχουμε πισίνα και μια λιμνούλα με πάπιες και κύκνους. Δεν φοβόμουν να βγαίνω μόνη μου στο δάσος, γιατί δεν ήξερα ότι υπάρχει λύκος. Οι γονείς μου δεν μου το είχαν πει, για να μην τρομάξω. Αυτοί δεν ήξεραν ότι πήγαινα μόνη μου έξω στο δάσος. Πήγαινα κρυφά όταν ήταν μεσημέρι κι οι γονείς μου κοιμούνταν. Μια μέρα με πλησίασε ένα μικρό λυκάκι. Γίναμε αμέσως φίλοι. Το πήρα να μείνει στο σπίτι κοντά μου. Τότε οι γονείς μου κατάλαβαν ότι έβγαινα μόνη μου. Μου είπαν από δω και πέρα να βγαίνω μόνο μαζί με το λυκάκι. Το ζωάκι θα βγαίνει και μόνο του, για να πηγαίνει στο μπαμπά του. Δεν θέλει να του μιλήσει για την Κοκκινοσκουφίτσα, γιατί φοβάται να μην της κάνει κακό. Όμως μια φορά ξεχνιέται και του το λέει. Ο λύκος προσκαλεί στο δάσος την Κοκκινοσκουφίτσα με τους γονείς της. Όποτε δεν βρίσκει φαγητό, πηγαίνει εκείνος και τρώει στο σπίτι της.  (Ελευθερία)

 

 

34.                                                                         

Πηγαίνω στην πλατεία να παίξω με τα παιδιά. Βαρέθηκα να είμαι μόνος μου. Φοράω καπέλο για να μην με ενοχλεί ο ήλιος. Με το καπέλο δεν φαίνομαι καθόλου τρομαχτικός. Φωνάζω τα παιδιά γύρω μου και τους διαβάζω το παραμύθι «Τα τρία γουρουνάκια». Τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι είμαι καλός, γιατί χαμογελάω. Τα παιδιά με αγκαλιάζουν. Η Κοκκινοσκουφίτσα έρχεται στην πλατεία κι έτσι έχουμε γνωριστεί. Το βράδυ κοιμόμαστε παρέα στο σπίτι της. Όταν τα παιδιά είναι στο σχολείο, πηγαίνω σ’ ένα στάβλο και παίζω με τα προβατάκια. (Γιώργος)

 

 

35.  Αυτό το βράδυ είμαστε βόλτα με τις φίλες μου απ’ το σχολείο. Μας έχει πάει ο μπαμπάς μου σ’ ένα άλλο χωριό με το αυτοκίνητο. Λύκοι δεν υπάρχουν πουθενά, γιατί ο μπαμπάς μου είναι κυνηγός και τους έχει σκοτώσει όλους. Όταν γυρίζουμε τ’ άλλα κορίτσια στα σπίτια τους, εγώ με το μπαμπά συνεχίζουμε τη βόλτα μας. Πηγαίνουμε να δούμε τα βαρελότα που πέφτουν στο Δημαρχείο. Αμέσως μετά αρχίζει μια συναυλία κι εκεί ακούω το αγαπημένο μου τραγούδι. (Ευαγγελία)

 

 

 

 

 

36.  Βρίσκομαι στο δρόμο και οδηγώ τα αυτοκίνητα που περνάνε. Βοηθάω τους οδηγούς να μην χαθούν. Κι έτσι όλοι με συμπαθούν. Από εδώ περνάνε η Κοκκινοσκουφίτσα με το αυτοκίνητο που οδηγεί η γιαγιά της, κάθε Παρασκευή που κλείνουν τα σχολεία. Επειδή το σχολείο της Κοκκινοσκουφίτσας είναι δίπλα στο σπίτι της γιαγιάς, η Κοκκινοσκουφίτσα μένει μαζί της. Τα Σαββατοκύριακα όμως τα περνάνε με τους γονείς της. Όταν δεν βρίσκω φαγητό, πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς. Μου μαγειρεύει χοιρινό με πατάτες ή παστίτσιο, επειδή είμαστε φίλοι. Έχω κι άλλους φίλους. Έτσι δεν κινδυνεύω να μείνω ποτέ νηστικός. (Γιάννης 2)

Μαμά:   Τι κατάλαβες απ’ όλα αυτά; Ο λύκος είναι καλός ή κακός;

Παιδάκι:    Θα το σκεφτώ και θα σου πω όταν μεγαλώσω.

Τ Ε Λ Ο Σ

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7

Ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου. Εκπαιδευτικό πρόγραμμα

Εισαγωγή Α΄ και Β΄ μέρους:  Ελένη Α. Ηλία

Η παρούσα δημοσίευσή μας αναφέρεται στη διδασκαλία στο κλασικό τμήμα του νηπιαγωγείου μας κατά τη σχ. χρονιά 2011-2012, δύο συνεχόμενων αποσπασμάτων από το έργο του Ηλία Βενέζη, Αιολική Γη. Στα αποσπάσματα  αυτά μέσα από τις αφηγηματικές τεχνικές της αναδρομής και του εγκιβωτισμού περιγράφεται η μορφή της Γοργόνας και παρατίθεται ο σχετικός θρύλος για τον αδερφό της το Μέγα Αλέξανδρο και για το αθάνατο νερό. Μετά από την ανάγνωση του συγκεκριμένου μέρους από το έργο του Βενέζη στην ολομέλεια, τα νήπια κλήθηκαν να δημιουργήσουν σχετικά αφηγηματικά κείμενα, στους άξονες της δημιουργικής μίμησης, της τροποποίησης ή της ανατροπής του λογοτεχνικού προτύπου, καθώς και να τα εικονογραφήσουν. Ακολουθεί η παρουσίαση κάθε αποσπάσματος από την Αιολική Γη και στη συνέχεια παρατίθενται τα αναφερόμενα σε αυτό κείμενα των νηπίων καθώς και η εικονογράφησή τους από τους συμμαθητές τους. Εδώ κάθε κείμενο συνοδεύεται ενδεικτικά από μία μόνο σχετική ζωγραφιά. Επιδιώκουμε βέβαια  σε κάθε περίπτωση η ζωγραφιά που επιλέγουμε να ανήκει όχι στο νήπιο που αφηγήθηκε το κείμενο αλλά σε κάποιον συμμαθητή – ακροατή. Έτσι αποδεικνύεται το ενδιαφέρον και η προσήλωση με τα οποία τα νήπια παρακολούθησαν τις αφηγήσεις των συμμαθητών τους και κατ’ επέκταση η μεταξύ τους ουσιαστική επικοινωνία και  αλληλεπίδραση, ως αποτέλεσμα της συμμετοχής τους στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Ο τίτλος της παρούσας δημοσίευσης προέρχεται από το μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη «Ο Καπετάν Μιχάλης». Το απόσπασμα στο οποίο περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη φράση είναι το ακόλουθο: Ανέβαινε, κατέβαινε, βούλιαζε μέσα του η Κρήτη. Δεν ήταν νησί, ήταν ένα θεριό που κείτουνταν στη θάλασσα, ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου, που θρηνούσε και καταχτυπούσε την ουρά της και φουρτούνιαζε το πέλαγο. (σ. 93) Επιλέξαμε την παραπάνω φράση, επειδή είναι ευρύτερα γνωστή, ειδικότερα όπως μελοποιήθηκε από το Μάνο Χατζιδάκη. Η φράση αυτή συνιστά τον τίτλο και της ανοιχτής θεατρικής παράστασης που πραγματοποιείται κατά τη λήξη του σχολικού έτους, όπου τα νήπια, υποδυόμενα Γοργόνες, ναυτικούς και το Μεγαλέξανδρο, αποδίδουν τα ίδια τα κείμενά τους. Για τη μουσική επένδυση της παράστασης χρησιμοποιήθηκε ασφαλώς το αντίστοιχο τραγούδι του Χατζιδάκη.

 

Μέρος Α΄:  απόσπασμα από την Αιολική Γη «Ήταν μια φοβερή ώρα του Αιγαίου…τραβηχτήκαν κατά τα δυτικά» ( εκδ. Εστία, 2009, σσ. 119 – 121)

Περίληψη: Στο κείμενο ένα από τα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας που συνομιλούν με θέμα τα φαντάσματα, αναφέρεται στην εμφάνιση της Γοργόνας,  θρυλικού πλάσματος της νεοελληνικής παράδοσης, διαδεδομένου και σε άλλους πολιτισμούς, που περιγράφεται με γυναικείο πρόσωπο και σώμα, το οποίο καταλήγει σε ουρά ψαριού. Το πλάσμα αυτό  συνδυάστηκε στην αντίληψη του ήρωα με την εμπειρία μιας φοβερής καταιγίδας και τρικυμίας, που βίωσε όταν ήταν δεκάχρονο αγόρ, οπότε έκανε το πρώτο του θαλασσινό ταξίδι μαζί με τον πατέρα του. Όταν ακούστηκε η φωνή του πατέρα του, καπετάνιου του σκάφους, να  διαβεβαιώνει ότι ζει ο Μεγαλέξανδρος, η Γοργόνα βυθίστηκε στη θάλασσα, που γαλήνεψε ενώ ταυτόχρονα καθάρισε και ο ουρανός.

Ακολουθούν μερικές χαρακτηριστικές φράσεις από το σχετικό σημείο του έργου του Βενέζη:

«…Η βροχή έγινε χαλάζι που έδερνε με βία τα ξύλα και τα κορμιά. Τα σύννεφα χαμηλώσαν, τίποτα δεν ξεχώριζες σε λίγα μέτρα τόπο. Μοναχά η φοβερή βουή που ερχόταν πίσω απ’ το πούσι έλεγε πως πίσω κει ήταν το πέλαγο… Το ξύλο τινάχτηκε ψηλά στο κύμα, στην κορφή του, έκαμε να χιμήξει κάτω στο χάος που σπάραζε, όταν άξαφνα κάτι σα χλαπαταγή ακούστηκε μες στη βουή της φουρτούνας. Κ’ ύστερα η φωνή του καπετάνιου που ούρλιαζε, μιλώντας στο κύμα:

Ζει; Ζει ο μεγάλος βασιλέας! Ζει ο Μεγαλέξαντρος!

… Το αγοράκι… θυμάται τότε πως είδε πλάι στη μάσκα του καϊκιού, μες στη θολούρα του νερού, μια ψαροουρά σα δελφινιού. Ύστερα είδε ολάκερο το ψάρι. Απ’ τη μέση κι απάνου σα να ’ χε κορμί γυναίκας…»

Σημείωση: Στα παιδικά κείμενα που ακολουθούν αναφορικά με το παραπάνω απόσπασμα, είναι εμφανής στη μορφή της Γοργόνας η επίδραση της Μικρής Γοργόνας του Άντερσεν και ακόμη περισσότερο της φιγούρας της Άριελ από τα κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϋ. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι μετά το 1837, οπότε κυκλοφόρησε το έργο του μεγάλου Δανού συγγραφέα και μέχρι σήμερα, δεν έχουν πάψει να γράφονται λογοτεχνικά βιβλία με θέμα τη Γοργόνα ενώ   στις μέρες μας υπάρχουν και σχετικά παιχνίδια, κούκλες κ.λπ., που καθιστούν τη φιγούρα της γοργόνας ιδιαίτερα οικεία στον παιδικό πληθυσμό.

Ως προς τη στάση της Γοργόνας απέναντι στους ανθρώπους, για τα νήπια είναι κυρίως θετική. Σε πολλές από τις αφηγήσεις τους εκείνη εμφανίζεται στα καράβια που ταξιδεύουν, μόνο και μόνο επιδιώκοντας την επαφή με τους ανθρώπους. Ενδιαφέρεται να αντιγράψει τις ανθρώπινες συμπεριφορές και να υιοθετήσει στοιχεία του ανθρώπινου τρόπου ζωής.

Τέλος, μια μερίδα παιδικών αφηγήσεων επικεντρώνεται απλώς σε θαλασσινά ταξίδια και περιπέτειες, από τα οποία η μορφή της Γοργόνας απουσιάζει εντελώς.

Ας απολαύσουμε λοιπόν τα κείμενα των μαθητών μας και την εικονογράφησή τους  (Η ζωγραφιά προηγείται του αντίστοιχου κειμένου).

 

 

1. Μέσα στο λιμάνι βρίσκεται ένα μεγάλο καράβι, που γύρισε από ταξίδι. Με αυτό ταξίδεψε μια οικογένεια με το παιδάκι της στη θάλασσα όπου υπάρχουν πολλές Γοργόνες, επειδή ήθελαν το παιδάκι να δει μια Γοργόνα. Τελικά είδε δύο. Η μια είχε ξανθά μακριά μαλλιά και η άλλη ήταν καστανή. Οι ουρές τους ήταν πράσινες. Οι Γοργόνες ήταν πολύ χαρούμενες που τις είδαν οι άνθρωποι. Ζουν στη θάλασσα αλλά μερικές φορές το κύμα τις βγάζει στη στεριά. Όταν δεν έχει κόσμο περπατάνε στην παραλία με τα χέρια. Δεν βγαίνουν όμως αν υπάρχουν παιδάκια που σκάβουν στην άμμο, γιατί μπορεί να ρίξουν την άμμο πάνω τους και να τις λερώσουν. Τις νύχτες κοιμούνται πολύ αργά, σε πλοία που έχουν βουλιάξει (Ε. Α.)

 

 

2. Ένα καράβι γεμάτο κόσμο ταξιδεύει για το νησί. Οι επιβάτες του πηγαίνουν για καλοκαιρινές διακοπές. Ο καπετάνιος του είναι νέος, ψηλός και ντυμένος με άσπρη στολή. Όταν φτάνουν στο νησί, ο κόσμος κατεβαίνει και το καράβι φεύγει αμέσως για να φέρει στο νησί κι άλλο κόσμο. Όμως φυσά πολύ δυνατά και σηκώνονται κύματα. Τότε εμφανίζεται μια γοργόνα και η θάλασσα ηρεμεί. Πρώτα φαίνεται η ουρά της και ύστερα το κεφάλι της. Έχει μαύρα μακριά μαλλιά κι είναι πολύ όμορφη. Λέει στον καπετάνιο  να φύγει αμέσως το πλοίο, για να μην τον προλάβουν οι καρχαρίες. Η γοργόνα παρακολουθεί όσους ταξιδεύουν και φροντίζει όλους τους καλούς να μην πάθουν κανένα κακό. (Ε. Π.)

 

 

3. Ο ουρανός γέμισε σύννεφα κι άρχισε να βρέχει. Μετά έκανε καταιγίδα και στη θάλασσα σηκώθηκαν κύματα. Ένα παιδάκι τα έβλεπε από το παράθυρό του και φοβόταν. Στο σπίτι ήταν μόνο του. Ο μπαμπάς του ήταν καπετάνιος σ’ ένα μικρό καράβι και ταξίδευε. Η μαμά του έλειπε στη δουλειά της. Όταν ο μπαμπάς γύρισε, τους είπε ότι την ώρα της φουρτούνας είδε μια πράσινη ουρά ψαριού. Από το χρώμα της νομίζει πως ήταν Γοργόνα. Η ουρά χάθηκε στο κύμα πριν προλάβουν να δουν το πρόσωπο και το σώμα της. Το κύμα δεν την άφησε να πάει πιο κοντά τους και να τους μιλήσει. Το παιδάκι από τότε φοβόταν τη θάλασσα και έκανε πια μπάνιο μόνο σε πισίνα. (Γ. Π.)

 

 

4. Ένα καράβι μωβ, ροζ, κίτρινο και άλλα χρώματα ταξιδεύει για το μεγάλο νησί. Με αυτό το καράβι ταξιδεύουν ένα μικρό παιδάκι και ο μπαμπάς του, που πηγαίνουν στο νησί να δουν τη γιαγιά. Κοντά στο νησί αρχίζει φουρτούνα. Το παιδάκι φοβάται και μπαίνει μέσα στην καμπίνα του. Διαβάζει ένα βιβλίο. Τότε ο μπαμπάς το φωνάζει, για να δει μια γοργόνα, που έχει εμφανιστεί στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Η ουρά της εντυπωσιάζει το παιδάκι. Οι ναύτες βοηθάνε τη γοργόνα να ανέβει στο καράβι και τότε τα κύματα σταματάνε αμέσως. Έτσι όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό που ήθελε η γοργόνα ήταν να ανέβει στο καράβι. Όταν το καράβι φτάνει στο νησί, η γοργόνα βγάζει την ουρά της και κατεβαίνει στη στεριά. Θέλει να μείνει με τους ανθρώπους, για να τους γνωρίσει. Εκεί θα καταλάβει ότι μπορεί να ζήσει για πάντα στη στεριά. (Ε. Ν.)

 

5. Ένα αγοράκι με το μπαμπά του κάνουν διακοπές σ’ ένα νησί. Κολυμπάνε στη θάλασσα δυο φορές τη μέρα και κάνουν κουπί μαζί. Μια μέρα το παιδάκι κουράστηκε να κωπηλατεί και σταμάτησαν για λίγο να ξεκουραστεί. Ο μπαμπάς άρχισε να ψαρεύει. Έπιασε ένα ψάρι, που τέτοιο δεν είχαν δει άλλη φορά. Ήταν μεγάλο, ίσα με το μπαμπά, είχε κεφάλι γυναικείο και καστανά, μακριά μαλλιά. Ήταν μια γοργόνα, που τους είπε «γεια σας, πώς σας λένε;» Στην αρχή οι άνθρωποι τρόμαξαν λίγο, μετά όμως συστήθηκαν. Πήραν τη γοργόνα μαζί τους. Από εκείνη την ημέρα πήγαιναν παρέα να κολυμπήσουν. Όταν οι διακοπές τους τελειώνουν, η γοργόνα γυρίζει στη θάλασσα. Θα συναντηθούν πάλι του χρόνου, που θα πάνε ξανά στο νησί για διακοπές. (Χ. Τ.)

 

6. Ένα πολύ μεγάλο καράβι, που έχει μέσα αυτοκίνητα και μηχανάκια, ταξιδεύει. Όσο πιο βαθιά πηγαίνει τόσο σηκώνονται ψηλότερα κύματα. Το βράδυ στο καράβι γίνεται πυρκαγιά. Όμως αρχίζει βροχή και σηκώνονται ακόμη πιο τεράστια κύματα, που σβήνουν τη φωτιά. Αλλά το καράβι έχει μείνει χωρίς φώτα κι ένα άλλο καράβι έρχεται ανάποδα και συγκρούονται. Οι πιο πολλοί άνθρωποι σώζονται εκτός από δύο, που πήγαν μαζί με τα καράβια στο βυθό και τους έφαγαν οι καρχαρίες. (Γ. Κ.)

 

7. Ένα μεγάλο καράβι πηγαίνει στο νησί τον κόσμο που θέλει να περάσει τις διακοπές του εκεί. Η θάλασσα είναι ήρεμη, ο ουρανός καθαρός και το ταξίδι όμορφο. Όταν το καράβι φτάνει στο νησί, αρέσει τόσο πολύ στον κόσμο, που όλοι τους σκέφτονται ότι δεν θέλουν να φύγουν ποτέ πια από κει. Το καράβι ρίχνει άγκυρα στ’ ανοιχτά. Όμως κάποιος γίγαντας της θάλασσας το καταστρέφει όπως περνάει για να βγει στην παραλία, που θα συναντήσει το φίλο του, το γίγαντα της στεριάς. Έτσι οι άνθρωποι που έφτασαν στο νησί με το καράβι, μένουν εκεί για πάντα. (Κ. Β.)

 

8. Η θάλασσα έχει κύματα και είναι γεμάτη καράβια, που γυρίζουν τον κόσμο στα σπίτια του από τις καλοκαιρινές διακοπές. Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν βλέπουν να βγαίνει από το νερό μια Γοργόνα. Της φωνάζουν να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, για να σταματήσουν τα κύματα. Εκείνη όμως δεν φεύγει. Θέλει να πάρει μαζί της κι ένα παιδάκι. Ένα αγόρι πηγαίνει κοντά της. Στο σπίτι της Γοργόνας είναι πολύ ωραία. Έτσι το αγόρι θα γίνει Γοργόνος και θα μείνει εκεί για πάντα. (Π. Κ.)

 

9. Μια άσπρη βαρκούλα με έντεκα επιβάτες φτάνει σ’ ένα νησάκι. Εκεί υπάρχει ένα βουνό, που στην κορφή του καίει μια φωτιά. Την έχει ανάψει για να ζεσταθεί ο μοναδικός του κάτοικος που ανέβηκε εκεί, για να θαυμάσει από κοντά την πέτρινη κορφή. Ο άνθρωπος ευχόταν η πέτρα να γίνει άνθρωπος, για να ‘χει ένα φίλο, να μην είναι πια μόνος. Τότε βλέπει τη βάρκα που έχει έρθει στο νησί. Ένας από τους επιβάτες της γίνεται φίλος του κι έτσι έχει πια συντροφιά. Φεύγουν μαζί από το νησί με τη βάρκα, επιστρέφουν όμως συχνά, για να βλέπουν την αγαπημένη τους πέτρα. (Β. Τ.)

 

10. Η Γοργόνα έχει βγει στο νησί. Έβγαλε την ουρά της και περπατάει κανονικά. Έχει πάει στη γιαγιά της που ζει εκεί. Κάποτε η Γοργόνα ήταν κοριτσάκι. Βρήκε σ’ ένα συρτάρι μια ζώνη, που ήταν κόκκινη και της άρεσε. Την φόρεσε, πάτησε την εγγράφα της ζώνης και μεταμορφώθηκε σε Γοργόνα. Όμως τότε δεν το κατάλαβε. Φώναξε τη γιαγιά της για να της δείξει τη ζώνη κι εκείνη της είπε μόνο «ωραία ζώνη». Μόλις όμως το κοριτσάκι μπήκε στη θάλασσα για να κολυμπήσει, είδε πως είχε γίνει Γοργόνα. Ταξίδεψε μακριά, έφτασε στο βυθό κι είδε ένα βυθισμένο καράβι, που είχε σπάσει στα βράχια. Όταν γύρισε στο σπίτι, η γιαγιά της τη ρώτησε «Πού ήσουνα; Πείνασες καθόλου;» Κάποια φορά μπήκαν μαζί στη θάλασσα για μπάνιο και τότε κατάλαβε η καθεμιά πως και η άλλη ήταν Γοργόνα. Τη ζώνη αυτή την είχε φορέσει παλιότερα και η γιαγιά χωρίς να ξέρει τίποτα το κοριτσάκι. Στο πρώτο ταξίδι που έκαναν μαζί, πήγαν στο ναυάγιο. (Χ. Φ.)

 

11. Ένα καράβι ταξιδεύει με φουρτούνα. Πέφτει δυνατή βροχή και σηκώνονται μεγάλα κύματα. Απ’ την ταραγμένη θάλασσα βγαίνει μια γοργόνα με μαύρο μαλλί, λαμπερά μάτια και χρωματιστή ουρά, πορτοκαλί, πράσινη, κίτρινη, ροζ και μαύρη. Θέλει να κάνει βουτιά στο κύμα, δεν το φοβάται. Διαλέγει το μπλε χρώμα που παίρνει η θάλασσα στην τρικυμία και όχι το γαλανό που έχει στη γαλήνη. Έτσι βγαίνει και κάνει βουτιές μόνον όταν έχει τρικυμία. Μόλις η θάλασσα ηρέμησε και πήρε χρώμα γαλανό, η Γοργόνα δεν ξαναβγήκε και το καράβι συνέχισε το ταξίδι του. (Ζ. Α.)

12. Ο μπαμπάς με το παιδάκι του ταξιδεύουν με τη βάρκα τους για το νησί που βρίσκεται το εξοχικό τους σπίτι. Όταν φτάνουν, τραβάνε τη βάρκα στην αμμουδιά και ο μπαμπάς μπαίνει στην καμπίνα για να ξεκουραστεί από το ταξίδι. Τότε το παιδάκι βλέπει μια γοργόνα που κολυμπάει προς την παραλία πολύ γρήγορα, κουνώντας την ουρά της. Όταν φτάνει στη στεριά, βγάζει την ουρά της και κάθεται στη βάρκα. Το παιδάκι στέκεται και την κοιτάζει. Η γοργόνα το ρωτάει για το νησί.Ο μπαμπάς  προτείνει στη γοργόνα να τη φιλοξενήσει στην καμπίνα του ενώ εκείνος με το παιδάκι ανεβαίνουν στο σπίτι τους. Η γοργόνα που βαρέθηκε το βυθό, θα καλέσει κοντά της τις άλλες γοργόνες, για να παίξουν μαζί με τους ανθρώπους τα καλοκαιρινά παιχνίδια. (Ε. Κ.)

 

13. Μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα ταξιδεύουν δυο αδερφάκια και ο μπαμπάς τους με το καράβι τους. Ξαφνικά σηκώνονται κύματα σαν γιγάντια βουνά. Τότε τα δυο παιδάκια βλέπουν στο πλάι του καραβιού μια καφέ ουρά ψαριού. Το κοριτσάκι λέει «μήπως είναι κάποιο σπάνιο ψάρι;» Ύστερα το καράβι πέφτει πάνω σ’ αυτήν την ουρά. Ο μπαμπάς τους εξηγεί πως είναι μια γοργόνα. Έχει μακριά μαύρα μαλλιά και στην ουρά της μικρές κίτρινες βουλίτσες. Τα μάτια της είναι μπλε. Η γοργόνα πριν ξαναβουτήξει στη θάλασσα, προλαβαίνει να δει τον καπετάνιο και να τον ερωτευτεί. Θέλει να γίνει άνθρωπος, για να μείνει κοντά του. Βρίσκει ένα σπάνιο κοράλλι, το τρίβει και φτιάχνει με αυτό ένα μαγικό φίλτρο. Το πίνει και μεταμορφώνεται σε κανονική γυναίκα. Βγαίνει στην παραλία, ψάχνει σ’ όλα τα σπίτια και βρίσκει τον καπετάνιο της στο τελευταίο. Εκείνος την αναγνωρίζει αμέσως από μια λεπτομέρεια, έχει παπούτσια με κίτρινες βουλίτσες. Γίνεται γυναίκα του καπετάνιου, γιατί τη μαμά των παιδιών την είχε αρπάξει ένα γιγάντιο ψάρι κάποτε που είχε πάει να κολυμπήσει. (Α. Τ.)

 

14. Ένα παιδάκι με το μπαμπά του ταξιδεύουν με το καραβάκι τους. Η μαμά δεν πήγε μαζί τους, γιατί περίμεναν φουρτούνα και φοβόταν τα κύματα. Όταν αρχίζει η τρικυμία ο μπαμπάς δένει το παιδί πάνω του μ’ ένα μεγάλο σχοινί, για να μην  το πάρει το κύμα. Έχουν μια τεράστια, βαριά άγκυρα και τη ρίχνουν στο βυθό, για να μην κινδυνέψουν. Όταν η φουρτούνα σταματάει κι έχει μικρά κυματάκια, εμφανίζεται μπροστά τους ένα περιστέρι. Τους λέει να το ακολουθήσουν, για να φτάσουν στο νησί, όπου θα κολυμπήσουν. Το περιστέρι τούς δίνει την κάρτα του, για να το καλέσουν όποτε το χρειαστούν να τους οδηγήσει ξανά στον προορισμό τους. (Γ. Μ.)

 

15. Ο μπαμπάς με το αγοράκι του πηγαίνουν στη θάλασσα να ψαρέψουν με καλάμι. Όμως σηκώνονται μεγάλα κύματα, σπάνε το καλάμι τους κι έτσι αναγκάζονται να πάρουν βάρκα με δίχτυα για να ψαρεύουν. Μια μέρα ανοίγονται στη θάλασσα, ρίχνουν τα δίχτυα και πιάνουν ένα πολύ μεγάλο ψάρι. Την επόμενη φορά παίρνουν στο ψάρεμα και τη μαμά και πιάνουν πάρα πολλά ψάρια. Κάποτε πιάνουν μια θαλάσσια χελώνα και την αφήνουν ελεύθερη. Όμως μια φορά που έχουν ανοιχτεί πολύ, σηκώνονται μεγάλα κύματα και τους παίρνουν τα δίχτυα. Τότε σταματάνε να ψαρεύουν και με τα χρήματα που έχουν μαζέψει, ανοίγουν ένα μαγαζί. Στη θάλασσα πηγαίνουν πια μόνον όταν είναι ήρεμη, για να κολυμπήσουν. (Τ. Ζ.)

 

16. Στη θάλασσα πιάνει φουρτούνα. Ένας άνθρωπος που ταξιδεύει με τη βάρκα του βλέπει μια Γοργόνα να βγαίνει απ’ το κύμα. Είναι αγριεμένη, γιατί νομίζει ότι αυτός ο άνθρωπος την απειλεί, ότι θέλει το κακό της. Έτσι η Γοργόνα φωνάζει «βοήθεια». Τότε εμφανίζονται καρχαρίες, που ρίχνουν τον άνθρωπο στη θάλασσα. (Θ. Μ.)

 

17. Δυο καράβια ταξιδεύουν στη θάλασσα. Ο καιρός είναι άσχημος και το ένα καράβι  χτυπά στα βράχια και βουλιάζει. Οι επιβάτες ανεβαίνουν στο άλλο καράβι εκτός από έναν που δεν προλαβαίνουν να τον σώσουν. Στο καράβι που βούλιαξε πηγαίνουν πολλοί καρχαρίες, για να βρουν φαγητό. Όποτε περνά κάποια βάρκα από εκεί, την χτυπάνε οι καρχαρίες και βουλιάζει. (Χ. Π.)

 

18. Μια μέρα που ο καιρός ήταν πολύ καλός, ήρθαν πολλά βαρκάκια στο νησί. Βρέθηκε εκεί μια Γοργόνα του βυθού με μπλε ουρά και τα βαρκάκια έφταναν για να την δουν. Τα μαλλιά της ήταν πολύ μακριά, καστανά και τα μάτια της γαλάζια. Της άρεσαν πολύ τα βαρκάκια κι έτσι το πρόσωπό της φαινόταν πολύ χαρούμενο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσε ανθρώπους και είχε πολύ καλές εντυπώσεις από αυτούς. Αφού η Γοργόνα έμεινε κάμποσο στα ρηχά μαζί τους, γύρισε πίσω στο βυθό της θαλάσσιας λίμνης που ζούσε με τις φίλες της. Διηγήθηκε στις άλλες Γοργόνες όσα είδε και είπε ότι θέλει πολύ να ξαναβρεθεί με τους ανθρώπους. Όμως εκείνες τής ζήτησαν ποτέ άλλη φορά να μην φύγει από κοντά τους. Φοβούνται τους ανθρώπους, επειδή ποτέ μέχρι τότε δεν τους έχουν γνωρίσει. (Α. Β.)

 

19. Μια μανούλα που ταξίδευε με καράβι μαζί με την οικογένειά της, τραυματίστηκε στο πόδι όταν σηκώθηκε δυνατό κύμα στο ταξίδι. Η θάλασσα είχε θυμώσει, επειδή τα καράβια περνούσαν πάνω της. Δεν της αρέσει να την πατάνε. Όπου την πατούσαν τα καράβια, το νερό ήταν κακό. Το υπόλοιπο νερό ήταν καλό, επειδή σ’ αυτό κολυμπούσε μια Γοργόνα. Η Γοργόνα είναι η φίλη της θάλασσας κι έτσι όταν τής λέει να σταματήσει το κύμα, για να μην βουλιάζουν τα καράβια, εκείνη την ακούει. Τώρα που η Γοργόνα ζητάει από τη θάλασσα να γαληνέψει, για να φτάσει το καράβι γρήγορα στο λιμάνι και να πάει η μανούλα στο γιατρό, το κύμα πέφτει αμέσως. (Μ. Φ.)

 

20. Μια βάρκα πηγαίνει ένα κοριτσάκι με τους γονείς του στο εξοχικό τους σπίτι. Το κοριτσάκι, όπως η βάρκα τους ταξιδεύει στα βαθιά, ακούει έναν παράξενο ήχο. Τον έχει ακούσει κι άλλες φορές παλιότερα. Τη βάρκα την σπρώχνει ένα μικρό κυματάκι κι έτσι φτάνει γρήγορα στον προορισμό της. Κάνουν διακοπές για πέντε μέρες και ύστερα παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Εκεί στα βάθη της θάλασσας τους περιμένουν Γοργόνες, για να δώσουν στο κοριτσάκι ένα χάρτη. Τον έχει φτιάξει η βασίλισσα-Γοργόνα, που άκουσε μέσα της τη φωνή του κοριτσιού. Ο χάρτης δείχνει το δρόμο που φτάνει σ’ έναν πύργο, θαμμένο κάτω από την άμμο, στην παραλία ενός άγνωστου νησιού. Τώρα το κοριτσάκι ξέρει από πού έρχεται ο παράξενος ήχος. Όταν φτάσει στο νησί, θ’ ακολουθήσει κάτι χνάρια και θ’ αρχίσει να σκάβει, για να βρει τον πύργο. (Κ. Μ.)

 

21. Μια καφέ βαρκούλα αρμενίζει στην ήρεμη θάλασσα. Μέσα είναι ένας μπαμπάς με το παιδί του, που πηγαίνουν σ’ ένα νησί με όμορφες αμμουδιές, για να κολυμπήσουν. Ο μπαμπάς βλέπει ένα πτερύγιο και καταλαβαίνει ότι τους κυνηγάει καρχαρίας. Αυτό έχει γίνει κι άλλες φορές κι έτσι ο μπαμπάς έχει μαζί του ένα σχοινί για να  αντιμετωπίζει τους καρχαρίες. Όταν πετάει το σχοινί στον καρχαρία, εκείνος φεύγει μακριά. Κοντά στην παραλία το παιδάκι δείχνει στο μπαμπά του μια Γοργόνα που κολυμπά. Την πλησιάζουν και τη ρωτάνε πώς ήρθε από τα βαθιά. Εκείνη είπε πως ήρθε πάνω στη ράχη του καρχαρία, επειδή ήθελε να δει τους ανθρώπους. Της αρέσουν τα ρούχα και ζητάει από το μπαμπά να της δώσει κάτι να φορέσει. Εκείνος  της αγοράζει ένα ροζ μπλουζοφόρεμα. Η Γοργόνα θα το φορέσει και θα γυρίσει στο σπίτι της, για να τη δει η φίλη της, που είναι κι αυτή Γοργόνα. Θα το φοράνε πότε η μια και πότε η άλλη και θα κολυμπάνε μ’ αυτό. (Δ. Π.)

 

22. Στην ήρεμη θάλασσα ταξιδεύουν τέσσερα καράβια. Σ’ ένα από αυτά βρίσκεται ένας επιβάτης με άσπρα ρούχα, που έχει ταξιδέψει στους πιο μακρινούς ωκεανούς, έχει περάσει όλη τη θάλασσα και τώρα γυρίζει πίσω στην πόλη του, για να ξαναβρεί τους φίλους του. Πηγαίνει στο παλιό του σπίτι και βγαίνει στα μαγαζιά της θάλασσας, για να αγοράσει κανένα ρούχο. Το φοράει και συναντά όλους τους φίλους του, εκτός από έναν που έχει φύγει απ’ την πόλη. Όλοι μαζί πηγαίνουν να φάνε και να πιουν ό,τι θέλουν, για να γιορτάσουν τη συνάντησή τους. Ο άνθρωπος που ήρθε από τους ωκεανούς μπαίνει να κολυμπήσει. Εκεί κάτι νιώθει, νομίζει ότι τον ακουμπά ένα ψάρι. Όταν όμως αυτό υψώνεται, βλέπει πως δεν είναι απλό ψάρι αλλά μια Γοργόνα με ροζ ουρά, που τα μαλλιά της είναι μπλε, όπως το θαλασσινό νερό και τα μάτια της πράσινα. Το βλέμμα της είναι χαρούμενο, γιατί γνωρίζει αυτόν τον άντρα. Τον είχε συναντήσει στα ταξίδια του στους ωκεανούς κι είχε φτάσει ως εκεί, ακολουθώντας το καράβι του. Ο άντρας την πήρε στα χέρια του, την έβγαλε από το νερό και μόλις την ακούμπησε στη στεριά η Γοργόνα έγινε κανονικός άνθρωπος. Οι φίλοι του τότε τον άφησαν κι έφυγαν. Θύμωσαν μαζί του, γιατί ο κανόνας έλεγε ότι οι Γοργόνες απαγορεύεται να βγαίνουν από το θαλασσινό νερό, γιατί η ουρά τους δεν θα ξαναγίνει ποτέ. Όταν το βράδυ ο άντρας κοιμήθηκε, η Γοργόνα εξαφανίστηκε. Το πρωί όμως ξαναγύρισε, για να ζήσει για πάντα κοντά του. (Λ. Δ.)

 

Ολοκληρώνουμε τις αφηγήσεις που αναφέρονται στο παραπάνω απόσπασμα με αυτήν ενηλίκου προσώπου, η οποία πραγματοποιήθηκε με τα νήπια στο ρόλο εκείνων που έθεταν τις ερωτήσεις. Παραθέτουμε αρχικά τις ερωτήσεις που διατυπώθηκαν, καθώς αποδεικνύουν πόσο δομημένα λειτουργεί η σκέψη των νηπίων ως αποτέλεσμα της εμπλοκής τους στη διαδικασία παραγωγής των κειμένων:

  1. Η θάλασσα έχει κύμα;
  2. Ταξιδεύουν πλοία;
  3. Πόσοι είναι μέσα στη βάρκα;
  4. Γιατί ταξιδεύει αυτός ο άνθρωπος;
  5. Πού μένει; Έχει οικογένεια;
  6. Τι γίνεται στη θάλασσα;
  7. Πώς ήταν η Γοργόνα;
  8. Πού είναι το σπίτι της;
  9. Πώς λένε τη Γοργόνα;

 

1.Η θάλασσα έχει τόση τρικυμία, που το κύμα δεν είναι μπλε ούτε γαλάζιο, είναι γκρι σκούρο. 2. Σ’ αυτήν τη θάλασσα βρίσκεται μια μικρή ξύλινη βαρκούλα, κόκκινη και κίτρινη. 3. Η βάρκα έχει μέσα μόνον έναν παππού, που έχει μαζί του ένα μικρό ραδιοφωνάκι κι ακούει μουσική, ένα τραγούδι που μιλάει για τη θάλασσα. 4. Ο παππούς είναι ψαράς, έχει μαζί του δίχτυα αλλά δεν τα έχει ρίξει, γιατί δεν τον αφήνει το κύμα. Φοράει ένα μαύρο αδιάβροχο με κουκούλα. 5. Ο παππούς δεν έχει οικογένεια, ζει μόνος του σε μια καλύβα στην αμμουδιά. 6. Βλέπει από τη βάρκα του σ’ ένα σημείο το νερό πολύχρωμο, κίτρινο, πορτοκαλί, γαλάζιο και πράσινο φωτεινό. Φαντάζεται ότι εκεί μπορεί να περιμένει μια Γοργόνα για ν’ αναδυθεί. Ο παππούς κάνει τα χέρια του χωνί και της φωνάζει: «Ε, Κυρά της θάλασσας, βγες λίγο να μου κάνεις συντροφιά!» Φωνάζει πάνω από δέκα φορές και τότε βλέπει το κεφάλι της Γοργόνας να προβάλλει αργά-αργά. 7. Τα μαλλιά της είναι κατάξανθα κι η ουρά της γαλάζια. 8. Ζει στο βυθό, σε μια θαλάσσια σπηλιά, παρέα με χταπόδια κι άλλα θαλασσινά. 9. Εκεί που προβάλλει η Γοργόνα, η θάλασσα γαληνεύει, γίνεται σαν λίμνη. Η Γοργόνα χαμογελά στον ψαρά κι εκείνος σηκώνει το χέρι του και τη χαιρετά. Τότε η Γοργόνα αρχίζει να χορεύει με τη μουσική απ’ το ραδιόφωνο. Ο παππούς τη ρωτά «Πώς σε λένε;» κι εκείνη απαντάει «Αγάπη». Ο παππούς της λέει και το δικό του όνομα, που είναι «Άγγελος». Η Γοργόνα τον προσκαλεί στη σπηλιά της κι ο παππούς φοράει τη μάσκα που έχει για τις καταδύσεις και την ακολουθεί στο βυθό. (Ε. Η.)

 

Μέρος Β΄ : απόσπασμα «Ήρθε το βράδυ…πως όχι, ο Μεγαλέξαντρος δεν πέθανε» (Ό.π., σσ. 121-122).

Σύμφωνα με το θρύλο της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, ο Μέγας Αλέξανδρος πέρασε ανάμεσα από τα δυο βουνά που ανοιγοκλείνουν αδιάκοπα με τόσο μεγάλη ταχύτητα που ούτε ένας σταυραετός δεν προλαβαίνει να περάσει. Έπειτα σκότωσε τον ακοίμητο δράκο με τα εκατό μάτια που φυλούσε την πηγή με το αθάνατο νερό, για να μην το αποκτήσουν οι άνθρωποι. Έτσι κατάφερε μόνος αυτός από τους θνητούς να πάρει το αθάνατο νερό. Όταν γύρισε σπίτι του όμως, η αδερφή του η Γοργόνα έχυσε το νερό πάνω σε μια άγρια κρεμμυδιά. Ο Μέγας Αλέξανδρος εξαιτίας αυτού του γεγονότος την εκδίωξε. Έτσι κατά το θρύλο έγινε γοργόνα είτε νεράιδα και ζούσε μέσα στη φύση, στη θάλασσα ή στα ποτάμια αντίστοιχα. Στην εγκιβωτισμένη αφήγηση που περιλαμβάνεται στο συγκεκριμένο απόσπασμα της Αιολικής Γης, ο ήρωας του Βενέζη αποδίδει ελεύθερα το θρύλο, δίνοντας έμφαση στην οργή του Μεγαλέξαντρου απέναντι στην αδερφή του και στις δικές της τύψεις για το κακό που άθελά της προξένησε στον αδερφό της.

Περίληψη:  Ο καπετάνιος Λύρας,  με ερέθισμα την εμφάνιση της Γοργόνας στην τρικυμία, απευθυνόμενος στο μικρό γιο του, αναφέρει ότι η Γοργόνα, ανυποψίαστη ήπιε το αθάνατο νερό που έφερε ο αδερφός της από τις εκστρατείες του, στερώντας του άθελά της τη δυνατότητα να παραμείνει αθάνατος. Την ιδιότητα της αθανασίας την απέκτησε εκείνη, που παραμένει από τότε στη θάλασσα, όπου την έριξε ο Μέγας Αλέξανδρος, εξοργισμένος για το ανεπανόρθωτο λάθος της. Καθώς οι τύψεις δεν την αφήνουν να ησυχάσει, εμφανίζεται στους ναυτικούς, προκειμένου να πληροφορηθεί τις συνέπειες της πράξης της. Όταν εκείνοι την διαβεβαιώνουν πως ο αδερφός της ζει, για να κατευνάσουν την ταραχή της, η Γοργόνα ηρεμεί προσωρινά και τότε συνεχίζουν ανενόχλητοι το ταξίδι τους. Αντίθετα όταν της απαντούν την αλήθεια, υποφέρει τόσο, που βουλιάζει το πλοίο και πνίγει το πλήρωμά του.

Ακολουθεί ένα μικρό μέρος του αποσπάσματος:

«-Να το θυμάσαι αυτό που είδες γιε, μουρμούρισε ο καπετάνιος…Πάλι, σε λίγο, σα φόβος που ήρθε άξαφνα κ’ έπρεπε να φύγει: Πρόφταξες να το δεις; Είπε. Μπας και δεν πρόφταξες;

-Τι ήταν πατέρα; Ήταν σα ψάρι με μαλλιά…

-Ήταν το στοιχειό της θάλασσάς μας. Ήταν η κυρα-Γοργόνα, είπε ο καπετάνιος…

-Να το θυμάσαι, είπε, και να τ’ αγαπάς. Αυτό γλιτώνει τους γεμιτζήδες, αν είναι γραφτό τους να τους φανερωθεί…

η Γοργόνα ζει μες στο πέλαγο. Τα μάτια της είναι στρογγυλά, έχει φίδια στα μαλλιά της, τα χέρια της είναι χάλκινα και στις πλάτες έχει χρυσά φτερούγια. Απ’ τη μέση και κάτω είναι ψάρι κι όλα τ’ άλλα ψάρια του πελάγου την έχουν για βασίλισσά τους…»

Σημείωση: Στα κείμενα των μαθητών που παρατίθενται στη συνέχεια, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η στάση τους απέναντι στην έννοια της αθανασίας. Αν και ο Μεγαλέξανδρος εμφανίζεται στο απόσπασμα που διδάχθηκαν να διεκδικεί και να αποκτά το αθάνατο νερό αποκλειστικά για τον εαυτό του, η προσέγγιση της μεγάλης πλειοψηφίας των νηπίων απέχει κατά πολύ από τη δική του στάση. Συγκεκριμένα, όταν επικεντρώνονται στον ίδιο το Μεγαλέξαντρο, αισθάνονται την ανάγκη να ερμηνεύσουν την απόφασή του να χρησιμοποιήσει μόνον ο ίδιος το αθάνατο νερό, ως αποτέλεσμα της διαπίστωσής του πως η Γοργόνα δολίως επιδιώκει να τον βλάψει.  Άλλοτε ωστόσο τον εμφανίζουν να το μοιράζεται μαζί της ή να το προσφέρει όλο σε κείνην.

Όταν τα νήπια παρουσιάζουν τη Γοργόνα ως αποκλειστική κάτοχο του αθάνατου νερού, συχνά επιλέγουν η ίδια να το μοιράζει σε όλους τους ανθρώπους που την συναντούν στα ταξίδια τους, οπότε η αθανασία γίνεται κοινή κατάσταση όλων των έως τότε θνητών. Συνήθως όμως στις παιδικές αφηγήσεις, οι άνθρωποι που μαζικά ή μεμονωμένα πίνουν το αθάνατο νερό, δεν έχουν επίγνωση γιατί πρόκειται, το πίνουν επειδή απλώς η Γοργόνα τους παγιδεύει. Αν έχουν τη δυνατότητα οι ίδιοι να αποφασίσουν, επιλέγουν να μην το πιουν, θεωρώντας το θάνατο πιο φυσιολογικό από μια ζωή χωρίς τέλος. Όσοι ζουν αθάνατοι, αισθάνονται δυστυχισμένοι εκτός αν έχουν κάποιον πολύ ιδιαίτερο λόγο να ζήσουν παντοτινά.

Ας παρουσιάσουμε στο σημείο αυτό αναλυτικά τα παιδικά κείμενα:

 

1. Το αθάνατο νερό το βρίσκει ένας καπετάνιος να πλέει σ’ ένα γυάλινο μπουκάλι. Το παίρνει στο καράβι του, δοκιμάζει κι επειδή είναι γλυκό, καταλαβαίνει πως είναι το αθάνατο νερό. Το πηγαίνει στο λιμάνι για να δώσει στο φίλο του, που είναι κι αυτός καπετάνιος. ΄Υστερα το κλείνουν σ’ ένα ντουλάπι, για να πιουν κι οι υπόλοιποι φίλοι τους όταν φτάσουν εκεί. Πριν από εφτακόσια χρόνια ένας άνθρωπος είχε ανακαλύψει τη λίμνη που έχει το αθάνατο νερό. Είχε γεμίσει το μπουκάλι και το έριξε στη θάλασσα, για να πιουν κι άλλοι άνθρωποι που βρίσκονταν μακριά και να γίνουν κι εκείνοι αθάνατοι. (Γ. Π.)

 

2. Το αθάνατο νερό ήταν θαμμένο στο βυθό της θάλασσας. Το βρήκε ένας νέος ψαράς κατά τύχη και ήπιε όλο το μπουκάλι χωρίς να ξέρει τι είναι κι έτσι έγινε αθάνατος. Κι άλλοι ψαράδες είχαν δει το μπουκάλι αλλά επειδή δεν διψούσαν, δεν το είχαν πιει. Ο ψαράς που το ήπιε, δεν το ξέρει ακόμη. Θα το καταλάβει, επειδή δεν θα πεθάνει. Ζει μόνος του, γιατί από τότε που ήπιε το αθάνατο νερό, δεν αγαπάει τις γυναίκες κι ούτε οι Γοργόνες τον θέλουν γι’ άντρα τους. Όταν αυτός ο άντρας θα γίνει πολύ γέρος και δεν θα μπορεί να πεθάνει, θα μετανιώσει που έχει πιει το αθάνατο νερό αλλά δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα.         (Χ. Τ.)

 

3. Το αθάνατο νερό  το πουλάει ένα μανάβικο. Οι άνθρωποι που το αγοράζουν, δεν ξέρουν ακόμη αν είναι στ’ αλήθεια αθάνατο, όμως το αγοράζει πολύς κόσμος, γιατί δεν είναι ακριβό. Ο μανάβης το παίρνει από τη Γοργόνα. Εκείνη του δίνει, επειδή της λέει ψέματα ότι ο αδερφός της ζει. Έτσι η Γοργόνα αφήνει όλα τα καράβια και περνάνε ελεύθερα. Μια φορά ένας ναυτικός λέει στη Γοργόνα την αλήθεια για το Μεγαλέξανδρο κι εκείνη ρίχνει το μανάβη στη θάλασσα. (Κ. Β.)

 

4. Το αθάνατο νερό ήταν κλεισμένο σ’ ένα μπαούλο στο βυθό της θάλασσας. Εκεί το βρήκε τυχαία ο Μεγαλέξανδρος και πήρε ένα μικρό μπουκάλι. Το έχουν βρει όμως και οι Γοργόνες και γι’ αυτό είναι αθάνατες. Όταν περνάνε καράβια, οι Γοργόνες βγαίνουν στην επιφάνεια και δίνουν το αθάνατο νερό στους ανθρώπους, χωρίς να τους λένε τι είναι. Εκείνοι νομίζουν ότι είναι απλό νερό και το πίνουν για να ξεδιψάσουν. Όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι έχουν γίνει αθάνατοι, φτιάχνουν ένα ποτό με χρυσόσκονη που παίρνουν από την άμμο και το δίνουν με τη σειρά τους στις Γοργόνες που συναντούν, για να τις κάνουν κοπέλες κι έτσι να τους ξεπληρώσουν το καλό που τους έχουν κάνει αυτές. Έτσι οι Γοργόνες μπορούν να ζουν πια μαζί τους. Υπάρχουν όμως πάντα Γοργόνες, γιατί κάποιες δεν θέλουν να γίνουν κοπέλες. (Ε. Κ.)

 

5. Το αθάνατο νερό το έκλεισε η Γοργόνα σ’ ένα μπουκάλι και το άφησε στη θάλασσα, για να το βρει ο αδερφός της, να το πιει και να γίνει αθάνατος. Ο Μεγαλέξανδρος το βρίσκει και το πίνει. Έτσι, όταν η Γοργόνα θα ρωτάει τους ναυτικούς αν ζει ο Μεγαλέξανδρος, εκείνοι θα της λένε την αλήθεια ότι «ζει και βασιλεύει». Τότε η Γοργόνα θα χαίρεται και θα αφήνει τα καράβια να περνάνε. (Ε. Ν.)

 

6. Το αθάνατο νερό το έδωσε στη Γοργόνα ο βασιλιάς της θάλασσας κι αυτή το έκρυψε σ’ ένα νησί, για να το βρει ο αδερφός της. Όμως ο Μεγαλέξανδρος δεν το πίνει, γιατί δεν ξέρει πως η Γοργόνα το έχει στείλει για κείνον. Έτσι μετά από καιρό το βρίσκει και το πίνει η άλλη αδερφή τους, που είναι κι αυτή Γοργόνα και γίνεται αθάνατη. Όταν  οι δυο Γοργόνες μαθαίνουν από τους ναυτικούς τι έχει γίνει, δεν  βουλιάζουν τα καράβια ούτε πνίγουν τους ναύτες αλλά βρίσκουν μια μαγική σκόνη σ’ ένα μαργαριτάρι και εύχονται να ζωντανέψουν όλοι οι νεκροί. Έτσι θα ζωντανέψει κι ο αδερφός τους. (Κ. Μ.)

 

7. Φυσούσε πολύ δυνατός άνεμος και σήκωνε τεράστια κύματα. Στη θάλασσα ταξίδευε ένα πλοίο. Οι ναύτες του είδαν ένα μπουκάλι να επιπλέει. Ξαφνικά ένα πιο τεράστιο κύμα άνοιξε το μπουκάλι και έσπασε το καράβι τους. Το νερό που ήταν στο μπουκάλι χύθηκε στη θάλασσα κι έτσι ήπιαν από αυτό οι ναύτες που το καράβι τους βυθίστηκε. Πέρασε μια βάρκα, τους μάζεψε και τους πήγε όλους στο νοσοκομείο. Όσο ήταν εκεί, η Γοργόνα έβγαλε την ουρά της και πήγε να τους δει. Είχε βρει το ανοιγμένο μπουκάλι και κατάλαβε πως έγιναν αθάνατοι. Τους το είπε κι εκείνοι λυπήθηκαν πολύ. Ήθελαν να είχαν μείνει κανονικοί άνθρωποι, μα η Γοργόνα δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. Στο καράβι τους που είχε βουλιάξει, χτύπησε ένα άλλο καράβι κι όλο το πετρέλαιο χύθηκε στη θάλασσα. Τότε η Γοργόνα έφυγε από εκεί και πήγε να ζήσει σε άλλη θάλασσα. (Γ. Κ.)

 

8. Ένας μπαμπάς πήγε στην παραλία, για να δει αν είχε καλό ή κακό καιρό, ώστε να φύγει με την οικογένειά του διακοπές. Τότε είδε στα ρηχά μια ουρά σαν δελφινιού. Αμέσως πετάχτηκε και το σώμα. Ήταν γυναικείο, λεπτό, με ξανθά μαλλιά. Στα χέρια κρατούσε ένα γυάλινο μπουκάλι, που είχε μέσα ένα υγρό σκούρο μπλε. Ο μπαμπάς κατάλαβε αμέσως πως ήταν το αθάνατο νερό, γιατί ένας επιστήμονας του είχε πει τι χρώμα έχει. Η Γοργόνα του μίλησε πρώτη και του είπε να μην ανοίξει το καπάκι κι ύστερα του έδωσε το μπουκάλι να το φυλάξει, επειδή στο βυθό ζούσε ένα κακό ψάρι που ήθελε να χυθεί το αθάνατο νερό στη θάλασσα, για να γίνει τρικυμία. Τα κύματα τότε θα παράσερναν τα ψάρια μακριά κι η Γοργόνα θα απέμενε μόνη της. Ο άνθρωπος πήγε σπίτι του το μπουκάλι με το νερό και είπε στη γυναίκα και τα τρία παιδιά του να μην το πειράξουν. Κάποτε ένας ψαράς ψάρεψε αυτό το κακό ψάρι και  το πούλησε. Τότε η Γοργόνα πήρε πίσω το αθάνατο νερό και  χάρισε στο μπαμπά που της το φύλαξε ένα ωρολόι φτιαγμένο από κοχύλια. Ο μπαμπάς και η οικογένειά του δεν ήπιαν από το αθάνατο νερό, γιατί δεν ήθελαν να γίνουν αθάνατοι. (Α. Τ.)

 

9. Μια οικογένεια με ένα παιδάκι ψαρεύουν με τη βάρκα τους. Ο μπαμπάς έριξε  τα δίχτυα και έπιασε έναν ξιφία. Τότε εμφανίστηκε η Γοργόνα. Γνώριζε το μπαμπά που ψάρευε εκεί συχνά. Της είχε πει μια φορά πως η γυναίκα του είναι άρρωστη. Η Γοργόνα τους έδωσε ένα φάρμακο που έφτιαξε για αυτήν. Η μαμά το ήπιε και μέχρι να ξημερώσει είχε γίνει καλά. Όμως επειδή στο φάρμακο η Γοργόνα έριξε αθάνατο νερό, η μαμά έχει γίνει αθάνατη. Ο μπαμπάς με το παιδάκι, όποτε αρρωσταίνουν, πίνουν φάρμακα που τους δίνει ο γιατρός και όχι η Γοργόνα. Έτσι αυτοί κάποτε θα πεθάνουν. (Ε. Π.)

 

10. Ο Μέγας Αλέξανδρος κολυμπάει. Πηγαίνει να πάρει το αθάνατο νερό, γιατί ήρθε η ώρα να το πιει. Το έχει φυλαγμένο σ’ ένα μπαούλο στο βυθό πάρα πολλά χρόνια. Εκείνος μόνο έχει το χάρτη που δείχνει το δρόμο για το αθάνατο νερό και το κλειδί για το μπαούλο. Έτσι θα πιει και θα γίνει αθάνατος. Η αδερφή του που έχει για μαλλιά μεγάλα φίδια δηλητηριώδη ζει στο δικό της σπίτι σε μια μακρινή θάλασσα. Έχει δύο καρχαρίες για κατοικίδια. Ο Μεγαλέξανδρος έχει δύο κροκόδειλους.  Κάποτε πηγαίνει στο σπίτι της Γοργόνας για να τη δει. Εκείνη έχει αρρωστήσει. Θέλει να της δώσει  να πιει αθάνατο νερό, για να γίνει καλά αλλά δεν έχει πάρει μαζί του το χάρτη που δείχνει το δρόμο. Θα στείλει ένα πουλάκι να του τον φέρει για να πάρει ένα μπουκάλι για την αδερφή του. Θα δώσουν και στους κροκόδειλους και στους καρχαρίες και όλοι θα γίνουν αθάνατοι. (Γ. Μ.)

 

11. Ο Μεγαλέξανδρος έχει κλειδωμένο το αθάνατο νερό σ’ ένα κλουβί στο βυθό. Έχει δώσει κλειδί και στην αδερφή του τη Γοργόνα. Ο Μέγας Αλέξανδρος ήπιε μια φορά, για να γίνει αθάνατος και ύστερα γύρισε στο σπίτι του. Η Γοργόνα όμως αφού δοκίμασε το αθάνατο νερό, αποφάσισε να μείνει για πάντα στη θάλασσα, επειδή της αρέσει πολύ η γεύση του και να πίνει κάθε μέρα. Το αθάνατο νερό έχει χρώμα μωβ και είναι σαν το χυμό του σταφυλιού. Η Γοργόνα πίνει κάθε φορά από λίγο, για να αργήσει να τελειώσει. (Ε. Α.)

 

12. Ο Μέγας Αλέξανδρος έχει κρύψει το αθάνατο νερό στο βυθό της θάλασσας για να μην το βρει η αδερφή του η Γοργόνα. Εκείνη τον ρώτησε πού είναι το μπουκάλι και της απάντησε ψέματα ότι το έχει κρύψει στη λίμνη. Όμως η Γοργόνα τον έχει δει. Θα πάρει ένα φακό και θα πάει στη θάλασσα να το βρει. Θα το πάρει και στη θέση του θα βάλει ένα άλλο μπουκάλι, που το έχει γεμίσει με νερό από τη λίμνη. Έτσι θα ξεγελάσει το Μεγαλέξανδρο, που νομίζει ότι θα πιει το αθάνατο νερό και θα γίνει αθάνατος. Η Γοργόνα το έκανε αυτό, γιατί δεν αγαπάει τον αδερφό της, επειδή κάποτε την είχε χτυπήσει. Ο Μέγας Αλέξανδρος σκεφτόταν ότι αν χυνόταν μια λάβα, δεν θα μπορούσε να τη σβήσει και επειδή νευρίασε, χτύπησε την αδερφή του. (Μ. Φ.)

 

13. Στη θάλασσα έχει τρικυμία, γιατί την ανακατεύει η Γοργόνα. Θέλει να ρίξει τους ναυτικούς στη θάλασσα, που έχει χύσει το αθάνατο νερό, για να το πιουν και να γίνουν αθάνατοι. Ούτε οι ναυτικοί αλλά ούτε ο Μεγαλέξανδρος θα ήθελαν να γίνουν αθάνατοι, επειδή τους αρέσει να πάνε κοντά στο Χριστούλη. Η Γοργόνα όμως δεν ήθελε να πεθάνουν. Αλλά είχε σκοτώσει τη γυναίκα του Μεγαλέξανδρου, επειδή την  ζήλευε  που φορούσε ωραία τακούνια ενώ η Γοργόνα έχει ουρά κι έτσι δεν μπορεί να φορά τακούνια. (Ζ. Α.)

 

14. Ο Μεγαλέξανδρος έφερε το αθάνατο νερό από τη λίμνη που είναι από την άλλη μεριά της θάλασσας. Όταν έφτασε στο σπίτι του, που είναι μέσα στη θάλασσα, μπήκε από την πίσω πόρτα, για να μην το δει η Γοργόνα. Το έκρυψε στο δωμάτιό του. Μετά βγήκε για παιχνίδι. Κάποια άλλη στιγμή, που η Γοργόνα ήταν μακριά, ο Μεγαλέξανδρος έκρυψε το  αθάνατο νερό κάπου αλλού κι έφτιαξε ένα χάρτη, για να μπορεί να το βρίσκει. Η Γοργόνα μια φορά βρήκε αυτό το χάρτη που είχε πέσει του Μγαλέξανδρου χωρίς εκείνος να το καταλάβει. Ακολούθησε την πορεία που έδειχνε ο χάρτης κι έφτασε στο αθάνατο νερό. Επειδή νευρίασε με το Μεγαλέξανδρο, που της το είχε κρύψει, ήπιε όλο το νερό και δεν θα μετανιώσει που δεν άφησε καθόλου για το Μεγαλέξανδρο κι έτσι εκείνος θα πεθάνει. (Τ. Ζ.)

 

15. Η Γοργόνα βρήκε στη θάλασσα το αθάνατο νερό. Ήταν μέσα σε μια βάρκα, σ’ ένα μπουκάλι. Ο άνθρωπος που είχε τη βάρκα, ήταν μέσα αλλά είχε γίνει σκελετός. Το νερό το βρήκε η Γοργόνα, το ήπιε κι έγινε αθάνατη. Άφησε μόνο λίγο για το Μεγαλέξανδρο. Αυτός είδε το μπουκάλι που το είχε φέρει στο σπίτι η Γοργόνα και επειδή μάζευε καπάκια, έβγαλε το καπάκι και το κράτησε. Θα σκόρπιζε τα καπάκια στο πέρασμά του, για να έβρισκε η Γοργόνα τα ίχνη του αν θα χανόταν. Όταν η Γοργόνα γύρισε στο σπίτι, βρήκε το αθάνατο νερό χυμένο. Στο μέρος όπου χύθηκε το αθάνατο νερό, άνοιξε μια τεράστια τρύπα που έφτασε μέχρι τη θάλασσα. Ένα ψάρι που βρέθηκε εκεί, μεταμορφώθηκε σε τέρας από το αθάνατο νερό και πήγε να φάει τη Γοργόνα. Αλλά το τέρας δεν τα κατάφερε, γιατί εκείνη είχε πιει αθάνατο νερό και ήταν αθάνατη. (Χ. Π.)

 

16. Ο Μεγαλέξανδρος ταξίδευε με το μπαμπά του με πλοίο στους μακρινούς δρόμους της θάλασσας, για να βρουν το αθάνατο νερό. Η Γοργόνα ταξίδευε με την ουρά της στο νερό. Επειδή οι δυο τους ανησυχούσαν για τη Γοργόνα, γυρνούσαν γρήγορα πίσω στην Ελλάδα. Κάθε πρωί ο Μεγαλέξανδρος με το μπαμπά του ταξίδευαν, το βράδυ όμως η Γοργόνα δεν τους επέτρεπε να ταξιδεύουν, γιατί ήταν ώρα ύπνου και έπρεπε να κοιμούνται. Μια μέρα όταν συναντήθηκαν οι τρεις τους, ο Μεγαλέξανδρος είχε βρει το μπουκάλι με το αθάνατο νερό. Αισθάνθηκαν όλοι τέλεια, επειδή ήπιαν και ξεδίψασαν, αφού ήταν πολύ κουρασμένοι και διψασμένοι. (Λ. Δ.)

 

17. Το αθάνατο νερό το βρήκε ο Μεγαλέξανδρος σε μια λιμνούλα, μέσα σε μια σκοτεινή σπηλιά. Πήρε το νερό, για να το πάει στη Γοργόνα, που του το είχε ζητήσει. Δεν μπορούσε να το πάρει μόνη της, αφού η σπηλιά αυτή ήταν έξω από τη θάλασσα. Ο Μεγαλέξανδρος δεν πίνει καθόλου από το νερό αυτό, αφού δεν θέλει να γίνει αθάνατος. Η Γοργόνα αποφάσισε να γίνει αθάνατη όταν μπήκε για πρώτη φορά μέσα στη θάλασσα. Της άρεσε τόσο, που πήγε σ’ ένα μαγικό φύκι και απόκτησε ουρά ψαριού. Ο Μεγαλέξανδρος της δίνει το νερό, η Γοργόνα το πίνει κι έτσι ζει για πάντα μέσα στη θάλασσα. (Α. Β.)

 

18. Η Γοργόνα παίρνει το νερό απ’ τα χέρια του Μεγαλέξανδρου. Εκείνος της το δίνει, για να γίνει αθάνατη. Ήθελαν να είναι και οι δύο αθάνατοι, για να μην χωριστούν ποτέ. Από τότε που ήταν μικροί, ζούσαν οι δυο τους, αφού οι γονείς τους είχαν πνιγεί όταν ταξίδευαν με το καράβι. Τα παιδιά τούς θυμούνται από μια φωτογραφία. (Δ. Π.)

 

19. Ο Μεγαλέξανδρος κατεβαίνει απ’ το βουνό, για να πάρει το καράβι και να πάει στη γιαγιά του. Η Γοργόνα πηγαίνει εκεί κολυμπώντας. Η Γοργόνα της δίνει το αθάνατο νερό αλλά η γιαγιά δεν το πίνει, γιατί δεν είναι διψασμένη. Έτσι πηγαίνει στον ουρανό. Η Γοργόνα κι ο Μεγαλέξανδρος θα πιουν όλο το αθάνατο νερό κι έτσι δεν θα ξαναδούν τη γιαγιά τους ποτέ. Θα ζήσουν για πάντα ο καθένας στο βασίλειό του. (Χ. Φ.)

ΤΕΛΟΣ

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε

Μύθοι και παραμύθια από τον Ωκεανό της Φαντασίας (Δημοσιευμένο άρθρο)

Μύθοι και παραμύθια από τον Ωκεανό της Φαντασίας

Δημοσιευμένο άρθρο στο περιοδικό Σύγχρονο Νηπιαγωγείο, τχ. 41,  Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2004, σσ. 28-32.

Ελένη Α. Ηλία

 

«Και της γιαγιάς η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν όμορ­φη! Μονάχα… αυτό, μονάχα που ήταν… αλλιώτικη». Το απόσπασμα, που προέρχεται από το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη Αιολική Γη (εκδ. Εστία, σ. 70), αναφέρεται στον ενθουσιασμό των μι­κρών ηρώων οι οποίοι ακούν το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας άλλοτε από τη γιαγιά και άλλοτε από τον παππού τους, καθώς στις αφηγήσεις των δύο γε­ρόντων διαφοροποιούνται πλήρως η αφηγηματική πλοκή, ο τόπος δράσης αλλά και τα χαρακτηριστικά των προσώπων του παραμυθιού.  Συγκεκριμένα, η γιαγιά στην αφήγησή της δίνει έμφαση στην υποταγή των προσώπων του παραμυθιού στο πεπρω­μένο. Ο δε παππούς μεταφέρει τη δράση τους στα Κιμιντένια, γεγονός από το οποίο απορρέει ο δεσμός του με τον τόπο του. Μέσα από τις διαφορετικές θεωρήσεις της Κοκκι­νοσκουφίτσας και του λύκου από τους δυο γέροντες προ­κύπτουν οι αντιθέσεις στην προσωπικότητα των τελευταί­ων. (Περισσότερα γι’ αυτή την αξιοσημείωτη αφηγηματική πρωτοτυπία του Βενέζη, βλ. στο βιβλίο μου Ο αναγνώστης και η Λογοτεχνική δημιουργία του Ηλία Βενέζη, εκδ. Αστήρ, 2000, σ. 149-150). Αντίστοιχα, στο κείμενο που ακολουθεί, περιλαμβάνονται μερικά από τα πιο δημοφιλή κλασικά παραμύθια και μύθοι, όπως τα έχουν αναπλάσει  μαθητές μας στο Νηπιαγω­γείο.

Οι αφηγήσεις τους εκτυλίχθηκαν στο πλαίσιο εμψυχωτικής εκπαιδευτικής δραστηριότητας που πραγματοποιήσαμε, προκειμένου το σύνολο της τάξης να ενθαρρυνθεί να εκφράσει τις αναγνωστικές εντυπώσεις, προσδοκίες κι επιθυμίες του1. Κατά τη δραστηριότητα αυτή τοποθετούμε σε κεντρικό ση­μείο της σχολικής αίθουσας πολλά, διαφορετικά, πο­λύχρωμα υφάσματα. Στο συγκεκριμένο χώρο, τον οποίο αποκαλούμε «Ωκεανό της Φαντασίας», κάθε παιδί κάνει διαδοχικά τη βουτιά του, ώστε ν’ ανα­φερθεί από εκεί στην προσωπική του εκδοχή για ένα δεδομένο παραμύθι, θα ήταν σκόπιμο να σημειώσω ότι οι παιδικές ιστορίες προέκυψαν ως απαντήσεις σε γενικές ή ειδικότερες, διευκρινιστικές ερωτήσεις που απευθύναμε με αφορμή προηγούμενες αποκρί­σεις. Σε περιπτώσεις που διατύπωναν ασαφή νοήμα­τα, επιμέναμε ώσπου να αποσαφηνίσουν πλήρως τις σκέψεις τους. Όταν εντοπίζαμε αντιφάσεις, τις επι­σημαίναμε προκειμένου να αποφασίσουν τι τελικά θα επιλέξουν και τι θα απορρίψουν. Επιπλέον, σχετι­κά με τις αδόκιμες εκφράσεις τους, προτείναμε εναλλακτικούς τρόπους διατύπωσης του συγκεκριμένου νοήματος, για να καταλήξουν τα ίδια στον προσφο­ρότερο. Από την πρώτη στιγμή μάς εντυπωσίασε η υπευθυνότητα με την οποία αντιμετώπισαν αυτή τη δραστηριότητα. Τα ενδιέφερε να αποδοθούν με απόλυτη ακρίβεια οι όποιες σκέψεις τους. Πιθανόν αυτό να οφειλόταν στο γεγονός ότι καταγράφονταν οι απαντήσεις τους και στη συνέχεια διαβάζονταν χωρίς την παραμικρή απόκλιση. Ίσως ακόμη να οφειλόταν στην προοπτική της δημοσίευσης τους, την οποία είχαμε γνωστοποιήσει. Από την παραπά­νω εμπειρία συμπερασματικά θα τόνιζα τον καθορι­στικό ρόλο του δασκάλου στην επιτυχία σχετικών εγ­χειρημάτων. Με τη στάση του μπορεί να εμπνεύσει τα παιδιά και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, ώστε αβίαστα και ειλικρινά να αποκαλύψουν τον εσωτερικό τους κόσμο2.

Η συμπαράθεση των δύο αφηγήσεων της Κοκκινο­σκουφίτσας στην Αιολική Γη αναδεικνύει με πρωτο­τυπία και αποτελεσματικότητα την αντίθεση ανάμε­σα στις προσωπικότητες της γιαγιάς και του παπ­πού. Ομοίως, η έκφραση του εσωτερικού κόσμου των μικρών μαθητών μας κατά την ανταπόκριση τους στα διάφορα παραμύθια και μύθους3 συμβάλ­λει στην ουσιαστική γνωριμία τους και, κατά συνέ­πεια, στη βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ των με­λών της σχολικής τάξης.

Οι παιδικές αφηγήσεις που παρατίθενται εδώ συ­μπεριλήφθηκαν στη μαθητική θεατρική παράσταση με τον τίτλο «Ταξίδια στον Ωκεανό της Φαντασίας με… μύθους και παραμύθια», που πραγματοποιήθη­κε κατά τη λήξη της σχολικής χρονιάς. Καθώς τα παι­διά υποδύθηκαν εκεί τους ίδιους τους ήρωες των μύ­θων και των παραμυθιών, τα κείμενα τους είχαν με­ταφερθεί στο α’ ενικό πρόσωπο, αποδόθηκαν δε είτε με μορφή μονολόγου είτε διαλογικά.

Στο σημείο αυτό ας ξεκινήσουμε με ορισμένες από  τις αφηγήσεις που αναφέρονται στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία.

Στο μύθο του Δαίδαλου και του Ίκαρου4 η μικρή μαθήτρια διαφοροποίησε το τραγικό του τέλος, εμφανίζοντας τον πρώτο να προβλέπει και να προ­λαμβάνει τις πιθανές δυσάρεστες συνέπειες του νεα­νικού ενθουσιασμού και της επιπολαιότητας του γιου του: Ο Δαίδαλος έφτιαξε τέσσερις φτερούγες με πού­πουλα πουλιών που μάζεψε ο γιος του ο Ίκαρος. Τις φόρεσαν και πέταξαν ως την Αθήνα. Ο Δαίδαλος είχε μεγάλη αγωνία γι’ αυτό το ταξίδι, γιατί στις πρόβες ο Ίκαρος τον παράκουγε. Έτσι πετούσαν μόνο τη νύ­χτα, που ο ήλιος κοιμόταν και δεν έλιωσαν οι φτερού­γες τους. Τώρα πια, που έφτασαν σπίτι τους, δεν θα ξαναπετάξουν μέχρι ο Ίκαρος να μεγαλώσει. Τότε θα προσέχει περισσότερο.

Όσο για το επεισόδιο της Οδύσσειας που διαδρα­ματίζεται στη χώρα των Κυκλώπων, ο πεντάχρονος μαθητής προτίμησε να αντικαταστήσει τις βίαιες σκηνές του με άλλες ηπιότερες και επέλεξε τε­λικά τη συμφιλίωση και την αρμονική συγκατοίκηση του Οδυσσέα με τον Πολύφημο: Ο Οδυσσέας ήρθε στο νησί μου και ήθελε να κλέψει τα πρόβατα μου. .Τον κυνήγησα μέχρι τη θάλασσα. Μπήκε στο καράβι του κι εγώ του πέταξα μια πέτρα. Δεν τον χτύπησα όμως. Τότε κολύμπησα και τον πρόφτασα. Έσπασα το καράβι του με τις γροθιές μου κι έσωσα τον Οδυσσέα. Όταν έφτασα σπίτι μου, ο πατέρας μου, ο Ποσειδώνας, μου έφερε στεγνά ρούχα να αλλάξω. Μετά που ξεθύμωσα, πήγα τον Οδυσσέα στην Ιθάκη με το δικό μου καράβι. Έγινε τρικυμία και βραχήκαμε κι οι δύο. Στο ταξίδι γίναμε φίλοι και θα μείνουμε μαζί στο νησί του για πάντα.

Συνεχίζουμε με το μύθο του Λα Φοντέν «Η αλεπού που έχασε την ουρά της», όπου δύο αγόρια νήπια ανέτρεψαν το διδακτικό στόχο του.  Θυμίζουμε σχετικά ότι ο παιδευτικός χαρακτήρας των κλασικών μύθων συνίσταται στη διακωμώδηση της συμπεριφοράς διαφόρων ζώων που χρησιμοποιούνται ως σύμβολα αν­θρώπινων τύπων (ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η σχετική μελέτη του Μ.Γ. Μερακλή με τίτλο «Οι μύθοι του Αισώπου» στο τχ, 167 του περιοδικού Διαβάζω, 6-5-1987, σσ. 23-29). Οι δύο μαθητές, αν και έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη δυσαρέσκεια που προκάλεσε στην αλεπού το ατύχημά της, επειδή ακριβώς την διαφοροποιού­σε από τις άλλες αλεπούδες, ωστόσο τη θεώρησαν ωφελημένη από αυτό. Τα δυο αγόρια επεσήμαναν επίσης ότι η ωφέλεια της κολοβής αλεπούς αναγνω­ρίσθηκε τελικά έμπρακτα από τις υπόλοιπες, οι οποί­ες αποφάσισαν να μιμηθούν την πρωτοποριακή εμ­φάνιση της: « Η αλεπού κρυβόταν, γιατί ντρεπόταν που έγινε κολοβή. Ο λύκος πήγε στο σπίτι της και της είπε να μη στενοχωριέται. Δεν του άρεσε η ουρά της όταν ήταν μακριά, επειδή λερωνόταν με σκόνη, λάσπες και ξερά χορτάρια. Όταν η αλεπού άρχισε να ξαναβγαίνει, κατάλαβε ότι ο λύκος είχε δίκιο. Το κατάλαβαν και οι άλλες αλεπούδες, και έτσι έκοψαν όλες τις ουρές τους».

Για το μύθο του Σαμανιέχο «Το λιοντάρι και το ποντίκι» η μαθήτρια ανέφερε πως, αφού τo ποντικάκι ανταπέδωσε στο λιοντάρι προηγούμενη ευεργεσία του, η φιλική τους σχέση εξελίχθηκε σε συγγενικό δεσμό. Αρχικά το λιοντάρι περνούσε κάθε πρωί από το σπίτι του ποντικιού, για να το συνοδεύ­σει στο σχολείο του. Έτσι γνώρισε τη μαμά του, που ήταν χωρισμένη. Άρεσαν ο ένας στον άλλο και απο­φάσισαν να παντρευτούν.

Ένας ακόμη μύθος του Σαμανιέχο που παρουσιάστηκε στα παιδιά ήταν «Ο ποντικός της εξοχής και ο ποντικός της πόλης». Αναπλάθοντας τον, ο μαθητής αφηγήθηκε ότι ένας ποντικός που ζού­σε στην εξοχή, έλαβε μια πρόσκληση από τον ξάδερ­φο του, ο οποίος ήταν κάτοικος της πόλης, για να γιορτάσουν μαζί τα γενέθλια του. Πήγε στην πόλη, όπου έβρισκαν πολύ ωραίες τούρτες, αλλά δεν προ­λάβαιναν να τις φάνε, γιατί τούς κυνηγούσαν συνέ­χεια οι γάτες. Έτσι τα δύο ξαδέρφια εγκατέλειψαν την πόλη και εγκαταστάθηκαν στο χωριό, όπου θα μείνουν για πάντα, επειδή τους αρέσει περισσότερο.

Ακολουθούν πέντε κλασικά ή νεότερα παραμύθια που επίσης τα έχουν αναπλάσει νήπια, βουτώντας στον «Ωκεανό της Φαντασίας». Για τον δημοφιλή παιδικό ήρωα του Τζ. Μ. Μπάρι, Πίτερ Παν, παρουσιάζουμε την αφηγηματική εκδο­χή ενός αγοριού και ενός κοριτσιού: Ο Πίτερ Παν πετάει συχνά για ας ανάγκες της δουλειάς του, που είναι να κυνηγάει πειρατές. Έχει παλέψει με τον κάπτεν Χουκ και τον έριξε στους κρο­κόδειλους, για να ελευθερώσει όλα τα χαμένα παιδιά που ο πειρατής κρατούσε φυλακισμένα στο καράβι του. «Υστερα ο Πίτερ Παν ξεκίνησε ένα ταξίδι στη χώρα του Ποτέ μαζί με τη Γουέντι και τ’ αδερφάκια της. Αυτοί πετούσαν με το αεροπλάνο κι ο ήρωας πετούσε δίπλα στο παράθυρο τους. Όμως δεν έφτα­σαν ποτέ σ’ αυτή τη χώρα, γιατί δεν υπάρχει. Τα παιδιά γύρισαν σπίτι τους οι ο Λονδίνο κι ο Πίτερ Παν έφυγε για τον τόπο του, που είναι ο Βόρειος Πόλος.

Στο παραμύθι του Άντερσεν «Το ασχημόπαπο». κύριος ήρωας είναι ένα πανάσχημο πουλάκι, που εξαιτίας της εμφάνισης του κανένας δεν το αντιμετωπίζει με αγάπη και τρυφερότητα. Η μαθήτρια ωστόσο, αναπλάθοντας το γνωστό παρα­μύθι, φροντίζει να μετριάσει τη δυστυχία του μικρού κύκνου, που την αποδίδει στη συνειδητοποίηση της ασχήμιας του, εμφανίζοντας τον περίγυρο του εξαι­ρετικά φιλικό μαζί του. Αναλυτικότερα, το κοριτσάκι αναφέρεται στις αδιάκοπες προσπάθειες της μητέ­ρας πάπιας και των θηλυκών παιδιών της αφενός να κάνουν το ασχημόπαπο ομορφότερο με τις περιποι­ήσεις τους κι αφετέρου να το εμποδίσουν να αντιλη­φθεί τη δυσάρεστη αλήθεια για την εμφάνιση του. Όταν δε ο ήρωας εξελίσσεται σ’ έναν πανέμορφο κύκνο, είναι η ίδια του η μητέρα που τον πηγαίνει για πρώτη φορά στην κοντινή λίμνη, προκειμένου να καθρεφτιστεί, ώστε να γίνει ευτυχισμένος. Από τότε ο ήρωας επισκέπτεται συχνά τη συγκεκριμένη λίμνη, επειδή του αρέσει να κάνει παρέα με τους άλλους κύκνους που επίσης συχνάζουν εκεί.

Αντίστοιχα, στο παραμύθι των Γκριμ «Ο Κοντορε­βιθούλης», η πεντάχρονη μαθήτρια αποφεύγει να αποδώσει την περιπέτεια του μικρού ομώνυμου ήρωα και των αδερφών του στην επιλογή του πατέ­ρα τους να τούς εγκαταλείψει στο δάσος. Επιπλέον, ένας τετράχρονος μαθητής, με την εκδοχή του για μεταστροφή της στάσης του γίγαντα, απαλ­λάσσει για πάντα τα παιδικά αφηγηματικά πρόσωπα του παραμυθιού από κάθε φόβο και κίνδυνο: Κάποτε ο Κοντορεβιθούλης έκανε ένα ταξίδι στην Αγγλία μα­ζί με τη μαμά και το μπαμπά του. Όταν επέστρεψαν, βρήκαν την πόρτα της καλύβας τους σπασμένη και τ’ αδερφάκια του δεν ήταν εκεί. Ο Κοντορεβιθούλης κατάλαβε ότι θα τα είχε πάρει ο γίγαντας. Δεν τον εί­χε συναντήσει ποτέ, αλλά είχε δει τις πατημασιές του κι έτσι ήξερε ότι υπάρχει. Πήγε στο σπίτι του γίγα­ντα και ζήτησε από τη γυναίκα του να βοηθήσει. Εκείνη έβγαλε τα παιδάκια έξω χωρίς να την καταλά­βει ο άντρας της. Τα έριξε σε μια σακούλα και είπε ότι πηγαίνει να πετάξει τα σκουπίδια. Τα παιδιά γύρισαν σπίτι τους κι από  τότε ζουν ευτυχισμένα. Ο γί­γαντας πήγε στον πατέρα τους και του έδωσε χρή­ματα, για να μπορέσει να ζήσει την οικογένεια του. Έγινε καλός με τον Κοντορεβιθούλη και τους δικούς ιου, επειδή του το ζήτησε η γυναίκα του.

Περνάμε στο παραμύθι της «Κοκκινοσκουφίτσας·, με την αναφορά στο οποίο ξεκινήσαμε αυτό το άρθρο. Ο λύκος που παρουσίασαν τρία νήπια, αναπλάθοντας την εκδοχή του Περό που τους αφη­γηθήκαμε, δεν είναι ανθρωποφάγος.  Προκειμένου όμως να επιβιώσει, να βελτιώσει τις συνθήκες της ζω­ής του ή ακόμη και να διασκεδάσει, γίνεται σε αρκετές περιπτώσεις ενοχλητικός για τη μικρή ηρωίδα και την οικογένειά της. Η Κοκκινοσκουφίτσα με τη μαμά και τη γιαγιά της βγήκαν στο δάσος για να μαζέψουν πεταλούδες. Όταν γύρισαν σπίτι, κάποιοι είχαν κλέ­ψει όλα τους τα χρήματα. Είχαν πάει και στο σπίτι της γιαγιάς κι έκλεψαν. Ο μπαμπάς είπε ότι το έκανε ο λύκος. Μια μέρα που η Κοκκινοσκουφίτσα συνάντη­σε το λύκο, αυτός την κυνήγησε και την έριξε στη λί­μνη. Όταν το κοριτσάκι γύρισε βρεγμένο στους γο­νείς του, ο μπαμπάς θύμωσε πολύ με το λύκο και πή­γε να τον βρει. Ο λύκος ήταν στο σπίτι της γιαγιάς. Την είχε κλειδώσει στη ντουλάπα και κοιμόταν αυτός στο κρεβάτι της. Ο μπαμπάς της Κοκκινοσκουφίτσας άνοιξε την κοιλιά του λύκου κι έβαλε μέσα μια κοτρόνα. Είπε στην κόρη του ότι ο λύκος θα βουλιάξει μες στη λίμνη όταν πάει για νερό. Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως πιστεύει ότι ο λύκος είναι καλά. Δεν την έχει ενοχλήσει πάλι, γιατί στο δάσος άνοιξε ένα εστιατό­ριο για λύκους. Εκεί πηγαίνει και τρώει χωρίς να πλη­ρώνει κι έτσι δεν χρειάζεται να κλέβει πια.

Ολοκληρώνουμε με το πρόσφατο παραμύθι του Geoffroy de Pennart «Ο καλόκαρδος λύκος» (εκδ. Παπαδόπουλος). Σε αυτό κυριαρχούν οι διακειμενι­κές αναφορές στα κλασικά παραμύθια «Τα εφτά κα­τσικάκια», «Η Κοκκινοσκουφίτσα», «Τα τρία γουρου­νάκια», «Ο Πέτρος και ο λύκος», και «Ο Κοντορεβιθούλης», τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με τo λύ­κο, το κύριο αφηγηματικό πρόσωπο αυτού του βι­βλίου, που δυσκολεύεται να επιβιώσει, επειδή είναι συναισθηματικός και δεν τρώει τους αγαπημένους μας ήρωες. Τελικά ο λύκος τρώει το γίγαντα που κρατούσε φυλακισμένο τον Κοντορεβιθούλη με τα αδερφάκια του, τα οποία και ελευθερώνονται. Στο κείμενο που ακολουθεί, τέσσερα νήπια παρεμβαίνουν στον αρχικό μύθο μέσα από τον Ωκεανό της Φαντασίας: Ένα μεσημέρι που ο λύκος ήταν πολύ πεινασμένος, συνάντησε τη μαμάκατσίκα με τα εφτά κατσικάκια της. Λυπήθηκε να τους φάει όλους κι έφαγε μόνο το πιο μικρό κατσικά­κι, που ήταν και το πιο όμορφο. Σκεφτόταν πως οι γονείς του θα τον μάλωναν, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, έπρεπε οπωσδήποτε να φάει κάτι. Με­τά από μερικές μέρες που πεινούσε ξανά πάρα πολύ, έφαγε ια τρία γουρουνάκια. Φύλαξε όμως τις κι­θάρες χους, για να πάει κάποτε στη Βρέμη, να σπου­δάσει μουσική. Μια άλλη φορά που τριγυρνούσε πεινασμένος, συνάντησε τον Πέτρο, ένα μικρό αγό­ρι, που τον έψαχνε για να τον σκοτώσει. Το παιδί ήθελε να γλιτώσει τους ήρωες των παραμυθιών από το λύκο. Ο λύκος, μόλις είδε το όπλο του Πέτρου, το έβαλε στα πόδια. Έφτασε σένα μεγάλο σπίτι και χτύπησε την πόρτα, για να τον κρύψουν. Άνοιξε ένας γίγαντας που τον έδιωξε. Ο λύκος θύμωσε πά­ρα πολύ. Έσπασε την πόρτα, νίκησε το γίγαντα και τον έφαγε. Ύστερα ελευθέρωσε ένα καναρίνι που ήταν στο κλουβί. Επειδή έφαγε ολόκληρο το γίγαντα, έγινε ο πιο μεγάλος λύκος του κόσμου κι όλοι οι άλ­λοι λύκοι τον θαύμαζαν. Όμως αυτός γύρισε πίσω στους γονείς του και τούς είπε ότι δεν θα ξαναφύγει ποτέ. Δεν ήθελε να λυπάται για τα ζώα που έτρωγε και να κινδυνεύει από τους κυνηγούς.  Είναι αξιοσημείωτο ότι και οι υπόλοιποι μαθητές εμφάνι­σαν το λύκο να τρώει πρόβατα ή λαχανικά των χωρικών και όχι την Κοκκινοσκουφίτσα ή άλλον άνθρωπο. Η κα­τά κάποιο τρόπο αμφισβήτηση της εικόνας του κακού λύκου από τα συγκεκριμένα νήπια, με ερέθισμα το συγκεκριμένο λογοτεχνικό έργο,  αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέ­ρον, καθώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα αποτελέσματα έρευνας που παρουσιάζεται στο άρθρο της Αγγελικής Γιαννικοπούλου «Ποιος φοβάται το μεγάλο λύκο; Τα μικρά παιδιά απέναντι στο λογοτεχνικό του στερεότυπο». Διαδρομές, τχ. 5, Άνοιξη 2002, σσ. 9-16), απ’ όπου προκύπτει ότι το στερεότυπο του «κακού λύκου» είναι ιδιαίτερα ισχυρό και οι μικροί αναγνώστες δεν μπορούν αδικαιολόγητα να δε­χθούν διαφοροποίηση του.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Με δεδομένο ότι κατά την ανάγνωση κάθε λογοτεχνικού έργου αναδημιουργούμε το νόημα του, το προσαρμόζουμε στα προσωπικά μας ενδιαφέροντα και το γνωστικό μας υπόβαθρο, όπως ο Northop Frye επισημαίνει σε συνέντευ­ξη του στο περιοδικό Language Arts, τ. 57, τχ. 2, Φεβρουά­ριος 1980, σο. 199-206, η λογοτεχνική διδασκαλία θα πρέ­πει να επιτρέπει την ελεύθερη διαπραγμάτευση της υποκει­μενικότητας του αναγνώστη (Nodelman P., The Pleasures of Childrens Literature, εκδ. Longman, Λονδίνο 1992, σσ. 138-139).

2, Αναφορικά με τη συμβολή του δασκάλου κατά τη διδα­σκαλία της λογοτεχνίας, προτείνεται από τους Β. Αποστολίδου, Γ. Πασχαλίδη και Ε. Χοντολίδου να περιορίζεται στο συντονισμό της με ίσους όρους συνομιλίας του με τους μα­θητές του (βλ. το άρθρο τους «Η Λογοτεχνία στην Εκπαί­δευση: Προϋποθέσεις για ένα νέο πρόγραμμα διδασκα­λίας» στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα, τ. 57, 1995, σσ. 78-89). Μεγάλο ενδιαφέρον για το ρόλο ειδικότερα του νη­πιαγωγού στη δημιουργία αφηγηματικών και άλλων κειμέ­νων από τα νήπια παρουσιάζει η σχετική έρευνα των Marina Pascucci και Franca Rossi που έχει δημοσιευτεί με τον τίτλο «Όχι μόνο γραφέας» στο περιοδικό Γέφυρες, τχ. 6, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2002, σσ. 16-23.

  1. Κατά τη λογοτεχνική ανάγνωση έχουμε την ευχέρεια να παρατηρούμε τον εαυτό μας ως δρων υποκείμενο (W. Iser, The Act of Reading. A Theory of Aesthetic Response, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1991, σσ. 128, 134). Συνεπώς, η επαφή με τη λογοτεχνία προωθεί την αυτογνωσία.

4. Οι μύθοι και τα παραμύθια στα οποία αναφερόμαστε εδώ παρουσιάστηκαν στα νήπια με τη μορφή εικονογρα­φημένων βιβλίων από τις σειρές «Μύθοι και Θρύλοι» και «Κλασικά Παραμύθια» των εκδόσεων Κέδρος.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Τα παιδικά κείμενα που παράχθηκαν στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προγράμματος, εντάχθηκαν σε θεατρική παράσταση, η οποία παρουσιάζεται σε αυτό το βιβλίο, που απευθύνεται σε παιδιά.

ΓΛΣ 43

ISBN:  960 – 88684 – 0 – 8

 

 

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε

Τα ιστολόγια του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου ως βήμα δημιουργικής γραφής για μαθητές (Εισήγηση σε συνέδριο)

Τα ιστολόγια του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου                                                         ως βήμα δημιουργικής γραφής για μαθητές

 

Ηλία Ελένη,

Διδάκτορας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α.

(Συνέδριο Ι.Α.Κ.Ε., Ηράκλειο 2020)

Περίληψη

Η ενασχόληση των μαθητών με τη δημιουργική γραφή κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στην υποχρεωτική εκπαίδευση, προσφέρει  βιώματα δημιουργικότητας, που προκαλούν απόλαυση και ικανοποίηση και  οδηγούν στην παραγωγή κειμένων υψηλών προδιαγραφών. Ένα από τα προσφορότερα κίνητρα για την καθολική όσο και ποιοτική συμμετοχή των μαθητών στη συγκεκριμένη διαδικασία, είναι η ανάδειξη του συνόλου των παραγόμενων παιδικών κειμένων. Αυτή καθίσταται καθόλα εφικτή κυρίως μέσα από την αξιοποίηση των ιστολογίων  του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου, η οποία συνιστά επιλογή οικολογική και ταυτόχρονα οικονομική. Στην εργασία γίνεται ενδεικτική αναφορά σε δύο περιπτώσεις ιστολογίων, στα οποία έχουν αναρτηθεί πλήθος μαθητικών κειμένων. Στο πρώτο ιστολόγιο, αυτό ενός δημοσίου νηπιαγωγείου της Αττικής, περιλαμβάνονται ομαδικές και ατομικές αφηγήσεις οι οποίες προέκυψαν σύμφωνα με την  αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, που εφαρμόζεται στα κειμενοκεντρικά διδακτικά μοντέλα. Τα τέσσερα ομαδικά κείμενα που συνελέγησαν  δειγματοληπτικά για να παρατεθούν στην εργασία, παράχθηκαν με ερέθισμα παιδικές ζωγραφιές, μέσα από τη διαδικασία των ερωταποκρίσεων μεταξύ νηπίων και εκπαιδευτικού. Το σχετικό πρόγραμμα που σχεδιάστηκε από τον εκπαιδευτικό της τάξης, υλοποιήθηκε κατά τη διάρκεια ολόκληρου του σχολικού έτους. Το δεύτερο ιστολόγιο για το οποίο γίνεται λόγος, είναι αυτό μιας πολυπληθούς ομάδας του πανελλήνιου σχολικού δικτύου. Για την παρούσα εργασία επιλέγονται  από εκεί κείμενα μαθητών/μαθητριών διαφορετικών τάξεων δημοτικών σχολείων της Αττικής, της Κορινθίας και της Αργολίδας. Τα συγκεκριμένα παιδικά κείμενα γράφτηκαν σε μία έως τρεις συνεχόμενες διδακτικές ώρες,  στο πλαίσιο δραστηριοτήτων δημιουργικής γραφής που πραγματοποιήθηκαν κατά την επίσκεψη προσκεκλημένου συγγραφέα στα σχολεία. Τα δημοσιευμένα στα ιστολόγια παιδικά κείμενα αποδεικνύουν τη δημιουργικότητα, τον ενθουσιασμό και την απόλαυση των μαθητών που τα παρήγαγαν. Η χρησιμότητα των ιστολογίων ως βήματος δημιουργικής γραφής δεν περιορίζεται μόνο στους ίδιους τους μαθητές που δημοσιεύονται  τα κείμενά τους. Ολόκληρη η εκπαιδευτική κοινότητα και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον των μαθητών θα αισιοδοξεί και θα εμπνέεται από  τα επιτεύγματά τους στον τομέα της δημιουργικής γραφής.

 

Λέξεις κλειδιά: δημιουργική γραφή, ιστολόγια, μαθητές.

  1. Εισαγωγή

Όταν κάποιος εκφράζει με τρόπο ενεργητικό τις συναισθηματικές και πνευματικές δυνατότητές του, οδηγείται στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του, από την οποία προκύπτει η ευτυχία του (Φρομ, 1971). Η κατάκτηση της ευτυχίας, που συνδέεται κυρίως με τη σοφία, ορίζεται ως ο απώτατος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης (Αριστοτέλης, χ.χ.). Στην περίπτωση των μαθητών, η εμπειρία της δημιουργικότητας εξασφαλίζει την απόλαυση, οπότε συντελεί στην ευτυχία τους κατά την εκπαιδευτική διαδικασία.

Η λογοτεχνία συνιστά την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση όπου εκδηλώνεται η δημιουργικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης (Κωτόπουλος, 2012). Οι διδακτικές παρεμβάσεις παραγωγής από μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης πρωτότυπου αφηγηματικού λόγου υψηλών προδιαγραφών, που προτείνονται στην παρούσα εργασία, βασίζονται στις θεωρίες από το χώρο της αφηγηματολογίας και της κειμενογλωσσολογίας, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας, τα οποία παρουσιάζει η αναπτυξιακή ψυχολογία.  `

Προκειμένου οι μαθητές να συμμετέχουν καθολικά και πρόθυμα σε σχετικές δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, προτείνεται ως αποτελεσματικότερο κίνητρο η αξιοποίηση και ανάδειξη των μαθητικών κειμένων (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006). Εδώ παρουσιάζεται  η πρόταση να δημοσιεύονται στα ιστολόγια του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου (Π.Σ.Δ.) τα παραγόμενα στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων κείμενα, ως ένας από τους προσφορότερους τρόπους ανάδειξής τους. Γίνεται αναφορά σε δύο ιστολόγια, όπου περιλαμβάνονται ομαδικά και ατομικά αφηγηματικά κείμενα που παρήγαγαν μαθητές και μαθήτριες που φοίτησαν κατά την τελευταία δεκαετία σε διαφορετικά τμήματα ελληνικών δημοσίων νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων.

Τα ιστολόγια του Π.Σ.Δ. προσφέρουν απεριόριστες δυνατότητες για ουσιαστική προσωπική έκφραση και επικοινωνία. Η συνειδητοποίηση από μέρους των μαθητών της αποτελεσματικότητας των συγκεκριμένων ιστολογίων ως βήματος δημιουργικής γραφής, ενισχύει τη διάθεσή τους να επιθυμούν και να επιδιώκουν τη συνεχή ενασχόλησή τους με σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα. Η ποιότητα των παιδικών κειμένων βελτιώνεται σταδιακά, ως συνέπεια της επαναλαμβανόμενης συμμετοχής των μαθητών σε δραστηριότητες δημιουργικής γραφής. Η εν λόγω εμπειρία συμβάλλει στον εθισμό τους στην απόλαυση που προσφέρει η δημιουργική γραφή και η δημιουργική έκφραση γενικότερα και καλλιεργεί τη διάθεσή τους να καταγράφουν και να δημοσιοποιούν το περιεχόμενο της δημιουργικής σκέψης τους.

  1. Εστιάζοντας στη δημιουργική γραφή μαθητών σε δύο ιστολόγια του Π.Σ.Δ.

Τα ιστολόγια που έχουν δημιουργηθεί στο Π. Σ. Δ. από σχολεία, εκπαιδευτικούς και μαθητέςγια να προβάλλουν το εκπαιδευτικό έργο τους,   ανέρχονται σε πολλές χιλιάδες ενώ έχουν συσταθεί από τα μέλη του δικτύου και εκατοντάδες ομάδες. Η  ένταξη σε ομάδες, προσφέρει στα μέλη τους τη δυνατότητα να ενημερώνουν και να ενημερώνονται ανελλιπώς για τις νέες αναρτήσεις και εκδηλώσεις τους.

Το πρώτο  από τα δύο ιστολόγια στα οποία εστιάζει η παρούσα εισήγηση,  φέρει το όνομα ekpaideutika programmata. literature and education-sch.gr.  Πρόκειται για ιστολόγιο δημοσίου νηπιαγωγείου της Αττικής, που δημιουργήθηκε το 2010, οπότε το συγκεκριμένο νηπιαγωγείο συμμετείχε σε πανελλήνιο μαθητικό διαγωνισμό, στην κατηγορία των ιστολογίων. Έκτοτε το ιστολόγιο λειτουργεί συστηματικά ως βήμα δημιουργικής γραφής των μαθητών του νηπιαγωγείου. Στα δέκα χρόνια λειτουργίας του έχουν αναρτηθεί σε αυτό διακόσια τρία ατομικά και εκατόν είκοσι επτά ομαδικά κείμενα νηπίων. Τα συγκεκριμένα κείμενα παράχθηκαν στο πλαίσιο δεκαέξι διαφορετικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων.  Οι μαθητές  που τα κείμενά τους περιλαμβάνονται στο ιστολόγιο, αριθμητικά  ξεπερνούν τους διακόσιους.

Το δεύτερο από τα ιστολόγια, είναι αυτό  της ομάδας  Δημιουργικοί Eκπαιδευτικοί  (https://blogs.sch.gr/eisk), με αρκετές εκατοντάδες μέλη,  εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ποικίλων ειδικοτήτων.   Το  ιστολόγιο, που δημιουργήθηκε  το 2013,  συχνότατα φιλοξενεί μαθητικά κείμενα, που παράγονται στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων δημιουργικής γραφής σε διάφορα σχολεία.  Τα ατομικά μαθητικά κείμενα που έχουν αναρτηθεί σε αυτό είναι τριακόσια τριάντα έξι ενώ τα ομαδικά είναι εκατόν τριάντα τέσσερα.

 

Πίνακας 1: Μαθητικά κείμενα σε δύο ιστολόγια του Π.Σ.Δ.

 

Ιστολόγια Τάξεις Τμήματα Ατομικά κείμενα Ομαδικά κείμενα Σύνολο κειμένων
ekpaideutika programmata. literature and education-sch.gr Νηπιαγωγείο 10 203 127 330
blogs.sch.gr/eisk Νηπιαγωγείο, Β΄, Δ΄, ΣΤ΄ Δημοτικού 22 336 134 470

 

  1. Μεθοδολογία και διδακτικά βήματα

3.1. Εκπαιδευτικά προγράμματα δημιουργικής γραφής μακράς διάρκειας στο νηπιαγωγείο

Τα εφαρμοσμένα εκπαιδευτικά προγράμματα δημιουργικής γραφής του νηπιαγωγείου στου οποίου το ιστολόγιο αναφερόμαστε στην παρούσα εισήγηση, κινούνται στο σύνολό τους στο πλαίσιο των κειμενοκεντρικών μοντέλων διδασκαλίας της γραπτής έκφρασης. Τα μοντέλα αυτά διδάσκουν στους μαθητές τούς υπερπροτασιακούς κανόνες και τις δομές που διακρίνουν τα αφηγηματικά κείμενα του λόγου (Ματσαγγούρας, 2001). Έτσι, αποδεδειγμένα οι μαθητές  καθίστανται σταδιακά ικανότεροι στην παραγωγή αφηγηματικών κειμένων και στον τρόπο δόμησης της σκέψης  (Ματσαγγούρας και Κουλουμπαρίτση, 1999).

Βασικές προϋποθέσεις της διεξαγωγής των προγραμμάτων συνιστούν ο παιγνιώδης χαρακτήρας τους, ώστε να ανταποκρίνονται στην ανάγκη της παιδικής φύσης για παιχνίδι (Χουιζίνγκα, 1989), καθώς και η συλλογική αλληλεπίδραση (Γουγουλάκης, 2012) των νηπίων. Για την παραγωγή των αφηγηματικών κειμένων, τα νήπια απαντούν ατομικά ή ομαδικά (Huck, Hepler Hickman, 1979) σε διαδοχικές ερωτήσεις που ο εκπαιδευτικός ως προσεκτικός ακροατής απευθύνει (Pascucci και Rossi, 2002), σε σχέση με τις προηγούμενες αποκρίσεις που έχει λάβει, για τα δρώντα πρόσωπα, καθώς και για τον τόπο και το χρόνο δράσης τους. Οι ερωτήσεις του εκπαιδευτικού μειώνονται σταδιακά, καθώς οι απαντήσεις των νηπίων γίνονται πληρέστερες, σύμφωνα με τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης (Ματσαγγούρας, 2001). Τα ομαδικά μαθητικά κείμενα χωρίζονται σε δύο επιμέρους κατηγορίες. Πρόκειται αφενός για αυτά που παράγονται από σταθερές ολιγομελείς υποομάδες, καθορισμένες με συγκεκριμένα κριτήρια, διαφορετικά για κάθε εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Αφετέρου πρόκειται για τα κείμενα στην παραγωγή των οποίων συμμετέχουν ελεύθερα όλοι οι μαθητές του τμήματος.

Οι ιστορίες που παράγονται από τα νήπια, καταγράφονται από τον εκπαιδευτικό, είτε με την αξιοποίηση της τεχνολογίας είτε με τον παραδοσιακό τρόπο γραφής, ως ενιαία κείμενα. Αμέσως μετά από την καταγραφή τού κάθε κειμένου ο εκπαιδευτικός το διαβάζει στα νήπια, ώστε εκείνα να διαπιστώσουν την ορθότητα της καταγραφής. Με τον τρόπο αυτό συνειδητοποιούν την ιδιότητα του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό και έτσι να διασώζει με ακρίβεια τη σκέψη τους. Τα διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα ολοκληρώνονται με την ανάρτηση στο σχολικό ιστολόγιο του πλήρους κειμένου της σχολικής θεατρικής παράστασης, η οποία προκύπτει από το σύνολο των ιστοριών που παρήγαγαν τα νήπια, καθώς οι παραστάσεις κατά κανόνα συμβάλλουν στο άνοιγμα του σχολείου στην ευρύτερη κοινωνία (Γραμματάς, 2014).

Ειδικότερα στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα από το οποίο προέρχονται τα αφηγηματικά κείμενα που συνελέγησαν  δειγματοληπτικά και παρατίθενται στη συνέχεια, ως ερέθισμα αξιοποιούνται οι ζωγραφιές των ίδιων των νηπίων. Το θέμα της ζωγραφικής τους είναι ελεύθερο και τα νήπια γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι με βάση τις ζωγραφιές τους θα εκτυλιχθούν ομαδικές ιστορίες των συμμαθητών τους. Σε αυτές τις ιστορίες επιδιώκεται η πρωτοτυπία και ενθαρρύνεται το χιούμορ (Τζαφεροπούλου, 1995). Κάθε νήπιο επιλέγει μία από όλες τις ζωγραφιές που δημιούργησε σε διάστημα δυο-τριών συνεχόμενων εβδομάδων, και ακολούθως πραγματοποιείται κλήρωση ανάμεσα στις επιλεγμένες ζωγραφιές, για να  καθοριστεί η σειρά με την οποία θα χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή των ιστοριών. Ετοιμάζονται τόσοι λαχνοί με αριθμούς όσες και οι ζωγραφιές και κάθε νήπιο τραβά έναν αριθμό, που αναγράφεται πάνω στη ζωγραφιά του, καθορίζοντας τη σειρά με την οποία θα χρησιμοποιηθεί αυτή. Η διαδικασία της παραγωγής των ιστοριών πραγματοποιείται με ελεύθερη συμμετοχή του συνόλου των μαθητών του τμήματος. Η ανάρτηση στο ιστολόγιο του σχολείου των ομαδικών αφηγηματικών κειμένων, που συνοδεύονται από τις αντίστοιχες ζωγραφιές,  ακολουθεί άμεσα.

3.2. Εκπαιδευτικά προγράμματα δημιουργικής γραφής ημερήσιας διάρκειας στο Δημοτικό

Αρκετά από τα προγράμματα  στο πλαίσιο των οποίων έχουν δημιουργηθεί  τα παιδικά κείμενα που φιλοξενούνται στο ιστολόγιο της ομάδας Δημιουργικοί Εκπαιδευτικοί, έχουν υλοποιηθεί στη διάρκεια μίας έως τριών συνεχόμενων διδακτικών ωρών, κατά την επίσκεψη σε σχολικές τάξεις προσκεκλημένων συγγραφέων. Αφετηρία τέτοιων προγραμμάτων συνιστά συνηθέστερα κάποιο λογοτεχνικό έργο και βασικός στόχος τους η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, που επιχειρείται μέσα από παιγνιώδεις προσεγγίσεις (Ποσλανιέκ, 1992). Η ανάγνωση οποιουδήποτε λογοτεχνήματος, καθώς απαιτεί εντατικές αντιληπτικές διεργασίες, έχει ως αποτέλεσμα να αποκομίζουν οι αναγνώστες την εντύπωση ότι εμπλέκονται ά­μεσα στα αφηγηματικά δρώμενα (Iser, 1990), ότι ταυτίζονται με τους ήρωες (Booth, 1987). Ωστόσο, κάθε αναγνώστης ανταποκρίνεται στο λογοτεχνικό έργο  με ξεχωριστό, μοναδικό  τρόπο, (Τζιόβας, 1987), οπότε το έργο καθίσταται πολυδιάστατο, ανεξάντλητο ως προς τα νοήματα που εμπεριέχει (Alter, 1985).

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής από το οποίο προέρχονται τα αναρτημένα στο συγκεκριμένο ιστολόγιο παιδικά κείμενα που παρατίθενται στα αποτελέσματα της παρούσας εισήγησης, ξεκίνησε με την ανάγνωση του όγδοου (VIII) κεφαλαίου του βιβλίου «Ο Μικρός Πρίγκιπας» (Exupery, 1968). Ακολουθούν αυτούσια δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το κεφάλαιο, που χρησιμοποιήθηκε ως ερέθισμα δημιουργικής γραφής για τους μαθητές:

  1. i) «Γρήγορα έκανα πιο καλή γνωριμία μ’ αυτό το λουλούδι. Πάνω στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα βρίσκονταν από πάντα λουλούδια πολύ απλά, στολισμένα με μια σειρά μόνο πέταλα, που δεν πιάναν καθόλου τόπο και δεν πείραζαν κανένα. Φανερώνονταν κάποιο πρωί μέσα στα χόρτα, κι ύστερα σβήνανε το βράδυ. Αλλά τούτο δω είχε φυτρώσει μια μέρα, από ένα σπόρο φερμένον ποιος ξέρει από πού…» (σ. 32-33)
  2. ii) «Έτσι, απ’ την αρχή, το λουλούδι τον είχε βασανίσει με την κάπως μυγιάγγιχτη ματαιοδοξία του. Μια μέρα, λόγου χάρη, … είπε στο Μικρό Πρίγκιπα:… – Το βράδυ να με βάλετε κάτω από γυάλα. Κάνει πολύ κρύο εδώ που ζείτε. Οι εγκαταστάσεις δε λειτουργούν καλά. Εγώ απ’ εκεί που έρχομαι… Αλλά δεν απόσωσε. Είχε φτάσει με τη μορφή σπόρου. Δεν μπορούσε να είχε γνωρίσει το παραμικρό από τους άλλους κόσμους» (σ. 34-35).

Θέμα των παιδικών κειμένων που παράχθηκαν αναφορικά με αυτά τα  αποσπάσματα, συνιστά ο κήπος από τον οποίο προήλθε ο σπόρος του τριαντάφυλλου, που άνθισε στον πλανήτη του μικρού πρίγκιπα.

  1. Αποτελέσματα

4.1. Αναρτημένα ομαδικά κείμενα νηπίων στο ιστολόγιο “ekpaideutika programmata

α) Ένα αγοράκι παίρνει το δρόμο που πηγαίνει στο ουράνιο τόξο. Θέλει να δει από κοντά τα χρώματά του και να τα μετρήσει, επειδή από μακριά φαίνονται θολά. Έτσι θα το ζωγραφίσει πιο ωραία. Μόλις το αγόρι φτάνει στο ουράνιο τόξο, μετράει τα χρώματα και τα βρίσκει εφτά. Σκαρφαλώνει πάνω στο ουράνιο τόξο και κάνει τσουλήθρα. Του βάζει κι ένα σκοινί, για να κάνει κούνια. Αφού παίζει για τέσσερις-πέντε ώρες, γυρίζει πίσω για να πει στους φίλους του και στην αδερφή του ότι το ουράνιο τόξο είναι πάντα εκεί και τους περιμένει. Έτσι την άλλη μέρα όταν τελειώνει το μασκέ πάρτι στο σχολείο, όλα τα παιδιά μαζί πάνε μασκαρεμένα να παίξουν με το ουράνιο τόξο. Κάνουν τσουλήθρα και κούνια, μονόζυγο και τραμπολίνο. Είναι τόσο όμορφα, που θα πηγαίνουν κάθε μέρα μετά τα μαθήματά τους κι έτσι το ουράνιο τόξο δεν θα είναι πια μόνο του.

β) Μια οικογένεια βρίσκει ένα χάρτη της πόλης, που δείχνει το δρόμο για κάποιο θησαυρό. Τον ακολουθούν και φτάνουν στο διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας. Ένας φίλος του μπαμπά νοικιάζει το διαμέρισμα, για να μπορέσουν να μπουν μέσα να ψάξουν για το θησαυρό. Ψάχνει όλη η οικογένεια και το αγόρι βρίσκει νομίσματα. Όμως είναι σοκολατένια και όχι πραγματικός θησαυρός. Τα παιδιά νιώθουν πολύ όμορφα που ο θησαυρός είναι σοκολατένιος, οι γονείς τους όμως όχι, που έκαναν τζάμπα κόπο για κάτι σοκολατάκια. Τρώνε σοκολατένια νομίσματα κάθε μέρα και σε δύο μήνες τα έχουν τελειώσει όλα. Από τη στιγμή που πήραν το χάρτη, τους παρακολουθεί ένας πειρατής. Είναι μασκαράς και όχι αληθινός. Αυτός έχει κρύψει στο διαμέρισμα τα σοκολατένια νομίσματα, αυτός έχει φτιάξει το χάρτη. Τα κάνει αυτά, γιατί του αρέσει να κοροϊδεύει τους ανθρώπους και να γελάει. Το έχει κάνει πολλές φορές και πάντα ξεγελάει τους άλλους.

γ) Το κοριτσάκι με την οικογένειά του φτάνουν σε ένα δάσος. Ο μπαμπάς το ήξερε αυτό το δάσος από τότε που ήταν στρατιώτης. Είχε ανακαλύψει εκεί μια σπηλιά. Δεν μπορούσε όμως τότε να την εξερευνήσει, επειδή ήταν εμπόδιο οι παγίδες και οι δράκοι της σπηλιάς. Ήταν τεράστιοι δράκοι, με φτερά και κοφτερά δόντια κι έβγαζαν φωτιές από το στόμα τους. Ο μπαμπάς πήρε την οικογένειά του και ήρθαν πάλι τώρα στο δάσος, επειδή πιστεύει ότι οι δράκοι δεν θα υπάρχουν πια. Περιμένει ότι θα έχουν πεθάνει, αφού θα τους καταράστηκε η μάγισσα που αυτή η σπηλιά είναι δική της. Όμως η μάγισσα δεν έχει καταραστεί τους δράκους. Τους έχει υπνωτίσει κι έτσι κάνουν ό, τι θέλει εκείνη. Όταν φτάνει στο δάσος η οικογένεια, οι δράκοι ευτυχώς κοιμούνται. Αλλά η μάγισσα είναι ξύπνια και μαγειρεύει ένα μαγικό φίλτρο για τα θύματά της. Όταν βλέπει την οικογένεια, ξυπνά αμέσως τους δράκους, σκουντώντας τους με τη μαγική σκούπα της. Η μάγισσα υπνωτίζει και την οικογένεια, για να κάνουν ό, τι θέλει αυτή. Να την σερβίρουν, να της κουβαλάνε νερό από τη λίμνη, να μαγειρεύουν για τους δράκους. Ο μπαμπάς μια νύχτα παρακολουθεί κρυφά τη μάγισσα, που κάνει τα μαγικά της. Έτσι, μετά παίρνει το μαγικό νερό της μάγισσας και ραντίζει και αυτήν και τους δράκους, για να υπακούν εκείνον. Ύστερα ο μπαμπάς βάζει τους δράκους και φορτώνουν στο αυτοκίνητο όλα τα πράγματα της οικογένειας και φεύγουν για το σπίτι τους.

δ) Είναι Χειμώνας και στον κήπο έχει πάγο. Κάνει πολύ κρύο αλλά το κοριτσάκι έχει φορέσει τα πατίνια του, για να κάνει πατινάζ. Όμως γλιστράει και πέφτει. Ο μπαμπάς που παρακολουθεί από το παράθυρο, πηγαίνει αμέσως το κοριτσάκι στο νοσοκομείο, για να το γιατρέψουν. Όταν μετά από μέρες το κοριτσάκι γυρίζει ξανά στο σχολείο, όλοι οι φίλοι του μαζεύονται γύρω του, γιατί έχουν να του πουν ένα μυστικό. Όταν έλειπε από το σχολείο, πήγε εκεί μια νεράιδα πετώντας. Όλα τα παιδιά την είδαν, η κυρία τους όμως δεν την έβλεπε. Η νεράιδα είπε στα παιδιά ότι το κοριτσάκι θα γίνει καλά και να μην ανησυχούν. Το κοριτσάκι είχε δει κι αυτό τη νεράιδα, γιατί εκείνη είχε περάσει πρώτα από το νοσοκομείο. Μόλις το κοριτσάκι την είδε, φώναξε στο μπαμπά του: «Μπαμπά κοίτα μια νεράιδα με φτερά!». Ο μπαμπάς όμως δεν έβλεπε τίποτα.  Η νεράιδα δεν του φανερώθηκε, έμεινε αόρατη. Εξήγησε στο κοριτσάκι ότι αν θα την έβλεπε κάποιος μεγάλος, θα το μάθαινε όλος ο κόσμος. Οι νεράιδες δεν θέλουν να ξέρουν οι μεγάλοι ότι υπάρχουν, επειδή κάποιοι άνθρωποι είναι κακοί και τους φοβούνται. Κι αν μια νεράιδα πάθει κακό, θα χάσουν όλες οι νεράιδες τις δυνάμεις τους κι η γη θα καταστραφεί. (Τα κείμενα παρήγαγαν μαθητές του κλασικού τμήματος του 1ου Νηπιαγωγείου Ασπροπύργου, κατά το σχολικό έτος 2014-2015. Αναρτήθηκαν στο σχολικό ιστολόγιο στις 27 Φεβρουαρίου 2015).

4.2. Αναρτημένα κείμενα μαθητών Δημοτικού στο ιστολόγιο της ομάδας «Δημιουργικοί Εκπαιδευτικοί»

Τα παρακάτω κείμενα αναρτήθηκαν στις 9 Μαΐου του 2014. Αναφέρονται σε ένα κήπο, στα φυτά που τον αποτελούν και στην επίδραση του κήπου σε διάφορα φανταστικά αφηγηματικά πρόσωπα. Είτε παρουσιάζουν τα πρόσωπα να χαίρονται την ομορφιά του κήπου είτε να τον καταστρέφουν και στη συνέχεια να καταστρέφονται και τα ίδια.

α) «Το κορίτσι με τα λουλούδια»: Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που αγαπούσε τα λουλούδια. Κάθε πρωί έβγαινε στον κήπο του σπιτιού του και τα πότιζε. Όταν γυρνούσε από το σχολείο, τα πότιζε ξανά. Κάθε απόγευμα με τη μαμά του έπαιρναν καινούρια σποράκια λουλουδιών. Μια μέρα όμως όλα τα λουλούδια ξεράθηκαν ξαφνικά. Το κοριτσάκι μόλις τα είδε, φώναξε στη μαμά του: «Μαμά, τα λουλούδια μας ξεράθηκαν». Τότε η μαμά είπε να πάρουν άλλα λουλούδια. Έφτασαν στο μαγαζί με τα λουλούδια αλλά ήταν κλειστό. Το πρωί όταν ξύπνησε, είδε όλα τα λουλούδια ανθισμένα. «Ευτυχώς ήταν μόνο ένα όνειρο», σκέφτηκε. (Το κείμενο παρήγαγαν τέσσερεις  μαθήτριες της Β΄ τάξης δημοτικού σχολείου του Ναυπλίου).

β) Είμαι ένα σύκο. Στον κήπο που ζούσα, ήμουν πολύ ευτυχισμένο. Όπως έμενα ατέλειωτες ώρες κρεμασμένο στα κλαδιά της μητέρας μου της συκιάς, μπορούσα να κάνω κούνια. Ύστερα άρχισε όλη αυτή η τρέλα των κατοίκων του σπιτιού να καταστρέψουν τον κήπο, για να μεγαλώσουν το σπίτι. Έκοψαν τη μητέρα μου τη συκιά κι εγώ και όλα μου τα αδέρφια αρχίσαμε να σαπίζουμε και γρήγορα θα πεθάνουμε. Τι κρίμα! (Ατομικό κείμενο μαθητή της Στ΄ τάξης δημοτικού σχολείου της Κορίνθου).

γ) Ένας άνθρωπος που ήταν τραγουδιστής, κατάστρεψε τον κήπο του, για να φτιάξει μια πισίνα. Έτσι ζούσε μέσα στο γκρι. Δεν είχε πια ήλιο και ποτέ δεν ήταν άνοιξη αλλά μόνο φθινόπωρο και χειμώνας. Τα Χριστούγεννα δεν ερχόταν ο Αϊ-Βασίλης ούτε παιδιά να πουν τα κάλαντα. Στα pet shop δεν τον άφηναν να πάρει ούτε σκύλο ούτε γάτα, γιατί δεν είχε ήλιο ούτε χώρο για να παίζουν τα ζώα. Και το σημαντικότερο είναι ότι δεν είχε πια θαυμαστές και έτσι δεν τον καλούσαν να δίνει  συναυλίες. Άφησε γένια κι έγινε χοντρός. Κατάντησε εργένης χωρίς δουλειά, που έπαιζε βιντεοπαιχνίδια κι έβλεπε τηλεόραση, τρώγοντας πατατάκια και παραγγέλνοντας πίτσα με όλα τα φώτα σβησμένα και τις κουρτίνες κλειστές. (Ατομικό κείμενο μαθήτριας Δ΄ τάξης δημοτικού σχολείου της Νέας Μάκρης).

  1. Συζήτηση

Σε αντίθεση με τις έντυπες εκδόσεις, όπου ο οικονομικός παράγοντας επιβάλλει περιορισμούς στον αριθμό των σελίδων, στην περίπτωση των ιστολογίων δίνεται η δυνατότητα ανάρτησης του συνόλου των μαθητικών συμμετοχών. Άλλη μία σημαντική διαφοροποίηση από το έντυπο δημοσίευμα, συνιστά η δυνατότητα που παρέχεται μέσα από το ιστολόγιο, να συμπληρώνονται και να επικαιροποιούνται τα ήδη δημοσιευμένα κείμενα. Αυτό επιτρέπει τη διαρκή αλληλεπίδραση του συντάκτη με το κείμενο και τη συνειδητοποίηση της εξέλιξης της σκέψης του.

Η παρουσίαση των παραγόμενων παιδικών κειμένων προσφέρει την ευκαιρία στους δημιουργούς τους να ανατρέχουν στο ιστολόγιο οποιαδήποτε στιγμή στην κατοπινή τους ζωή, για να τα ξαναδιαβάσουν. Επίσης, όλοι οι μαθητές μπορούν τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, να αναζητούν στο ιστολόγιο τα κείμενα των φίλων τους. Αυτή η διαδικασία μάλιστα μπορεί να πραγματοποιείται και ομαδικά στη σχολική τάξη κατά τα επόμενα χρόνια. Για παράδειγμα, οι μαθητές να διαβάζουν  μαζί με τους συμμαθητές και τους δασκάλους τους στο Δημοτικό Σχολείο τα κείμενα, που δημιούργησαν ως νήπια.

Η εμπειρία της δημοσίευσης στα σχολικά ιστολόγια μαθητικών κειμένων, που παράχθηκαν στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων, θα μπορούσε να οδηγήσει τους μαθητές στη χρησιμοποίηση των προσωπικών ιστολογίων τους για την ανάρτηση και άλλων δικών τους κειμένων δημιουργικής γραφής. Επίσης,  η επικοινωνία μεταξύ μαθητών στο πλαίσιο των ιστολογίων, θα γινόταν σημαντικά ουσιαστικότερη, αν λάμβανε τη μορφή ανατροφοδοτούμενων και αλληλοσυμπληρούμενων πρωτότυπων, ευφάνταστων ιστοριών, εμπνεόμενων από προσωπικές εμπειρίες, προσδοκίες και επιθυμίες ή κοινά λογοτεχνικά αναγνώσματα.

  1. Συμπεράσματα

Από την ποσότητα και την ποιότητα των αναρτημένων στα δύο ιστολόγια μαθητικών κειμένων, προκύπτουν συμπεράσματα για τη χρησιμότητα των ιστολογίων ως βήματος δημιουργικής γραφής, όχι μόνο για τους μαθητές που συμμετέχουν με αναρτημένα κείμενα αλλά και για όλη την εκπαιδευτική κοινότητα και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τους.

Τόσο το ιστολόγιο της σχολικής μονάδας όσο και αυτό της ομάδας των  εκπαιδευτικών, προσφέρουν τη δυνατότητα της διάσωσης και ανάδειξης των παραγόμενων μαθητικών κειμένων, στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων δημιουργικής γραφής.  Έτσι βιώνουν όλοι οι μαθητές τη χαρά και την  ικανοποίηση της διάδοσης των αποτελεσμάτων αυτής της δημιουργικής τους δραστηριότητας, εκτός της σχολικής αίθουσας, σε άτομα του οικογενειακού και του ευρύτερου περιβάλλοντός τους.

Μέσα από τη συνύπαρξη των διαφορετικών κειμένων στο ίδιο ιστολόγιο, προκύπτει αβίαστα η πρωτοτυπία τους, η ανεξάντλητη φαντασία των δημιουργών τους. Επίσης, η ιδιαιτερότητα κάθε ατομικής προσέγγισης, αναδεικνύει τη μοναδικότητα κάθε μαθητή, μέσα σε πλαίσιο αμοιβαίας αποδοχής και σεβασμού. Ένα επιπλέον πλεονέκτημα της ανάρτησης των παιδικών κειμένων στα ιστολόγια, είναι η αμεσότητα. Οι μαθητές διαβάζουν τα κείμενα με οικογένεια και φίλους όταν η συλλογική δημιουργική εμπειρία της συμμετοχής τους στα σχετικά προγράμματα είναι πάρα πολύ πρόσφατη. Έτσι συνδέεται στην αντίληψή τους η απόλαυση της διαδικασίας της παραγωγής των κειμένων με τη δυνατότητα της διάδοσής τους μέσω της γραφής και της αξιοποίησης της τεχνολογίας.

Όλοι οι επισκέπτες των ιστολογίων διαπιστώνουν την καθολική ανταπόκριση και ταυτόχρονα την ισότητα των μαθητών στα σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα. Οι μαθητές εκφράζονται μέσα από το συλλογικό αυτό βήμα, απευθυνόμενοι σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις  ιδιαιτερότητες της προσέγγισης του ενιαίου θέματος από κάθε διαφορετικό μαθητή, αναδεικνύεται η ταυτότητά του. Γονείς, κατοπινοί δάσκαλοι, άτομα από το οικογενειακό, το φιλικό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον των παιδιών αλλά και άγνωστοι άνθρωποι με ενδιαφέρον για τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, γνωρίζουν μέσα από τα καταγεγραμμένα κείμενα πιο ουσιαστικά τη νεότερη γενιά, τις προσδοκίες και τις επιθυμίες της, οπότε και «επικοινωνούν» ουσιαστικότερα μαζί της.

Βιβλιογραφία (Βιβλιογραφικές αναφορές)

Ελληνόγλωσση

Alter, J. (1985). Προς τι η διδασκαλία της λογοτεχνίας; Η Διδασκαλία της Λογοτεχνίας  (Ι.Ν. Βασιλαράκης,μτφρ.)  Αθήνα: Επικαιρότητα, 63-74.

Αριστοτέλης (χ.χ.). Ηθικά Νικομάχεια, Β΄ (Κ. Ζάμπας, μτφρ.) Αθήνα: Ευθεία.

Γουγουλάκης, Π. (2012). Κοινωνικές ικανότητες, κοινωνικό κεφάλαιο και εκπαίδευση. Επιστήμη και Κοινωνία,  29, 37-53.

Γραμματάς, Θ. (2014). Το θέατρο στην εκπαίδευση. Καλλιτεχνική έκφραση και παιδαγωγία. Αθήνα: Διάδραση.

Exupery, A. (1968). Ο Μικρός Πρίγκιπας (Σ. Τσίρκας, Μτφρ.).  Αθήνα: Ηριδανός.

Ηλία, Ε.  και Ματσαγγούρας Η. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ.), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 307-317.

Κωτόπουλος, Τ. (2012). Η «νομιμοποίηση» της δημιουργικής γραφής, ΚΕΙΜΕΝΑ, 15, http://keimena.ece.uth.gr

Ματσαγγούρας, Η. και Κουλουμπαρίτση, Α. (1999). Ένα Πρόγραμμα Διδασκαλίας της Κριτικής Σκέψης: Θεωρητικές Αρχές και Εφαρμογές στην Παραγωγή του Γραπτού Λόγου, Ψυχολογία, 6(3), 299-396.

Ματσαγγούρας, Η. (2001). Η Σχολική ΤάξηΒ΄ Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.

Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). ΄Oχι μόνο γραφέας, Γέφυρες, 6, 16-23.

Ποσλανιέκ, Κ. (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα (Στ. Αθήνη, μτφρ.) Αθήνα: Καστανιώτης.

Τζαφεροπούλου, Μ. (1995).  Το χιούμορ στο σχολείο: Θεωρία και πράξη. Διαδρομές, 40,   318-322.

Τζιόβας, Δ. (1987). Μετά την αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση.

Φρομ, Ε. (1971). Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία (Δ. Θεοδωρακάτος, μτφρ.) Αθήνα: Μπουκουμάνης.

Χουιζίνγκα, Γ. (1989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος, μτφρ.) Αθήνα: Γνώση.

Ξενόγλωσση

Booth, W.C. (1987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

Huck, C., Hepler, S. and Hickman, J. (1979). Children’s Literature in the Elementary School. Austin: Holt, Rinehart and Winston.

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Το παζλ του κήπου:  Εκπαιδευτικό πρόγραμμα, βασισμένο στο βιβλίο Μετά τον Μικρό Πρίγκιπα

 

1ο στάδιο: Μετά την ανάγνωση του κεφαλαίου με τίτλο «Ο κήπος των αισθήσεων» είτε από τον εκπαιδευτικό είτε από τους μαθητές, οι τελευταίοι το εικονογραφούν τμηματικά. Κάθε παράγραφος αναφέρεται σε ένα διαφορετικό μέρος-στοιχείο του κήπου. Κάθε μαθητής επιλέγει να εικονογραφήσει μία διαφορετική παράγραφο. Όταν όλες οι ζωγραφιές τοποθετηθούν μαζί, συνθέτουν το παζλ του κήπου. Η τοποθέτηση γίνεται ομαδικά από τους μαθητές ύστερα ενδεχομένως από δοκιμές, με βάση την αφηγηματική περιγραφή. Με τη συμβολή της τεχνολογίας το παζλ απαθανατίζεται, καθώς στο επόμενο στάδιο θα τροποποιηθεί σημαντικά. Το 1οστάδιο θα μπορούσε να συνδυαστεί με δραματοποίηση. Κάθε μαθητής έχοντας μπροστά του αναρτημένο το παζλ, υποδύεται το παιδί ή τα διάφορα φυτά και αναφέρεται σε α΄ ενικό πρόσωπο στις εντυπώσεις του από τη ζωή στον κήπο. Όλες οι αφηγήσεις είτε καταγράφονται με τη συμβολή της τεχνολογίας είτε αποδίδονται στη συνέχεια με τη μορφή γραπτού κειμένου από τον ίδιο το μαθητή.

 

 

2ο στάδιο: Διαβάζονται σε διαδοχικές συνεδρίες τα κεφάλαια  του δεύτερου μέρους, κατά τον ίδιο τρόπο με αυτόν στο 1ο στάδιο. Τα παιδιά εικονογραφούν είτε ατομικά είτε χωρισμένα σε υποομάδες το καθένα από τα κεφάλαια αυτά. Οι ζωγραφιές αντικαθιστούν σταδιακά τα κομμάτια του παζλ. Έτσι αποδίδεται εικαστικά η σταδιακή καταστροφή του κήπου από τους ανθρώπους που τον κατοικούν διαδοχικά.

Κατά την ολοκλήρωση του β΄ μέρους όλα τα κομμάτια που είχαν τοποθετηθεί αρχικά στο παζλ έχουν αντικατασταθεί, αποδίδοντας την ολοσχερή καταστροφή του κήπου. Και αυτή η εικόνα του κατεστραμμένου κήπου απαθανατίζεται ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμη για σύγκριση με την προηγούμενη.

Σε αυτό το 2ο στάδιο, με ερέθισμα το παζλ του κήπου, όπως έχει πλέον διαμορφωθεί ύστερα από τις παρεμβάσεις και τις δραστηριότητες των κατοίκων, η δραματοποίηση περιλαμβάνει εκτός από τους ρόλους του παιδιού και των φυτών αυτούς ακόμη  των διαφόρων κατοίκων, που σε α΄ ενικό πρόσωπο παρουσιάζουν τις εντυπώσεις τους από την αλληλεπίδρασή τους με τον κήπο.

Κάθε μαθητής επιλέγει το ρόλο που θα υποδυθεί και αναφέρεται στον κατεστραμμένο κήπο μέσα από την οπτική του ρόλου του. Υπάρχει επίσης η δυνατότητα να αναφερθεί γραπτά στην αναγνωστική εμπειρία του ως συγκεκριμένο αφηγηματικό πρόσωπο και στη συνέχεια να διαβάσει στην ολομέλεια το κείμενό του. Σε επόμενη φάση οι μαθητές μοιράζονται όλους τους ρόλους, δηλαδή του παιδιού, των φυτών και των κατοίκων και αυτοσχεδιάζουν. Η παντομίμα ή οι διάλογοι μεταξύ τους βιντεοσκοπούνται, για να αξιοποιηθούν με ποικίλους τρόπους σε επόμενες φάσεις.

3ο στάδιο: Οι μαθητές θέτουν ως στόχο τους την αποκατάσταση-αναγέννηση του κήπου. Συνθέτουν ομαδικά μια ιστορία με το θέμα αυτό, κάνοντας ειδική μνεία σε καθένα από τα μέρη-στοιχεία του κήπου. Καταγράφουν την ιστορία τους, την εικονογραφούν και αντικαθιστούν για μια ακόμη φορά τα κομμάτια του παζλ.  Σε αυτό το τελευταίο στάδιο τα παιδιά αποδίδουν ως θεατρικό δρώμενο την ιστορία τους αναφορικά με την αποκατάσταση του κήπου. Επαναλαμβάνουν αρκετές φορές τη διαδικασία και παρουσιάζουν στο τέλος την ιστορία τους με μορφή ανοιχτής θεατρικής παράστασης.

Επισημάνσεις

Κάθε στάδιο έχει αυτοτέλεια, ώστε η ολοκλήρωσή του να μπορεί να συνιστά και ολοκλήρωση του περιβαλλοντικού προγράμματος.

Επίσης κάθε στάδιο μπορεί να εμπλουτιστεί με πολλά επιπλέον στοιχεία στον τομέα των δραστηριοτήτων, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ομάδας που θα το υλοποιήσει, π.χ. μουσική επένδυση για κάθε παζλ ή σύνθεση τραγουδιού (μελωδίας και στίχων).

Κείμενα μαθητών ΣΤ’  τάξης Δημοτικού:
Α. Στον ανθισμένο κήπο
Πεταλούδα: Σήμερα ήρθε ξανά στον κήπο αυτό το κορίτσι. Μάλιστα τραγούδησε κιόλας. Εμείς χορεύαμε ενώ τα σαλιγκάρια κοιτούσαν σαστισμένα το θαυμαστό βαλς των λουλουδιών. 
Τζιτζίκι: Βοήθεια, βοήθεια, σας παρακαλώ! Τώρα είμαι μόνο μου μέσα σ’ ένα σπιρτόκουτο. Δεν μπορώ ούτε να κουνηθώ. Οι φίλοι μου ούτε καν έρχονται να με βοηθήσουν. Έσωσαν μόνο τον εαυτό τους. 
Β. Στον κήπο που καταστρέφεται

Τριαντάφυλλο: Τι κάνεις εκεί ρε μπάρμπα; Δεν βλέπεις το ωραίο χρώμα μου και την ευωδιαστή μυρωδιά μου; Θα με χαλάσεις έτσι άκαρδα; Ντροπή σου! Και σε είχα για μετρημένο άνθρωπο. Ίιιι! Πού είσαι Τούλα (φωνάζω στο κοριτσάκι). Έλα να με σώσεις σε παρακαλώ!


Κοριτσάκι: Μπροστά στα μάτια μου έβλεπα μέρα με τη μέρα να καταστρέφονται οι τριανταφυλλιές. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα μα κάθε μέρα έλπιζα πως όταν κοιτάξω από το παράθυρο, θα είναι όπως παλιά… Ποτέ δεν έγινε όμως αυτό 

Μοσχομπίζελο: Την ώρα που μπήκε μέσα αυτός ο αγριάνθρωπος, φοβήθηκα, νόμιζα ότι θα διαλύσει όλο το παρτέρι. Μπήκε μέσα με νεύρα και άρχισε να τα πατάει όλα. Ο κήπος διαλυόταν, δεν ήξερα τι να κάνω, πατούσε όλη την οικογένειά μου. Ήταν ένας εφιάλτης. Μέχρι που σκότωσε και κάποια από τα παιδιά. Δεν θέλω να το ξαναζήσω ποτέ αυτό. 

Δέντρο: Σας παρακαλώ, βοηθήστε με! Ας με ποτίσει κάποιος κι ας φτιάξει αυτόν εδώ τον κήπο, να βλέπω να παίζουν πολλά παιδιά και να χαιρόμαστε κι εγώ και τα παιδιά.
Παιδί οικογένειας καταναλωτών: Αχ ωραία! Ήρθαν όλα μας τα πράγματα. Το σπίτι είναι όμως λίγο μικρό, δεν θα χωρέσουν όλα αυτά τα χρήσιμα πράγματα. Δεν πειράζει, θα τα βάλουμε στην αποθήκη, στη βεράντα και στον κήπο, στη θέση των λουλουδιών. 
Κοριτσάκι: Είναι πολύ δύσκολο να βλέπω τον κήπο μου να είναι διαφορετικός. Αλλά το πιο δύσκολο είναι να βλέπω τη συκιά μου κομμένη. Αυτή η μέρα θα μου μείνει αξέχαστη. Λυπάμαι ακόμη περισότερο όσο το σκέφτομαι.Αυτό που με προβληματίζει όμως είναι ότι κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε μαζί μου. Μάλλον κανένας δεν νιάζεται πια για τη φύση. 

Σύκο: Είμαι ένα σύκο. Πριν αρχίσει όλη αυτή η τρέλα όλων να καταστρέψουν τον κήπο,ήμουν πολύ ευτυχισμένο. Περνούσα ατέλειωτες ώρες κρεμασμένο στα κλαδιά της μητέρας μου, της συκιάς, συζητώντας με το Κοριτσάκι. Μου άρεσαν πολύ αυτές οι συζητήσεις. Επίσης μου άρεσε που μπορούσα να κάνω κούνια, όπως ήμουν κρεμασμένο. Αλλά μετά άρχισαν να έρχονται όλοι αυτοί και να χαλάνε την ομορφιά του κήπου. Τώρα που έκοψαν τη συκιά, εγώ θα αρχίσω να σαπίζω κι ύστερα θα πεθάνω. Τι κρίμα!

Κοριτσάκι: Αυτή η μέρα ήταν αξέχαστη, πώς θα μπορούσα να την ξεχάσω; Ήταν η μέρα που κατέστρεψαν τον κήπο μου, η χειρότερη της ζωής μου. Ένιωθα σαν να ξερίζωναν ένα μέρος της καρδιάς μου… τόση λύπη με πλημμύρισε. Πανικόβλητη, παρακολουθούσα με δάκρυα στα μάτια την καταστροφή των μοναδικών μου φίλων, της μοναδικής μου οικογένειας. Ύστερα στο τέλος της μέρας ξάπλωσα με δάκρυα στα μάτια. Ξάπλωσα και αποκοιμήθηκα στο χώμα 
Πισίνα: Γεια σας, είμαι η πισίνα. Βρίσκομαι εδώ μερικές εβδομάδς. Πριν από μένα βρίσκονταν τριαντάφυλλα. Ο ιδιοκτήτης μου με φροντίζει αρκετά καλά. Τα περνάω υπέροχα. 
Γ. Στον κήπο στο μέλλον
Δέντρο: Τώρα που ο κήπος έχει φτιαχτεί ξανά ύστερα από την καταστροφή του, βλέπω το κοριτσάκι να κάνει κούνια ευτυχισμένο πάνω στα γέρικα αλλά γερά κλαδιά μου. Είναι μαγευτικό πράγμα αυτός ο μαγικός κήπος που μοιάζει σαν δάσος. Τα πουλάκια λαλούν και η ώρα περνάει γρήγορα. Είμαι πραγματικά ευτυχισμένο και τυχερό δέντρο.
Λουλούδι: Μου αρέσει που κάθομαι εδώ, φυτρωμένο κάτω από τα κλαδιά αυτής της μεγάλης μηλιάς. Κάθε μέρα έρχεται ένα κοριτσάκι, που είναι σαν την Άνοιξη αυτοπροσώπως. Να δείτε πώς λάμπει, πώς μιλάει στ’ αδέρφια μου τα λουλούδια. Όταν κάθεται στην κούνια του μεγάλου δέντρου κι ανεμίζουν τα μαλλιά της, είναι σκέτος άγγελος.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Όταν μια εικόνα εμπνέει…

 

sch 001
Μαθητές της  Β΄ τάξης Δημοτικού Σχολείου φτιάχνουν ιστορίες για το Κοριτσάκι, την ηρωίδα του βιβλίου «Μετά τον Μικρό Πρίγκιπα» ( εκδ. Ηριδανός, 2012)κατά την επίσκεψη στην τάξη τους της 
Ελένης Α. Ηλίασυγγραφέα του βιβλίου, την 1η Απριλίου 2014.  Ως ερέθισμα χρησιμοποιείται το παραπάνω σκίτσο της Λήδας Βαρβαρούση από την εικονογράφηση του βιβλίου.

ναυπλιο κορινθος
1. Ο ουρανός με τα εκατό σύννεφα
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα κοριτσάκι που κάθε βράδυ από το παράθυρο του δωματίου του κοιτούσε τον ουρανό. Οι γονείς της απορούσαν και την ρωτούσαν τι βλέπει κάθε βράδυ από το παράθυρο. Όλο απορούσαν αλλά το κοριτσάκι που το φώναζαν Λιλή, δεν τους έλεγε τίποτα. Μια μέρα, όπως κοιτούσε από το παράθυρο τον ουρανό, την τράβηξε ένα φως και την ανέβασε ψηλά. Εκεί βρήκε τα εκατό σύννεφα, που της ζήτησαν να μείνει μαζί τους. Πριν προλάβει να τα ρωτήσει τι έγινε, εμφανίστηκαν μπροστά της οι γονείς της. Έτσι το κοριτσάκι απάντησε στα σύννεφα με ένα μεγάλο Ναι (Ράνια, Μαριτίνα, Κων/νος, Οδυσσέας)


2. Κάποτε ήταν ένα κοριτσάκι, που είχε αγαπήσει τον Μικρό πρίγκιπα. Μια μέρα ο Μικρός Πρίγκιπας είδε το Κοριτσάκι να κάνει κούνια. Το πλησίασε και το κοριτσάκι όπως έκανε κούνια, του είπε ότι τον αγαπάει. Το μικρό αγόρι εκείνη την ώρα είπε στο κοριτσάκι «κι εγώ σ’ αγαπώ! (Αναστασία
, Γιάννης)


3. Οι νεράιδες γεννιούνται
Μια φορά η Αναστασία ήθελε να δει τη γιαγιά της που ζούσε στην Αμερική αλλά δεν μπορούσε να πάει γιατί ήταν πολύ μακριά και η μαμά της φοβόταν να την αφήσει. Το κοριτσάκι της έλεγε, μην ανησυχείς μαμά, άμα ζητήσω ένα φιλί για καληνύχτα, θα μου το δώσει η γιαγιά. Θα μου δώσει και φαγητό και νερό. Η μαμά της πείστηκε και τη συμβούλεψε να προσέχει πολύ. Το κοριτσάκι έφτασε στη γιαγιά, που της είπε: Αναστασία, μου ‘λειψες πολύ, σ’ αγαπώ, μα πρέπει να γυρίσεις πίσω. Την πήγε πίσω κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα (Μαρία)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3α

Με αφορμή τον Διάσημο» του βιβλίου Μετά τον Μικρό Πρίγκιπα (συγγρ. Ελένη Α. Ηλία, εικ.: Λήδα Βαρβαρούση, εκδ. Ηριδανός, 2012).

Γράφουν και εικονογραφούν μαθητές και μαθήτριες  Τετάρτης Τάξης:

Ν.Μ. ΔΙΑΣΗΜΟΣ 1Ο διάσημος star σκεφτόταν πως το σπίτι που έμενε με το μεγάλο σαλόνι και την πισίνα, φαινόταν λίγο για έναν σταρ όπως αυτός. Έτσι μετακόμισε σε ένα σπίτι ψηλά στο βουνό, ώστε οι θαυμαστές του να έχουν άπειρο χώρο και να τον βλέπουν να μένει στο καλύτερο σπίτι. Όμως για πολύ καιρό δεν ερχόταν κανένας παρά μόνο ένας με αναπηρικό καροτσάκι. Ο σταρ τον ρώτησε πού είναι οι υπόλοιποι θαυμαστές του. Εκείνος του απάντησε ότι είχε έρθει ένας νέος πλούσιος σταρ στην πόλη που ήταν πολύ ταλαντούχος και έμενε ακριβώς στο κέντρο. Ο διάσημος άρχισε να κοκκινίζει αλλά ο τύπος με το αναπηρικό καροτσάκι του είπε να ησυχάσει, αφού ο ίδιος ήταν ακόμη θαυμαστής του. Αλλά ο διάσημος τον έδιωξε. Ένα πνεύμα όμως που συνάντησε ο διάσημος, του είπε «ο κήπος στο παλιό σου σπίτι ήταν μια χαρά στην αρχή και τον κατέστρεψες. Και σαν να μην έφτανε που άλλαξες σπίτι κι αυτό δεν άρεσε στους θαυμαστές σου, έδιωξες και το γέρο με το αναπηρικό καροτσάκι, που σου απέμεινε. Ελπίζω να πήρες το μάθημά σου πως όποιος έχει αρκετά να μην ζητάει κι άλλα, γιατί θα μείνει με μηδέν.

Ο διάσημος σκέφτηκε «Πρέπει να φυτέψω και άλλα λουλούδια για να ομορφύνω τον κήπο μου κι έτσι να έρχονται περισσότεροι θαυμαστές». Φώναξε τότε κηπουρό και ο κήπος ξαναγέμισε λουλούδια. Τα περιστέρια έρχονταν σε ομάδες και μια φορά σχημάτισαν πετώντας ένα τριαντάφυλλο, για να σκεφτεί ο διάσημος να φυτέψει και τριανταφυλλιές, που δεν υπήρχαν μέχρι τότε στον κήπο. Οι πεταλούδες πετούσαν πάνω από τον όμορφο και καταπράσινο κήπο. Κάποιοι θαυμαστές έτρεχαν με τα παιδιά τους μέσα στον κήπο και έπαιζαν με τα λουλούδια. Ο διάσημος ήταν πολύ χαρούμενος που όλοι χαίρονταν!

Ο διάσημος αφού ξήλωσε όλα τα φυτά και τα πίσω δέντρα του σπιτιού, μετά από λίγο καιρό έφυγε από το σπίτι. Δεν του άρεσε το μέρος, ήταν πολύ μικρό γι’ αυτόν. Νοίκιασε σπίτι κοντά σε μια απομονωμένη λίμνη. Εκεί είχε πάρα πολλά ζώα, φυτά, δέντρα και λουλούδια. Έτσι συνέχισε την καριέρα του με πολλή ευχαρίστηση και ηρεμία.

Ν.Μ. ΔΙΑΣΗΜΟΣ 2Τρίτη απόγευμα μετακόμισα στο καινούριο μου σπίτι. Το όνομά μου είναι Εβελίνα και είμαι διάσημη. Αυτό το σπίτι δεν είναι ακριβώς καινούριο για εμένα, έμενα εδώ και παλιά. Έχω να πω ότι έχω μετανιώσει που δεν άφησα στον κήπο του σπιτιού ούτε ένα φυτό. Τώρα όμως θέλω να το διορθώσω! Θα κάνω πιο μικρή την πισίνα, για να βάλω δέντρα. Θα κάνω πιο μικρό το σαλόνι, για να βάλω λουλούδια. Έτσι το σπίτι θα γίνει υπέροχο!!!

Ο star που αποφάσισε να διαλύσει τον κήπο για να φτιάξει μία πισίνα, αφού το έκανε, βαρέθηκε τις επισκέψεις. ΄Ετσι αποφάσισε να ταξιδέψει και να βρει κάτι καλύτερο. Βρήκε μια περιοχή, που λεγόταν Νέα Μάκρη. Τότε ο star έζησε πολύ καλά εκεί σε ένα σπίτι ακόμη καλύτερο από το άλλο και πολύ μεγάλο.

Οι θαυμαστές μου έκοβαν τα φυτά μόνοι τους, για να με αναγκάσουν να φτιάξω εκεί μια πισίνα. Τότε έβαλα πολλά φυτά πίσω από το φράχτη, στην πίσω αυλή και σε όλα τα ελεύθερα μέρη. Κι έτσι το σπίτι τώρα έχει και πιο μεγάλο σαλόνι και πισίνα και πολλά φυτά.

Ο διάσημος star βαρέθηκε τις επισκέψεις και τις φωτογραφίες στο σπίτι με την πισίνα και το τεράστιο σαλόνι και έφυγε για να ζήσει σε μια άλλη πιο φτωχή χώρα. Επειδή είχε πάρα πολλά χρήματα, βοηθούσε τους ανθρώπους εκεί να χτίσουν σπίτια, μαγαζιά, ταβέρνες, εργοστάσια και σχολεία. Αφού όμως κατάλαβε ότι τον εκμεταλλεύονταν για να έχουν πιο ωραία ζωή από αυτόν, αποφάσισε να γυρίσει πίσω. Αλλά στο παλιό του σπίτι τώρα ζούσαν άλλοι.

Ο διάσημος Τάσος Καρεκλής, γνωστός και με το παρατσούκλι Μολυβοκέφαλος, ήταν σχεδιαστής μολυβιών. Στο υπόγειο του σπιτιού που έμενε, βρήκε ένα χαρτί που έγραφε «αυτός ο κήπος λαχταριστός όπως πάντα να είναι και να μείνει». Τότε αγχώθηκε και έψαξε στη σοφίτα, τα δωμάτια και ό, τι άλλο υπάρχει στο σπίτι μέχρι που βρήκε μια φωτογραφία του κήπου, όπως ήταν παλιά. Ταράχτηκε, χάλασε την πισίνα και αγόρασε σπόρους από το ανθοπωλείο, για να τους φυτέψει. Όταν έφτιαξε τον κήπο ακριβώς ίδιο, ευχαριστήθηκε. Από τότε συνέχισε τη ζωή του στο σπίτι με τον κήπο, που τον περιποιόταν, τον πότιζε και δεν άφηνε κανέναν να τον χαλάσει.

Ο διάσημος έφυγε από το σπίτι με την πισίνα και έχτισε μια πόλη, που την είχε όλη δική του και κόστισε πάρα πολλά εκατομμύρια ευρώ. Αλλά ακόμα του είχαν μείνει πολλά χρήματα. Τα ξόδεψε κι αυτά, για να φτιάξει ένα κτήριο από χρυσό.

Ο διάσημος έφτιαξε ένα χρυσό σπίτι και κάθε μέρα πέταγε στον κόσμο πολλά-πολλά εκατομμύρια. Κάποτε όμως του τελείωσαν τα χρήματα και έφυγε άφραγκος για το παλιό του σπίτι.

Ν.Μ. ΔΙΑΣΗΜΟΣ 3

Αφού ο διάσημος είχε καταστρέψει όλο τον κήπο, για να το μετατρέψει σε σαλόνι και πισίνα, όλος ο κήπος έγινε γκρι. Δεν είχε πια ήλιο και ποτέ δεν ήταν άνοιξη αλλά μόνο φθινόπωρο και χειμώνας. Τα Χριστούγεννα δεν ερχόταν ο Αϊ-Βασίλης ούτε παιδιά να πουν τα κάλαντα. Και το σημαντικότερο για το διάσημο είναι ότι δεν έρχονταν πια θαυμαστές. Στις συναυλίες δεν τον δέχονταν και κατέληξε ένας εργένης χωρίς δουλειά, που έπαιζε βιντεοπαιχνίδια κι έβλεπε τηλεόραση, τρώγοντας πατατάκια και παραγγέλνοντας πίτσα με όλα τα φώτα σβησμένα και τις κουρτίνες κλειστές. Στα pet shop δεν τον άφηναν να πάρει ούτε σκύλο ούτε γάτα, γιατί ήξεραν ότι δεν έχει ήλιο ούτε χώρο για να παίζουν τα ζώα. Έτσι κατάντησε όπως είπα πριν, άφησε γένια κι έγινε χοντρός.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3β

Μαθητές της Δ’ Δημοτικού (του σχολείου Αγίας Μαρίνας Νέας Μάκρης) γράφουν ιστορίες για το τι απέγιναν τα αφηγηματικά πρόσωπα των κεφαλαίων «Φόβος» και «Άνθρωποι με οθόνες» του βιβλίου Μετά τον Μικρό Πρίγκιπα(εκδ. Ηριδανός, 2012)Θα καταφέρουν οι ήρωες στις ιστορίες των παιδιών να κατανικήσουν κάποτε τις φοβίες τους και να «απεξαρτηθούν»  από τις οθόνες, ώστε να απολαύσουν την ομορφιά γύρω τους;

 Κεφ. «Φόβος»:1. Οι δύο ηλικιωμένοι άνθρωποι, όταν έφυγαν από τον κήπο, πήγαν σ’ ένα σπίτι στην Αθήνα, σε πολυκατοικία, για να βρίσκονται μακριά από λουλούδια και έντομα. Έζησαν στην Αθήνα  μέχρι που είδαν μια μεγάλη θάλασσα. Το μέρος με τη θάλασσα τους εντυπωσίασε και έτσι αποφάσισαν να μείνουν εκεί για πάντα.

2. Οι φοβισμένοι παππούδες μετά το σπίτι με τον κήπο, πήγαν να μείνουν σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Εκεί είχαν κάποιους γείτονες που αγαπούσαν τα φυτά. Μια μέρα πήγαν στους γείτονές τους για φαγητό. Όταν κάθισαν να φάνε, μύρισαν τα λουλούδια και έφυγαν τρέχοντας. Το πρωί πήραν τις βαλίτσες τους και έφυγαν μακριά,  στην Κρήτη. Εκεί κάθονταν συνέχεια μόνοι. Δεν πήγαιναν βόλτες έξω ούτε για φαγητό σε κανέναν.

Ν.Μ. ΦΟΒΟΣ 33. Όταν ο παππούς και η γιαγιά έφυγαν από τον κήπο, πήγαν να ζήσουν στην Αθήνα, που δεν έχει κήπους. Αλλά ο γείτονάς τους είχε πάρα πολλά φυτά ακόμα και δέντρα στην ταράτσα του σπιτιού. Όταν πήγαν ο παππούς με τη γιαγιά να του μιλήσουν για αυτό, ο γείτονας τους εξήγησε ότι απλά έπρεπε να φροντίζει τα φυτά του. Τότε αυτοί έφυγαν θυμωμένοι. Αμέσως μετά πέρασε μια ιδέα από το μυαλό του παππού. Πήρε ένα ψαλίδι και έκοβε όλα τα φυτά στην ταράτσα. Τότε μια πεταλούδα κάθισε στο χέρι του. Ο παππούς άρχισε να ουρλιάζει αλλά μετά κατάλαβε ότι η πεταλούδα δεν του έκανε κακό. Από τότε πήγαν με τη γιαγιά στην εξοχή, όπου έζησαν ευτυχισμένοι.

Ν.Μ. ΦΟΒΟΣ 2

Κεφ.«Άνθρωποι με οθόνες»1. Το επόμενο σπίτι που πήγαν όταν άφησαν τον κήπο οι άνθρωποι με τις οθόνες, ήταν ακόμα καλύτερο από το πρώτο αλλά αυτοί και πάλι ασχολούνταν συνέχεια μόνο με την τεχνολογία. Έτσι η ζωή τους ήταν πολύ βαρετή.

2.  Όταν η οικογένεια έφυγαν από αυτό το σπίτι, πήγαν σε ένα άλλο. Και πάλι όμως ήταν τόσο απασχολημένοι με τις οθόνες τους, που ο καινούριος κήπος τους έγινε κι αυτός ένα μαύρο χάλι.

Ν.Μ. ΟΘΟΝΕΣ3. Τα αδέρφια πήγαν σε μια γειτονιά στην Πάτρα κι όσο έμεναν εκεί, έπαιζαν συνέχεια παιχνίδια στο κινητό. Όταν πήγαν μια εκδρομή στην Εύβοια, πάλι έπαιζαν με ένα τάμπλετ που βρήκαν μέσα στην καφετέρια. Αργότερα γύρισαν στο δωμάτιό τους και έπαιζαν βιντεοπαιχνίδια στον υπολογιστή. Μετά άνοιξαν την τηλεόραση αλλά κοιμήθηκαν από την πολλή οθόνη. Έτσι ονομάστηκαν «Τα αδέρφια της οθόνης».

Συμπεράσματα: Στις ιστορίες των παιδιών οι ηλικιωμένοι ήρωες που φοβούνταν τη φύση, αφού έκαναν αρκετές προσπάθειες να την αποφύγουν, τελικά συμφιλιώθηκαν μαζί της και άρχισαν να την χαίρονται. Οι ήρωες όμως που περνούσαν όλη τη ζωή τους μπροστά στις οθόνες, δεν άλλαξαν συμπεριφορά, η εξάρτησή τους αποδείχτηκε ανίατη.

 

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε

Ευαισθητοποιώντας τα νήπια για τους πρόσφυγες, με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Σ’ ένα  πλανήτη ζούμε» (Εισήγηση σε συνέδριο)

Ηλία Ελένη

(Συνέδριο: Νέος Παιδαγωγός, Αθήνα 2020)

Περίληψη

Το παρόν εκπαιδευτικό πρόγραμμα αποσκοπεί στην ευαισθητοποίηση των νηπίων στο θέμα των προσφύγων, επιδιώκει την καλλιέργεια θετικού κλίματος απέναντί τους, ανεξάρτητα από χώρα προέλευσης, χρονική συγκυρία,  ιστορική εποχή. Για να γίνει αυτό εφικτό, η γη παρουσιάζεται σε σχέση με το σύμπαν, ώστε τα νήπια να την αντιληφθούν ως το κοινό σπίτι όλων των ανθρώπων, να νιώσουν τους κατοίκους της ως συγκατοίκους τους. Προκειμένου να κατανοηθεί αποτελεσματικότερα από τα νήπια η απεραντοσύνη του σύμπαντος, αξιοποιείται  το έργο του Εξυπερύ «Ο Μικρός Πρίγκιπας», όπου η αφήγηση αναφέρεται στη  ζωή του ήρωα στον πλανήτη του και στο ταξίδι του στη Γη, μέσα από μια διαδρομή που περιλαμβάνει έξι ακόμη πλανήτες. Στη συνέχεια, με παιγνιώδεις δραστηριότητες, τα νήπια δημιουργούν αφηγηματικά κείμενα, µε θέμα την αλληλεπίδραση με πρόσφυγες συνανθρώπους τους. Σε αυτές τις αφηγήσεις κυριαρχούν η φιλική διάθεση και οι στάσεις κατανόησης και αλληλεγγύης απέναντι στους πρόσφυγες, σε πλήρη εναρμόνιση με τους στόχους του προγράμματος.

Λέξεις-κλειδιά: Πρόσφυγες, εκπαιδευτικό πρόγραμμα, λογοτεχνία, αφηγήσεις.

Εισαγωγή

Καταρχάς επιχειρείται μια χαλαρή συζήτηση στη σχολική τάξη, με βασικό στόχο  να αναδυθούν οι αντιλήψεις  των νηπίων για τη συνύπαρξη με πρόσφυγες και να επιτευχθεί η ευαισθητοποίησή τους αναφορικά με την παρουσία προσφύγων στην περιοχή όπου διαμένουν τα νήπια. Στη σχετική συζήτηση επισημαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο τους,  αναζητώντας ασφαλέστερες συνθήκες και ευνοϊκότερες προοπτικές διαβίωσης. Στη συνέχεια, προκειμένου να αναπτυχθούν από μέρους των νηπίων φιλικά συναισθήματα και στάσεις  απέναντι στους πρόσφυγες της εποχής μας αλλά και να καλλιεργηθεί θετικό κλίμα για τους πρόσφυγες γενικότερα, ανεξάρτητα από χώρα προέλευσης, χρονική συγκυρία, ιστορική εποχή, επιδιώχθηκε να παρουσιαστεί η Γη ως το κοινό σπίτι όλων των ανθρώπων. Η άποψη στην οποία η συζήτηση κατέληξε, είναι ότι εφόσον καλούμαστε να συγκατοικήσουμε στον ίδιο πλανήτη, προτιμότερη είναι η επιλογή της αρμονικής συμβίωσης και της αλληλοβοήθειας.

Για να αποδοθεί η έννοια της συγκατοίκησης, η γη παρουσιάστηκε σε σχέση με το σύμπαν. Για τη συγκεκριμένη παιδαγωγική παρέμβαση, επιλέχθηκε ο εύγλωττος τίτλος «Σ’ ένα πλανήτη ζούμε». Ο τίτλος αυτός αντλήθηκε από γνωστό τραγούδι, που κυκλοφόρησε το 1990. Στους στίχους του τραγουδιού «Δεν μπορεί, δεν μπορεί,/κάπου θα συναντηθούμε./  Δεν μπορεί, δεν μπορεί,/ στο ίδιο σπίτι ζούμε», κυριαρχεί το χιούμορ από το γεγονός ότι δυσκολεύονται να συναντηθούν μεταξύ τους δύο άνθρωποι που κατοικούν στο ίδιο σπίτι. Από την παράφρασή τους «Κάπου θα συναντηθούμε, σ’ ένα πλανήτη ζούμε», προκύπτει η αισιοδοξία που προκαλεί η αυξημένη πιθανότητα να συνυπάρξουν άνθρωποι από διαφορετικά σημεία του πλανήτη. Η επιλογή του τίτλου συμβάλλει να νιώσουν όλοι κοντά με όλους.

Στοιχεία εφαρμογής

Το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, όπου συμμετείχαν δεκατρία νήπια και τρία προνήπια, πραγματοποιήθηκε  σε δημόσιο νηπιαγωγείο της  Αττικής, κατά το 2017. Ολοκληρώθηκε μέσα σε τρεις μήνες.

Στόχοι

Ως βασικότερος στόχος τίθεται η εξοικείωση των νηπίων με το προσφυγικό φαινόμενο και η ευαισθητοποίησή τους στον αγώνα των προσφύγων για καλύτερη ζωή.

Η παρούσα παιδαγωγική παρέμβαση στοχεύει επίσης στην κοινωνικοποίηση των νηπίων τόσο μέσα από την ενεργό συμμετοχή τους στο πρόγραμμα όσο και μέσα από την επικοινωνία της σχολικής τάξης με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον της, ειδικότερα την ενασχόληση και τον προβληματισμό των νηπίων σε σχέση με το σύγχρονο αλλά και διαχρονικό φαινόμενο της προσφυγιάς.

Επιπλέον στόχους συνιστούν η καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης των νηπίων, η λεκτική ανάπτυξη  και  ειδικότερα η καλλιέργεια  της  αφηγηματικής  ικανότητάς τους, η κατανόηση από μέρους τους της σύνδεσης ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο, της ιδιότητας του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό και τέλος η εξοικείωσή τους με το λογοτεχνικό φαινόμενο.

Η αξιοποίηση της λογοτεχνίας

Η φύση της λογοτεχνίας συνδέεται αναπόσπαστα με την ανθρώπινη δημιουργικότητα (Κωτόπουλος, 2012).  Οι σύνθετες αντιληπτικές διεργασίες που επιτελούνται κατά την επαφή του αναγνώστη με το λογοτεχνικό κείμενο,  προσφέρουν την  αισθητική απόλαυση,  τη συγκινησιακή φόρτιση, την εντύπωση της προσωπικής εμπλοκής στον αφηγηματικό κόσμο, τη βίωση των καταστάσεων και των συναισθημάτων που αποδίδονται στο κείμενο (Iser, 1990), μέσα από την αναγνωστική ταύτιση με τους ήρωες (Booth, 1987).

Καθώς τα λογοτεχνικά έργα επιτυγχάνουν να μεταδίδουν τη γνώση, προκαλώντας εμπειρίες, η λογοτεχνία συνιστά ένα αναντικατάστατο παιδαγωγικό μέσο, γνωστό από την αρχαιότητα ακόμη, όπου η τραγωδία αποσκοπούσε αποκλειστικά στην αγωγή των πολιτών (Tompkins, 1988). Η συστηματική αξιοποίηση της λογοτεχνίας θα εξασφαλίσει αντίστοιχα την αποτελεσματικότητα της αγωγής στο σύγχρονο σχολείο.

Ειδικότερα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης παιδαγωγικής παρέμβασης, αξιοποιείται το λογοτεχνικό έργο «Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, όπου αποδίδονται οι περιπέτειες του ομώνυμου βασικού λογοτεχνικού ήρωα τόσο στο δικό του πλανήτη όσο και στους υπόλοιπους έξι πλανήτες που επισκέφτηκε, πριν φτάσει στη Γη, για να γνωρίσει φίλους. Στο έργο ο πλανήτης Γη παρουσιάζεται και προσδιορίζεται σε σχέση με το απέραντο σύμπαν, αντιπαραβάλλεται με διάφορους άλλους πλανήτες. Έτσι τα νήπια αντιλαμβάνονται ολόκληρη τη γη ως τον κοινό τόπο, το κοινό σπίτι  όλων των ανθρώπων, αντιλαμβάνονται το σύνολο των κατοίκων της ως συγκάτοικους.

Μεθοδολογία της παιδαγωγικής παρέμβασης

Καθώς το κυρίαρχο στοιχείο της παιδικής φύσης είναι η ανάγκη και η διάθεση για παιχνίδι (Χουιζίνγκα, 1989), το λογοτεχνικό κείμενο που αξιοποιείται, συνδυάζεται με παιγνιώδεις δραστηριότητες (Ποσλανιέκ, 1992), ώστε το σύνολο των νηπίων να συμμετέχουν με ενθουσιασμό.

Το πρόγραμμα επικεντρώνεται στη δημιουργία από τα νήπια δικών τους πρωτότυπων ατομικών ή ομαδικών αφηγηματικών κειμένων ((Huck, Hepler and Hickman, 1979), με θέμα την αλληλεπίδρασή τους με πρόσφυγες. Τα παιδικά κείμενα προκύπτουν από ερωτήσεις που απευθύνει ο/η εκπαιδευτικός, ως  πολύ προσεκτικός ακροατής (Pascucci και Rossi, 2002). Όποτε ανακύπτουν αντιφάσεις ή ανακρίβειες στις παιδικές αποκρίσεις, ο εκπαιδευτικός διατυπώνει διευκρινιστικές ερωτήσεις που αναφέρονται στα αφηγηματικά πρόσωπα, στις μεταξύ τους σχέσεις, στα συναισθήματά τους, στον τόπο και το χρόνο της δράσης. Πρόκειται για τη διαδικασία της φθίνουσας καθοδήγησης, που συναντάται στα κειμενοκεντρικά διδακτικά  μοντέλα (Ματσαγγούρας, 2001).  Τα παιδικά αφηγηματικά κείμενα καταγράφονται με παραδοσιακές μεθόδους, όπως η γραφή σε χαρτί, ή με σύγχρονες, όπως η γραφή σε υπολογιστή, η μαγνητοφώνηση και η  βιντεοσκόπηση, ώστε να αξιοποιηθούν με ποικίλους τρόπους. Η αξιοποίηση μπορεί να έχει τη μορφή δημοσίευσης ή σχολικής θεατρικής παράστασης, η οποία κατά κανόνα συμβάλλει στο άνοιγμα του σχολείου στην ευρύτερη κοινωνία (Γραμματάς, 2014). Παράλληλα, η προοπτική της αξιοποίησης ενισχύει το κίνητρο των νηπίων να συμμετέχουν στην παραγωγή των κειμένων (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006).

 

 

Παρουσίαση των δραστηριοτήτων

Σε όλη  τη διάρκεια του προγράμματος μια υδρόγειος σφαίρα βρίσκεται τοποθετημένη στο κέντρο του κύκλου όπου κάθονται τα μέλη της σχολικής τάξης, προκειμένου μέσα από την κίνησή της από τα νήπια, να αποδοθεί η μετακίνηση των προσφύγων από τον ένα τόπο στον άλλο. Ο κάθε μαθητής όταν παίρνει διαδοχικά το λόγο για να αφηγηθεί τη δική του πρωτότυπη ιστορία, γυρίζει την υδρόγειο προς όποια κατεύθυνση επιθυμεί. Η συγκεκριμένη ενέργεια αποδίδει την πορεία των προσφύγων από οποιοδήποτε σημείο της γης προς κάποιο άλλο. Αυτή η κίνηση προσδίδει τον παιγνιώδη χαρακτήρα στην εν λόγω εκπαιδευτική δραστηριότητα και έτσι  ενισχύει  τη διάθεση των νηπίων να συμμετέχουν καθολικά στη δημιουργία αφηγηματικών ιστοριών.

Οι αφηγήσεις των νηπίων πραγματοποιούνται διαδοχικά, με σειρά που καθορίζει ο παράγοντας τύχη και καταγράφονται με ακρίβεια από τον εκπαιδευτικό. Μετά την ολοκλήρωση κάθε κειμένου, αυτό διαβάζεται αμέσως στα νήπια, ώστε να έχουν τη δυνατότητα και την ευκαιρία να επαληθεύσουν την ακρίβεια της καταγραφής των δικών τους ιστοριών, καθώς και εκείνων των συμμαθητών τους, οπότε μυούνται στη δημιουργική γραφή και συνειδητοποιούν την ιδιότητα του γραπτού λόγου να αποτυπώνει τη σκέψη.

Τα νήπια επαναλαμβάνουν σε μερικές περιπτώσεις και μεταξύ τους αυθόρμητα, ως ελεύθερη δραστηριότητα, τη διαδικασία των ερωταποκρίσεων. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα μετατρέπεται σε αυτήν την περίπτωση σε μιμητικό παιχνίδι, όπου το ένα νήπιο υποδύεται τον εκπαιδευτικό και τα άλλα τους μαθητές και φυσικά οι ρόλοι εναλλάσσονται.

Αποτελέσματα

Παρατίθενται ενδεικτικά δύο από τα ομαδικά και τέσσερα από τα ατομικά κείμενα των νηπίων.

Ομαδικά κείμενα

1.Ένα κοριτσάκι ήρθε να μείνει σε ένα κάστρο κοντά στο σχολείο μας. Αυτό το κάστρο το έφτιαξαν οι χτίστες, για να το χαρίσει κάποιος άνθρωπος στη γυναίκα του, που είχε τα γενέθλιά της, επειδή το κάστρο που έμεναν πριν, ήταν παλιό. Επειδή ο κήπος που είχε το κοριτσάκι στο δικό του σπίτι μαράθηκε, αυτός ο άνθρωπος και η γυναίκα του το λυπήθηκαν που έκλαιγε και του είπαν αν ήθελε να μείνει μαζί τους. Το καινούριο κάστρο έχει ένα κήπο με παπαρούνες, μία μηλιά, πασχαλίτσες και σαλιγκάρια, που αρέσουν πολύ στο κοριτσάκι. Αλλά και μέσα στο κάστρο έχουν βάζα, με τα πιο όμορφα ροζ τριαντάφυλλα, με σταγόνες της βροχής. Η γυναίκα αγοράζει καινούρια τριαντάφυλλα κάθε Τετάρτη, που έχει λαϊκή.  Στο κάστρο έφερε κάποιος πιλότος ένα αγοράκι από άλλη χώρα. Αυτό το αγοράκι έχει χάσει την οικογένειά του από βόμβα κι έχει απομείνει μόνο του. Ο πιλότος για να μη ζει το παιδάκι μόνο του, το έφερε να ζήσει στο καινούριο κάστρο. Τώρα τα δύο παιδιά παίζουν μαζί στον κήπο του κάστρου με μπάλες και άλλα όργανα γυμναστικής κι όταν μεγαλώσουν λίγο ακόμα, θα έρχονται κι αυτά στο σχολείο μας.

2.Ένα αγόρι που είναι προσφυγάκι, γνωρίστηκε με ένα κορίτσι από την τάξη μας σε νοσοκομείο για παιδιά. Το αγόρι έκανε ακροβατικά στο δρόμο κι έπεσε και έσπασε το πόδι του. Στο νοσοκομείο του έδεσαν το πόδι και το έβαλαν σε καροτσάκι. Τότε το κοριτσάκι σκέφτηκε να το βοηθήσει. Έσπρωχνε το καροτσάκι του μέχρι το σπίτι της, για να μείνει κοντά της ώσπου να γίνει καλά. Ύστερα αγόρασε σπόρους. Τους φύτεψε στο χώμα και μαζί με το αγόρι τους πότιζαν. Έτσι φύτρωσαν σιγά-σιγά και φτιάχτηκε ένας κήπος. Το αγόρι είπε: «Είναι τέλειος αυτός ο κήπος». Θα μείνουν μαζί εδώ για καιρό. Όταν όμως ο ήλιος θα σταματήσει να καίει τόσο, το αγόρι θα επιστρέψει στον τόπο του, για να ξαναβρεί τα πράγματά του, που τα έχει αφήσει εκεί.

Ατομικά κείμενα

1.Βρήκα στην παραλία το τηλεσκόπιο ενός πειρατή. Ο πειρατής το είχε αφήσει κάτω, για να κάνει έναν πύργο στην άμμο. Όταν έφυγε από την παραλία, ξέχασε να πάρει μαζί του το τηλεσκόπιο.  Με αυτό το τηλεσκόπιο κοιτάζω το φεγγάρι. Παίζω μαζί του αγαλματάκια ακίνητα, μέρα-νύχτα.  Τότε βλέπω να έρχεται κοντά μου ένα αγοράκι. Είναι μόνο του και μιλάει μια ξένη γλώσσα. Αρχίζω να τραγουδάω και να χορεύω μάμπο και μαζί μου χορεύει και το αγοράκι. Χορεύουμε πολλά τραγούδια όλη τη νύχτα. Το πρωί ξαπλώνουμε πάνω στην άμμο. Κοιμόμαστε ολόκληρη τη μέρα, γιατί είμαστε πολύ κουρασμένοι. Το βράδυ ξαναρχίζουμε να χορεύουμε. Μένουμε εκεί τέσσερεις μέρες. Τρώμε τα φρούτα που έχω μαζί μου. Όταν τα τρώμε όλα, πηγαίνουμε στη λαϊκή. Αγοράζουμε από εκεί φρούτα και παιχνίδια, για να ξαναγυρίσουμε στην παραλία και να συνεχίσουμε να χορεύουμε. Περνώντας από το σπίτι που μένω, φωνάζω τους γονείς μου και τους λέω: «Μαμά, μπαμπά, ελάτε να σας δείξω ένα καινούργιο φίλο μου». Εκείνοι λένε «ουάου» και με το αγοράκι φεύγουμε ξανά για την παραλία.

2.Συναντήθηκα με δύο προσφυγάκια, εκεί που πουλάνε παπούτσια. Εγώ είχα πάει σ’ αυτό το μαγαζί με τη μαμά και τον αδερφό μου.   Ο αδερφός μου είχε διαλέξει παπούτσια και περιμέναμε στο ταμείο. Τότε ήρθαν τα δύο παιδιά, για να αγοράσει παπούτσια το κοριτσάκι.   Το αγόρι μού λέει: «Είσαι πάρα πολύ όμορφη. Θέλεις να γίνουμε φίλοι;» Είπα «ναι» και το κοριτσάκι μού ζήτησε να γίνουμε και μαζί φίλες. Απέξω από το μαγαζί περίμενε ο θείος μου με το αυτοκίνητο. Έφυγαν μαζί του η μαμά μου κι ο αδερφός μου κι εγώ έμεινα, για να φύγω με τους καινούριους φίλους μου. Το κοριτσάκι διάλεξε τα ροζ παπούτσια με τις πεταλούδες. Μετά πήγαμε με τα πόδια στο σπίτι μου. Παίξαμε με τα παιχνίδια μου και ήπιαμε χυμό πορτοκάλι και φράουλα, που είχε ετοιμάσει η μητέρα μου. Κοιμηθήκαμε μαζί και την άλλη μέρα τα παιδιά έφυγαν για το ξενοδοχείο τους. Με κάλεσαν και μένα να τους κάνω επίσκεψη. Πήγα εκεί με το λεωφορείο. Παίξαμε με τα παιχνίδια τους και κάναμε βόλτες στον κήπο. Κάθε Πέμπτη ή Παρασκευή που δεν έχω μπαλέτο, θα πηγαίνω στο ξενοδοχείο να παίζω μαζί τους.

3.Συναντήθηκα στο λιβάδι με τα δύο προσφυγόπουλα, όταν πήγα να μαζέψω λουλούδια. Μαζεύω λουλούδια, για να στολίζω τα βάζα στο εστιατόριο της μαμάς μου. Το εστιατόριο έχει το όνομα «Αγάπη» και είναι δίπλα σ’ αυτό το  λιβάδι. Τα δύο παιδιά έρχονται στο εστιατόριο, για να τρώνε το αγαπημένο τους φαγητό, πατάτες τηγανητές με κρέας.  Όταν βρεθήκαμε στο λιβάδι, μου είπαν «κάναμε μια βολτίτσα εδώ, για να πάρουμε αέρα». Το αγοράκι είχε αγχωθεί τι ώρα είναι. Ήθελαν να πάρουν το αεροπλάνο. Θα πάνε στο Παρίσι, για να δουν τον πύργο του Άιφελ.

4.Δύο προσφυγάκια  έρχονται  σπίτι  μου  κάθε  μέρα,  για  να παίζουμε.  Εδώ  δεν ξέρουν κανέναν άλλο, ξέρουν  μόνο  εμένα. Πρώτα  εγώ με  το  κοριτσάκι  παίζουμε  με  τις  κούκλες  μου.  Η  αγαπημένη  του  κούκλα  είναι  η  Σούπερ  Ντίβα  και  η  δική  του  αγαπημένη  κούκλα  είναι  η  Μπάρμπι. Το αγόρι ζωγραφίζει μέχρι  να  τελειώσουμε.  Ύστερα  παίζουμε  όλοι  μαζί  κρυφτό  στην  αυλή  μου.  Όταν  νυχτώνει,  τα  δύο  παιδιά  πηγαίνουν να  κοιμηθούν. Εγώ  δεν  έχω  πάει  ποτέ εκεί που μένουν,  γιατί  τους  αρέσει  να  παίζουμε  στο  δικό  μου  σπίτι.

Συμπεράσματα

Τα νήπια ευαισθητοποιήθηκαν σχετικά με τους πρόσφυγες. Στο πλαίσιο του προγράμματος προβληματίστηκαν σχετικά και παρουσίασαν στις αφηγήσεις τους την καινούρια ζωή προσφύγων. Επέλεξαν οι πρόσφυγες στις ιστορίες τους να βρίσκονται αποκλειστικά σε παιδική ηλικία. Αναφέρθηκαν στις αναμνήσεις αλλά και στα συναισθήματα των παιδιών-προσφύγων. Επίσης, οι μικροί μαθητές αναφέρθηκαν και στη δική τους οπτική απέναντι στους πρόσφυγες και στη νέα πραγματικότητα της μεταξύ τους συμβίωσης. Στα αφηγηματικά κείμενα των νηπίων κυριάρχησε η πλήρης ισοτιμία των προσφύγων με τους υπόλοιπους ανθρώπους, η συνύπαρξη, η αρμονική και αλληλέγγυα στάση όλων προς τους πρόσφυγες.

Το λογοτεχνικό κείμενο πρόσφερε ένα κατάλληλο ερέθισμα στην παιδική φαντασία, αφού, έχοντας αφομοιωθεί θαυμάσια, λειτούργησε για τα νήπια ως εμπειρία, ως βίωμα για την αντίληψή τους για τη γη σε σχέση με το σύμπαν. Η φαντασία των νηπίων αποδείχτηκε ανεξάντλητη. Κάθε αφήγησή τους ήταν διαφορετική, πρωτότυπη, ανεπανάληπτη. Όποτε γινόταν αναφορά από κάποιο νήπιο σε στοιχεία αφήγησης συμμαθητών του που είχε προηγηθεί, γινόταν ταυτόχρονα θαυμάσια αξιοποίηση αυτών των στοιχείων. Όπως αποδεικνύεται από την ευστοχία των αφηγήσεων, από την ποικιλία τους και από τη δημιουργική αξιοποίηση των προηγηθεισών  αφηγήσεων των συμμαθητών, η ικανότητα της ακρόασης και της επικοινωνίας αναπτύχθηκε για το σύνολο των νηπίων στο έπακρο.

Ο ενθουσιασμός του συνόλου των νηπίων για τη συμμετοχή τους στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, διατηρήθηκε αμείωτος σε ολόκληρη τη διάρκειά του. Μέσα από τη διεξαγωγή του προγράμματος, η σχέση  μεταξύ όλων ανεξαιρέτως των μαθητών εξελίχθηκε ποιοτικά, οπότε και αποκλείστηκαν περιπτώσεις περιθωριοποίησης. Παρατηρώντας το ελεύθερο παιχνίδι των νηπίων, διαπιστώθηκε ότι έχουν αφομοιώσει τις ερωτήσεις που συνηθίζει να απευθύνει ο εκπαιδευτικός, οπότε βελτιώνεται θεαματικά η δομή της σκέψης τους.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα μπορεί να πραγματοποιηθεί σε όλες τις τάξεις του Δημοτικού αλλά και του Γυμνασίου. Στην περίπτωση μεγαλύτερων μαθητών, που έχουν αποκτήσει σχετική ευχέρεια στη γραπτή έκφραση, οι ίδιοι γράφουν πρώτα τα κείμενά τους  με θέμα την αλληλεπίδραση με πρόσφυγες και στη συνέχεια αυτά παρουσιάζονται στη σχολική τάξη με ανάγνωσή τους από τους ίδιους τους μαθητές που τα παρήγαγαν ή από συμμαθητές τους.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Booth, W.C. (1987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

Γραμματάς, Θ. (2014). Το θέατρο στην εκπαίδευση. Καλλιτεχνική έκφραση και παιδαγωγία. Αθήνα: Διάδραση.

Ηλία, Ε.  και Ματσαγγούρας Η. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ.), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 307-317.

Huck, C., Hepler, S. and Hickman, J.  (1979). Children’s Literature in the Elementary School. Austin: Holt, Rinehart and Winston.

Iser, W.  (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Κωτόπουλος, Τ. (2012). Η «νομιμοποίηση» της δημιουργικής γραφής, ΚΕΙΜΕΝΑ, 15, http://keimena.ece.uth.gr

Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2001). Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.

Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). ΄Oχι μόνο γραφέας, Γέφυρες,  6, 16-23.

Ποσλανιέκ, Κ. (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα (Στ. Αθήνη, μτφρ.) Αθήνα: Καστανιώτης.

Tompkins, J. P. (1988). The reader in history: The changing shape of literary-response στο J. P. Tompkins ( Επιμ.), Reader-response criticism. From Formalism to Post-Structuralism, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press, 201-232.

Χουιζίνγκα, Γ. (1989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος, μτφρ.) Αθήνα: Γνώση.

 

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε

ΜΑΘΗΤΕΣ  ΚΑΙ  ΔΑΣΚΑΛΟΙ  ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ  ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΣΤΗ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ   ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ (Δημοσιευμένο άρθρο)

ΜΑΘΗΤΕΣ  ΚΑΙ  ΔΑΣΚΑΛΟΙ  ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ  ΑΝΑΓΝΩΣΗ                                              ΣΤΗ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ   ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ

 ΕΛΕΝΗ   Α.  ΗΛΙΑ

(Περιοδικό Διαδρομές, τχ. 85, Άνοιξη 2007, σσ. 20-26).                                                                                                  

            Ο ρόλος του αναγνώστη στα λογοτεχνικά κείμενα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα δημιουργικός, αφού εκτός από τα αφηγηματικά στοιχεία τα οποία αναφέρονται άμεσα, υπάρχουν και αρκετά, συνήθως εξαιρετικά σημαντικά, που υποδηλώνονται, και εναπόκειται σε κείνον να τα εννοήσει[1]. Το γεγονός ότι η φύση της λογοτεχνίας προϋποθέτει την καθοριστική συμβολή του προσωπικού στοιχείου, εξαρτάται δηλαδή  από την  αναγνωστική επάρκεια και συνδέεται με τις ατομικές εμπειρίες των διαφόρων αναγνωστών[2], οφείλουμε να το αναδεικνύουμε και να το αξιοποιούμε κατά τη λογοτεχνική διδασκαλία[3]. Συγκεκριμένα, δίνοντας στους μαθητές την ευκαιρία να εκφράζουν την ανταπόκρισή τους, να διαμορφώνουν την υπόθεση του έργου σύμφωνα  με τις επιθυμίες τους, να προσαρμόζουν τα χαρακτηριστικά και τη δράση των ηρώων στα δικά τους μέτρα, δεδομένα και προσδοκίες, μεγιστοποιούμε τη θετική παιδαγωγική επίδραση του λογοτεχνικού φαινομένου[4]. Η αυτογνωσία, η αισθητική καλλιέργεια, η ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης και η δια βίου φιλαναγνωστική στάση είναι μερικά μόνο από τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα  αυτής της διδακτικής επιλογής.

            Εδώ, προκειμένου να καταδειχθούν τα παραπάνω, θα αναφερθούμε στη διδασκαλία σε νήπια του έργου  του Εξυπερύ «Ο Μικρός Πρίγκιπας», η οποία ολοκληρώθηκε  στη διάρκεια μιας σχολικής χρονιάς. Μετά την ανάγνωση  ανά κεφάλαιο από το δάσκαλο, χρησιμοποιούσαμε κάποια διαφορετική εμψυχωτική δραστηριότητα,  προκειμένου οι μαθητές να εκφράσουν την ανταπόκρισή τους, υποδυόμενοι συνήθως ένα συγκεκριμένο αφηγηματικό ρόλο. Η δραματοποίηση συνίσταται στη μεταμφίεσή τους  σε κάποιο από τα λογοτεχνικά πρόσωπα, με την επιλογή είτε του χαρακτηριστικού για το πρόσωπο αυτό αντικειμένου είτε της θέσης που αντιστοιχεί σε αυτό, στον κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο.

            Στο σημείο αυτό θα ήταν σκόπιμο αφενός να υπενθυμίσουμε επιγραμματικά την  υπόθεση του πολυδιαβασμένου και εξαιρετικά αγαπητού αυτού έργου και αφετέρου να επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε την αιτία της διαχρονικότητάς του. Σύμφωνα λοιπόν με την αφηγηματική υπόθεση, ένας πιλότος  αναγκάζεται να προσγειωθεί στην αφρικανική έρημο, όπου προσπαθεί μόνος να επιδιορθώσει  βλάβη στο πολεμικό αεροπλάνο του. Εκεί τον πλησιάζει ένα μικροσκοπικό ανθρωπόμορφο πλάσμα, που του ζητά να  ζωγραφίσει κάτι. Ο πιλότος, ολοκληρώνοντας τα σκίτσα του, διαπιστώνει κατάπληκτος ότι το εν λόγω πλάσμα τα κατανοεί πλήρως, σε αντίθεση με όλους τους άλλους ανθρώπους. Σταδιακά ανακαλύπτει ότι το ανθρωπάκι, που ο ίδιος το ονομάζει Μικρό Πρίγκιπα, έρχεται από άλλον πλανήτη ύστερα από μακρινό ταξίδι. Εκτός από τις ταξιδιωτικές εμπειρίες του, ο παράξενος φίλος του  πληροφορεί τον πιλότο για τη ζωή στο μικρό του πλανήτη και κυρίως για τη σχέση του με ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, για χάρη του οποίου θα επιστρέψει στον τόπο του με πολύ οδυνηρό τρόπο.

Πρόκειται για έργο που λειτουργεί για κάθε αναγνώστη του όπως η έρημος για τον πιλότο, το βασικό ήρωα και  αφηγητή του. Ο πιλότος, δηλαδή,   παραμένοντας μόνος στη Σαχάρα,  ανακαλύπτει τον πραγματικό εαυτό του, την ξεχασμένη παιδικότητά του, της οποίας απεικόνιση συνιστά  ο Μικρός  Πρίγκιπας. Τα χαρακτηριστικά του Μικρού Πρίγκιπα, η φαντασία, η ευαισθησία, η αισιοδοξία και η διάθεση για απόλαυση, αντιπαρατίθενται σε αυτά των ενηλίκων προσώπων του έργου, του βασιλιά, του ματαιόδοξου, του επιχειρηματία και των υπόλοιπων ηρώων, κατοίκων των διαφόρων πλανητών που ο μικρός  συναντά στο ταξίδι του στο σύμπαν. Οι ήρωες αυτοί ενσαρκώνουν το πάθος για δύναμη, δόξα, χρήμα, εξουσία ή την παραίτηση από τον αγώνα της ζωής και την αδυναμία προσαρμογής στις εξελίξεις. Με τον παραλογισμό, την αντιφατικότητα, την αφέλεια που εμφανίζουν, αγγίζουν τη γελοιότητα. Κατά την ανάγνωση του έργου, υποβάλλονται στον αναγνώστη τα αδιέξοδα, η τραγικότητα, η μοναξιά που επικρατούν στον «πολιτισμένο» κόσμου[5],  με συνέπεια, ανεξάρτητα από τη φυσική ηλικία του, να  ανακτά  συνειδητά την παιδικότητά του.

Περνώντας τώρα στην αναδιήγηση των αφηγηματικών επεισοδίων από τα νήπια[6], θα σταθούμε ενδεικτικά αρχικά στο έβδομο κεφάλαιο, όπου ο Μικρός Πρίγκιπας  επιθυμεί να κουβεντιάσει με τον πιλότο για το τριαντάφυλλό του. Όμως ο άντρας,  αγχωμένος που το πόσιμο νερό λιγοστεύει δραματικά ενώ η βλάβη στο αεροπλάνο του δεν αποκαθίσταται παρά τις προσπάθειές του, απαντά απότομα στο αγόρι, το οποίο πληγώνεται και ξεσπά σε κλάματα. Τότε ο πιλότος μετανιωμένος, εγκαταλείπει τη δουλειά του, για να το παρηγορήσει. Προκειμένου οι μαθητές να εκφράσουν την αναγνωστική εμπειρία τους από το συγκεκριμένο κεφάλαιο, παίρνοντας αφορμή από τη φράση του  «Είναι τόσο μυστήρια η χώρα των δακρύων!», τους προτείνουμε να  εξερευνήσουν τη χώρα αυτή. Αφού την διαμορφώσουμε σκορπώντας σε κάποιο σημείο της σχολικής αίθουσας κομμάτια από λευκό και γκρι χαρτόνι σε σχήμα σταγόνων κι ανάμεσά τους αφήνουμε ένα κασκόλ, που δηλώνει την παρουσία του Μικρού Πρίγκιπα εκεί, τα νήπια μπαίνουν διαδοχικά στο συγκεκριμένο χώρο κι όταν ολοκληρώνουν την εξερεύνησή τους, αναφέρονται στις εντυπώσεις τους. Η Ελένη Κώνστα αφηγείται: «Είδα τα δάκρυα του Μικρού Πρίγκιπα και του Αϊ-Βασίλη. Ο Μικρός Πρίγκιπας έκλαιγε, γιατί δεν έβρισκε την κότα του κι ο Αϊ-Βασίλης γιατί ο Μικρός Πρίγκιπας που μένει μαζί του, έλειπε από το σπίτι. Είχε πάει να ψάξει για την κότα του. Συναντιούνται οι δυο τους στη χώρα των δακρύων κι έτσι σταματάνε τα κλάματα. Την Κυριακή θα πάνε στο παζάρι ν’ αγοράσουν άλλη κότα για το Μικρό Πρίγκιπα κι έναν κόκορα για να ξυπνάει τον ΄Αγιο Βασίλη».

Από την περιπλάνηση του Μικρού Πρίγκιπα στους διάφορους πλανήτες, αναφερόμαστε εδώ στην επίσκεψή του στον πλανήτη του επιχειρηματία, η οποία περιγράφεται στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου. Ο μικρός ήρωας συναντά εκεί έναν άντρα που ακατάπαυστα υπολογίζει το πλήθος των αστεριών, καθώς τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Τα νήπια καλούνται να αναδιηγηθούν το κεφάλαιο, επιλέγοντας μέσα από την ακόλουθη διαδικασία να μεταμορφωθούν σε επιχειρηματία ή σε Μικρό Πρίγκιπα. Σε  στεφάνι του χουλα-χουπ, έχουμε τοποθετήσει μια αριθμομηχανή (παιχνίδι από τον Ο.Σ.Κ.) και το γνωστό κασκόλ. Κάθε παιδί  το οποίο αγγίζει  το μαγικό ραβδί, μπαίνει στο στεφάνι, που χρησιμοποιείται ως πλανήτης, και  επιλέγει  το αντικείμενο που αντιστοιχεί στο πρόσωπο της προτίμησής του. Ας παρακολουθήσουμε τη σχετική αφήγηση του Εμιλγιάνο Ντοντόβετσι: «Είμαι ο Μικρός Πρίγκιπας και μετράω τ’ αστέρια, για να πω στο Θεό πόσα είναι, επειδή εκείνος νομίζω  πως θα βαριέται να τα μετρήσει. Όταν είναι μέρα και δεν φαίνονται τ’ αστέρια, μετράω τον ουρανό, για να πω στους ανθρώπους πόσο μεγάλος είναι. ΄Ολοι θέλουν να ξέρουν, αλλά δεν τον μετράνε μόνοι τους, για να μην τους πιάσει ο Θεός. Εμένα όμως ο Θεός είναι φίλος μου, γιατί του μετράω τ’ αστέρια».

Στο εικοστό έκτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μικρός Πρίγκιπας που είναι αποφασισμένος να επιστρέψει στον πλανήτη του για χάρη του λουλουδιού του, προσπαθεί να παρηγορήσει τον πιλότο για τον αποχωρισμό τους. Ο πιλότος στη συνέχεια παρακολουθεί  το μικρό του φίλο να πεθαίνει από το δάγκωμα  δηλητηριώδους φιδιού. Στο χώρο που έχουμε διαμορφώσει ως έρημο, αφήνουμε το κασκόλ και ζητάμε από τα νήπια, που στο σύνολό τους στην περίπτωση αυτή υποδύονται τον πιλότο, να παρουσιάσουν την προσωπική αφηγηματική εκδοχή τους για το συγκεκριμένο περιστατικό. Η Χριστίνα-Σάμια Ρίμα αναφέρει λοιπόν τα εξής: «Ο Μικρός Πρίγκιπας είναι ξαπλωμένος στην έρημο και κοιμάται, γιατί είναι κουρασμένος. Περπατήσαμε πολύ, επειδή θέλαμε να φύγουμε από κει. Δεν άρεσε καθόλου στο Μικρό Πρίγκιπα, αφού η άμμος του λέρωνε τα ρούχα».

Στο σημείο αυτό, ακριβώς για να τονίσουμε  τον καθοριστικό ρόλο των εκπαιδευτικών στην επιτυχή έκβαση  εμψυχωτικών προγραμμάτων που αφορούν στη λογοτεχνία, θα συνεχίσουμε με   τη συμμετοχή των ίδιων σε αντίστοιχες δραστηριότητες, η οποία πραγματοποιήθηκε με στόχο την εξοικείωσή τους, προκειμένου να τις εφαρμόζουν  στη σχολική τάξη[7]. Το πρόγραμμα που παρακολούθησαν, αρχικά  περιλάμβανε αναφορά στα  μοντέλα  της μίμησης , της τροποποίησης και της ανατροπής[8], τα οποία χρησιμοποιούνται σε σχέση με κάποιο λογοτεχνικό πρότυπο. ΄Επειτα προχωρήσαμε σε αναλυτική περιγραφή της μεθόδευσης που χρησιμοποιήσαμε κατά το διάστημα εφαρμογής των σχετικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων στο Νηπιαγωγείο και παραθέσαμε ενδεικτικά κείμενα νηπίων, ώστε οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί να αξιολογήσουν τα αποτελέσματα τους.  Τέλος, τους προτείναμε  να συμμετέχουν προαιρετικά σε  εργαστήριο δημιουργικής γραφής,  με ερέθισμα  σύντομα λογοτεχνικά έργα, ώστε να βιώσουν προσωπικά την ανάλογη εμπειρία. Τα κείμενα των εκπαιδευτικών, θα παραδίνονταν είτε με ψευδώνυμο είτε κανονικά  υπογεγραμμένα, κατά την προσωπική τους προτίμηση, προκειμένου να αναγνωστούν στο σύνολο των παρισταμένων συναδέλφων τους.

Αναφορικά με τους νηπιαγωγούς, αναζητήσαμε τα χαρακτηριστικά  της δικής τους δημιουργικής αφήγησης που εκτυλίσσεται με επίκεντρο  δεδομένα λογοτεχνικά κείμενα, στο πλαίσιο  εκπαιδευτικής ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στο Αιγάλεω. Το πρώτο στοιχείο που αξίζει να καταγραφεί ήταν το ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό συμμετοχής τους στο εργαστήριο (πλησίασε  στο τεσσεράμισι τοις εκατό), μολονότι είχαν παρακολουθήσει με πολλή προσοχή την εισήγηση που προηγήθηκε. Οφείλουμε βέβαια να διευκρινίσουμε σχετικά με τις συνθήκες στις οποίες το πραγματοποιήσαμε, ότι βρίσκονταν συγκεντρωμένοι διακόσιοι σαράντα νηπιαγωγοί από έξι γραφεία εκπαίδευσης της Αττικής, σε ένα μεγάλο αμφιθέατρο. Η δεύτερη επισήμανσή μας αφορά στην εξαιρετική πρωτοτυπία των κειμένων που παρήγαγαν, το σύνολο των οποίων  κινήθηκε στον άξονα της τροποποίησης. Τέλος, τονίζουμε ότι  το ενδιαφέρον των παρευρισκομένων να ακουστούν όλα τα κείμενα που παραδόθηκαν, παρέμεινε αμείωτο παρά την προχωρημένη ώρα.

Η συμμετοχή των δασκάλων στην αντίστοιχη δραστηριότητα κυμάνθηκε σε ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό, αν και το εργαστήριο ξεκίνησε με μεγάλη καθυστέρηση, σύμφωνα με τον αρχικό προγραμματισμό  της ημερίδας, η οποία  πραγματοποιήθηκε στο Ναύπλιο και απευθυνόταν στις τρεις  περιφέρειες Δημοτικής Εκπαίδευσης του νομού Αργολίδας. Εδώ  από τους περισσότερους συμμετέχοντες χρησιμοποιήθηκαν ψευδώνυμα, ενώ τα υπόλοιπα κείμενα παραδόθηκαν ανώνυμα, σε αντίθεση με τους νηπιαγωγούς που στην πλειοψηφία τους προτίμησαν να τα υπογράψουν με τα πραγματικά τους στοιχεία. Εκδηλώθηκε, δε, επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τους εκπαιδευτικούς κατά την ακρόαση των κειμένων τους. Ως ερέθισμα για τη δημιουργική γραφή  οι δάσκαλοι αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν  κοινό λογοτέχνημα από τα  προτεινόμενα, που στο σύνολό τους περιλαμβάνονταν στα σχολικά Ανθολόγια. Κατέληξαν στο  I  από «Τα Τραγουδάκια του Φωτούλη»,  του  Ρίτσου. Και σε αυτήν την περίπτωση κυριάρχησε το μοντέλο της τροποποίησης.

Παραθέτουμε το συγκεκριμένο ποίημα, για να διαφανούν οι παρεμβάσεις των δασκάλων στο λογοτεχνικό πρότυπο :

Σύννεφο τριαντάφυλλο, σύννεφο αμαξόπουλο.

                               Οι φραγκοσυκιές με κατατρύπησαν.

                               Κάθουμαι και τρώω χρυσά φραγκόσυκα.

                               Το κοτσύφι μ’ είδε και με ζήλεψε.

                               Του ‘δωσα φραγκόσυκα. Τα φτερά του μου ‘δωσε.

                               Τώρα κείνο κάθεται και μασάει στην πέτρα μου.

                               Κι εγώ από δω πάνου, από το σύννεφο

                               Σας πετώ φλουριά κι αμυγδαλόψυχες.

Σε κάποια από τις αφηγήσεις το σύννεφο ρίχνει χρυσά φλουριά στον κότσυφα, ο οποίος παραμένει αδιάφορος και συνεχίζει να τσιμπάει φραγκόσυκα. Σε άλλο κείμενο, ο άνεμος δίνει στο σύννεφο τη μορφή του κότσυφα κι εκείνο αρχίζει να ψάχνει στον ουρανό για φραγκόσυκα ενώ σύμφωνα με τρίτη αφηγηματική εκδοχή, η επικοινωνία του προσώπου του ποιήματος με τον κότσυφα διακόπτεται απότομα από τους έντονους ήχους που προέρχονται από διπλανό εργοτάξιο.

Ακολουθεί το ποίημα XVIII  από τη συλλογή «Τραγούδια τ’ Ουρανού και του Νερού», επίσης του Γιάννη Ρίτσου, στο οποίο αναφέρονται τα κείμενα  των νηπιαγωγών :

Μες στο δάσος, μες στη νύχτα

                                Μια τρυπίτσα είναι τ’ αστέρι,

                                Τρέχει από κει μέσα, τρέχει,

                                Τρέχει ρυάκι το φλουρί,

                                Ρυάκι το μαργαριτάρι,

                                Γέμισα τις τσέπες μου,

                                Γέμισα τα χέρια μου-

                                Δεν μπορώ να περπατήσω.

                               Πάρτε τα μου ή πάρτε με.

                               Με τα χέρια λεύτερα,

                               Τον Απρίλη να μπατσίσω.

Η κυρία Δέσποινα Παπαδοπούλου αφηγείται ότι ένα αστέρι που το φωνάζουν Τρυπίτσα, γιατί του αρέσει να τρυπώνει παντού, κυρίως όμως στο δάσος, θέλησε να κάνει ένα αστείο. Ο ήχος του ρυακιού του έδωσε την ιδέα : Είπε λοιπόν στον Απρίλη να βρει τρόπο να ειδοποιήσει  τους ανθρώπους πως το ρυάκι του δάσους έχει γεμίσει φλουριά και όλοι τους μπορούν να πάνε για να μαζέψουν. Ο Απρίλης ζήτησε αμέσως τη βοήθεια του ανέμου για να διαδώσει τη χαρμόσυνη είδηση και έτσι οι άνθρωποι κατέφτασαν τραγουδώντας. Όταν όμως βούτηξαν μέσα, δεν βρήκαν κανένα φλουρί και σκέφτηκαν ότι κάποιοι άλλοι θα τους είχαν προλάβει. Τότε ακούστηκε σ’ όλο το δάσος ένα παράξενο χαχανητό. ΄Ηταν το αστέρι με το όνομα Τρυπίτσα, που τους θύμισε πως ήταν πρωταπριλιά. Κανείς όμως δεν θύμωσε μαζί του. Αντίθετα, είπαν ευχαριστώ, γιατί ανακάλυψαν ότι ο μεγαλύτερος πλούτος είναι πως βρέθηκαν εκεί, όπου γεύτηκαν τα χρώματα και τις μυρωδιές της ΄Ανοιξης, που τα είχαν ξεχάσει. ΄Εστησαν τρελό χορό μαζί με τα ζώα του δάσους, που κράτησε μέχρι το ξημέρωμα.

Αποδεικνύεται συνεπώς ότι  οι εκπαιδευτικοί αν και δεν προθυμοποιούνται   στον ίδιο βαθμό με τους μαθητές να συμμετέχουν σε δραστηριότητες δημιουργικής γραφής, εφόσον   ξεπεράσουν τις  αναστολές τους, απολαμβάνουν ιδιαίτερα τη διαδικασία και παράγουν εξαιρετικά ευφάνταστα κείμενα. Συγκεκριμένα, στην αναδιήγηση που επιχειρούν, επιλέγουν σταθερά  τα μοντέλα της  τροποποίησης ή  της ανατροπής, τουλάχιστον στο βαθμό που το πράττουν και τα παιδιά μικρότερης ηλικίας[9].  Η στάση τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών ως προς τη δημιουργική αναδιήγηση με την οποία ολοκληρώνεται η λογοτεχνική διδασκαλία, κυρίως όμως τα αποτελέσματα της συμμετοχής τους στα προγράμματα με σχετικό προσανατολισμό, αφενός αναδεικνύουν κατά τον καλύτερο τρόπο την αξία των λογοτεχνικών έργων και αφετέρου  επιτρέπουν να αισιοδοξούμε βάσιμα  για το μέλλον της ελληνικής εκπαίδευσης. 

Σημειώσεις                      

 

[1] W. Iser, The Act of Reading. A theory of Aesthetic Response, The Johns Hopkins University Press, Baltimore and London,1991, σ.169 και W. Iser, The Implied Reader, The Johns Hopkins University Press, 1990, σσ. 31,44-45.

[2] Δημήτρη Τζιόβα, Μετά την αισθητική, εκδ.Γνώση, Αθήνα, 1987,  σσ. 239,246.

[3] Ενδεικτικά επισημαίνουμε την πρόταση των C. Huck, S. Hepler  και J. Hickman για επέκταση της λογοτεχνίας μέσα από τη δημιουργική γραφή των αναγνωστών-μαθητών , (Children’ s Literature in the Elementary School, Holt Rinehart And Winston, inc. 1979,  σσ. 679-713), καθώς και τη συνήθη τακτική των δασκάλων στη Γαλλία, να προτρέπουν τους μαθητές τους κατά τη διδασκαλία της Λογοτεχνίας, να παράγουν και οι ίδιοι απλά λογοτεχνικά κείμενα (Κ. Μπαρντώ, «Το μάθημα της Λογοτεχνίας», Το Δέντρο, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1990, τ.56-57,σ.27).

[4] Ο δρ. Northop Frye σε συνέντευξή του στο Language Arts, τ. 57, 1980,  σσ. 199-206, τονίζει την εξαιρετική σημασία της δυνατότητας των μαθητών να αναφέρονται στα λογοτεχνικά  έργα που διδάχθηκαν, στο πλαίσιο της σχολικής τάξης.

[5] Βλ. σχετικά το πολύ ενδιαφέρον άρθρο της Κούλας Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου με τίτλο «Ο Μικρός Πρίγκιπας ξαναγυρίζει κοντά μας, αναζητεί ανθρώπους», στο περιοδικό Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας, τ.8ος: Το Παιδικό-Νεανικό Μυθιστόρημα (Β΄),εκδ. Βιβλιογονία, Αθήνα 1993, σσ. 81-85.

[6] Οι αφηγήσεις προέρχονται από τους μαθητές του 4ου Νηπιαγωγείου Ασπροπύργου της σχ. χρονιάς 2005-2006 και περιλαμβάνονται σε αυτοτελή έκδοση με τίτλο Παιχνίδια με το Μικρό Πρίγκιπα του Εξυπερύ, του Πνευματικού Κέντρου του αντίστοιχου Δήμου.

[7] Για το ρόλο του δασκάλου στην έκφραση της αναγνωστικής ανταπόκρισης και γενικότερα στη λογοτεχνική διδασκαλία βλ. επίσης Ντανιέλ Πενάκ, Σαν ένα μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1996, σ.108, καθώς και Β. Αποστολίδου, Γ. Πασχαλίδη, Ε. Χοντολίδου, «Η λογοτεχνία στην εκπαίδευση: Προϋποθέσεις για ένα νέο πρόγραμμα διδασκαλίας», περ. Σύγχρονα Θέματα, τ.57, 1995,  σσ. 78-89.

[8] Ηλία Γ. Ματσαγγούρα, Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του Γραπτού Λόγου, Αθήνα, 2001,  σσ. 215, 220-222.

[9] Για τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα κείμενα των νηπίων και σε αυτά των μαθητών των τριών πρώτων τάξεων του Δημοτικού, βλ. το άρθρο μου «Η δημιουργική αφήγηση-γραφή με ερέθισμα λογοτεχνικά κείμενα. Μια εξελικτική προσέγγιση», στο περιοδικό Διαδρομές, (Γ΄  Περίοδος) τχ.82, Καλοκαίρι 2006, σσ. 20-25.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ακολουθεί το εξώφυλλο και η εισαγωγή της έκδοσης που αναφέρεται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για το Μικρό Πρίγκιπα. Η έκδοση απευθύνεται σε παιδιά.

ΓΛΣ 41

ISBN: 960 – 88684 – 1 – 6

 

 

 

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΜΑΘΗΤΕΣ  ΚΑΙ  ΔΑΣΚΑΛΟΙ  ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ  ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΣΤΗ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ   ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ (Δημοσιευμένο άρθρο)

ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο/δημοσιευμένο άρθρο)

“ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ – Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ  ΜΑΞ  ΒΕΛΘΟΥΙΣ”.

“CHILD AND PICTURE BOOK IN THE CLASS. THE CASE OF M. VELTHUIJS’ BOOKS”.

ΕΛΕΝΗ Α. ΗΛΙΑ, Δρ. Λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο διεθνές συνέδριο «Εικόνα και Παιδί» (Θεσσαλονίκη, Μάιος 2002). Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαδρομές, τχ. 94, Καλοκαίρι 2009, σσ. 8-16.

Περίληψη: Η πρώτη επαφή των παιδιών με τη λογοτεχνία ειδικότερα στο Νηπιαγωγείο γίνεται κυρίως μέσα από εικονογραφημένα βιβλία. Σε σχέση με τα βιβλία αυτά χρησιμοποιούμε στην καθημερινή διδακτική πράξη διάφορες παιγνιώδεις, εμψυχωτικές δραστηριότητες, οι οποίες αποσκοπούν στην ανάδειξη της δημιουργικότητας του αναγνωστικού ρόλου, παρακινώντας τους μαθητές να εκφράσουν λεκτικά την ανταπόκριση τους στο έργο. Με τη συγκεκριμένη αξιοποίηση του εικονογραφημένου βιβλίου επιτυγχάνεται αφενός η καλλιέργεια της φαντασίας των μαθητών και αφετέρου η εκδήλωση συναισθημάτων και προσωπικών στοιχείων τους, που έχει ως αποτέλεσμα την ουσιαστικότερη γνωριμία και συνακόλουθα τη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των μελών της σχολικής τάξης. Εδώ θα επικεντρωθούμε ενδεικτικά σε τρία βιβλία του διεθνώς διακεκριμένου Ολλανδού εικονογράφου Μαξ Βέλθουις, που κυκλοφορούν και στην Ελλάδα με τους τίτλους «Ο ερωτευμένος βάτραχος», «Ο Βάτραχος το Χειμώνα», και «Ο Βάτραχος κι ο Ξένος». Στην εισήγηση παρατίθενται ποικίλες παιδικές προσεγγίσεις-αναγνώσεις των τριών παραπάνω βιβλίων, ώστε να διαφανεί η ποιότητα της σκέψης των σύγχρονων παιδιών όταν αυτή λειτουργεί με ερέθισμα το εικονογραφημένο λογοτεχνικό έργο.

Εισαγωγή: Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και ειδικότερα στο Νηπιαγωγείο η διαπαιδαγώγηση των μαθητών θα ήταν σκόπιμο να συνδυαστεί με την επαφή τους με το λογοτεχνικό φαινόμενο. Αφενός μεν η εμπλοκή του παιδιού-αναγνώστη στην αφηγηματική υπόθεση μιας λογοτεχνικής ιστορίας (Iser 1990: 38-39, 104, 233, 281 και 1991: 48, 67)  –γεγονός που συνιστά συνέπεια της εντατικής αντιληπτικής δραστηριοποίησης η οποία επιτελείται κατά την αναγνωστική διαδικασία (Iser 1990: 30, 32, 41, 161, 165, 283-284, 291)–  και κυρίως η ταύτισή του με τους ήρωές της (Booth 1987: 278-281, 378), αφετέρου δε η εξοικείωσή του με την εικονοπλαστική δύναμη του ποιητικού λόγου (Μπενέκος 1981: 121-122 και Καλλέργης 1995: 22, 35) συμβάλλουν καθοριστικά στην κοινωνική και ψυχική του ωρίμανση, στην αισθητική του καλλιέργεια, στην ανάπτυξη της φαντασίας του, στην εξέλιξη της λεκτικής έκφρασής του, καθώς και στην κατάκτηση οποιουδήποτε ειδικότερου γνωστικού αντικειμένου. Η συνειδητοποίηση από μέρους του σύγχρονου εκπαιδευτικού κόσμου της παιδαγωγικής ιδιότητας της λογοτεχνίας (Σιδέρη 1990: 44), που ας μην ξεχνάμε ότι κατά την αρχαιότητα συνιστούσε τη βασική διάστασή της και καθόριζε πλήρως την αποστολή και λειτουργία της (Tompkins 1988: 204), προκαλεί τη συνεχώς αυξανόμενη και συστηματική αξιοποίησή της στο καθημερινό διδακτικό πλαίσιο με θεαματικά αποτελέσματα.[1]

Για τα μικρότερα παιδιά, καθώς δεν γνωρίζουν αρκετά ή καθόλου ανάγνωση, ενδείκνυνται τόσο τα σύντομα έμμετρα ποιήματα που αφομοιώνονται ευκολότερα (Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου 1988: 93), όσο και τα εικονογραφημένα βιβλία όπου το κείμενο περιορίζεται σε αναφορές στα βασικότερα σημεία της δράσης, ενώ οι αντίστοιχες εικόνες αποδίδουν λεπτομέρειες σε σχέση με αυτήν και με τη φύση και τα χαρακτηριστικά των ηρώων (Landes 1985: 51 και Ψαράκη 1995: 129). Ξεκινώντας λοιπόν από τη γενικώς διαπιστωμένη έλξη που ασκούν οι εικόνες στα μικρά παιδιά[2], συμπεριλάβαμε στη διδασκαλία μας σε δύο δημόσια νηπιαγωγεία της Δυτικής Αττικής κατά τα σχολικά έτη 2000-2001 και 2001-2002 δεκατέσσερα λογοτεχνικά εικονογραφημένα βιβλία Ελλήνων και ξένων δημιουργών, σε σχέση με τα οποία πραγματοποιήσαμε ποικίλες εμψυχωτικές, εκπαιδευτικές δραστηριότητες, που αποσκοπούν στην ανάδειξη της αναγνωστικής δημιουργικότητας (Ιser 1990: 44-45) μέσα από τη λεκτική κυρίως έκφραση της ανταπόκρισης του συνόλου των μαθητών. Οι τελευταίοι απολάμβαναν τρομερά τις εν λόγω παιγνιώδεις δραστηριότητες, όπου συμμετείχαν με ιδιαίτερη προθυμία και ενθουσιασμό.

Υποδυόμενοι ένα συγκεκριμένο ήρωα, αναφέρονταν στις εντυπώσεις και τη στάση τους απέναντι στα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα, όπως επίσης και στις προσδοκίες και επιθυμίες τους για την εξέλιξη της πλοκής. Ακολουθώντας ή ανατρέποντας τα αφηγηματικά δεδομένα, αναδημιουργούσαν το νόημα του κειμένου (Nodelman 1992: 138-139) σύμφωνα με τα προσωπικά τους βιώματα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, την ψυχική διάθεσή τους κατά τη συγκεκριμένη στιγμή κ.λπ. Καθώς μέσα από την ανταπόκρισή τους παρουσίαζαν πτυχές του εαυτού τους, άρχιζαν να τον ανακαλύπτουν, να οδεύουν προς την αυτογνωσία (Ιser 1991: 128, 134). Ταυτόχρονα αποκάλυπταν τον εσωτερικό τους κόσμο στους συμμαθητές τους και το δάσκαλο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη στενότερη και πιο ουσιαστική επαφή μεταξύ όλων των μελών της σχολικής τάξης. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι οι μαθητές εξέφραζαν την ανταπόκρισή τους με εξαιρετική υπευθυνότητα, ειλικρίνεια και συνέπεια, προφανώς επειδή αυτή σε κάθε περίπτωση καταγραφόταν άμεσα και με ακρίβεια από το δάσκαλο, προκειμένου στη συνέχεια να δημοσιευτεί σε διάφορα τοπικά και γνωστά παιδαγωγικά περιοδικά.[3]

Εδώ θα επικεντρωθούμε ενδεικτικά σε τρία από τα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία του πολυβραβευμένου[4] σε Ευρώπη και Αμερική Ολλανδού Max Velthuijs (Μαξ Βέλθουις), παρουσιάζοντας τις δραστηριότητες που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διδασκαλία τους, καθώς και μέρος της ανταπόκρισης των μαθητών, όπως εκφράστηκε μέσα από αυτές. Ως προς τα γενικά χαρακτηριστικά των έργων του Βέλθουις καταρχάς θα επισημαίναμε τον πρωτεύοντα ρόλο της εικονογράφησης, που την συναντάμε σε κάθε σελίδα να καλύπτει τουλάχιστον τα δύο τρίτα, ενώ το γραπτό κείμενο που τοποθετείται πάντοτε στο κάτω μέρος της σελίδας, περιορίζεται σε δύο έως πέντε αράδες. Ο αφηγητής ο οποίος χρησιμοποιεί το γ’ ενικό πρόσωπο, παραμένει απλός παρατηρητής της ζωής στο δάσος και αντιμετωπίζει όλα τα αφηγηματικά πρόσωπα, που προέρχονται από τον κόσμο των ζώων, με ουδετερότητα. Ωστόσο η θετική ή αρνητική στάση του αναγνώστη απέναντι στους διάφορους ήρωες καθορίζεται απόλυτα από το συγγραφέα-εικονογράφο, που αποδίδει την εξέλιξη των σχέσεων ανάμεσά τους, τη μεταστροφή της στάσης τους για τους γύρω τους με βάση τα νέα δεδομένα που συνεχώς προκύπτουν. Η συμπάθεια και  αλληλεγγύη που τα ζώα της ιστορίας εμφανίζουν τελικά μεταξύ τους, οδηγούν τον αναγνώστη προς την ίδια κατεύθυνση. Η αναγνωστική συμπάθεια ενισχύεται από τη λιτότητα η οποία διακρίνει τόσο τη μορφή όσο και το λόγο που εκφέρουν οι ήρωες.

Αναφορικά με τα τρία βιβλία, εντυπωσιακά στάθηκαν η αφοσίωση και ο ενθουσιασμός που επέδειξαν τα νήπια στο σύνολό τους όχι μόνο κατά τη διάρκεια της πρώτης ανάγνωσης αλλά και των αλλεπάλληλων που ακολούθησαν μετά από δική τους επιθυμία. Παρά το γεγονός ότι ασχοληθήκαμε με τα βιβλία του Βέλθουις διεξοδικά για τρεις ολόκληρες συνολικά εβδομάδες[5] στο πλαίσιο των προγραμματισμένων δραστηριοτήτων μας, οι μαθητές δεν αρκέστηκαν σε αυτό, αλλά αφιέρωσαν στα έργα του μεγάλο μέρος των ελεύθερων δραστηριοτήτων τους. Όποιος κατόρθωνε να εξασφαλίσει κάποιο από τα συγκεκριμένα βιβλία, που αναδείχθηκαν τα δημοφιλέστερα της σχολικής βιβλιοθήκης, περιτριγυριζόταν από συμμαθητές του, οι οποίοι τον άκουγαν καθηλωμένοι να αναδιηγείται την ιστορία με βάση την αλληλουχία των εικόνων, ενώ στη συνέχεια αναφέρονταν στην ανταπόκρισή τους, επαναλαμβάνοντας τις σχετικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες που είχαν προηγηθεί. Συχνά μάλιστα το παιδί το οποίο είχε αναλάβει να παρουσιάσει την ιστορία, έπαιζε ότι κατέγραφε αυτά που αφηγούνταν οι υπόλοιποι, με εξαιρετική σοβαρότητα. Η αναπαράσταση των προσφιλέστερων αφηγηματικών σκηνών κυριαρχούσε στο ελεύθερο παιχνίδι των νηπίων και επιπλέον οι ήρωες ήταν συνεχώς παρόντες στις παιδικές εικαστικές δημιουργίες. Επίσης με δική τους αποκλειστικά πρωτοβουλία οι μαθητές έφτιαξαν βιβλία με θέμα τις τρεις ιστορίες, ζωγραφίζοντας οι ίδιοι τις εικόνες που τους είχαν εντυπωσιάσει. Στο σημείο αυτό ας περάσουμε στην παρουσίαση του έργου του Βέλθουις, του οποίου η επίδραση στα παιδιά συνιστά την πλέον αξιόπιστη απόδειξη της λογοτεχνικότητάς του, την εγκυρότερη καταξίωσή του.

Στο βιβλίο «Ο Βάτραχος το Χειμώνα» παρουσιάζεται το έντονο πρόβλημα επιβίωσης που αντιμετωπίζει ο κύριος ήρωας κατά τη χειμερινή περίοδο, εξαιτίας του ψύχους, του πάγου και του χιονιού που καλύπτουν το δάσος. Οι δυσκολίες για το Βάτραχο ξεπερνιούνται αποκλειστικά χάρη στη βοήθεια των φίλων του (Εικόνα 1).  Η υλική και ψυχολογική υποστήριξη που του παρέχουν η Πάπια, το Γουρούνι και ο Λαγός, του επιτρέπουν να απολαύσει ξανά τον ερχομό της άνοιξης. Έτσι το βιβλίο υποβάλλει στους μικρούς αναγνώστες του τις αξίες του αλτρουισμού, της κοινωνικής αλληλεγγύης, τους προσφέρει την πολύτιμη  εμπειρία της ανιδιοτελούς φιλίας. Μετά την ανάγνωση του κειμένου, στη διάρκεια της οποίας το βιβλίο ήταν μόνιμα στραμμένο προς τα παιδιά, ώστε ακούγοντας τις φράσεις να παρακολουθούν ταυτόχρονα τις αντίστοιχες εικόνες, προσφέρθηκε διαδοχικά σε κάθε μαθητή το «μαγικό εισιτήριο». Πρόκειται για ένα μικρό συνήθως σε μέγεθος αντικείμενο, που συνδέεται με την αφηγηματική υπόθεση και τα νήπια θεωρούν ότι παρέχει τη δυνατότητα σε όποιον το αποκτά, να εισέρχεται στον κόσμο της ιστορίας και επιλέγοντας το ρόλο του σε αυτόν, να αποφασίζει για τη δράση του και την εξέλιξή της είτε σύμφωνα με την πλοκή είτε αντίθετα από αυτήν. Για το συγκεκριμένο έργο ως μαγικό εισιτήριο χρησιμοποιήθηκε ένα μάλλινο κασκόλ, όπως αυτό με το οποίο εμφανίζεται η Πάπια σε κάποια εικόνα να πατινάρει πάνω στον πάγο και σε επόμενη να το προσφέρει στο Βάτραχο που κρυώνει.

Ορισμένα παιδιά επέλεξαν το ρόλο του Βατράχου, για ν’απολαμβάνουν τη φροντίδα και τη συντροφιά των φίλων τους, όπως δήλωσαν, ενώ άλλα ταυτίστηκαν με τα υπόλοιπα ζώα που είναι σε θέση όχι μόνο ν’αντιμετωπίζουν το κρύο, αλλά και να χαίρονται παγοδρομώντας, παίζοντας με το χιόνι ή ανάβοντας το τζάκι τους. Όλα ωστόσο τα παιδιά εξέφρασαν ανεπιφύλακτα την προτίμησή τους στην εποχή της Άνοιξης, επειδή την συνέδεσαν με την ξενοιασιά και την ευτυχία του Βατράχου. Η Μαρία Λ. ανέφερε πως είναι το ποτάμι όπου συνηθίζει να πλένεται ο Βάτραχος. Τώρα που μπήκε η Άνοιξη κι είναι δροσερό το νερό του, αρέσει στο Βάτραχο να κολυμπά εκεί. Μετά το μπάνιο, το ποτάμι του ζητά να κοιμηθεί κοντά του, για να τον έχει συντροφιά. Όλο το χειμώνα που ο Βάτραχος έμεινε μακριά, εκείνο είχε γίνει πάγος, επειδή ένιωθε μοναξιά. Η Μαρία Μ. που επέλεξε το ρόλο του Λαγού, ισχυρίστηκε πως ο Βάτραχος το Χειμώνα μπορούσε ν’ αντιμετωπίζει το κρύο, φορώντας το πουλόβερ του. Ωστόσο τη φροντίδα των φίλων του την χρειάζεται σ’ όλες τις εποχές. Κάθε βράδυ συγκεντρώνονται όλοι στο σπίτι του και του μαγειρεύουν, γιατί είναι πολύ κουρασμένος απ’ το παιχνίδι. Έπειτα κοιμούνται μαζί του, επειδή ο Βάτραχος φοβάται τα φαντάσματα.

Σε σχέση με το ίδιο βιβλίο, τα παιδιά κλήθηκαν με επίκεντρο την εικόνα που αναπαριστά την παγοδρομία του Βάτραχου η οποία καταλήγει με την πτώση του (Εικόνα 2), να αφηγηθούν τη δική τους εκδοχή για το συγκεκριμένο περιστατικό. Στη συνέχεια ξαναδιαβάστηκαν οι ιστορίες όλων των μαθητών, προκειμένου οι ίδιοι να ψηφίσουν αυτήν που προτιμούσαν. Η ιστορία που πλειοψήφησε, δραματοποιήθηκε στη συνέχεια από τα παιδιά, που επέλεξαν να της δώσουν τον τίτλο «Βατραχένιο».

Στο βιβλίο «Ο ερωτευμένος Βάτραχος» παρουσιάζεται η ερωτική διάθεση που διακατέχει το Βάτραχο κατά την περίοδο της Άνοιξης. Ο κύριος ήρωας, ο οποίος δυσκολεύεται να εκδηλώσει στην Πάπια τον έρωτα που νιώθει για κείνην, καθώς μάλιστα η επιλογή του κρίνεται ασυνήθιστη από τον κοινωνικό τους περίγυρο, προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή της με τη ριψοκίνδυνη συμπεριφορά του. Μετά τον τραυματισμό του στην προσπάθειά του να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις ύψος, η Πάπια καθώς του παρέχει τις πρώτες βοήθειες, του αποκαλύπτει πως τον αγαπά. Η ανάδειξη του έρωτα ως δημιουργικής δύναμης, αιτίας πόνου και ταυτόχρονα ευτυχίας, καθιστά διαχρονικό και οικουμενικό το συγκεκριμένο βιβλίο.

Στην προτίμηση των μαθητών, την οποία εδώ εξέφρασαν με μαγικό εισιτήριο ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα (Εικόνα 3), πρώτος ήταν ο ρόλος του Βάτραχου και ακολούθησε αυτός της Πάπιας που επιλέχτηκε αποκλειστικά από κορίτσια. Δεν έλειψαν ωστόσο και οι περιπτώσεις παιδιών που ταυτίστηκαν με κάποιο από τα υπόλοιπα αφηγηματικά πρόσωπα, το Λαγό ή το Γουρούνι. Σύμφωνα με την ανταπόκριση του συνόλου της τάξης, η Πάπια γνώριζε από την πρώτη στιγμή τον έρωτα του Βάτραχου για κείνην, εφόσον είτε τον είχε δει κρυφά ν’ αφήνει λουλούδια και ζωγραφιές έξω από την πόρτα της είτε της είχε δηλώσει ο ίδιος απερίφραστα τα αισθήματά του είτε τα κατάλαβε μόνη της επειδή «της έκανε συνέχεια πλάκα». Όσο για τα άλματα του Βάτραχου (Εικόνα 4), τα παιδιά τα απέδωσαν   στην  επιδίωξή   του  να   φτάσει   ένα   μπουκέτο   λουλούδια  που κρεμόταν στο πιο ψηλό κλαδί του μεγαλύτερου δέντρου του δάσους, για να τα προσφέρει στην αγαπημένη του, ή τα εξέλαβαν ως προπόνηση για μια μεγάλη αθλητική διοργάνωση όπου σκόπευε να κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο. Η πλειοψηφία των μαθητών αναφέρθηκε στο αίσιο τέλος της σχέσης του ζευγαριού, που οδήγησε στη δημιουργία πλήθους απογόνων, οι οποίοι έμοιαζαν και στους δύο γονείς τους, μερικοί δηλαδή ήταν Βάτραχοι και οι υπόλοιποι Πάπιες. Όσο για τη στάση του κοινωνικού περίγυρου απέναντι στους δύο ερωτευμένους ήρωες, αρκετά από τα παιδιά την φαντάστηκαν θετική, κάνοντας λόγο για γάμο με πολλούς προσκεκλημένους, σπουδαία δώρα και μπομπονιέρες. Λιγότερα ήταν τα παιδιά που υποστήριξαν πως το ζευγάρι απομονώθηκε από την κοινότητα και τελικά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το δάσος, μην αντέχοντας τη ντροπή και το φόβο.

Η Μαρία Π. αφηγείται ως Βάτραχος πως ζωγραφίζει μια καρδούλα (Εικόνα 5), για να τη χαρίσει στην Πάπια που αγαπά. Όταν την επισκέπτεται, προκειμένου να της μιλήσει για τον έρωτά του, διαπιστώνει πως κι εκείνη  τρέφει  ανάλογα  αισθήματα απέναντί του. Θα ζήσουν λοιπόν αρκετό καιρό μαζί, χωρίς ωστόσο να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά, αφού είναι διαφορετικοί. Ο Βάτραχος δεν θα πάψει ποτέ να την αγαπά, όμως η Πάπια θα ερωτευτεί κάποτε το Λαγό. Μετά το γάμο των δύο τελευταίων ο Βάτραχος θα τους επισκέπτεται τακτικά, επειδή τους θεωρεί φίλους του, και θα χαρίζει δώρα στα παιδιά τους, που θα μοιάζουν στη μητέρα τους. Τέλος ο Νίκος Ε., επιλέγοντας το ρόλο του Λαγού, αναφέρει πως έχει παντρευτεί την Πάπια, ενώ ο Βάτραχος τη Χήνα. Βάτραχος και Λαγός προπονούνταν μαζί στα άλματα, αλλά ο δεύτερος τα κατάφερε καλύτερα, αφού πέρασε τα σύννεφα και προσγειώθηκε κανονικά, χωρίς να χτυπήσει, εντυπωσιάζοντας την Πάπια. Το ζευγάρι Λαγού-Πάπιας θα ζήσει παντοτινά ενωμένο, περνώντας τον καιρό του στο σπίτι τους με μουσική και τσάι ή  το χιόνι, ανεβασμένο στον αγαπημένο τους βράχο. Η Πάπια θα  γεννήσει  πολλά   κορίτσια και αγόρια, που όλα θα μοιάζουν στην ίδια. Ο μόνος που θα δημιουργεί προβλήματα στην οικογένεια είναι το Γουρούνι, το οποίο είναι θυμωμένο μαζί τους, επειδή ήθελε κι εκείνο να παντρευτεί την Πάπια.

Στο δε έργο με τίτλο «Ο Βάτραχος και ο Ξένος» γίνεται λόγος για την εμφάνιση στο δάσος ενός ταξιδιώτη Ποντικού, που προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις στην παρέα των ζώων τα οποία κατοικούν μόνιμα εκεί. Το Γουρούνι και η Πάπια αντιμετωπίζουν τον «ξένο» εντελώς αρνητικά, ενώ ο Βάτραχος επιδιώκει να τον γνωρίσει προσωπικά πριν σχηματίσει οποιαδήποτε άποψη για κείνον. Τελικά αποδεικνύεται ότι οι επιφυλάξεις των ζώων του δάσους απέναντι στον Ποντικό είναι εντελώς αβάσιμες, αφού ο τελευταίος δεν διστάζει ακόμη και να διακινδυνέψει τη ζωή του, προκειμένου να τα σώσει όταν απειλούνται. Ως αποτέλεσμα της αυταπάρνησης και της γενναιότητας του Ποντικού, όλοι στο δάσος συμφιλιώνονται μαζί του και θλίβονται ειλικρινά που εκείνος αποφασίζει να φύγει από κοντά τους, για να συνεχίσει τα ταξίδια του. Η πολυπολιτισμικότητα των σύγχρονων σχολικών τάξεων και γενικότερα των ευρωπαϊκών κοινωνιών επιφυλάσσει για το συγκεκριμένο έργο μια ιδιαίτερα σημαντική θέση στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης οι ήρωες του βιβλίου προσκλήθηκαν στην τάξη. Στην πραγματικότητα, ο δάσκαλος χρησιμοποιώντας κατασκευές από χαρτόνι ή άλλα αντικείμενα, μεταμφίεσε τους ίδιους τους μαθητές, που παρέμεναν με τα μάτια κλειστά, στα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα. Όταν οι ήρωες του βιβλίου βρίσκονταν ήδη ανάμεσά μας, αφού προηγήθηκε η αναγνώρισή τους, ακολούθησαν οι συνεντεύξεις τους που δόθηκαν στο δάσκαλο. Για παράδειγμα, απευθυνθήκαμε στο μαθητή ο οποίος κουβαλούσε τον ταξιδιωτικό σάκο (Εικόνα 6), αποκαλώντας τον «Ποντικέ», σ’ εκείνον που φορούσε το πράσινο στεφάνι από κανσόν όπου προεξείχαν δύο μικρές λευκές μπάλες, ξεκινήσαμε τη συνέντευξη με τη φράση «Πες μας Βάτραχε τη γνώση σου για τον Ποντικό» κ.ο.κ. Προκειμένου να δοθεί στα παιδιά η δυνατότητα να εκδηλώσουν την ταύτισή τους με κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο της ιστορίας, η δραστηριότητα επαναλήφθηκε συχνά με την ακόλουθη παραλλαγή. Τα διάφορα αντικείμενα τοποθετήθηκαν σε σωρό στο κέντρο του κύκλου που καθόμαστε με τους μαθητές, και ο καθένας από αυτούς με σειρά προτεραιότητας που καθόριζε η τύχη, διάλεγε για τον εαυτό του εκείνο το αντικείμενο που αντιστοιχούσε στον ήρωα τον οποίο επιθυμούσε να υποδυθεί κατά τη συνέντευξη.

Από τα παιδιά που επέλεξαν το ρόλο του Βάτραχου η Μαρία Πρ. ισχυρίστηκε πως με τον Ποντικό είναι φίλοι και παίζουν μαζί. Όσο για το Γουρούνι, που προσπαθεί να διώξει τον Ποντικό από το δάσος, εκτιμά ότι η στάση του φανερώνει πως δεν αγαπά το Βάτραχο και αδιαφορεί για την ευτυχία του. Ο δε Ανδρέας Α., αν και επίσης δηλώνει φίλος του Ποντικού, αναφέρει πως δεν θα τον λυπήσει καθόλου η αναχώρηση του τελευταίου, επειδή θεωρεί βέβαιο ότι πολύ σύντομα θα επιστρέψει στο δάσος. Τονίζει μάλιστα πως θα τον συνοδέψει και ο ίδιος ως το αεροδρόμιο, για να του ευχηθεί για το ταξίδι. Η Ευρυδίκη Κ., που επισημαίνει τους εξαιρετικά στενούς δεσμούς οι οποίοι αναπτύχθηκαν ανάμεσα στον Ποντικό και όλα τα υπόλοιπα ζώα που τους έσωσε τη ζωή, αφηγείται πως ο Ποντικός δεν ταξιδεύει μόνος. Τον ακολουθούν και οι φίλοι του, καθώς τους είναι αδύνατο να τον αποχωριστούν έστω και για λίγο.

Μεταξύ των μαθητών που προτίμησαν να υποδυθούν κάποιο από τα υπόλοιπα ζώα της ιστορίας ήταν η Πόπη Κ., που ως Γουρούνι εξήγησε πως ο λόγος για τον οποίο ήθελε να διώξουν τον Ποντικό από το δάσος ήταν ότι έτρωγε όλα τους τα φρούτα. Άλλαξε βέβαια γνώμη για κείνον όταν έσβησε την πυρκαγιά στο σπίτι του Γουρουνιού. Τελικά όμως ο Ποντικός θ’ αποφασίσει μόνος του να εγκαταλείψει τους καινούριους του φίλους στο δάσος, αποδεικνύοντας με τη στάση του ότι δεν τους είχε αγαπήσει τόσο πολύ όσο εκείνοι. Ως Ποντικός ο Χρήστος Γ. μας διαβεβαίωσε ότι δεν είναι βρωμιάρης και δεν του αρέσει να τον χαρακτηρίζουν έτσι. Από το δάσος δεν έφυγε επειδή επιθυμούσε να ταξιδέψει και αλλού, αλλά εξαιτίας του Γουρουνιού που τον έδιωχνε. Το Καλοκαίρι όμως θα ξαναγυρίσει εκεί, γιατί δεν θα είναι πια θυμωμένος μαζί του.

Μετά την αναχώρηση του Ποντικού ζητήσαμε από τα παιδιά να συνεχίζουν την ιστορία, με αλληλογραφία ανάμεσα σε κείνον και στα υπόλοιπα ζώα του δάσους. Στο γράμμα των ζώων προς τον Ποντικό που προηγήθηκε, αυτά εξέφρασαν την επιθυμία τους να επιστρέψει σύντομα κοντά τους, στέλνοντάς του μάλιστα ανάμεσα σε πολλά άλλα δώρα κι ένα αυτοκίνητο, για να επισπευτεί η επάνοδός του. Στην απάντηση του Ποντικού, η οποία επίσης συντάχθηκε συλλογικά από τα παιδιά, αναφέρεται ότι παραμένει μακριά τους όχι γιατί δεν επιθυμεί να τους συναντήσει, αλλά γιατί νοσηλεύεται σε κλινική με τραύμα στο κεφάλι. Τους προσκαλεί μάλιστα να τον επισκεφτούν εκεί. Έπειτα από την εξέλιξη αυτή, καθένας από τους μαθητές, υποδυόμενος το Βάτραχο, κλήθηκε να δώσει το τέλος που επιθυμούσε.  Κάποιος αφηγήθηκε ότι πήρε μαζί του στο νοσοκομείο  ένα παγκάκι (Εικόνα 7) που έφτιαξε όπως του είχε μάθει ο Ποντικός, για να κάθεται ο τελευταίος όταν βγαίνει στον κήπο και τον περίμενε ώσπου ν’ αναρρώσει, οπότε επέστρεψαν οι δυο τους στο δάσος, όπου έμειναν για πάντα. Άλλος έκανε λόγο για ένα δράκο που έφαγε το γιατρό και για αστυνομικούς που πυροβόλησαν το δράκο, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Ποντικό να επιστρέψει στους φίλους του.

Συμπεράσματα: Όπως συνεπώς αποδεικνύεται από τις συγκροτημένες, ευφάνταστες, πρωτότυπες παιδικές αφηγήσεις που παρατέθηκαν παραπάνω σχετικά με τα τρία έργα του Βέλθουις, το εικονογραφημένο λογοτεχνικό παιδικό βιβλίο, καθώς καθίσταται ιδιαίτερα «ευανάγνωστο» για τους μικρούς αναγνώστες χάρη στον κυρίαρχο ρόλο των εικόνων, θα μπορούσε με την κατάλληλη αξιοποίησή του μέσα στη σχολική τάξη να συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας, να μυήσει τους μαθητές στην ουσία του λογοτεχνικού φαινομένου και να καλλιεργήσει σημαντικά τη φαντασία τους.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Αποστολίδου, Β., Χοντολίδου, Ε. (επιμέλεια) (1999), Λογοτεχνία και Εκπαίδευση, Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.

Berger, J. (1986), Η εικόνα και το βλέμμα, μτφρ. Ζ. Κονταράτος, Αθήνα: Οδυσσέας.

Καλλέργης, Η.Ε. (1995), Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα: Καστανιώτης.

Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου, Κ. (1988), «Η ποίηση στο Νηπιαγωγείο», Η Παιδική Λογοτεχνία και το μικρό παιδί, Αθήνα: Καστανιώτης, 85-102.

Μπενέκος, Α. (1981), Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα: Δίπτυχο.

Σιδέρη, Α. (1990), «Το αντίδοτο», Δέντρο, τ. 56-57, σσ. 42-44.

Ψαράκη, Β. (1995), «Σχέση Εικόνας και Κειμένου. Η γλώσσα της εικόνας», Παιδική Λογοτεχνία. Θεωρία και Πράξη, επιμ. Α. Κατσίκη-Γκίβαλου, Αθήνα: Καστανιώτης, 129-134.

 

Ξενόγλωσση

Booth W. C. (21987), The Rhetoric of Fiction, Middlesex: Penguin Books

ΙΒΒΥ, (1992), Hans Christian Andersen Award 1992, 25-26.

Iser, W. (51991), The Act of Reading. A Theory of Aesthetic Response, Baltimore and London: Johns Hopkins University Press.

Iser, W. (51990), The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Landes, S. (1985), “Picture Books as Literature”, Children’s Literature Association-Quarterly, 10(2), 51-54.

Nodelman, P. (1992), The Pleasures of Children’s Literature, London: Longman.

Tompkins, J.P. (61988), «The Reader in History : The Changing Shape of Literary Repsonse », Reader-Response Criticism. From Formalism to Post-Structuralism, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press, 201-232.

 

Σημειώσεις

[1]      Ενδεικτικά αναφερόμαστε στην επισταμένη πολυετή προσπάθεια της εξαμελούς Ομάδας Έρευνας για τη Διδασκαλία της Λογοτεχνίας, που συγκροτήθηκε στη Θεσσαλονίκη από εκπαιδευτικούς των τριών βαθμίδων, και οδήγησε στην πρόταση ενός νέου ολοκληρωμένου προγράμματος λογοτεχνικής διδασκαλίας, στοιχεία του οποίου πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Πανελλήνιο Συνέδριο που διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1997, με τίτλο «Λογοτεχνία και Εκπαίδευση» (βλ. σχετικά Αποστολίδου Β., Χοντολίδου Ε. 1999: 11-12, 319-390).

[2]      Στην επισήμανση του Berger αναφορικά με τη σπουδαιότητα, την πρωταρχικότητα της εικόνας σε σχέση με τις λέξεις για την παιδική αντίληψη (Berger 1986: 7-9), προσθέτουμε κάτι που είπε η Νίκη Γουλανδρή σε εκδήλωση της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς στην αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου τον Απρίλη του 2002 για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου. Σε ερώτηση της Αγγελικής Βαρελλά για τις αναγνωστικές προτιμήσεις της όταν ήταν παιδί, υποστήριξε πως περισσότερο από κάθε άλλο βιβλίο είχε αγαπήσει «Το μαγικό ταξίδι» της Σέλμα Λάγκερλεφ, διότι αν και βρισκόταν σε μια ηλικία που δυσκολευόταν ακόμη να διαβάζει, την γοήτευαν τρομερά οι εικόνες του. Επίσης, στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η παρατήρηση μιας μικρής μαθήτριας του Δημοτικού πως «δεν έχει δει πιο άσχημο βιβλίο» όταν έλαβε ως δώρο ένα λογοτεχνικό έργο χωρίς εικονογράφηση.

[3]      Πρόκειται για α) τα άρθρα μου με γενικό τίτλο «Τα παιδιά διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα» στα τεύχη 23, 24 και 25 του περιοδικού Λαμπηδόνα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ασπροπύργου, στο οποίο η πρόσβαση των παιδιών της περιοχής είναι ιδιαίτερα εύκολη, καθώς και για τα: β) «Παρέα με τους ήρωες των βιβλίων. Λογοτεχνικές προσεγγίσεις στο Νηπιαγωγείο», περ. Σύγχρονο Νηπιαγωγείο, τχ. 27, Μάιος-Ιούνιος 2002, σσ. 20-22, γ) «Μαγικές Εικόνες. Μια εφαρμοσμένη πρόταση για τη διδασκαλία της ποίησης σε μικρά παιδιά», περ. Εκπαιδευτική Κοινότητα, τχ. 61, Φεβρουάριος-Απρίλιος 2002, σσ. 21-23, δ) «Με τα γυαλιά της Φαντασίας και το Μαγικό Εισιτήριο. Παιδικές λογοτεχνικές αναγνώσεις», περ. Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τχ. 15, Μάιος-Ιούνιος 2002, σσ. 191-193 και τχ. 16, Ιούλιος-Αύγουστος 2002, σσ. 45-47.

[4]      Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 1992 περιελήφθη στον Πίνακα του Διεθνούς Βραβείου Η. C. Andersen  για την προσφορά του στην εικονογράφηση του παιδικού βιβλίου (βλ. στο δελτίο της IBBY 1992: 25-26).

[5]     Όλα τα κείμενα που διδάσκονταν τα παιδιά, επιλέγονταν με βάση την επικαιρότητα ―εποχή, καιρικές συνθήκες, κ.λπ.―. Συνεπώς τα τρία βιβλία του Βέλθουις παρουσιάστηκαν σε χρονικό διάστημα έξι περίπου μηνών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το εξώφυλλο του τεύχους του περιοδικού όπου δημοσιεύεται το παραπάνω άρθρο.

ΓΛΣ 31α

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε

ΜΑΘΗΤΕΣ – ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΙΑΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (Εισήγηση σε συνέδριο)

ΜΑΘΗΤΕΣ – ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΙΑΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΕΛΕΝΗ Α. ΗΛΙΑ

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο Πανελλήνιο συνέδριο με διεθνή συμμετοχή: «Η Λογοτεχνία σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές», που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, 29 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 2002.
Περιλαμβάνεται στον ομότιτλο τόμο των Πρακτικών του, εκδ. Ελληνικά γράμματα, σσ. 331-336. ISBN: 960-406-834-2

Περίληψη:       Προκειμένου ο αναγνώστης των λογοτεχνικών κειμένων να ερμη­νεύσει το πλήθος των ενδείξεων και υποδηλωτικών αναφορών που περι­λαμβάνονται σε αυτά, προβαίνει σε σύνθετες αντιληπτικές διεργασίες, που έχουν ως συνέπεια να αποκομίζει την εντύπωση ότι εμπλέκεται προσωπικά στον αφηγηματικό κόσμο. Αυτή ακριβώς η δημιουργική διάσταση του ανα­γνωστικού ρόλου θα αναδειχθεί κατά τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό Σχολείο με την πραγματοποίηση διαφόρων εκπαιδευτικών παιγνιωδών δραστηριοτήτων, οι οποίες παροτρύνουν και διευκολύνουν το σύνολο των μαθητών να θεωρήσουν ότι τα διδασκόμενα ποιητικά και πεζά κείμενα τους αφορούν προσωπικά και να εκφράσουν ελεύθερα την ανταπόκρισή τους σε αυτά. Προσεγγίζοντας το κάθε παιδί τα αφηγηματικά στοιχεία με το δικό του τρόπο, εκδηλώνει τα συναισθήματα και τα λοιπά χαρακτηριστικά του, γεγονός που συμβάλλει στη στενότερη επαφή κι επικοινωνία μεταξύ των μελών της σχολικής τάξης – μαθητών και δασκάλου –. Επιπλέον ανακαλύπτει την απόλαυση της αναγνωστικής διαδι­κασίας, η οποία εξασφαλίζει τη διά βίου φιλαναγνωστική στάση του και εξυπηρετεί οποιοδήποτε γενικότερο ή ειδικότερο παιδαγωγικό στόχο. Η ει­σήγηση ολοκληρώνεται με την παράθεση μικρού αριθμού παιδικών αφηγή­σεων που προέκυψαν από την πραγματοποίηση των συγκεκριμένων παι­γνιωδών δραστηριοτήτων στη σχολική τάξη, ώστε να αξιολογηθεί η ποιό­τητα, η πρωτοτυπία, η συγκρότηση της σκέψης των σημερινών παιδιών όταν αυτή λειτουργεί με ερέθισμα τη λογοτεχνία.

Οι Έλληνες δάσκαλοι εμφανίζονται έντονα προβληματισμένοι σε σχέση με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, όπως είχα την ευκαιρία να διαπι­στώσω στο πλαίσιο του προγράμματος «Ακαδημαϊκής και Επαγγελματικής Αναβάθμισης Εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης». Μερικοί αντιμετωπίζουν τα λογοτεχνικά κείμενα που καλούνται να διδάξουν με τρο­μερή επιφύλαξη. Επιχειρώντας οι ίδιοι να ερμηνεύσουν τη στάση τους, οι μεν νεότεροι αναφέρονται συνήθως σε τραυματικές εμπειρίες που απέκτη­σαν ως μαθητές από τη διδασκαλία της λογοτεχνίας κυρίως στη Μέση Εκπαίδευση, οι δε παλαιότεροι τονίζουν την ουσια­στική απουσία του μαθήματος της λογοτεχνίας σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους. Σε ορισμέ­νες περιπτώσεις οι δάσκαλοι επικεντρώνουν  την αδυναμία τους στη διδα­σκαλία ειδικότερα της Παιδικής Λογοτεχνίας, εφόσον θεωρούν ότι τα κεί­μενα που προορίζονται για τους μικρότερους μαθητές είναι απλοϊκά και κατά συνέπεια δεν προσφέρονται για κανενός είδους λογοτεχνική επεξερ­γασία. Άλλοτε πάλι κάνουν λόγο αντίθετα για αδυναμία των μαθητών τόσο να ανακαλύψουν «τι εννοεί ο ποιητής» με τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων, όσο και να αντιληφθούν έννοιες και εικόνες του ποιήματος που ο ίδιος ο δάσκαλος αγωνίζεται να τους αποκαλύψει.

Καθώς η πρώτη επαφή των παιδιών με τη λογοτεχνία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τη μετέπειτα σχέση τους μαζί της, ο ρόλος του δα­σκάλου της πρώτης εκπαιδευτικής βαθμίδας στην εξοικείωση των μαθητών του με το λογοτεχνικό φαινόμενο δίκαια θα χαρακτηριζόταν καθοριστικός. Στο ερώτημα σε τι συ­νίσταται το ρόλος του δασκάλου, η απάντηση θα προκύψει αφενός από την ίδια τη φύση της λογοτεχνίας και αφετέρου από το γεγονός ότι αυτός και οι μαθητές του μοιράζονται την αναγνωστική εμπειρία στη σχολική τάξη.

Συγκεκριμένα, ο αναγνώστης ανταποκρίνεται στο λογοτεχνικό κεί­μενο, προβαίνοντας σε προσωπικούς συνδυασμούς, επιλογές και απορρίψεις των αφηγηματικών δεδομένων,[1] ερμηνεύοντας τις ενδείξεις που του παρέ­χονται,[2] διαμορφώνοντας στάσεις απέναντι στους ήρωες,[3] δημιουργώντας προσδοκίες για τις αφηγηματικές εξελίξεις,[4] προβάλλοντας τα ατομικά χα­ρακτηριστικά και τις εμπειρίες του,[5] λειτουργώντας ανάλογα με το επίπεδο αναγνωστικής του ωριμότητας[6] αλλά και με τη διάθεση της στιγμής. Ο δά­σκαλος συνεπώς θα επιδιώξει ν’ αναδείξει αυτήν ακριβώς τη δημιουργική διάσταση της αναγνωστικής διαδικασίας, να διευκολύνει τους μαθητές του να βιώσουν το λογοτεχνικό έργο ως προσωπική τους εμπειρία, να συνειδη­τοποιήσουν ότι αυτό δεν αφορά μόνο το δημιουργό του αλλά και τους ίδιους προσωπικά κι επιπλέον να το αντιμετωπίσουν ως αφορμή για να εκ­φράσουν τα δικά τους βιώματα.[7]

Η επιτυχία λοιπόν οποιουδήποτε προγράμματος διδασκαλίας της λογοτεχνίας συνδέεται κυρίως με την ανταπόκριση των μαθητών. Προκει­μένου τα παιδιά να εκφράσουν καθολικά τις εντυπώσεις τους από την επαφή με κάθε λογοτεχνικό κείμενο, μετατρέπουμε στην τάξη μας[8] τη λο­γοτεχνική προσέγγιση σ’ ένα προσφιλές, διασκεδαστικό παιχνίδι φαντασίας, όπου όλοι συμμετέχουν, διαδραματίζοντας εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο. Η χρήση του παιχνιδιού στη διδασκαλία της λογοτεχνίας προτείνεται και από την Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου[9] με το σκεπτικό ότι η ίδια η λογοτεχνία είναι παιχνίδι, όπως επισημαίνουν οι Σπινκ,[10] Ποσλανιέκ[11] κ.ά.

Ειδικότερα ως προς τα πεζά κείμενα, αξιοποιώντας το φαινόμενο της αναγνωστικής εμπλοκής στον εκάστοτε μύθο, της ταύτισης του ανα­γνώστη με συγκεκριμένα αφηγηματικά πρόσωπα,[12] οι μαθητές καλούνται να υποδυθούν τους διάφορους λογοτεχνικούς ήρωες μέσα από ποικίλες εμ­ψυχωτικές, παιγνιώδεις δραστηριότητες. Κατά τη δραστηριότητα που έχουμε τιτλοφορήσει «παρέα με τους ήρωες των βιβλίων», μετά την ολο­κλήρωση της ανάγνωσης ή αφήγησης του έργου προσκαλούμε στη σχολική τάξη τα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα. Ενώ δηλαδή τα παιδιά περιμένουν με τα μά­τια κλειστά έως τη στιγμή που ανακοινώνουμε ότι οι ήρωες της ιστορίας βρίσκονται ανάμεσά μας, ο δάσκαλος τα μεταμφιέζει στους λογοτεχνικούς ήρωες, χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικά αντικείμενα – πρόχειρες κατα­σκευές από κανσόν χαρτόνι, ένα κασκέτο, έναν ταξιδιωτικό σάκο, κάποιο καρπό είτε λουλούδι, μια ζωγραφιά κ.λπ.–. Αφού ολοκληρωθεί η αναγνώ­ριση των αφηγηματικών προσώπων, απευθυνόμαστε σε καθέναν από τους μεταμφιεσμένους μαθητές, σαν να πρόκειται για τα ίδια αυτά πρόσωπα, ρω­τώντας τους για τη δράση τους, τις σκέψεις και τα αισθήματά τους, την εξέ­λιξη των γεγονότων, τις σχέσεις τους με τους άλλους ήρωες κ.λπ. Συχνά οι μαθητές προβαίνουν οι ίδιοι σε επιλογή των ρόλων τους, διαλέγουν δηλαδή για τον εαυτό τους εκείνο το αντικείμενο από το σωρό που αντιστοιχεί στο λογοτεχνικό πρόσωπο της προτίμησής τους. Άλλοτε πάλι εκφράζουν την ανταπόκρισή τους με κίνητρο το «μαγικό εισιτήριο», κάποιο μικρό αντι­κείμενο που σχετίζεται με την αφηγηματική υπόθεση, το οποίο τους προ­σφέρεται διαδοχικά, ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να ταξιδέψουν στον κό­σμο του έργου και να επιλέξουν το ρόλο και τη δράση τους σε αυτόν, ακο­λουθώντας ή ανατρέποντας την πλοκή. Η τρίτη δραστηριότητα που απο­σκοπεί στην προσέγγιση των πεζών λογοτεχνικών κειμένων από τους μαθη­τές, αποκαλείται «οι άτακτες λέξεις». Σε καρτέλες που βρίσκονται σκορπι­σμένες στο χώρο έχουμε γράψει ορισμένες λέξεις, συνήθως ουσιαστικά ή επίθετα που αναφέρονται σε πρόσωπα ή καταστάσεις ενός συγκεκριμένου έργου. Αφού τα παιδιά αναζητήσουν τις λέξεις που έχουν «δραπετεύσει» από τις σελίδες του βιβλίου, τοποθετούνται ως προς την αφηγηματική υπό­θεση με επίκεντρο ή αφετηρία αυτήν που το καθένα τους ανακάλυψε.

Στην περίπτωση των ποιημάτων επιδιώκουμε ν’ αναδειχθεί η ιδιό­τητα του ποιητικού λόγου να δημιουργεί στην αναγνωστική αντίληψη απο­κλίνουσες παραστάσεις,[13] να κινητοποιεί τη φαντασία, αξιοποιώντας τις εμπειρίες, τις γνώσεις και τα χαρακτηριστικά μας. Στο παιχνίδι των «μαγι­κών εικόνων», αφού ολοκληρωθεί η ακρόαση των στίχων κατά την οποία τα παιδιά κάθονται αναπαυτικά στη μοκέτα, κρατώντας τα μάτια κλειστά, προκειμένου να παρακολουθήσουν απερίσπαστα ό,τι περιγράφει ο ποιητής, στη συνέχεια αναφέρονται στις διαφορετικές εικόνες που είδαν, καθώς άκουγαν τις ίδιες λέξεις. Έτσι προκύπτει η ποικιλία των αναγνώσεων, οι ανεξάντλητες ερμηνευτικές εκδοχές που επιτρέπει η ποίηση. Συχνά μάλιστα οι μαθητές αφηγούνται τις εντυπώσεις τους από το ποίημα, φορώντας τα «γυαλιά της Φαντασίας», ένα πολύχρωμο σκελετό γυαλιών που, επειδή όπως θεωρούν ανήκει στην κυρία Φαντασία, διευκολύνει να σχηματίζονται στην αντίληψή τους εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, πρωτότυπες εικόνες. Τέλος, προκειμένου τα παιδιά να αποδειχθούν ευφάνταστα εκφράζοντας την αντα­πόκρισή τους σε κάποιο ποιητικό κείμενο, επιχειρούν «βουτιές στον ωκεανό της Φαντασίας» ή αντίστοιχα «πτήσεις στον ουρανό της Φαντασίας». Κάθε μαθητής δηλαδή αναφέρεται στο ποίημα, ευρισκόμενος στο κεντρικότερο σημείο της αίθουσας, όπου έχουμε οριοθετήσει τον ωκεανό ή τον ουρανό της  Φαντασίας, με την τοποθέτηση διαφόρων πολύχρωμων υφασμάτων.

Πέρα από το γεγονός ότι όποιος ανταποκρίνεται στο έργο, τίθεται στο επίκεντρο της προσοχής ολόκληρης της σχολικής τάξης,[14] οι μαθητές εκφράζουν με ιδιαίτερη υπευθυνότητα την ανταπόκρισή τους, επειδή επι­πλέον αυτή καταγράφεται  από το δάσκαλο άμεσα, με ακρίβεια, προκειμέ­νου στη συνέχεια να δημοσιευτεί. Η βαρύτητα που ο ίδιος ο δάσκαλος απο­δίδει στον παιδικό λόγο, ενισχύοντας έτσι την υπευθυνότητα των μαθητών του και κατ’ επέκταση συνεισφέροντας στη σταδιακή αναβάθμιση της ποιό­τητας της σκέψης και έκφρασής τους, φανερώνεται επίσης από τις διευκρι­νιστικές ερωτήσεις που θέτει όταν διαπιστώνει ασάφειες ή ανακρίβειες στις αφηγήσεις τους,[15] από το ότι συχνά επαναλαμβάνει όσα έχει καταγράψει, ώστε να τους δώσει τη δυνατότητα να συμπληρώσουν ή να διορθώσουν το κείμενό τους, από το ειλικρινές «Ευχαριστώ» του όταν ολοκληρώνουν την ανταπόκρισή τους κ.λπ.

Η εξοικείωση των μαθητών με τα λογοτεχνικά έργα τα οποία προ­σεγγίζουμε  με κίνητρο τις παραπάνω παιγνιώδεις δραστηριότητες, αλλά και γενικότερα με το λογοτεχνικό φαινόμενο, η απόλαυση, η ευχαρίστηση που αισθάνονται στο πλαίσιο της εν λόγω διδασκαλίας των κειμένων, η καλλιέργεια της φαντασίας και της λεκτικής έκφρασής τους καθώς και η ψυ­χική και κοινωνική ωρίμασή τους, που προκύπτουν ως συνέπεια της ανα­γνωστικής εμπειρίας η οποία προσφέρεται στο σχολείο, μαρτυρούνται από ποικίλες εκδηλώσεις τους. Κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, στο πούλ­μαν και αλλού απαγγέλλουν ρυθμικά τον «Παπαγάλο» του Παπαντωνίου, τη «Σακαράκα» της Καρθαίου, ακόμη και την «Καταστροφή των Ψαρών» του Σολωμού. Με δική τους αποκλειστικά πρωτοβουλία εικονογραφούν αυ­τοσχέδια βιβλία που αναφέρονται στις αγαπημένες τους ιστορίες, δραματο­ποιούν αφηγηματικές σκηνές που τους έχουν συναρπάσει,  πλάθουν με πλαστελίνη τους δημοφιλέστερους ήρωες. Στο αποκριάτικο πάρτι του σχο­λείου συνδέουν τις μεταμφιέσεις τους με τα διάφορα λογοτεχνικά πρόσωπα, δηλώνουν για παράδειγμα ότι έχουν ντυθεί Τομ Τιριτόμ ή Ευτυχισμένο Σκιάχτρο, από τα βιβλία των Μπουλώτη και Σάντρα Χορν αντίστοιχα. Τις βροχερές μέρες αναρωτιούνται «γιατί το σύννεφο έβαλε τα κλάματα», υιο­θετώντας τον τίτλο του βιβλίου της Μαντούβαλου. Συχνά, δε, παίζουν με­ταξύ τους το μάθημα της Λογοτεχνίας με το συγκεκριμένο τρόπο που διε­ξάγεται στην τάξη μας. Κάποιος δηλαδή παρουσιάζει στους υπόλοιπους ένα ήδη γνωστό τους εικονογραφημένο βιβλίο ή ποίημα και στη συνέχεια τους προσφέρει διαδοχικά τα «γυαλιά της Φαντασίας», το «μαγικό εισιτήριο» κ.λπ. Αφού διατυπώσει τις γενικές ερωτήσεις που συνήθως γίνονται από το δάσκαλο – μιμούμενος μάλιστα με εξαιρετική πιστότητα τον τόνο και τη χροιά της φωνής του –, στη συνέχεια καταγράφει τις αποκρίσεις των συμ­μαθητών του, συμπληρώνοντας πάντα στο τέλος το όνομα του ερωτώμενου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όλοι όσοι εκφράζουν την ανταπόκρισή τους στο πλαίσιο του παραπάνω ελεύθερου παιχνιδιού, συμμετέχουν με την ίδια σοβαρότητα και προθυμία που εμφανίζουν και όταν η συγκεκριμένη δραστηριότητα πραγματοποιείται προγραμματισμένα ως μάθημα.

Καθώς με το πέρασμα του χρόνου οι μαθητές εξοικειώνονται όλο και περισσότερο με τη διαδικασία της λογοτεχνικής προσέγγισης, οι ερωτή­σεις που τίθενται από το δάσκαλο συνεχώς περιορίζονται, ενώ παράλληλα οι αφηγήσεις τους επεκτείνονται, εμπλουτίζονται, γίνονται σαφέστερες και πιο συγκροτημένες. Ιδιαίτερα ενθουσιώδεις εμφανίζονται οι αντιδράσεις των μαθητών για τα δημοσιευμένα κείμενά τους.[16]

Η ελεύθερη, αβίαστη έκφραση της αναγνωστικής ανταπόκρισης στη σχολική τάξη συνετέλεσε ιδιαίτερα στην ουσιαστική επικοινωνία και την ανάπτυξη ισχυρότατων δεσμών μεταξύ των μελών της μαθητικής κοινότη­τας, καθώς τα παιδιά αναφερόμενα στην αφηγηματική υπόθεση ως πρό­σωπα άμεσα συμμετέχοντα σε αυτήν, εκδηλώνουν τις επιθυμίες, τα συναι­σθήματα και τις σκέψεις τους, αποκαλύπτοντας τον εαυτό τους και ταυτό­χρονα ανακαλύπτοντάς τον και τα ίδια.[17]

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι σε κάθε περίπτωση που εφαρμόστηκε το παραπάνω πρόγραμμα διδασκαλίας της λογοτεχνίας, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ιδανικές συνθήκες. Ωστόσο τα ποικίλα προβλήματα ξεπεράστηκαν χάρη στην αποφασιστικότητα μαθητών και δασκάλου που από την πρώτη στιγμή απολάμβαναν τρομερά τη συμμετοχή τους στις δραστηριότητες αυ­τές.

Κλείνουμε με την παράθεση της ανταπόκρισης των παιδιών ενδει­κτικά σε δύο κείμενα, ένα σύγχρονο εικονογραφημένο βιβλίο που πραγμα­τεύεται κάποιο κοινωνικό ζήτημα  κι ένα παλαιότερο ποίημα το οποίο ανα­φέρεται στο φυσικό κόσμο. Στο βιβλίο της Ειρήνης Μάρρα «Ο Πολικός και η Μελένια» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), ένας αρκούδος από το Νότιο Πόλο και μια αρκούδα του δάσους ζουν μαζί με τα τέσσερα παιδιά τους στον παραθαλάσσιο τόπο όπου γνωρίστηκαν. Όμως την οικογενειακή  ευτυχία τους σκιάζει η έντονη νοσταλγία που ο καθένας τους νιώθει για τη μακρινή του πατρίδα. Τ’ αρ­κουδάκια, προκειμένου να δουν τους γονείς τους ευτυχισμένους, προτείνουν να επιστρέψουν και οι δύο στους τόπους καταγωγής τους, φροντίζοντας ωστόσο παράλληλα να βρεθούν τρόποι που θα διατηρήσουν ισχυρούς τους δεσμούς της οικογένειας. Στην πλειοψηφία τους οι μαθητές επέλεξαν να μη διασπαστεί η οικογένεια, αφού, όπως διαβεβαίωσαν, όλα τα μέλη της ήταν ικανά να ζήσουν μόνο στους πάγους ή μόνο στο δάσος. Λιγότεροι ήταν οι μαθητές που εμφάνισαν τα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα πρόθυμα να εναλλάσσουν κατά διαστήματα τον τόπο διαμονής τους, προκειμένου και ο Πολικός και η Μελένια να νιώθουν εξίσου ικανοποιημένοι. Ελάχιστα νήπια τέλος προτίμησαν οι ήρωες να ζήσουν μακριά από τους αγαπημένους τους, για να μην στερηθούν τις ανέσεις τους και να μην αλλά­ξουν τις συνήθειές τους.

Η Άννα, μιλώντας ως Νία, μικρότερο παιδί της αρκουδοοικογένειας, φαντάστηκε πως αυτόν τον καιρό, όπως κάθε Χειμώνα, βρίσκεται με τους γονείς της στον Πόλο. Η Μελένια φορά το παλτό της για να μην κρυώνει και έχει ζωγραφίσει λουλούδια, για να θυμάται το δάσος. Άλλωστε έχει κο­ντά της τη γιαγιά και τον παππού, που ήρθαν να γνωρίσουν τους πάγους. Την Άνοιξη θα ταξιδέψουν όλοι στο δάσος. Ο Πολικός υποφέρει εκεί, αλλά αντέχει, επειδή αγαπά τη γυναίκα του. Η Άρτεμη ανέφερε την εξής εκδοχή, υποδυόμενη τη Μελένια: «Βρισκό­μαστε στο δάσος όλη η οικογένεια. Δεν θα φύγουμε ποτέ από δω, γιατί εί­ναι ο τόπος μας. Ο άντρας μου πριν με γνωρίσει, είχε ταξιδέψει μια φορά στον Πόλο. Αργότερα, μας πήγε εκεί κι εμένα με τα παιδιά, για να δούμε τους πάγους. Το δάσος όμως αρέσει σε όλους μας καλύτερα». Ο Γιώργος αφηγείται ως Πολικός πως ζει μόνος στους πάγους, όπου περνά τον καιρό του ψαρεύοντας. Κάθε Σάββατο ταξιδεύει στο δάσος, για να δει την οικογένειά του. Παίρνει πάντα μαζί του και μερικά ψάρια, γιατί δεν μπορεί να φάει λαχανικά, όπως τρώει η Μελένια. Η γυναίκα του και τα παιδιά δεν έχουν γνωρίσει τον Πόλο, επειδή φοβούνται το κρύο. Έτσι ο Πολικός θα ζει μόνος, ώσπου να μεγαλώσει ο γιος του, ο Μελέ, που θα προτιμήσει να μείνει κοντά στον πατέρα του.

Στο «Αγροτικό» του Ζαχαρία Παπαντωνίουτο φεγγάρι φωτίζει διαδο­χικά διάφορα σημεία του χώρου σαν κινούμενος προβολέας, δημιουρ­γώντας ειδυλλιακές εικόνες. Καθώς εμφανίζεται στο ποίημα ως δρων πρόσωπο, επιτρέπεται στον αναγνώστη να ταυτιστεί μαζί του, ν’ αποκο­μίσει την εντύπωση ότι έρχεται ο ίδιος σε άμεση επαφή με το συγκεκρι­μένο αγροτικό τοπίο που περιγράφεται.

Στην πλειοψηφία των παιδικών αφηγήσεων το φεγγάρι προσωποποιού­μενο μπλέκεται σε απίστευτες περιπέτειες με άλλα ουράνια σώματα, άγρια ζώα κ.λπ. ή απλώς συντροφεύει τους μαθητές στον ύπνο, στο παι­χνίδι και σε ποικίλες άλλες δραστηριότητές τους. Ο Άγγελος βλέπει την αστυνομία ν’ απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει το φεγγάρι, που ετοιμάζεται να πέσει στο γκρεμό. Όμως το δίχτυ είναι μι­κρό και δεν καταφέρνει να το προστατέψει. Έπειτα το φεγγάρι γλιστρά και πέφτει μέσα στη θάλασσα, αλλά επειδή κρυώνει, γυρίζει πίσω στον ουρανό.  Ο Νίκος, επηρεασμένος προφανώς από τον τελευταίο στίχο, αφηγείται με τη σειρά του ότι ο σκύλος του γαβγίζει και δεν τον αφήνει να κοιμηθεί. Σηκώνεται λοιπόν από το κρεβάτι του και βλέ­πει στον ουρανό το φεγγάρι να έχει κολλήσει με τον ήλιο. Δεν είναι νύ­χτα ούτε όμως μέρα, έχει μισό φεγγάρι και μισό ήλιο, είναι  ηλιο­φέγ­γαρο.

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

  • Αποστολίδου Β., Πασχαλίδης Γ., Χοντολίδου Ε., «Η Λογοτεχνία στην Εκπαίδευση: Προϋποθέσεις για ένα νέο πρόγραμμα διδασκαλίας», Σύγχρονα Θέματα, τ. 57, 1995, σσ. 78-85.
  • Καλλέργης Η., Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.
  • Κάλφας Α., Ο Μαθητής ως Αναγνώστης. Λογοτεχνική θεωρία και διδακτική πράξη, Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 1993.
  • Κατσίκη-Γκίβαλου Α., Το Θαυμαστό Ταξίδι, Αθήνα, Πατάκης, 1995.
  • Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου Κ., «Η Ποίηση στο Νηπιαγωγείο», Η Παιδική Λογοτεχνία και το μικρό παιδί, Αθήνα, Καστανιώτης, 1988, σσ. 85-102.
  • Μπενέκος Α., Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Δίπτυχο, 1981.
  • Ποσλανιέκ Κ., Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα, μτφρ. Σ. Αθήνη, Αθήνα, Καστανιώτης, 1992.
  • Σπινκ Τ., Τα παιδιά ως αναγνώστες, μτφρ. Κ. Ντελόπουλος, Αθήνα, Καστανιώτης, 1990.
  • Τζιόβας Δ., Μετά την αισθητική: Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Γνώση, 1987.

Ξενόγλωσση

  • Booth W., The Rhetoric of Fiction, Middlesex, Penguin Books, 1987.
  • Culler J., Structuralist Poetics: Structuralism, Linguistics, and the Study of Literature, Ithaca, Cornell University Press, 1975.
  • Fish S., “Interpreting the Variorum”, Critical Inquiry 2, Spring 1976, The University of Chicago Press, σσ. 465-485.
  • Holland N., “Unity Identity Τext Self”, PMLA 90, v. 5, October 1975, σσ. 813-822.
  • Iser W., The Act of Reading. A theory of aesthetic response, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1991.
  • Iser W., The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fic­tion from Bunyan to Beckett, Baltimore and London, The Johns Hop­kins University Press, 1990.

Σημειώσεις

[1]     Iser W., The Act of Reading, Baltimore and London, The Johns Hopkins Uni­versity Press, 1991, σσ. 37, 118 – Iser W., The Implied Reader, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1990, σς. 55, 231, 280 – Booth W., The Rhetoric of Fiction, Middlesex, Penguin Books, 1987, σ. 136.

[2]     Iser W., The Implied Reader. ό.π., σ. 31.

[3]     Booth W., ό.π., σσ. 71, 79, 131, 396-398.

[4]     Iser W., ό.π., σ. 37 – Riffaterre M., “Describing Poetic Structures: The Ap­proaches to Baudelaire’s “Les Chats”, Reader-Response Criticism, επιμ. J. P. Tompkins, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1988, σσ. 38-39 – Κάλφας Α., Ο μαθητής ως ΑναγνώστηςΛογοτεχνική Θεωρία και Διδακτική Πράξη, Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 1993, σ. 40.

[5]     Fish S., «Interpreting the Variorum”, Reader – Response Criticism, ό.π., σσ. 167, 173, 176, 178 – Holland N., “Unity Identity Text Self”, Reader – Re­sponse Criticism, ό.π., σσ. 119, 123-126 – Τζιόβας Δ., Μετά την αισθητική: Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτε­χνίας, Αθήνα, Γνώση, 1987, σσ. 239, 246.

[6]     Για «φιλολογική ικανότητα» του αναγνώστη κάνει λόγο ο Culler (Culler J., “Literary Competence”, ReaderResponse Criticism, ό.π., σσ. 102, 109, 115).

[7]     Κατσίκη-Γκίβαλου Α., ό.π. σ. 69.

[8]     Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο 2ο Νηπιαγωγείο Μαγούλας κατά το σχολικό έτος 2000-2001 και στο 4ο Νηπιαγωγείο Ασπροπύργου για την επόμενη σχο­λική χρονιά, 2001-2002.

[9]     Κατσίκη-Γκίβαλου Α., ό.π., σ. 66.

[10]    Σπινκ Τ., Τα παιδιά ως αναγνώστες, μτφρ. Κ. Ντελόπουλος, Αθήνα, Καστα­νιώτης, 1990, σσ. 53-57.

[11]    Ποσλανιέκ Κ., Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα, μετφρ. Σ. Αθήνη, Αθήνα, Καστανιώτης, 1992, σσ. 75-79.

[12]    Για τη διαδικασία της ταύτισης βλ. Booth W. ό.π., σσ. 278-281, 378.

[13]    Η εικονοπλαστική δύναμη του ποιητικού λόγου, ιδιαίτερα όταν αυτός απευθύ­νεται κυρίως σε παιδιά, επισημαίνεται από τον ποιητή Τσουκόφσκι (Κουλου­μπή-Παπατετροπούλου Κ., «Η ποίηση στο Νηπιαγωγείο», Η Παιδική Λογοτε­χνία και το μικρό παιδί, Αθήνα, Καστανιώτης, 1988, σ. 93), τον Αντώνη Μπε­νέκο (Μπενέκος Α., Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ένας σταθμός στην Παιδική Λο­γοτεχνία, Αθήνα, Δίπτυχο, 1981, σσ. 109-166), τον Ηρακλή Εμμ. Καλλέργη (Καλλέργης Η., Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Καστανιώ­της, 1995, σσ. 22, 35), κ.ά.

[14]    Η τοποθέτηση του παιδιού-αναγνώστη στο κέντρο του ενδιαφέροντος, ο σεβα­σμός της ιδιαιτερότητάς του, η αναγνώριση του σημαντικού ρόλου που δια­δραματίζει στη λογοτεχνική επικοινωνία επισημαίνονται από την Άντα Κα­τσίκη-Γκίβαλου (Κατσίκη-Γκίβαλου Α., ό.π. σ. 70).

[15]    Ο δάσκαλος ενεργεί ως συντονιστής, «συνομιλητής», αντιμετωπίζει τους μα­θητές του ισότιμα (Αποστολίδου Β., Πασχαλίδης Γ. και Χοντολίδου Ε., «Η λογοτεχνία στην εκπαίδευση. Προϋποθέσεις για ένα νέο πρόγραμμα διδασκα­λίας», Σύγχρονα Θέματα, τ. 57, 1995, σ. 81).

[16]    Τα κείμενα δημοσιεύονται κυρίως στο περιοδικό Λαμπηδόνα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ασπροπύργου, όπου η πρόσβαση των παιδιών της περιο­χής είναι ιδιαίτερα εύκολη, με γενικό τίτλο «Τα παιδιά διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα».

[17]    Κατά τη λογοτεχνική ανάγνωση έχουμε την ευχέρεια να παρακολουθούμε τον εαυτό μας εμπλεκόμενο στα αφηγηματικά γεγονότα που βρίσκονται σε εξέ­λιξη, να τον παρατηρούμε ως δρων υποκείμενο (Iser W., The Act of Reading, ό.π., σσ. 128, 134).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το εξώφυλλο του τόμου των Πρακτικών του συνεδρίου.

ΓΛΣ 28α

ISBN 960-406-834-2

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε

Η ΑΝΑΓΝΩΣΗ – ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΩΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ (Δημοσιευμένο άρθρο)

Ελένη Α. Ηλία

Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Διαδρομές, τχ. 15, Φθινόπωρο 2004, σσ. 167-178.

Η λογοτεχνική ανάγνωση μαθητών κι εκπαιδευτικών και οι προτεινόμενες απ’ τους δεύτερους σχετικές διδακτικές δραστηριότητες που παρουσιάζονται στο παρόν δημοσίευμα, συνιστούν αποτέλεσμα της αντιμετώπισης της διδασκαλίας της λογοτεχνίας ως παιχνιδιού φαντασίας και μέσου έκφρασης της προσωπικότητας.

Ο Doubrovsky υιοθετεί τον παραλληλισμό της λογοτεχνικής διδασκαλίας με τεστ προβολής που γίνεται από τον Barthers και συσχετίζει το ρόλο του δασκάλου με αυτόν τον ψυχαναλυτή.[i] Η θέση αυτή δικαιολογείται από την ιδιότητα της λογοτεχνίας να συμβάλλει στην αυτογνωσία του αναγνώστη, καθώς, όπως ο Iser επισημαίνει, του παρέχει τη δυνατότητα να συνδυάζει την εμπλοκή με την αποστασιοποίηση, να παρακολουθεί δηλαδή τον εαυτό του ως δρων υποκείμενο[ii] ταυτιζόμενος με τα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα[iii]. Πρόκειται για ιδιότητα η οποία απορρέει από το στοιχείο της πολυσημίας που χαρακτηρίζει τα λογοτεχνικά έργα.[iv] Προκειμένου δε ο τρόπος διδασκαλίας της λογοτεχνίας να μην αντιβαίνει στη φύση της[v], θα στοχεύει να παρακινεί το μαθητή-αναγνώστη να «παίζει» με το κείμενο ώστε να το απολαμβάνει[vi] και ταυτόχρονα να αναπτύσσει τη δημιουργικότητά του[vii]. Ο εκπαιδευτικός συνεπώς, συμμετέχοντας ως διακριτικός συντονιστής και ισότιμος συνομιλητής σ’ αυτήν τη διαδικασία[viii], θα επιδιώξει να διευκολύνει κάθε μαθητή στην ελεύθερη αναζήτηση των στοιχείων που συνιστούν την υποκειμενικότητά του[ix] στη διεξαγωγή συμπερασμάτων αναλόγων του προσωπικού προβληματισμού του.[x] Ο Κριστιάν Ποσλανιέκ μάλιστα, προκειμένου οι δάσκαλοι να ενθαρρύνουν ποικιλότροπα τις διαφορετικές ερμηνευτικές εκδοχές των μελών μιας τάξης, προτείνει τη χρησιμοποίηση διαφόρων συγκεκριμένων εμψυχωτικών δραστηριοτήτων.[xi]

Το αποτέλεσμα μιας αντίστοιχης δραστηριότητας που επινοήσαμε κατά τη διδασκαλία ποιημάτων σε μαθητές νηπιακής ηλικίας, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουμε την καθολική συμμετοχή τους, παρουσιάζουμε στη συνέχεια. Αφού τα νήπια άκουγαν την απαγγελία των στίχων από το δάσκαλο, «βουτούσαν» διαδοχικά στον Ωκεανό της Φαντασίας[xii], ένα συγκεκριμένο σημείο της σχολικής αίθουσας όπου είχαμε απλώσει ποικίλα, πολύχρωμα υφάσματα, προκειμένου από τη θέση αυτή να εκφράσουν τις αναγνωστικές εντυπώσεις τους, απαντώντας στις ερωτήσεις που τους απεύθυνε ο δάσκαλος. Ο τελευταίος κατέγραφε με ακρίβεια τις παιδικές αποκρίσεις ενώ παράλληλα επεσήμαινε τις ασάφειες ή αντιφάσεις που εντόπιζε, ώστε ο μαθητής να προβεί σε διευκρινίσεις ή συμπληρώσεις.[xiii]

Εδώ παραθέτουμε ενδεικτικά την αναγνωστική ανταπόκριση μικρού μέρους νηπίων[xiv] εκφράστηκε στο πλαίσιο της παραπάνω δραστηριότητας αναφορικά με ποιήματα του Σολωμού, του Βιζυηνού, του Αθάνα και του Ρίτσου. Σχετικά με την επιλογή μας διευκρινίζουμε ότι δεν περιοριστήκαμε μόνο σε έργα που γράφτηκαν αποκλειστικά για το παιδικό αναγνωστικό κοινό, επειδή ακριβώς θεωρούμε σκόπιμο η καταλληλότητα των κειμένων να κρίνεται από το αποτέλεσμα κι όχι από την πρόθεση του δημιουργού[xv], όπως συνήθως συμβαίνει.

Ξεκινάμε με το ποίημα «Η Ξανθούλα» του Δ. Σολωμού, όπου αποδίδεται η αναχώρηση μιας κοπέλας για την ξενιτιά, με έμφαση στα ποικίλα συναισθήματα που προκαλεί στους φίλους ο αποχωρισμός. Ο ποιητής συνιστά έναν τυχαίο παρατηρητή που συγκινείται από τη σκηνή του αποχωρισμού, από τα συναισθήματα των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτήν.

Τη φόρτιση του ποιητή μοιράζεται και ο αναγνώστης, όπως άλλωστε μαρτυρεί η διάδοση της Ξανθούλας ως τραγουδιού του Νικολάου Μάντζαρου, η οποία δεν περιορίστηκε στους Ζακυνθινούς κανταδόρους της τότε εποχής[xvi] αλλά συνεχίζεται και ως τις μέρες μας.

Ενδεικτικά αναφέρω τη σκηνή από το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελλά «Διονύσιο Σολωμός» (εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 1998), όπου η καθηγήτρια Χριστίνα παίζει στην κιθάρα και τραγουδά μαζί με τις μαθήτριές της την Ξανθούλα, προκαλώντας ευχάριστη αναστάτωση σε ολόκληρο το σχολείο.

Σύμφωνα με μία μικρή μαθήτρια όταν οι φίλες της Ξανθούλας με τα παιδιά τους φτάνουν στην αποβάθρα, δεν την προλαβαίνουν κι αρκούνται ν’ ατενίσουν τη βάρκα της που απομακρύνεται. Η κοπέλα πριν ξεκινήσει, τις περίμενε μάταια για πολλή ώρα στη βροχή, κρατώντας την πολύχρωμη ομπρέλα της. Άλλος μαθητής φαντάζεται τον εαυτό του μες στη νύχτα μόνο στη βάρκα του που πλέει στ’ ανοιχτά. Από ‘κει βλέπει ψηλά τα φώτα του αεροπλάνου, με το οποίο η Ξανθούλα ταξιδεύει για το εξωτερικό, όπου θα περάσει τις διακοπές της. Προτίμησε να φύγει νύχτα, για να μην το αντιληφθούν οι φίλοι της και στενοχωρηθούν.

Στο ποίημα του Γ. Βιζυηνού «Αρχιτέκτων» ένα μικρό παιδί περιγράφει μ’ ενθουσιασμό τις κατασκευές του με παιδαγωγικό υλικό. Εδώ αποδίδεται αποτελεσματικότατα ο πρωταρχικός ρόλος της παιδικής φαντασίας, καθώς και η εξαιρετικά εφήμερη φύση των κατασκευών του μικρού «Αρχιτέκτονα». Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει αβίαστα η βασική ιδιότητα του παιχνιδιού, που έγκειται στην απόλαυση, τη χαρά που προκαλεί, χωρίς να προσφέρει κανένα υλικό αποτέλεσμα[xvii]. Ως συνέπεια αυτής της διαχρονικά ουσιαστικής προσέγγισης, το παραπάνω ποίημα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα, τις εμπειρίες και τις ανάγκες των σύγχρονων παιδιών-αναγνωστών[xviii], όπως μαρτυρούν άλλωστε και οι παρακάτω εμπειρίες μας από τη διδασκαλία του στο Νηπιαγωγείο.

Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά την ανάγνωσή του, υπερδιπλασιάστηκε ο αριθμός όσων μαθητών επέλεγαν καθημερινά ν’ ασχοληθούν με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και παράλληλα αυξήθηκε ο χρόνος που διέθεταν σε αυτήν. Η θετική όσο και μεγάλη εντύπωση που προξένησε στα νήπια το ποίημα διαφαίνεται και από τις ζωγραφιές τους, οι οποίες για αρκετές μέρες απεικόνιζαν ποικίλες κατασκευές με πολύχρωμα τουβλάκια.

Ένα αγόρι φαντάζεται πως ο Θεούλης πηγαίνει να εγκατασταθεί στον πύργο που έχουν φτιάξει τα παιδιά με πολύχρωμα τουβλάκια στο δάσος. Όταν ο Θεός αποκοιμιέται, τα παιδάκια που περίμεναν κρυμμένα στα χορτάρια, μπαίνουν στον πύργο, για να τον δουν από κοντά. Συμμαθητής του παραπάνω νηπίου αναφέρει ότι το ασχημόπαπο του παραμυθιού του Άντερσεν μόλις βγαίνει από το αυγό του, προσπαθεί να παίξει μόνο του, επειδή δεν υπάρχει κανένας κοντά του να το βοηθήσει. Όμως δεν καταφέρνει να χτίσει τίποτα.

Συνεχίζουμε με το ποίημα του Γ. Αθάνα «Ο μικρός Χριστός», όπου αποδίδονται οι εντυπώσεις ενός μικρού παιδιού από τον ασπασμό της εικόνας της Θεοτόκου. Το παιδί που εκφράζεται σε α’ ενικό πρόσωπο, αναφέρεται στην γλυκιά γεύση που αφήνει στα χείλη του το φιλί στην Παναγιά και στη φανταστική «επικοινωνία» του με το μικρό Ιησού, ο οποίος του εκμυστηρεύεται την επιθυμία του να παίξει με συνομηλίκους του και το φόβο του απέναντι στον παπά. Έτσι ο ποιητής επιτυγχάνει να προσεγγίσει το θρησκευτικό θέμα του με βάση την παιδική οπτική και αντιληπτικότητα, καθιστώντας το κατά συνέπεια ελκυστικό για τους μικρούς αναγνώστες, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο, αν αναλογιστούμε σχετικά κείμενα συναδέρφων του, στα οποία κυριαρχεί ο διδακτισμός[xix].

Ένα νήπιο στο άκουσμα των στίχων αναφέρεται στη βάφτιση του μικρού Χριστού που γίνεται σε κολυμπήθρα, με νονούς τα ίδια τα παιδιά και καλεσμένους τους συμμαθητές τους. Άλλο κοριτσάκι της τάξης φαντάζεται ότι όπως έπαιζαν τα παιδιά στο περιβόλι, τα επισκέφτηκαν ο Χριστός με τη μητέρα του κι τους χάρισαν ψεύτικα αγγελάκια για να προσεύχονται. Τα παιδιά με τη σειρά τους, τους κέρασαν σταφύλια.

Ολοκληρώνουμε την πρώτη αυτή ενότητα όπου παρατίθεται η παιδική αναγνωστική ανταπόκριση, με δύο από τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» του Γιάννη Ρίτσου με κοινό θέμα, που παρουσιάστηκαν διαδοχικά. Πρόκειται για τα «κουβέντα’ ένα λουλούδι» και «Το κυκλάμινο». Η μικρή του έκταση και ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος τους δικαιολογούν απόλυτα το χαρακτηρισμό «λιανοτράγουδα» του τίτλου. Έγιναν και παραμένουν μάλιστα ιδιαίτερα δημοφιλή ως τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη.

Κάποια μαθήτρια αφηγείται ότι φαντάζεται να κόβει τα κυκλάμινα από τη γλάστρα και να τα παίρνει στο δωμάτιό της, για να τα προστατέψει από πολύ δυνατή βροχή. Όταν η μπόρα περνά, βγαίνει περίπατο με τη φίλη της, φορώντας τα κυκλάμινα στ’ αυτιά τους, για να δείχνουν ομορφότερες. Σύμφωνα με άλλο νήπιο, το Κυκλάμινο είναι ένα μικρό κοριτσάκι με φούξια φουστίτσα, που νιώθει πολύ λυπημένο επειδή οι γονείς του βρίσκονται μακριά του. Στην τελευταία σχετική αφήγηση αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Κοιτάζουμε τον ήλιο μαζί με τη φίλη μου. Τότε βγαίνει και το φεγγάρι για να μας τρομάξει. Πηδάμε μέσα στη θάλασσα από το φόβο μας. Από εκεί βλέπουμε το κυκλάμινο να σκαρφαλώνει στη σκάλα του ήλιου, για να τον φτάσει. Ύστερα σκαρφαλώνουμε πίσω του κι εμείς, για να το κατεβάσουμε και να το δώσουμε στη μαμά μου».

Θα παραμείνουμε στην ποίηση του Ρίτσου, παραθέτοντας την αναγνωστική ανταπόκριση νηπιαγωγών αυτή τη φορά, η οποία προέκυψε από ανάλογη εμψυχωτική διαδικασία, όπου πραγματοποιήσαμε κατά την παρουσίαση του ΧΧV ποιήματος[xx] από τη συλλογή «Παιχνίδια τα’ ουρανού και του νερού» (εκδ. Κέδρος). Στο πλαίσιο της διδασκαλίας μας σε «εικονική» τάξη[xxi] οι νηπιαγωγοί αφού άκουσαν την απαγγελία των στίχων κρατώντας τα μάτια τους κλειστά, ώστε να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα η εικονοπλαστική δύναμη του ποιητικού λόγου[xxii], φόρεσαν τα «γυαλιά της Φαντασίας»[xxiii], ένα πολύχρωμο σκελετό γυαλιών, που χρησιμοποιούμε για να παρακινούνται τα νήπια να διατυπώνουν τις εντυπώσεις τους αναφορικά με το ποίημα. Όπως προκύπτει από την καταγραφή της ανταπόκρισης των νηπιαγωγών που ακολουθεί, η επιδίωξη να διαφανεί η απόλαυση που προκαλούν αυτού του τύπου οι διδακτικές προσεγγίσεις, ώστε οι εκπαιδευτικοί να ενθαρρύνονται να τις επιλέξουν, προφανώς στην περίπτωσή τους επετεύχθη.

Μία νηπιαγωγός στο άκουσμα των στίχων φαντάζεται έναν αδέσποτο γάτο που κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν να τον πάρουν στο σπίτι τους. Όμως εκείνος προτιμά την ελευθερία. Θα τον προστατέψει μια νεράιδα φίλη του, την οποία παρακολουθεί να μαγειρεύει καθισμένη πάνω σ’ ένα κομμάτι απ’ το φεγγάρι. Άλλη νηπιαγωγός αναφέρει πως στο ποίημα μιλά ένα μικρό παιδάκι, απευθυνόμενο σους φίλους του, που το τραβολογούν για να τους ακολουθήσει, επειδή φοβούνται ότι μόνο του έξω θα κινδυνέψει. Εκείνοι δεν μπορούν να δουν αυτό που βλέπει το αγόρι, δηλαδή μια νεράιδα, η οποία παρουσιάζεται συστηματικά σε μερικούς ανθρώπους και τους πλανεύει. Η δύναμή της είναι ακατανίκητη, οπότε και το συγκεκριμένο παιδί θα μείνει κοντά της και θα γνωρίσει ένα νέο τρόπο ζωής. Στην επόμενη αφήγηση νηπιαγωγού εμφανίζεται ένα μικρό αγόρι να αρνείται να επιτρέψει στο σπίτι του ενώ σουρουπώνει, για να μην φάει ρεβίθια που δεν του αρέσουν. Έχει σταματήσει και κοιτάζει μια νεράιδα πάνω στο δέντρο, που μαγειρεύει κάποιο φαγητό το οποίο μυρίζει πολύ όμορφα. Εκείνη όμως δεν του δίνει να φάει. Έτσι το παιδάκι αναγκάζεται να πάει σπίτι, όπου του ετοιμάζουν πατάτες τηγανητές.

Συνεχίζουμε, παρουσιάζοντας διάφορες παρεμφερείς εμψυχωτικές δραστηριότητες, που προτάθηκαν από τους ίδιους τους δασκάλους[xxiv] αναφορικά με επιλεγμένα από εκείνους ποιητικά ή πεζά κείμενα, για να διευκολύνουν τους μαθητές τους να εκφράσουν την προσωπική τους αναγνωστική ανταπόκριση. Μέσα από τις δραστηριότητες που οι εκπαιδευτικοί επινόησαν, διαφαίνεται αφενός η διάθεσή τους ν’ αντιμετωπίσουν θετικά την πρόκληση που συνιστά η θεώρηση της λογοτεχνικής διδασκαλίας ως μέσου έκφρασης της προσωπικότητάς τους. Αφετέρου πέρα από την προθυμία τους, εντυπωσιάζουν με την πρωτοτυπία, την ευρηματικότητα, τη δημιουργικότητα, τη συγκρότηση που χαρακτηρίζουν τη συμμετοχή τους.

Για τη διδασκαλία του ποιήματος «Τρελή νυχτιά»[xxv] της Ελένης Xωρεάνθη που επέλεξε μια δασκάλα, πρότεινε πριν από την ανάγνωσή του ν’ αναφερθεί μόνον ο τίτλος και να ερωτηθούν οι μαθητές πώς φαντάζονται οι ίδιοι μια «τρελή νυχτιά». Επίσης, προκειμένου να κινητοποιηθεί περαιτέρω η παιδική φαντασία, σκέφτηκε να καλέσει τους μικρούς αναγνώστες να προσωποποιήσουν τα ουσιαστικά του ποιήματος που σχετίζονται με το φυσικό κόσμο και να δημιουργήσουν διαλόγους με αυτά. Αντίστοιχους διαλόγους ανάμεσα στην Άνοιξη και τα πλάσματα της φύσης και δραματοποίησή τους, περιλαμβάνει επίσης άλλη πρόταση διδασκαλίας του ποιήματος του Τέλλου Άγρα «Η άνοιξη περαστικιά…»[xxvi]. Προκειμένου δε τα παιδιά να εκφράσουν με άνεση προσωπικά του βιώματα και συναισθήματα για τη συγκεκριμένη εποχή, προσκαλούνται σε μια πραγματική ή φανταστική εξόρμηση στη φύση, για να συλλέξουν «χρώματα και μυρουδιές». Ολοκληρώνουμε με τις περιπτώσεις ποιημάτων που επελέγησαν, παρουσιάζοντας τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες οι οποίες προτείνονται για ένα απόσπασμα από τον Πρόλογο του έργου του Βάρναλη «Το φως που καίε», που απευθύνεται στη θάλασσα[xxvii]. Οι μαθητές αναζητούν τις θαλασσινές εικόνες που διακρίνονται στους στίχους και δραματοποιούν τα διάφορα πρόσωπα της θάλασσας. Επίσης με αφετηρία τις εμπειρίες τους αναφορικά με τα ταξίδια, θα επιχειρήσουν αλλεπάλληλα ταξίδια φαντασίας.

Συνεχίζοντας με πεζά κείμενα, θα σταθούμε στο παραμύθι της Γαλάτεια Καζαντζάκη «Το άσχημο βασιλόπουλο»[xxviii]  που περιλαμβάνεται στο σχολικό ανθολόγιο για την Α’ και Β’ Δημοτικού. Η ομάδα των δασκάλων που το επέλεξε, πρότεινε τη χρησιμοποίηση ενός κανονικού και ενός «μαγικού» καθρέφτη που θ’ αντικατοπτρίζουν το βασιλόπουλο άσχημο, όπως είναι στην πραγματικότητα, κι όμορφο όπως το βλέπουν οι γύρω του επειδή το αγαπούν, αντίστοιχα. Οι μαθητές θα κληθούν είτε να περιγράψουν λεκτικά είτε να ζωγραφίσουν τα δύο είδωλα του συγκεκριμένου ήρωα. Παρεμφερής είναι η πρόταση διδασκαλίας και της ομάδας των εκπαιδευτικών που ασχολήθηκε με το κείμενο της Άννας Γκέρτσου-Σαρρή που παρατίθεται στο α’ μέρος του σχολικού βιβλίου «Η Γλώσσα μου» της Β’ Δημοτικού με τον τίτλο «Ο ουρανός»[xxix]. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, μ’ ένα μαγικό ραβδί που θ’ αποκτούσε ο ήρωας-αφηγητής, θα μπορούσε να μεταμορφώσει όχι μόνο το γκρίζο ουρανό της πόλης αλλά κι οτιδήποτε άλλο τον ενοχλεί. Καθώς συνεπώς οι μικροί μαθητές θ’ αποφασίζουν πως το παιδί του κειμένου θα χρησιμοποιούσε το ραβδάκι, θα έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τις προσωπικές τους σκέψεις και προτιμήσεις για το περιβάλλον που ζουν.

Θα ολοκληρώσουμε αυτό το μέρος του άρθρου με κάποιο απόσπασμα από το έργο «Σπίτι δίχως αυλή» της ίδιας συγγραφέως (εκδ. Κέδρος) που αρκετοί δάσκαλοι το επέλεξαν μεταξύ όσων κειμένων διδάχθηκαν, προκειμένου να παρουσιάσουν τρόπους επεξεργασίας του. Στο σύνολό τους αξιοποίησαν την αντίθεση ανάμεσα στην προηγούμενη ζωή της οικογένειας των ηρώων στο χωριό και στην τωρινή ζωή τους στην πόλη, όπως η αντίθεση αυτή προκύπτει από τη δυσκολία τους να προσαρμοστούν στις συνθήκες που επικρατούν στη δεύτερη. Τα προβλήματα προσαρμογής που το μέγεθός τους αυξάνεται ανάλογα με την ηλικία των αφηγηματικών προσώπων, διαφαίνονται στους διαλόγους τόσο των δύο κοριτσιών όσο και του παππού που με τη γειτόνισσα καθώς και στον έκδηλο σαρκασμό της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, όπου εστιάζονται οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Αναλυτικότερα, αναφέρεται πως οι μαθητές θα μπορούσαν να συνδυάσουν την ανάγνωση του συγκεκριμένου αποσπάσματος με τη συλλογή χαρακτηριστικών εικόνων από τη ζωή στην πόλη και στο χωριό ή να ζωγραφίσουν οι ίδιοι χωρισμένοι σε δύο ομάδες σκηνές από τη διαβίωση των τεσσάρων αφηγηματικών προσώπων που εμφανίζονται εδώ στην πόλη κι από την προηγούμενη εμπειρία της διαμονής τους στο χωριό.

Αντίστοιχα, προτείνεται δραματοποίηση των αφηγηματικών εικόνων του αποσπάσματος αλλά και της ζωής της οικογένειας στο χωριό, όπως οι μαθητές την φαντάζονται. Επίσης, παντομίμα με άξονα τις αντιτιθέμενες έννοιες που χαρακτηρίζουν την πόλη και το χωριό, όπως μοναξιά-φιλία, καυσαέριο («μπόχα», όπως αναφέρεται επανειλημμένα από τον παππού) – καθαρή ατμόσφαιρα, έλλειψη χώρου – άνεση χώρου κ.λπ.

Αναφορικά δε με το «Αθηναίικο κρυφτό», όπως ειρωνικά αποκαλείται από τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή το ιδιότυπο εξ αποστάσεως παιχνίδι της μικρότερης αδερφής του με τη συνομήλική της γειτονοπούλα, θα μπορούσε να επιδιωχθεί οι μαθητές να παίξουν το συγκεκριμένο παιχνίδι μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας κι έξω στην αυλή του σχολείου. Στη συνέχεια θ’ ανταλλάξουν τις εμπειρίες τους για τις δύο διαφορετικές περιπτώσεις που αντιστοιχούν κατά κάποιο τρόπο στις συνθήκες παιχνιδιού στην πόλη και στο χωριό. Επιπλέον προτάθηκε οι μαθητές να κληθούν να επινοήσουν και να δοκιμάσουν παιχνίδια που παίζονται από απόσταση, στο πλαίσιο της προθυμία και των προσπαθειών της μικρής ηρωίδας να προσαρμοστεί στην πρωτεύουσα. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρόταση οι μαθητές να γράψουν ένα γράμμα που το κοριτσάκι της οικογένειας θα απεύθυνε σε κάποιο παιδί απ’ τη νέα του γειτονιά, προκειμένου να γνωριστεί καλύτερα μαζί του.

Σε σχέση δε με τη θυμωμένη αντίδραση της γειτόνισσας στην επιλογή του παππού να περνά τον καιρό του καθισμένος στην είσοδο της πολυκατοικίας αντί για το μπαλκόνι του διαμερίσματος απ’ όπου δεν έχει θέα στο δρόμο, επιλέγεται να τοποθετηθεί μια καρέκλα σε κεντρικό σημείο της αίθουσας, όπου θα καθίσει ο μαθητής που θα υποδυθεί τον παππού, προκειμένου ν’ ακολουθήσει διάλογός του με συμμαθήτριά του που θα παίξει το ρόλο της γειτόνισσας. Μέσα από τον αυτοσχεδιασμό των δύο παιδιών θα εκφραστεί η ανταπόκρισή τους στο κείμενο, η αναγνωστική στάση τους απέναντι στους εν λόγω αφηγηματικούς χαρακτήρες. Οι προτάσεις των δασκάλων για το «Σπίτι δίχως αυλή» συμπληρώνονται με τη δυνατότητα οι μαθητές ς να διατυπώσουν τη δική τους εκδοχή για το τέλος του έργου ή να γράψουν τις εντυπώσεις του αυτοδιηγηματικού αφηγητή στην περίπτωση που με την οικογένειά του θα είχαν μετακομίσει στην «ιδανική» πόλη.

Όπως γίνεται αντιληπτό απ’ όλα τα παραπάνω, η ανάγνωση και η διδασκαλία της λογοτεχνίας, θεωρούμενη ως παιχνίδι φαντασίας, που επιτρέπει εκφράζονται ελεύθερα οι εντυπώσεις μας αντί να επιδιώκεται ν’ ανακαλυφθεί ή ακόμα και να επιβλεφθεί η μία και μόνη ορθή ερμηνευτική εκδοχή που κάποιος – δημιουργός ή κριτικός – παρουσιάζει, προσφέρει χαρά και απόλαυση σε μαθητές και δασκάλους.

Αναπτύσσει τη δημιουργικότητα και παράλληλα συνιστά έκφραση της προσωπικότητας όλων των συμμετεχόντων στη διδασκαλία της.

Σημειώσεις

[i]     Serge Doubrovsky, “H άποψη του καθηγητή», Συνέδριο του Σεριζί: Η διδασκαλία της λογοτεχνίας, μετφρ. Ι.Ν. βασιλαράκης, εκδ. Επικαιρότητα,  23, 25.

[ii]    Iser W., The Act of Reading. A theory of Aesthetic: Response, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1991,  128, 134.

[iii]    Για τη διαδικασία της ταύτισης βλ. W.C. Booth, The Rhetoric of Fiction, Middlesex, Penguin Books, 1987,  278-281, 378.

[iv]   Ο Μ. Riffaterre διευκρινίζει ότι η ερμηνεία του λογοτεχνικού έργου δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαλύσει την αμφιλογία που ενυπάρχει στη λογοτεχνική γραφή, εφόσον όλες οι λέξεις είναι πολυσημικές («Η εξήγηση των λογοτεχνικών φαινομένων», Συνέδριο του Σερεζί: Η διδασκαλία της λογοτεχνίας, ό.π., σ. 145). Αντίστοιχα στο ίδιο συνέδριο ο Roland Barthes κάνει λόγο για την ανάγκη αναγνώρισης των δικαιωμάτων της πολυσημίας στη διδασκαλία της λογοτεχνίας («Σκέψεις πάνω σ’ ένα εγχειρίδιο», ό.π., σ. 82. ενώ και ο J. Alter υποστηρίζει ότι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει οποιοσδήποτε συγγραφέας έγκειται ακριβώς στη δυνατότητα του έργου του να εμπνεύσει διαφορετικές ερμηνείες («Προς τι η διδασκαλία της λογοτεχνίας;», ό.π., σ. 72).

[v]    Αυτό που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία είναι η δημιουργικότητα του αναγνωστικού ρόλου, η οποία προκαλεί την αίσθηση του προσωπικού βιώματος και κατ’ επέκταση την απόλαυση (W. Iser, The Implied reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckette, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1990,  38-39, 44-45, 104, 233).

[vi]   Gilbert Lascanlt, «Ο πλάγιος δρόμος», Συνέδριο του Σεριζί: Η διδασκαλία της λογοτεχνίας, ό.π.,  133-134.

[vii]   Ο Gerard Mace επισημαίνει ότι η ανάπτυξη της δημιουργικότητας των μαθητών μέσα από τη σύγχρονη ποίηση συνιστά έναν από τους ουσιαστικότερους στόχους του μαθήματος της γλώσσας («Να διδάξουμε την ποίηση για να ξαναμάθουμε στους μαθητές ανάγνωση», ό.π. σ. 196).

[viii] Αποστολίδου Β., Πασχαλίδης Γ. και Χοντολίδου Ε., «Η Λογοτεχνία στην Εκπαίδευση: Προϋποθέσεις για ένα νέο πρόγραμμα διδασκαλίας», Σύγχρονα Θέματα, τ. 57, 1995,  78-89.

[ix]   Nodelman P., The Pleasures of Children’s Literature, εκδ. Longman, London 1992,  138-139.

[x]    Jean Verrier, «Ανάγνωση μυθιστορημάτων», Συνέδριο του Σεριζί: Η διδασκαλία της λογοτεχνίας, ό.π., σ. 187.

[xi]   Κρ. Ποσλανιέκ, Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα, μτφρ. Στ. Αθήνη, εκδ. Καστανιώτη, 1992, σ. 18.

[xii]   Για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα βλ. το άρθρο μου «Ο Ωκεανός της Φαντασίας στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου 2003» στο περιοδικό Λαμπηδόνα του Πνευμ. Κέντρου Δήμου Ασπροπύργου, τχ. 28, Ιανουάριος-Μάρτιος 2003, σ. 30.

[xiii] Ενδιαφέρουσα για το ρόλο του νηπιαγωγού στη δημιουργία κειμένων από τα νήπια είναι η έρευνα των Marina Pascucci και Franca Rossi που έχει δημοσιευτεί με τον τίτλο «Όχι μόνο γραφέας» στο περιοδικό Γέφυρες, τχ. 6, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2002,  16-23.

[xiv]  Πρόκειται για τους μαθητές που φοίτησαν στο 4ο Νηπιαγωγείο Ασπροπύργου κατά το σχολικό έτος 2002-2003.

[xv]   Η τακτική να διαχωρίζονται τα κείμενα της Παιδικής Λογοτεχνίας αποκλειστικά με βάση το στόχο των συγγραφέων τους και των εκδοτών τους να απευθυνθούν τα παιδιά, έχει αποτέλεσμα να εξισώνονται στην αντίληψη των νεαρών αναγνωστών, καθώς και των εκπαιδευτικών και των λοιπών ενηλίκων που τα επιλέγουν για παιδικά αναγνώσματα, εξαιρετικά κείμενα με άλλα που είναι απαράδεκτα. Έτσι δημιουργείται έντονη προκατάληψη απέναντι στην Παιδική Λογοτεχνία, όπως διαφαίνεται στις παρακάτω περιπτώσεις που ενδεικτικά παραθέτω. Εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας, επιχειρώντας να χαρακτηρίσει ένα κακογραμμένο μη λογοτεχνικό βιβλίο που απευθυνόταν σε ενηλίκους χρησιμοποίησε την έκφραση: «Αυτό είναι παιδική λογοτεχνία». Συνάδερφός του, προκειμένου να εξάρει την αφηγηματική δεξιοτεχνία κάποιου συγγραφέα, διευκρινίζει ότι η ένταξη των έργων του στο χώρο της Παιδικής Λογοτεχνίας είναι ασυμβίβαστη με την υψηλή ποιότητά τους. Εκπαιδευτικός παιδαγωγικού τμήματος διδάσκει ότι οι συγγραφείς που ασχολούνται με την Παιδική Λογοτεχνία δεν είναι αρκετά ικανοί, για να γράψουν κείμενα για ενήλικους αναγνώστες. Άλλωστε διεθνώς τα παιδικά λογοτεχνικά έργα δεν απασχολούν τους επιστήμονες για τη λογοτεχνικότητά τους αλλά για την παιδαγωγική τους διάσταση, οπότε δεν συνιστούν αντικείμενο μελέτης των φιλολογικών παρά των παιδαγωγικών τμημάτων, όπως η Αλεξάνδρα Ζερβού επισημαίνει στο βιβλίο της Λογοκρισία και Αντιστάσεις στα κείμενα των παιδιών μας χρόνων, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 31996,  25-26. Θα ήταν συνεπώς σκόπιμο να υπενθυμίζουμε ότι η παιδαγωγική αξία όλων ανεξαιρέτως των λογοτεχνημάτων απορρέει από τα κατεξοχήν αφηγηματικά χαρακτηριστικά τους. Οποιοδήποτε λοιπόν έργο αν δεν έχει λογοτεχνική αξία, δεν μπορεί να έχει ούτε παιδαγωγική αξία, με άλλα λόγια, στο βαθμό που είναι αξιόλογο έργο τέχνης συνιστά και αποτελεσματικό μέσο αγωγής.

[xvi] Σύμφωνα με τον Ερατοσθένη Καψωμένο το συγκεκριμένο γεγονός ερμηνεύεται ως ενσωμάτωση του ποιητή στην τοπική παράδοση πολύ πριν αναγνωριστεί ως εθνικός.

(Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος, Ο Σολωμός και η Ελληνική Πολιτισμική Παράδοση, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1998, σ. 11).

[xvii] Ο ορισμός του παιχνιδιού που παραθέτει ο Ποσλανιέκ (ό.π., σ. 75) διατυπώθηκε από τον Johan Huizinga στο έργο του «Ο άνθρωπος και το παιχνίδι» που τα ελληνικά κυκλοφορεί σε μετάφραση Στέφανου Ροζάνη – Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου από τις εκδόσεις Γνώση (1989).

[xviii] Με το σκεπτικό αυτό ο «Αρχιτέκτων» έχει περιληφθεί στο βιβλίο «Γεώργιος Βιζυηνός. Ποιήματα για παιδιά» που κυκλοφόρησε το 1996 από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Την επιλογή των ποιημάτων έκανε η συγγραφέας Μάρω Δούκα.

[xix] Ο Δημήτρης Γιάκος, επιχειρώντας συγκρίσεις, παλαιότερων και νεότερων ποιητών, αντιπαραθέτει το συγκεκριμένο ποίημα του Αθάνα στη θρησκοληψία και διδακτικότητα του Βιζυηνού (Ιστορία της Ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1993, σ. 94).

[xx]   Το παραθέτουμε:

Βρε παιδιά μου αφήστε με –

Μην τραβάτε το σακάκι μου

Και τα χέρια μου,

Δε γυρνάω εγώ στο σπίτι.

 

Μια νεράιδα στα καλάμια,

Μια λάμια,

Κόβει το φεγγάρι

Πάνω στ’ άσπρο γόνα της

Να δειπνήσουμε.

 

Κάτου απ’ τα ψηλά πλατάνια,

Με των άστρων το λαρδί

Τηγανίζει λουλουδάκια.

Άλλο σπίτι εγώ δεν έχω,

Απ’ τον κόσμο τον φαρδύ.

 

Αφήστε με.

 

[xxi] Η διδασκαλία αυτή πραγματοποιήθηκε στο 3ο Π.Ε.Κ. Αθήνας το Φεβρουάριο του 2004 κατά τη Β’ φάση της εισαγωγικής επιμόρφωσης νεοδιόριστων νηπιαγωγών.

[xxii] Βλ. σχετικά Μπενέκου Α., Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία, Εκδ. Δίπτυχο, 1981,  121-122 και Καλλέργη Ηρακλή Εμμ., Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία , εκδ. Καστανιώτη, 1995,  22-35.

[xxiii] Σχετικά με την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας με νήπια βλ. το άρθρο μου «Τα παιδιά διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα» στα τεύχη 23, 24, 25 και 26 του περιοδικού Λαμπηδόνα.

[xxiv] Πρόκειται για εκπαιδευτικούς των τμημάτων Β15, Β16 και Α11 που διδάχθηκαν το μάθημα Παιδική Λογοτεχνία το καλοκαίρι του 2003 στο Κέντρο της Αργυρούπολης, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ακαδημαϊκής Αναβάθμισης Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης» του Π.Τ.Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και για δασκάλους των Α’ και Β’ τάξεων της 47ης Περιφέρειας Αθηνών κατά το διδακτικό έτος 2003-2004, οι οποίοι συμμετείχαν σε παιδαγωγική σύσκεψη που οργάνωσε ο σύμβουλός τους Παναγιώτης Γ. Ράπτης τον Ιανουάριο του 2004.

[xxv] Το ποίημα έχει ως εξής:

Με τούτη την αστροφεγγιάΘε μου, τρελάθηκε η νυχτιά.

Κάτω απ’ το ξύλινο μπαλκόνι

Έχει δειπνήσει το τριζόνι

Και τα παιδιά της γειτονιάςΞεμυαλιστήκανε μεμιάς

Και στο πλακόστρωτο τα’ αλώνι

Μαζώχτηκαν και δεν τους σώνει*.

Μέσα στης λίμνης τα νεράΠέφτουν τ’ αστέρια τ’ αργυρά

Κι ο βάτραχος ο χασομέρης

Στη ρίζα ακούμπησε της φτέρης

Να ‘ταν κι ο κόσμος γειτονιά,Μια ειρηνοφόρα αγκαλιά,

Κι όλοι να βγαίναμε γειτόνοι

Στης γης το ξέφωτο τ’ αλώνι!

 

[xxvi] H Άνοιξη, περαστικά

απ’ το σπίτι,

έσυρε μια χαρακιά

στο φεγγίτη.

Χάραξε κλωνιά πλεχτά

σα γαϊτάνι,

Κκι τα φύλλα τα δετά

Σσ στεφάνι.

Και τ’ αγέρι όταν περνά

στα κοτσάνια,

κάνουν όλα, ταπεινά,

μια μετάνοια.

Πέρασε απ’ τις γνωστικές

τις κοπέλες

κι άνθισαν ποδιές λευκές

και κορδέλες.

Άγιασε τα χώματα

μ’ άγια μύρα

κι είν’ ευκές τα χρώματα,

γύρα γύρα.

Πήγε κι απ’ την εξοχή,

κι απ’ το ρέμα,

κι όλοι οι φράχτες, οι φτωχοί,

τρέχουν αίμα.

[xxvii] Το αντίστοιχο απόσπασμα έχει ως εξής:

Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω,

Απ’ το βουνό ψηλά

Στρωτήν και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω

Απ’ τα μαλάματα* σου τα πολλά.

 

Να ‘ναι χινοπωριάτικον* απομεσήμερ’, όντας*

Μετ’ άξαφνη νεροποντή

Χιμάει μες απ’ τα σύννεφα θαμπωτικά* γελώντας

Ήλιος χωρίς μαντύ*.

 

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,

Τα’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί

Και με τους γλάρους συνοδιά* κάποτ’ ένα καράβι

Ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

[xxviii] Σύμφωνα με την υπόθεση, ένα πολύ άσχημο βασιλόπουλο φαίνεται πανέμορφο στους γονείς του και στους άλλους ανθρώπους, επειδή έχει εξαιρετικό χαρακτήρα. Με αυτόν τον τρόπο η μοίρα τους εξάλειψε τη θλίψη των δικών του, επειδή δεν ικανοποίησε την επιθυμία τους, προσθέτοντας την ομορφιά στις αρετές του, οι οποίες ήταν η μακροζωία, η γενναιότητα και η καλοσύνη.

[xxix]    Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο «Από το ένα ως το δέκα», εκδ. Κέδρος, 1980. Σε αυτό, ο ουρανός που διακρίνεται για την απεραντοσύνη του, χαρακτηρίζεται ως «μεγάλη τρύπα» από το μικρό Κοσμά, όποτε τον ατενίζει απ’ την πόλη.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το εξώφυλλο του τεύχους όπου περιλαμβάνεται το παρόν άρθρο.

ΓΛΣ 35α

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε

Από το παιχνίδι στο λόγο. Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο).

ΕΛΕΝΗ  Α. ΗΛΙΑ ΗΛΙΑΣ  Γ.  ΜΑΤΣΑΓΓΟΥΡΑΣ

Εισήγηση στο διεθνές συνέδριο «Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην ελληνική κοινωνία»,  Πάτρα, Ιούλιος  2004. Περιλαμβάνεται στον τόμο των Πρακτικών, εκδ. Ελληνικά γράμματα, ISBN: 960-442-241-3, σσ. 307-317.

I. Εισαγωγή

Η εισήγησή μας έχει σκοπό να δείξει πώς θεωρίες από το χώρο της αφηγηματολογίας και της κειμενογλωσσολογίας, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά της πρώιμης παιδικής ηλικίας, τα οποία  μας παρουσιάζει η αναπτυξιακή ψυχολογία, μπορούν να μετασχηματισθούν σε διδακτικές προσεγγίσεις, οι οποίες με τις εμψυχωτικές δραστηριότητες  που εμπεριέχουν, ενεργοποιούν τους μαθητές και τους βοηθούν να πετύχουν την παραγωγή αφηγηματικού λόγου υψηλών για την ηλικία τους προδιαγραφών.

Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα που παρουσιάζουμε εδώ επιλέξαμε  να προσεγγίσουμε την καλλιέργεια της παιδικής δημιουργικής σκέψης και γλωσσικής έκφρασης με την αξιοποίηση ποικίλων παιγνιωδών διαδικασιών στο πλαίσιο της καθημερινής διδασκαλίας, αξιοποιώντας συνδυαστικά διάφορα ερεθίσματα από λογοτεχνήματα είτε αντικείμενα από τον κόσμο της πραγματικότητας ή της φαντασίας. Το παιγνίδι, που συνιστά τη δραστηριότητα η οποία εκφράζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη την παιδική φύση και συνδέεται στην κοινή αντίληψη με τις έννοιες της απόλαυσης, της ευχαρίστησης, της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας (Χουιζίνγκα 1989: 20-28), έχει προταθεί ως μέσον γλωσσικής μάθησης και ανάπτυξης, ειδικότερα, μάλιστα, για την ανάπτυξη της φιλαναγνωστικής στάσης  (Ποσλανιέκ 1992: 18).

Η ποικιλία εμψυχωτικών δραστηριοτήτων, που δύναται και ενδείκνυται να χρησιμοποιήσει η εκπαιδευτικός, στη περίπτωση του δικού μας θέματος μπορεί, επιπλέον,  να συμβάλει και στην ανάπτυξη βασικών όρων που απαιτεί το πλαίσιο επικοινωνίας. Τέτοιοι είναι, για παράδειγμα, η επιθυμία για επικοινωνία, το θέμα της επικοινωνίας και οι αποδέκτες του παραγόμενου λόγου.

Επισημαίνουμε εδώ ότι η σχετική έρευνα τονίζει τις αρνητικές επιπτώσεις από την έλλειψη στοιχείων του πλαισίου επικοινωνίας και ότι τα διαδικαστικά μοντέλα διδασκαλίας του γραπτού λόγου τοποθετούν πρώτη- πρώτη στις προ-συγγραφικές φάσεις αυτήν της δημιουργίας αυθεντικού πλαισίου επικοινωνίας. (Ματσαγγούρας 2001: 203).

Η εισήγησή μας είναι δομημένη σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο, αναφερόμαστε στις θεωρητικές αρχές και πρακτικές των διδακτικών μοντέλων, στα οποία στηρίζεται το πρόγραμμά μας. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζουμε τους διδακτικούς χειρισμούς που ακολουθήσαμε, προκειμένου αρχικά να διευκολύνουμε και στη συνέχεια να στηρίξουμε τη βελτίωση της παιδικής έκφρασης. Στο τρίτο μέρος παραθέτουμε το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας. Τέλος, στο τέταρτο καταλήγουμε με τα συμπεράσματα της τριετούς εφαρμογής της.

II. Αρχές και Πρακτικές της Κειμενοκεντρικής Προσέγγισης

Η διδακτική μας παρέμβαση κινείται στο πλαίσιο των κειμενοκεντρικών μοντέλων διδασκαλίας της γραπτής έκφρασης. Τα μοντέλα αυτά, που εκλαμβάνουν το ολοκληρωμένο κείμενο ως μονάδα διδακτικής προσέγγισης, διδάσκουν στους μαθητές τους υπερπροτασιακούς κανόνες και τις δομές που διακρίνουν τους διάφορους τύπους του εξειδικευμένου λόγου (Ματσαγγούρας 2001: 96). Έτσι, αποδεδειγμένα ο μαθητής  καθίσταται σταδιακά αποτελεσματικότερος στην κατανόηση κειμένων και ικανότερος στη γραπτή επικοινωνία, αλλά και στον τρόπο δόμησης της σκέψης (Ματσαγγούρας 2001: 162-165∙ Ματσαγγούρας και Κουλουμπαρίτση 1999).  Προκειμένου να επιτευχθούν οι προαναφερόμενοι στόχοι, ο εκπαιδευτικός εφαρμόζει τη διδακτική αρχή φθίνουσας καθοδήγησης (Ματσαγγούρας 2001: 180-182), που περιλαμβάνει ποικίλες τεχνικές στήριξης των μαθητών κατά το προσυγγραφικό, το συγγραφικό και το μετασυγγραφικό στάδιο (Ματσαγγούρας 2001: 199-203).

ΙΙΙ. Μεθόδευση

Στην παραπάνω λογική αρχίζουμε την παρέμβαση μας με εμψυχωτικές δραστηριότητες, οι οποίες σκοπό έχουν να κινητοποιήσουν τη δημιουργική σκέψη μετά τα πρώτα ερεθίσματα. Όταν, μάλιστα, ερέθισμα για την παραγωγή κειμένων από τα παιδιά αποτελεί κάποιο λογοτεχνικό έργο, επινοούνται εμψυχωτικές δραστηριότητες σε αντιστοιχία με τη φύση της λογοτεχνίας, που είναι πολυσημική[i] και υποδηλωτική (Iser 1990: 161, 165 και Iser 1991: 21, 151). Αναλυτικότερα, ευνοώντας την απόκλιση κατά την έκφραση της αναγνωστικής ανταπόκρισης, βοηθούμε τους μαθητές να συνειδητοποιήσουν τη δημιουργικότητα του ρόλου του αναγνώστη (Iser 1990: 38-39,  44-45, 104, 233), στην οποία οφείλεται η απόλαυση και η παιδευτική δύναμη της λογοτεχνικής ανάγνωσης.

Καθώς εδώ αναφερόμαστε στην πρώτη παιδική ηλικία, επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά στη δημιουργία αφηγηματικών κειμένων, κατά την οποία οι μαθητές κινούνται αρχικά στους άξονες της δημιουργικής μίμησης προτύπου και στη συνέχεια της τροποποίησης και της ανατροπής του (Ματσαγγούρας 2001: 215, 220-222).

Ειδικότερα στην περίπτωση των ποιημάτων, προκειμένου να αξιοποιήσουμε την εικονοπλαστική ιδιότητα του ποιητικού λόγου (Καλλέργης 1995: 22, 35 και Μπενέκος 1981: 121-122), κατά την απαγγελία των στίχων οι μαθητές παραμένουν με κλειστά μάτια, για να παρακολουθούν απερίσπαστα τις εικόνες που δημιουργούν οι λέξεις. Αμέσως, ακολουθεί η εμψυχωτική δραστηριότητα με τίτλο «μαγικές εικόνες». Ακριβώς επειδή οι ποιητικές εικόνες, αν και σχηματίζονται από συγκεκριμένες λέξεις, είναι ωστόσο διαφορετικές στην αντίληψη κάθε αναγνώστη, αποκαλούνται «μαγικές». Οι μαθητές αναφέρονται διαδοχικά στις εικόνες που βλέπουν στο άκουσμα των στίχων, ώστε ν’ αντιληφθούν την απόκλιση που αυτές εμφανίζουν μεταξύ τους. Εναλλακτικά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την εμψυχωτική δραστηριότητα που αποκαλούμε  «ωκεανό της Φαντασίας». Κατ΄ αυτήν σε ένα σημείο της σχολικής αίθουσας, όπου βρίσκονται τοποθετημένα διάφορα πολύχρωμα υφάσματα, οι μαθητές κάνουν βουτιές, προκειμένου από τη θέση αυτή να περιγράψουν τις ποιητικές εικόνες. Καθώς ο συγκεκριμένος χώρος ανήκει στην κυρία Φαντασία, οι περιγραφές τους είναι ιδιαίτερα ευφάνταστες. Οι δύο παραπάνω εμψυχωτικές δραστηριότητες συχνά αντικαθίστανται από τη δραστηριότητα «τα γυαλιά της Φαντασίας». Τα παιδιά κατά την ακρόαση του ποιήματος και κατά την έκφραση της αναγνωστικής ανταπόκρισής τους σε αυτό φορούν πολύχρωμους σκελετούς γυαλιών, με τα οποία «βλέπουν» τις ποιητικές εικόνες με τη βοήθεια της Φαντασίας.

Αναφορικά, μάλιστα, με τα πεζά κείμενα, που παρουσιάζουμε είτε με αφήγηση είτε με ανάγνωση, προσβλέπουμε να εμπλέξουμε τους μαθητές στα αφηγηματικά δρώμενα (Iser 1990: 38-39, 104, 233 και Iser 1991: 67) μέσα από την ταύτισή τους με συγκεκριμένους ήρωες (Bοοth 1987: 278-281, 378). Καθώς τους παρέχουμε την ευκαιρία ν’ αναπλάσουν την αφηγηματική υπόθεση, εκφράζουν τη στάση τους απέναντι στα λογοτεχνικά πρόσωπα, τις επιθυμίες και τις προσδοκίες τους για την εξέλιξη της δράσης. Αυτό επιτυγχάνεται με μια σειρά ανάλογων δραστηριοτήτων.

Αναλυτικότερα, αφού απευθύνουμε πρόσκληση στα λογοτεχνικά «πρόσωπα» να επισκεφτούν την τάξη μας, οι μαθητές περιμένουν με κλειστά μάτια την «άφιξή» τους. Στο διάστημα αυτό ο δάσκαλος μεταμφιέζει μερικούς από αυτούς, φορώντας πάνω τους αντικείμενα χαρακτηριστικά των αντίστοιχων προσώπων, όπως για παράδειγμα ένα κασκέτο, ένα σάκο κ.ο.κ. Στη συνέχεια δίνουμε το λόγο στους συγκεκριμένους αφηγηματικούς ήρωες, που αναφέρονται σε α’ ενικό πρόσωπο στη δράση τους και στις σχέσεις τους. Αντί της παραπάνω δραστηριότητας, μπορούμε να προσφέρουμε διαδοχικά στα παιδιά το «μαγικό εισιτήριο», ένα αντικείμενο, που σχετίζεται με την εκάστοτε αφηγηματική υπόθεση, όπως για παράδειγμα ένα μήλο για το έργο του Σελ Σιλβερστάιν «Το δέντρο που έδινε» (εκδ. Δωρικός), καθώς το έργο αυτό αναφέρεται στη σχέση ανάμεσα σ’ ένα αγόρι και μια μηλιά. Αποκτώντας το «μαγικό εισιτήριο» οι μαθητές εισέρχονται στην ιστορία και επιλέγουν το ρόλο και τη δράση τους σε αυτήν. Επίσης χρησιμοποιούμε και για τα πεζά κείμενα τον «ωκεανό της Φαντασίας». Τα παιδιά κάνουν βουτιές στο γνωστό διαμορφωμένο χώρο, για να επιλέξουν από εκεί την αφηγηματική σκηνή στην οποία επιθυμούν ν’ αναφερθούν και να καθορίσουν τον τρόπο που θα εκτυλιχθεί.

Σημείο αναφοράς των παιδικών αφηγήσεων θα μπορούσε επίσης ν’ αποτελέσουν άλλα έργα τέχνης, όπως για παράδειγμα ένας πίνακας ζωγραφικής ή μια μουσική σύνθεση, ή ακόμη οποιοδήποτε θέμα ή αντικείμενο, όπως σημαίες ή άλλα σύμβολα, ανακυκλώσιμα υλικά, συλλογές, κάποιος τίτλος άρθρου, ένα σύνθημα κ.ο.κ. Επίσης, διάφορα αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως εντελώς ενδεικτικά αναφέρουμε το άρωμα ενός φυτού ή τον ήχο κουδουνίσματος. Στις περιπτώσεις αυτές οι παιγνιώδεις δραστηριότητες που χρησιμοποιούμε είναι καταρχάς «Το καλάθι με τα δώρα». Σ’ ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι τα παιδιά αναζητούν κάποιο δώρο που προορίζεται γι’ αυτά. Για το συγκεκριμένο αντικείμενο στη συνέχεια δημιουργούν ιστορίες, τις οποίες τοποθετούν στο ίδιο καλάθι, ανταποδίδοντας έτσι το δώρο που έλαβαν. Επιπλέον, παρουσιάζουμε τα διάφορα αυτά θέματα μέσα από την αναζήτηση του «κρυμμένου θησαυρού». Το παιχνίδι αυτό παραλλάσσεται διαρκώς σύμφωνα με τη φύση του εκάστοτε «θησαυρού», οπότε μεγιστοποιείται η προσδοκία και η έκπληξη. Σε γενικές γραμμές, οι μαθητές ακολουθώντας γραπτές οδηγίες προβαίνουν σε εξερεύνηση του χώρου ή εμφανίζουν ομαδικά την οποιαδήποτε υποδεικνυόμενη στάση και δράση μέχρι την ανακάλυψη του «θησαυρού», με επίκεντρο τον οποίο θα διατυπώσουν τα δικά τους κείμενα, ομαδικά ή ατομικά.

Πέρα ωστόσο από τη συστηματική προσπάθεια ένταξης του παιγνιδιού στη διδασκαλία, πρέπει να επισημάνουμε τον εμψυχωτικό ρόλο της εκπαιδευτικού στο επιτυχές αποτέλεσμα της μαθητικής συμμετοχής. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να περάσουν στις προσωπικές αφηγήσεις τους, όταν αισθάνονται το ενδιαφέρον της σχολικής τάξης. Η στάση, μάλιστα, της εκπαιδευτικού είναι βασικό στοιχείο, εν πολλοίς καθορίζει και τη στάση των συμμαθητών. Όταν η αφήγηση πραγματοποιείται στο πλαίσιο του συλλογικού παιχνιδιού με δηλωμένο στόχο την απόλαυση της δημιουργικότητας και την ουσιαστικότερη επαφή κι επικοινωνία μεταξύ των μελών της ομάδας κι όχι υπό το άγχος της αξιόλογης κρίσης, σημειώνονται εντυπωσιακές επιδόσεις. Αυτό οπωσδήποτε δεν σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός θ’ αγνοεί και θ’ αποδέχεται τις ασάφειες, τις ανακρίβειες ή τις αντιφάσεις που ενδεχομένως προκύπτουν κατά τις αφηγήσεις. Καθώς κύριο μέλημά του συνιστά η πλήρης κατανόηση του παιδικού λόγου, ζητά διευκρινίσεις σχετικά με ελλείψεις και σφάλματα που εντοπίζει και επιμένει μέχρι την πλήρη αποσαφήνιση. Καταγράφει μάλιστα με απόλυτη ακρίβεια τη σκέψη των μαθητών, που σε πρώτη φάση διατυπώνεται προφορικά, αναζητώντας μαζί τους, όποτε απαιτείται, έναν πιο δόκιμο τρόπο έκφρασης.  Για να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές τη βαρύτητα που η εκπαιδευτικός αποδίδει στο λόγο τους, τους διαβάζει το κείμενο που έχει καταγράψει, ώστε να πιστοποιήσουν οι ίδιοι αν αυτό ανταποκρίνεται πλήρως στη σκέψη τους αλλά και στις ποιοτικές προσδοκίες τους.

Προκειμένου, μάλιστα, να διασφαλιστεί η συνεχής προαγωγή της παιδικής δημιουργικής σκέψης και γλωσσικής έκφρασης, κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς η εκπαιδευτικός – εφαρμόζοντας τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης (Ματσαγγούρας 2001: 179 – Κουλουμπαρίτση 2003: 161-164)- προσαρμόζει την παρέμβασή της στη σταδιακά αυξανόμενη ικανότητα κάθε συγκεκριμένου μαθητή, περιορίζοντας στο ελάχιστο τη συμβολή της στη διατύπωση του νοήματος. Ενώ, δηλαδή, αρχικά πιθανότατα χρειαζόταν να προβαίνει σε αλλεπάλληλες ερωτήσεις στήριξης και υποβοήθησης, ώστε το παιδικό κείμενο να προκύψει από τις σύντομες ή ακόμη και μονολεκτικές απαντήσεις που δίνουν οι μαθητές, με τη συνεχιζόμενη συμμετοχή των παιδιών, οι αφηγήσεις τους γίνονται όλο και περισσότερο ολοκληρωμένες και η παρέμβαση της εκπαιδευτικού περιορίζεται.

Μετά τη μετάβαση από τις ερωταποκρίσεις στην αφήγηση, ακολουθεί για τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού το στάδιο της αντικατάστασης της προφορικής έκφρασης των μαθητών από τη γραπτή. Η εκπαιδευτικός, λοιπόν, τους παρακινεί να γράψουν πρώτα μια ιστορία με το σχετικό θέμα, που θα διαβάζουν έπειτα στην τάξη οι ίδιοι ή οι συμμαθητές τους. Εναλλακτικά, η εκπαιδευτικός μπορεί να προτείνει κάθε μαθητής να γράψει όποια  από τις ιστορίες προτιμά, ανάμεσα σε όσες οι συμμαθητές του έχουν ήδη αφηγηθεί προφορικά. Οι ιστορίες συγκεντρώνονται στο καλάθι με τα δώρα ή συνιστούν το νέο «κρυμμένο θησαυρό». Μετά την «ανακάλυψή» τους διαβάζονται στην τάξη είτε από την εκπαιδευτικό είτε από τους μαθητές.

Όταν έχουμε ολοκληρώσει τη διδακτική πορεία που καταλήγει στην αφήγηση για τα νήπια και στη γραπτή μαθητική έκφραση για τα παιδιά του Δημοτικού, αναζητούμε τρόπους ανάδειξης του παιδικού λόγου σε αποτελεσματικό κίνητρο για τη συνέχιση της πρόθυμης και ποιοτικά αναβαθμιζόμενης μαθητικής συμμετοχής. Ένας από τους τρόπους που χρησιμοποιούμε είναι η ανάρτηση των παιδικών κειμένων στην αίθουσα διδασκαλίας, αλλά και σε χώρους όπου προσέρχεται περισσότερος κόσμος. Για παράδειγμα, αφηγήσεις νηπίων που βασίζονταν σε κλασικούς μύθους, αναρτήθηκαν στη γιορτή Παιδικού Βιβλίου το 2003 στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, στο πλαίσιο έκθεσης που διοργανώθηκε από το Ε.ΚΕ.ΒΙ. με ευθύνη του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.[ii] Επίσης δημοσιεύσαμε παιδικά κείμενα,[iii] σε έντυπα που εύκολα μπορεί να προμηθεύεται το σύνολο των μαθητών, όπως είναι το περιοδικό του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου στου οποίου τα όρια λειτουργεί το σχολείο. Τέλος, εντάξαμε τις παιδικές ιστορίες σε ανοιχτές θεατρικές παραστάσεις που έπαιξαν οι ίδιοι οι μαθητές στο τέλος της χρονιάς, τονώνοντας έτσι ακόμη περισσότερο τη διάθεση για συμμετοχή στην ούτως ή άλλως απολαυστική εκπαιδευτική καθημερινότητα. Οι παραστάσεις που δόθηκαν κατά τα τρία έτη που εφαρμόζουμε το συγκεκριμένο πρόγραμμα είχαν τους τίτλους «Παρέα με τους ήρωες των βιβλίων», «Ταξίδια στον ωκεανό της Φαντασίας με… μύθους και παραμύθια» και «Αποχαιρετώντας το καλάθι με τα δώρα».

Αποτελέσματα

Τα δύο πρώτα από τα παιδικά κείμενα που παραθέτουμε στη συνέχεια προέκυψαν σε σχέση με το ακόλουθο ποίημα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού» (εκδ. Κέδρος):

Βρε παιδιά μου αφήστε με –

μην τραβάτε το σακάκι μου

και τα χέρια μου,

δε γυρνάω εγώ στο σπίτι.

Μια νεράιδα στα καλάμια,

μια λάμια,

κόβει το φεγγάρι

πάνω στ’ άσπρο γόνα της

να δειπνήσουμε.

Κάτου απ’ τα ψηλά πλατάνια,

με των άστρων το λαρδί

τηγανίζει λουλουδάκια.

Άλλο σπίτι εγώ δεν έχω,

απ’ τον κόσμο τον φαρδύ.

Αφήστε με.

 

Μετά την ανάγνωση του ποιήματος από την πρώτη εκ των συγγραφέων (Ηλία Ελένη), που είχε αποκλειστικά την ευθύνη υλοποίησης στην πράξη της πρότασης, οι μαθητές κλήθηκαν να γράψουν ένα δικό τους πεζό κείμενο που να σχετίζεται με το ποίημα. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μαθητή νηπιαγωγείου:

Αυτός που του τραβάγανε το σακάκι ήταν μαθητής στην πρώτη τάξη. Εκείνη την ώρα γυρνούσε από το σχολείο του. Οι φίλοι του τον τραβούσαν και δεν τον άφηναν να γυρίσει σπίτι του, γιατί ήθελαν να πάνε να πάρουν τετράδια σ’ ένα περίπτερο. Κι αυτό το παιδάκι δεν είχε χρήματα, ήταν φτωχό, γι’ αυτό ήθελε να γυρίσει σπίτι του. Τελικά τους ξέφυγε και πήγε στο σπίτι που ήταν οι γονείς του και έφαγε μακαρόνια.(Σταμάτης)

Η αφήγηση ενός άλλου μαθητή που ακολουθεί, επικεντρώνεται αντίθετα στο πρόσωπο της νεράιδας:

Η νεράιδα κάθεται έξω, στην Αμερική. Έχει λουλούδια εκεί και δέντρα. Ανεβαίνει πάνω σ’ ένα δέντρο, γιατί είδε τη γάτα της που είχε ανέβει εκεί και ήθελε να την κατεβάσει να παίξουν κάτω μαζί. Η γάτα κατέβηκε κι έπαιξαν κρυφτό. Και η νεράιδα δεν μπορούσε να βρει τη γάτα, που είχε μπει σε μια καλή κρυψώνα. Η γάτα μετά από ώρα γύρισε μόνη της κοντά στη νεράιδα που είχε καθίσει εκεί που ήταν πρώτα.(Παντελής)

Ένα κλειδί που βρήκαν τα νήπια μέσα στο καλάθι με τα δώρα, ήταν το ερέθισμα για τη δημιουργία του επόμενου κειμένου:

Αυτό είναι το κλειδί μιας ντουλάπας, πολύ μεγάλης. Έχει μέσα ρούχα μεγάλα, γιατί αυτός που τα φοράει είναι πολύ ψηλός, είναι γίγαντας. Ζει σ’ ένα βιβλίο με παραμύθια. Είναι καλός γίγαντας, βοηθάει τους ανθρώπους, τους δίνει χρήματα για να ψωνίζουν. Έχει πολλά καλά ρούχα. Ο κόσμος τον φωνάζει «γίγαντα», δεν έχει άλλο όνομα. Δεν τον φοβούνται, γιατί τον ξέρουν ότι είναι καλός. Έχει πολύ μεγάλο σπίτι που είναι μπλε. Μένει μόνος του. Πηγαίνει όμως κι ένας άλλος γίγαντας που είναι φίλος του και τον επισκέπτεται. Παίζουν μπουνιές για να διασκεδάσουν και νικάει ο φίλος του, ο άλλος γίγαντας δηλαδή. (Αντρέας)

Ολοκληρώνουμε την παράθεση των κειμένων με μια παιδική αφήγηση αναφορικά με ένα κότινο, που βρέθηκε στο «καλάθι με τα δώρα». Η αφήγηση αυτή έχει συμπεριληφθεί στο θεατρικό δρώμενο που παρουσίασαν τα νήπια κατά την εφετινή σχολική χρονιά (2003-2004).

Μια μαμά έφτιαξε στο παιδί της ένα στεφάνι αγριελιάς και το κρέμασε σ’ ένα δέντρο, για να το φορέσει όταν μεγαλώσει και γίνει Ολυμπιονίκης. Φύσηξε όμως δυνατά κι ο άνεμος έφερε τον κότινο μέσα στο καλάθι μας με τα δώρα. Έτσι το αγόρι όταν γίνει Ολυμπιονίκης στη σφαίρα, δεν θα τον έχει να τον φορέσει. Τον κότινο θα τον φοράμε εμείς όταν νικάμε στις ιστορίες. Κι έτσι όλοι μας θα γίνουμε Ολυμπιονίκες. (Ελισάβετ)

Συμπεράσματα

Επιχειρώντας να διατυπώσουμε τα συμπεράσματα από τη συγκεκριμένη διδακτική απόπειρα, θα τονίζαμε καταρχάς την πρόθυμη, καθολική και ενθουσιώδη συμμετοχή των μαθητών, καθώς και τις εντυπωσιακά αξιόλογες επιδόσεις τους. Η απόλαυση που προσφέρει η συγκεκριμένη διδακτική προσέγγιση διαφαίνεται επίσης από το γεγονός ότι συχνά τα νήπια την ενέτασσαν στο ελεύθερο παιχνίδι τους. Κάποιο δηλαδή παρουσίαζε στα υπόλοιπα ένα ήδη οικείο λογοτέχνημα ή αντικείμενο και στη συνέχεια ακολουθούσαν οι συνηθισμένες εμψυχωτικές δραστηριότητες. Το παιχνίδι εξελισσόταν με τη διατύπωση των γνωστών σταθερών ερωτήσεων και με την καταγραφή των αφηγήσεων από εκείνον που υποδυόταν τον εμψυχωτή. Όταν η διαδικασία πραγματοποιόταν με πρωτοβουλία των νηπίων στον ελεύθερο χρόνο τους, η συμμετοχή τους διακρινόταν πάντα από την ίδια υπευθυνότητα την οποία εμφάνιζαν και στην περίπτωση που αυτή συνιστούσε μέρος του διδακτικού προγράμματος.

Στις παιδικές αφηγήσεις συναντώνται σταθερά τα βασικά στοιχεία, δηλαδή το χωροχρονικό πλαίσιο, οι ήρωες, το πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν και η δράση τους για να το ξεπεράσουν (Ματσαγγούρας 2001: 273). Αυτό επιτυγχάνεται καθώς οι σταθερά επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις της εκπαιδευτικού στο προηγούμενο στάδιο έχουν αφομοιωθεί από τους μαθητές, που τις θεωρούν πλέον αναμενόμενες, με αποτέλεσμα να λειτουργεί αυτομάτως η σκέψη τους. Πέρα όμως από τα βασικά, με την πάροδο του χρόνου τα παιδικά κείμενα εμπλουτίζονται διαρκώς με νέα λεξιλογικά, διακειμενικά ή άλλα στοιχεία (Ματσαγγούρας 2001: 315-318), ως συνέπεια της επαφής των μαθητών με τα διάφορα λογοτεχνήματα και γενικότερα της διευρυνόμενης γνωστικής εμπειρίας τους.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μια μικρή μαθήτρια εμφανίζει τον ήρωα Ρούνι-Ρούνι από το έργο του Ευγένιου Τριβιζά «Τα τρία μικρά λυκάκια» (εκδ. Μίνωας)[iv] να χορεύει την «Καραγκούνα» στο γάμο των χελιδονιών που συνιστούν τα βασικά αφηγηματικά πρόσωπα του βιβλίου της Κατερίνας Αναγνώστου «Μια φορά μια φωλιά» (εκδ. Μίνωας).[v] Το συγκεκριμένο περιστατικό θυμίζει την ταραντέλα που χόρεψε ο ίδιος ο ήρωας στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Τριβιζά, επηρεασμένος από το άρωμα του λουλουδόσπιτου που έμεναν τα λυκάκια. Σύμφωνα με άλλο κοριτσάκι, τα χελιδόνια-ήρωες της Αναγνώστου πήραν από το ρυάκι για να χτίσουν το σπιτικό τους «όση λάσπη ήθελαν κι ακόμα παραπάνω». Αντίστοιχα, στο έργο του Τριβιζά το καγκουρώ είχε χαρίσει στα λυκάκια «όσα τούβλα θέλανε και τρία παραπάνω», για να χτίσουν το πρώτο τους σπίτι, ενώ το φλαμίνγκο τους πρόσφερε «όσα λουλούδια θέλανε κι ακόμα παραπάνω», προκειμένου να κατασκευάσουν ένα λουλουδόσπιτο. Επιπλέον, στην αφήγηση της ίδιας μαθήτριας τα χελιδόνια γκρέμισαν μ’ ένα μεγάλο σφυρί την Τράπεζα που είχαν οι κίσσες, για να δανείζουν ιδρώτα στ’ άλλα πουλιά με υπέρογκα ανταλλάγματα, κι έφτιαξαν στα ερείπια πολλές χελιδονοφωλιές. Θυμίζουμε ότι κατά τον Τριβιζά το πρώτο σπίτι που έμεναν τα λυκάκια, το γκρέμισε ο Ρούνι-Ρούνι, χρησιμοποιώντας «ένα πελώριο σφυρί».

Ολοκληρώνουμε με την ελπίδα ότι η συγκεκριμένη διδακτική απόπειρα θα συμβάλλει σε κάποιο βαθμό στο ν’ αναδειχθεί ο ρόλος της φαντασίας και της προσωπικής έκφρασης των προσωπικών στοιχείων εκπαιδευτικών και μαθητών, στην επιτυχία της γλωσσικής διδασκαλίας κατά την πρώτη παιδική ηλικία, συνιστώντας έτσι πρόκληση για ανάλογους πειραματισμούς.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]     Ο Μ. Riffarterre διευκρινίζει ότι η ερμηνεία του λογοτεχνικού έργου δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαλύσει την αμφιλογία που ενυπάρχει στη λογοτεχνική γραφή, εφόσον όλες οι λέξεις είναι πολυσημικές («Η εξήγηση των λογοτεχνικών φαινομένων», Συνέδριο του Σεριζί: Η διδασκαλία της λογοτεχνίας, μτφρ. Ι.Ν. Βασιλαράκης, εκδ. Επικαιρότητα, σ. 145). Αντίστοιχα στο ίδιο συνέδριο ο Roland Barthes κάνει λόγο για την ανάγκη αναγνώρισης των δικαιωμάτων της πολυσημίας στη διδασκαλία της λογοτεχνίας («Σκέψεις πάνω σ’ ένα εγχειρίδιο», ό.π., σ. 82) ενώ και ο J. Alter υποστηρίζει ότι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει οποιοσδήποτε συγγραφέας έγκειται ακριβώς στη δυνατότητα του έργου του να εμπνεύσει διαφορετικές ερμηνείες («Προς τι η διδασκαλία της λογοτεχνίας;» ό.π., σ. 72).

[ii]     Βλ. σχετικά το δημοσίευμα της Ελένης Α. Ηλία «Ο Ωκεανός της Φαντασίας» στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου 2003» στο περιοδικό Λαμπηδόνα του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ασπροπύργου, τχ. 28 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2003),    σ. 30.

[iii]    Αναφέρουμε ενδεικτικά τα δημοσιεύματα της Ελένης Α. Ηλία:

α) «Η ανταπόκριση των μικρών παιδιών σε λογοτεχνικά κείμενα στο πλαίσιο εκπαιδευτικών παιγνιωδών δραστηριοτήτων» που περιλαμβάνεται στον τόμο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς με το γενικό τίτλο: Περιπλανήσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Μελετήματα των εκδόσεων Ακρίτας, σσ. 81-104,

β) «Μαθητές–δημιουργικοί αναγνώστες στο πλαίσιο μιας απόπειρας διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση», στον τόμο: Η Λογοτεχνία Σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2004, σσ. 331-336,

γ) «Σύγχρονες παιδικές αναγνώσεις ποιημάτων του Σολωμού, Βιζυηνού, Παπαντωνίου, Αθάνα, Ρίτσου», Λαμπηδόνα, τχ. 32 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2004), σσ. 22-28,

δ) «Τα παιδιά διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα» στα τεύχη 23, 24, 25 και 26 της Λαμπηδόνας, σσ. 26-30, 23-30, 23-29 και 24-28 αντίστοιχα,

ε)  «Τα παιδιά – αναγνώστες και οι λογοτεχνικοί ήρωες των έργων του Μαξ Βέλθουις: Ο Βάτραχος το Χειμώνα – Ο Βάτραχος και ο Ξένος», Λαμπηδόνα, τχ. 21, σσ. 28-30,

στ) «Με τα γυαλιά της Φαντασίας και το μαγικό εισιτήριο. Παιδικές λογοτεχνικές αναγνώσεις», που φιλοξενήθηκε στη στήλη «Το βιβλίο στην τάξη» του περιοδικού Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, στα τεύχη 15 (Μάιος – Ιούνιος 2002), σσ. 191-193 και 16 (Ιούλιος – Αύγουστος 2002), σσ. 45-47,

ζ) «Παρέα με τους ήρωες των βιβλίων: Λογοτεχνικές προσεγγίσεις στο Νηπιαγωγείο», Σύγχρονο Νηπιαγωγείο, τχ. 27 (Μάιος – Ιούνιος 2002), σσ.  20-22),

η) «Μαγικές εικόνες. Μια εφαρμοσμένη πρόταση για τη διδασκαλία της ποίησης σε μικρά παιδιά» του περιοδικού Εκπαιδευτική Κοινότητα, τχ. 61 (Φεβρουάριος-Απρίλιος 2002), σσ. 21-23.

[iv]  Το έργο «Τα τρία μικρά λυκάκια», που στηρίζεται στην ανατροπή του παλιότερου παραμυθιού «Τα τρία γουρουνάκια», παρουσιάζει τις μάταιες προσπάθειες τριών αδερφών-λύκων να προστατευτούν από το γουρούνι Ρούνι-Ρούνι, το οποίο θεωρούν εχθρό τους βασισμένα στις υποδείξεις της μητέρας τους. Ενώ λοιπόν τα λυκάκια χτίζουν όλο και πιο γερά σπίτια –πρώτα με τούβλα, έπειτα με τσιμέντο και στη συνέχεια με ατσάλι–, για να κρατούν μακριά τους το γουρούνι Ρούνι-Ρούνι, εκείνο βρίσκει πάντα τον τρόπο να τους τα καταστρέφει, επιδιώκοντας την επαφή μαζί τους, το τέλος της απομόνωσής του. Όταν όμως τα λυκάκια αποφασίζουν τυχαία να κατοικήσουν σ’ ένα λουλουδόσπιτο, ο Ρούνι-Ρούνι εκδηλώνει την τρυφερότητά του κι έτσι συμφιλιώνονται μαζί του.

[v]     Πρόκειται για την ιστορία δύο ερωτευμένων χελιδονιών, που ετοιμάζουν το σπιτικό τους. Το γεράκι, το φίδι, ο βάτραχος και οι κίσσες, προκειμένου να διαθέσουν το χώρο και τα υλικά που τα χελιδόνια χρειάζονται για να χτίσουν τη φωλιά τους, ζητούν ως αντάλλαγμα τεράστιες ποσότητες ιδρώτα και δακρύων, οδηγώντας τα σε απόγνωση. Ωστόσο τελικά τα χελιδόνια κατορθώνουν με τη βοήθεια των φίλων τους να τους εκδιώξουν.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το εξώφυλλο του τόμου των Πρακτικών, όπου περιλαμβάνεται η παρούσα εισήγηση.

ΓΛΣ 65α

ISBN 960-442-241-3

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ  ΜΕ  ΤΟΥΣ  «ΑΤΑΧΤΟΥΣ»  ΣΤΙΧΟΥΣ (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο/δημοσιευμένο άρθρο)

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ  ΜΕ  ΤΟΥΣ  «ΑΤΑΧΤΟΥΣ»  ΣΤΙΧΟΥΣ :  Η  ΣΥΜΒΟΛΗ  ΕΝΟΣ               ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΟΥ  ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ  ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ  ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗ   ΓΛΩΣΣΙΚΗ  ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Ελένη  Α.  Ηλία

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο διεθνές συνέδριο «Αναδυόμενος γραμματισμός. Έρευνα και εφαρμογές», που πραγματοποιήθηκε 19-20 Οκτωβρίου 2007 στο Ρέθυμνο. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαδρομές, τχ. 91, 2008, σσ. 28-52.

(Ακολουθεί ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, στο οποίο περιλαμβάνεται το παραμύθι-θεατρικό έργο που δημιουργήθηκε από τα κείμενα των νηπίων).

 Εισαγωγή                                                                                                   

Στην εισήγησή μας παρουσιάζουμε τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες που σχεδιάσαμε και εφαρμόσαμε κατά την περασμένη διδακτική χρονιά σε δημόσιο νηπιαγωγείο[1], στο πλαίσιο του αναδυόμενου γραμματισμού. Μέσα δηλαδή από καθημερινές εμπειρίες των νηπίων με τον προφορικό και το γραπτό λόγο επιδιώκουμε την προετοιμασία τους για την κατάκτηση της αναγνωστικής ικανότητας και της γραφής (Παπούλια-Τζελέπη, Φτερνιάτη, Θηβαίος, 2006: 13-14) . Στα νέα αναλυτικά προγράμματα της προσχολικής εκπαίδευσης αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στη γλωσσική ανάπτυξη των μαθητών και πιο συγκεκριμένα αφενός στην καλλιέργεια της προφορικής έκφρασης και ειδικότερα της αφηγηματικής ικανότητάς τους και αφετέρου στην ανάπτυξη της έννοιας του γραπτού λόγου (ΔΕΠΠΣ, 2002: 10, 13-14). Οι πρωτεύοντες αυτοί στόχοι  επιδιώκεται στην περίπτωσή μας να επιτευχθούν μέσα από μια διδακτική προσέγγιση της οποίας  η αποτελεσματικότητα  μεγιστοποιείται με τη συστηματική αξιοποίηση των χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων της νηπιακής ηλικίας. Αναφέρομαι καταρχάς κυρίως στην ανάγκη των μικρών παιδιών για παιχνίδι ως μέσου  μάθησης του εαυτού τους, ανακάλυψης του περιβάλλοντος και προσωπικής έκφρασης κι επικοινωνίας (ΥΠΕΠΘ-Π. Ι. ,2006: 26-29).

Στο εν λόγω πρόγραμμα  χρησιμοποιήθηκαν  λογοτεχνικά κείμενα, καθώς η δυνατότητά τους να φορτίζουν συγκινησιακά τον αναγνώστη και συνακόλουθα να του προκαλούν βιώματα (Iser 1990: 30, 32, 38-39,41,104, 233, 281, 283-284, 291 και 1991: 9, 18, 21, 67), τα καθιστά το ισχυρότερο παιδαγωγικό μέσο. Συγκεκριμένα επιλέξαμε σύντομα αποσπάσματα δημοτικών τραγουδιών, που προέρχονται στο σύνολό τους από τη συλλογή του Νικολάου Γ. Πολίτη Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού, καθώς είναι η ευρύτερα διαδεδομένη[2]. Επισημαίνουμε δε ότι το δημοτικό τραγούδι ειδικότερα, προτιμήθηκε για αυτό το πρόγραμμα, χάρη στην αναμφισβήτητη λογοτεχνική αξία του, που έχει συναρπάσει την παγκόσμια πνευματική κοινότητα (Πολίτη, 1985: 102 και Μαλεβίτση: 12-14). Ο δημιουργός του, ο ανώνυμος, αναλφάβητος κάτοικος της υπαίθρου, εμπνεόμενος από το φυσικό περιβάλλον, εκφράζει με το τραγούδι αυτό την προσωπική του συγκίνηση και φαντασία αναφορικά με την υπαρξιακή αγωνία, την αγάπη για τη ζωή, την οδύνη για το θάνατο (Vitti, 1987: 169, 172, Πολίτη, 1985: 101 και Μαλεβίτση: 79-80), χρησιμοποιώντας το λυρισμό, το μελαγχολικό τόνο, την υπερβολή, την επανάληψη και κυρίως την εμπλοκή και προσωποποίηση του φυσικού κόσμου (Πολίτης, 1985: 104, 106, 109,110, 113, 115, Vitti, 68,167,168, Μιχαήλ-Δέδε, 1994: 5, 50 και Ηλία, 2006: 14-16).

Τα αποσπάσματα έκτασης ενός ή δύο στίχων όπου επικεντρωθήκαμε, προτιμήθηκαν με γνώμονα την εικονοπλαστική τους δύναμη[3] και τη νοηματική τους αυτοτέλεια, προκειμένου να λειτουργήσουν ως ερέθισμα της φαντασίας των νηπίων για την παραγωγή πρωτότυπων αφηγηματικών κειμένων. Κατά την παρουσίασή τους στους μικρούς μαθητές, τα αποκαλούμε «άταχτους» στίχους, επειδή όπως αναφέρουμε έχουν ξεφύγει από τη φυσική τους θέση σε κάποιο δημοτικό τραγούδι. Με το χειρισμό αυτό επιδιώκουμε να προσελκύσουμε το ενδιαφέρον των νηπίων, εφόσον η ροπή προς τη σκανταλιά χαρακτηρίζει τον παιδικό τρόπο σκέψης  κι η προσωποποίηση  εμφανίζεται συχνότατα στον παιδικό λόγο.

Έναν επιπλέον παράγοντα που συντέλεσε στην επιλογή μας, συνιστά το γεγονός ότι το Δημοτικό τραγούδι μεταδιδόταν με συνδυασμό λόγου, μουσικής και χορού, οπότε στηρίζεται κατά πολύ στο στοιχείο του ρυθμού. Θα μπορούσαμε συνεπώς να το χαρακτηρίσουμε ιδανικό για τη νηπιακή ηλικία όπου εδώ απευθυνόμαστε, εφόσον η προσέγγισή του συγκεκριμένου είδους  επιβάλλει την ολόπλευρη συμμετοχή του προσώπου.

Μεθόδευση

Ως προς τη μεθόδευση που ακολουθούμε σχετικά με την επίτευξη των προαναφερόμενων στόχων, σημειώνουμε καταρχάς ότι κάθε εβδομάδα επιλέγονται διαφορετικοί «άταχτοι» στίχοι.  Στο πλαίσιο της γενικότερης επιδίωξής μας να διαμορφώσουμε πλούσιο σε ερεθίσματα γραπτού λόγου περιβάλλον (Τάφα, 2001),  τα νήπια βρίσκουν αναρτημένους τους στίχους αυτούς στον πίνακα ανακοινώσεων. Η πρώτη ανάγνωσή τους γίνεται από το δάσκαλο και στη συνέχεια επαναλαμβάνονται αρκετές φορές ομαδικά ενώ κρατάμε το ιαμβικό μέτρο με τα κρουστά όργανα της ορχήστρας του Orff είτε κάνουμε ταυτόχρονα κοινό βηματισμό ή άλλες κινήσεις. Με τη συμβολή της ρυθμικής αγωγής οι μαθητές όχι μόνο βιώνουν τον παραδοσιακό τρόπο χρήσης των δημοτικών τραγουδιών αλλά και διευκολύνονται στο σύνολό τους στην αφομοίωση των στίχων.

Καθώς η αφομοίωση των επιλεγμένων στίχων συνεισφέρει σημαντικά στη μύηση των νηπίων στο λογοτεχνικό φαινόμενο και κατά συνέπεια  τόσο στην αισθητική όσο και στη λεκτική τους καλλιέργεια, τους αξιοποιούμε και κατά την τρέχουσα χρονιά ως μέσο εμψύχωσης στο πλαίσιο άλλου εκπαιδευτικού προγράμματος. Αναλυτικότερα, διδάσκοντας το κλασικό έργο «Η Πεντάμορφη και το Τέρας»[4] της Ζαν-Μαρί Λεπρένς ντε Μπομόν, οι μαθητές προκειμένου να εισέλθουν στην ιστορία και να αναφερθούν σε δικής τους επινόησης μεταμορφώσεις των ηρώων της, χρειάζεται να ψιθυρίσουν κάποια «μαγικά» λόγια, που βρίσκουν γραμμένα σε χαρτί  τοποθετημένο ανάμεσα στις σελίδες του παραμυθιού και τα οποία αλλάζουν σε κάθε αφηγηματικό επεισόδιο. Πρόκειται για στίχους ή δίστιχα από δημοτικά τραγούδια της Αγάπης, της Ξενιτιάς, Μοιρολόγια, Νανουρίσματα και Γνωμικά. ΄Ετσι έχουν όλα τα νήπια ισχυρότατο κίνητρο να αποστηθίσουν τους μεμονωμένους στίχους, προκειμένου να τους προφέρουν για να  συμμετέχουν στη δραστηριότητα.

Ας επανέλθουμε τώρα στο πρόγραμμα των «άταχτων στίχων», όπου μετά την παρουσίαση των στίχων κάθε παιδί επιχειρεί να αφηγηθεί μια διαφορετική, πρωτότυπη ιστορία σε σχέση με αυτούς. Σχετικά με τη διαδικασία της αφήγησης ακολουθούμε ορισμένα στάδια, σύμφωνα με τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, που εφαρμόζεται στα κειμενοκεντρικά μοντέλα διδασκαλίας (Ματσαγγούρας, 2001: 180-182). Αναλυτικότερα, ο δάσκαλος θέτει αρχικά στο μαθητή αρκετές γενικές ή ειδικότερες ερωτήσεις που αφορούν στο υποκείμενο και στο χωροχρονικό πλαίσιο της δράσης του, στην αιτιολόγησή της, στην αλληλουχία των γεγονότων κ. ά., προκειμένου να τον κατευθύνει  στη δόμηση του κειμένου του. Ο αριθμός των ερωτήσεων περιορίζεται με την πάροδο του χρόνου, στο βαθμό που αυξάνεται η αφηγηματική ικανότητα του ερωτώμενου.

Τα ατομικά κείμενα που προκύπτουν καταγράφονται από το δάσκαλο, ο οποίος μετά την ολοκλήρωσή τους τα διαβάζει στην τάξη για την τελική έγκρισή τους από τους συντάκτες τους. Τα νήπια γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι η ακριβής καταγραφή των κειμένων τους εξυπηρετεί τη μελλοντική αξιοποίησή τους σε ανοιχτές θεατρικές παραστάσεις που θα δώσουν τα ίδια και σε αντίστοιχες εκδόσεις, όπως αυτές που ήδη υπάρχουν στη βιβλιοθήκη από ανάλογες δραστηριότητες προηγούμενων ετών[5].

Σε αρκετές περιπτώσεις μετά από τη δημιουργία ιστοριών αναφορικά με μεμονωμένους στίχους, προχωρούμε στην ανάγνωση ολόκληρου του ποιήματος από όπου αυτοί προέρχονται. Όταν πρόκειται για κάλαντα ή για κλέφτικα τραγούδια, τα εντάσσουμε μάλιστα στις σχολικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούμε σύμφωνα με την επικαιρότητα, για τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και την επέτειο της 25ης Μαρτίου αντίστοιχα.

Κατά την ολοκλήρωση του προγράμματος προέκυψε μία θεατρική παράσταση με στόχο την ανάδειξη της δημιουργικής σκέψης και έκφρασης των νηπίων. Προκειμένου να φωτίσουμε τις επιδόσεις τους αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, τις προσδοκίες, τις εμπειρίες τους κ.λπ., όπως διαφαίνονται μέσα από τις αφηγήσεις τους, οδηγηθήκαμε στην ακόλουθη αφηγηματική εκδοχή, την οποία παρουσιάσαμε βέβαια αρχικά στους ίδιους τους μαθητές ως πρόταση πριν προχωρήσουμε συλλογικά στην προετοιμασία της παράστασης. Σύμφωνα λοιπόν με την υπόθεση του παραμυθιού μας ο βασιλιάς και η βασίλισσα ενός τόπου διαφωνούσαν μεταξύ τους για το αν θα έπρεπε να επιλεγεί ο διάδοχος του θρόνου με κριτήριο τη σωματική δύναμη ή την ομορφιά. Συγκάλεσαν τότε το συμβούλιο των σοφών που τους υπέδειξε όλοι οι νέοι της περιοχής να διαγωνιστούν στη δημιουργία ιστοριών, με ερέθισμα στίχους από τα τραγούδια του λαού. Η δοκιμασία τους  απέβλεπε στην αναζήτηση του πιο καλόψυχου και ευφυέστερου, καθώς με βάση αυτά τα στοιχεία θεωρούσαν οι σοφοί ότι πρέπει να κριθεί ο ικανότερος να κυβερνήσει την περιοχή. Από το διαγωνισμό  οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι όλοι είναι εξίσου καλοί και συνετοί και κατά συνέπεια κατάλληλοι να κυβερνήσουν. ΄Ετσι κανένας πλέον δεν είχε λόγο να ανησυχεί για το μέλλον αυτού του τόπου.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο εντάξαμε δεκαέξι αφηγήσεις νηπίων, για ισάριθμους άταχτους  στίχους από τους είκοσι που διδάξαμε συνολικά, τις οποίες παρουσίασαν οι δεκαέξι μαθητές που υποδύθηκαν τους υποψηφίους. Τα υπόλοιπα νήπια μοιράστηκαν τους ρόλους των σοφών, του βασιλιά και της βασίλισσας.

Αποτελέσματα

 

Ως προς τα αποτελέσματα του εν λόγω εμψυχωτικού προγράμματος, θα επικεντρωθούμε σε τρία νήπια και θα παρακολουθήσουμε την εξέλιξή τους[6]. Πρόκειται καταρχάς για την Ερασμία, η οποία φοιτά  στο νηπιαγωγείο για δεύτερη χρονιά. Πέρσι συμμετείχε σε σχετικές δραστηριότητες αναφορικά με το έργο του Εξυπερύ «Ο Μικρός Πρίγκιπας» ενώ έχει προηγηθεί και η εμπλοκή τής κατά ένα χρόνο μεγαλύτερης αδερφής της σε αντίστοιχο πρόγραμμα του νηπιαγωγείου μας. Επίσης, θα αναφερθούμε στην Αλεξάνδρα, που την προηγούμενη χρονιά ήταν σε παιδικό σταθμό. Είναι παιδί νηπιαγωγού και μαθήτρια με άριστες επιδόσεις σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα. Τέλος, θα σταθούμε στο Στέλιο, ο οποίος παρακολουθεί για πρώτη χρονιά πρόγραμμα προσχολικής αγωγής. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε  ως το μαθητή με τη χαμηλότερη επίδοση και τη μικρότερη συγκέντρωση προσοχής σε όλες τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Κανένας δε από τους γονείς του Στέλιου δεν έχει ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση.

Την πρώτη περίοδο της διδασκαλίας, έως δηλαδή τις διακοπές των Χριστουγέννων, οι άταχτοι στίχοι προέρχονται από κάλαντα, που χρησιμοποιούμε στη συνέχεια για τη χριστουγεννιάτικη γιορτή. Τα δύο κορίτσια παράγουν κείμενα με συνεκτικό νόημα από την έναρξη του προγράμματος, τα οποία παραθέτουμε εδώ περιληπτικά, σε ελεύθερη απόδοση. Η Αλεξάνδρα για τους στίχους      «Το καρτεράει ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα,

                    Το καρτεράει η δασκάλισσα με δυο κλωνάρια μόσκο»

αναφέρει πως η αυξημένη κυκλοφορία στους δρόμους της Αθήνας γίνεται αιτία για την άφιξη του σχολικού λεωφορείου με υπερβολική καθυστέρηση, με αποτέλεσμα τα παιδάκια να χάσουν το μάθημα. Η ίδια μαθήτρια επίσης με αφορμή το δίστιχο

«Η στράτα ρόδα γέμισε κι η εκκλησιά το μόσκο

                                 Κι από το μόσκο τον πολύ οι τοίχοι ραγιστήκαν»

κάνει λόγο για δύο αδέρφια που περνώντας με το αυτοκίνητο που οδηγεί ο μπαμπάς τους από ένα ανθισμένο περιβόλι, σταματούν για να μυρίσουν τα λουλούδια. Επειδή όμως τα παιδιά είναι αλλεργικά, αρχίζουν να βήχουν δυνατά και οδηγούνται στο γιατρό. Το δε αντίστοιχο κείμενο της Ερασμίας  αναφέρεται σε ένα κοριτσάκι το οποίο μυρίζει το υπέροχο άρωμα των λουλουδιών που κοσμούν την εικόνα του Χριστούλη και εύχεται να ζωντανέψει κι εκείνος για να το απολαύσει.

Τον Ιανουάριο ξεκίνησαν οι παιδικές αφηγήσεις με ερέθισμα αποσπάσματα από κλέφτικα τραγούδια. Το κείμενο της Ερασμίας αναφορικά με το στίχο

«Κι ακούω τα δέντρα και βογγούν και τις οξιές και τρίζουν»

είναι αισθητά εκτενέστερο από τα προηγούμενα, εξίσου δε  εύστοχο και ευφάνταστο. Σύμφωνα με τη μαθήτρια ο άνεμος φέρνει ένα κοριτσάκι στο δάσος, όπου όλα τα δέντρα έχουν γεμίσει φρούτα. Εκεί συναντά μια γυναίκα που νομίζει πως είναι η καλή νεράιδα και την ακολουθεί στο σπίτι της. Απ’ όπου περνούν τα δέντρα βογγούν, γιατί τα μαγεύει η γυναίκα που είναι η κακιά μάγισσα, όμως το κοριτσάκι δεν μπορεί να τ’ ακούσει. Την αλήθεια την καταλαβαίνει μόνο όταν φτάνουν στο σπίτι της μάγισσας, γιατί βλέπει παντού  μαγικά αντικείμενα. Κάποτε, την ώρα που η μάγισσα θα κοιμάται, το κοριτσάκι θα ξεφύγει και με τη βοήθεια του ανέμου θα βρεθεί και πάλι στο σπίτι του.

Από την ίδια χρονική περίοδο η αφήγηση της Αλεξάνδρας που θα σταθούμε, προέρχεται από τους στίχους                 «Φύσα βοριά, φύσα θρακιά, για ν’ αγριέψει η λίμνη»

κι αναφέρεται σ’ ένα αγόρι το οποίο δεν έφαγε στο σχολείο το φαγητό του κι μαμά του το πήγε μια βόλτα με τη βάρκα στην τρικυμισμένη λίμνη. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους, το παιδί είχε πεινάσει  πάρα πολύ κι έτσι άδειασε το πιάτο του.

Στο τέλος περίπου του Φεβρουαρίου κατορθώνει για πρώτη φορά ο Στέλιος να παράγει   συγκροτημένες και ενδιαφέρουσες αφηγήσεις και εξακολουθεί σταθερά να βελτιώνεται έως το τέλος της δραστηριότητας. Ενδεικτικά αναφερόμαστε στο κείμενό του που προέκυψε από το στίχο

«Ο κούκος φέτος δε λαλεί ούτε και θα λαλήσει».

Ο μαθητής αποδίδει τη σιωπή του κούκου στον τρόμο που του προξένησε η θέα ενός ανθρώπου με κυνηγετικό όπλο. Ο άνθρωπος είχε βγει για να κυνηγήσει λαγό, τελικά όμως μετάνιωσε και προτίμησε να μαγειρέψει κοτόπουλο.

Ολοκληρώνουμε την ενότητα των αποτελεσμάτων με ένα τελευταίο κείμενο καθενός από τα τρία παιδιά, το οποίο θα παραθέσουμε αυτούσιο, όπως ακριβώς συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του θεατρικού έργου. Η Αλεξάνδρα για τους στίχους

«Ζεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα,

                               Τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα»,

αφηγείται:  « ΄Ενας βασιλιάς κάλεσε κάποιο πολύ φτωχό άνθρωπο που δεν είχε καθόλου ψωμί να

φάει, να πάει στο παλάτι του, για να φάει τα πάντα. Κι όταν ο άνθρωπος έφαγε, ο

βασιλιάς διέθεσε τους φρουρούς του, για να του δείξουν το δωμάτιο που θα τον

φιλοξενούσαν, γιατί αυτός ο φτωχός δεν είχε σπίτι. Το πρωί ο βασιλιάς του χάρισε μια

στολή ιππότη, σαν αυτήν που φορούσε κι ο ίδιος. Κι ο φτωχός ιππότης, αφού τον

ευχαρίστησε, ξεκίνησε γι’ άλλο βασίλειο. Στο δάσος βρίσκει μια όμορφη γυναίκα και

παντρεύονται. Γίνεται ξυλοκόπος και φτιάχνει μόνος του την καλύβα τους. Ζουν για

πάντα εκεί και το χειμώνα ανάβουν φωτιά και ζεσταίνονται».

Η Ερασμία δημιουργεί το ακόλουθο κείμενο με ερέθισμα το στίχο

«Βρύσες να δεις και ποταμούς, χώρες, χωριά και δάση»:

« Σ’ ένα ποτάμι κολυμπά ένα κοριτσάκι. Στην όχθη του έχει υπέροχα, αρωματικά

λουλούδια και μέσα στο νερό έχει κέρματα που τα ρίχνουν οι άνθρωποι και κάνουν

ευχές. Το κοριτσάκι ευχήθηκε να γίνει η πριγκίπισσα του ποταμού κι έγινε. ΄Ετσι

μπορούσε να κάνει πολλές ευχές για τον εαυτό της και για τους άλλους. Ευχήθηκε

να ‘χει ένα ραδιόφωνο ν’ ακούει μουσική, να’ χει ένα πύραυλο ν’ ανεβαίνει

στον ουρανό για να βλέπει το Θεό και να ‘χει κηρομπογιές να τον ζωγραφίζει».

Το τελευταίο κείμενο του Στέλιου έχει προκύψει από το στίχο:

«Βγαίνουν κυράδες την τηρούν από τα παραθύρια».

« Οι άνθρωποι που μένουν σε ένα σπίτι κοιτάζουν κάποιο αστέρι πολύ λαμπερό.

Θέλουν να το φτάσουν με σκάλα, για να του δώσουν νερό να πιει, γιατί νομίζουν

πως διψάει. Επειδή όμως δεν τα καταφέρνουν, κρεμάνε ένα κουβά με νερό στα

κλαδιά του δέντρου, για να το πιει το αστεράκι. Το αστέρι θα πέσει στον  κουβά

να πιει το νερό και για να τους ευχαριστήσει, θα τους πει ένα τραγούδι. Κι από τότε

θα πηγαίνει στο ίδιο μέρος να πίνει νερό κάθε βράδυ».

 

Συμπεράσματα

Όπως προκύπτει από την παρουσίαση των αποτελεσμάτων, και οι τρεις μαθητές οδηγούνται σε διαρκώς βελτιούμενες επιδόσεις παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις τους κατά την έναρξη του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού προγράμματος. Η βελτίωση αυτή αφορά τόσο στη νοηματική  πληρότητα και στην εκφραστική αρτιότητα των αφηγήσεών τους όσο και στον τρόπο παραγωγής τους. Συγκεκριμένα, σταδιακά περνούν από τις ερωταποκρίσεις στον ανεξάρτητο αφηγηματικό λόγο, προσδιορίζουν δηλαδή μόνοι τους το υποκείμενο και το χωροχρονικό πλαίσιο της δράσης του, αναπτύσσουν την πλοκή και διαμορφώνουν την κατάληξη της υπόθεσης χωρίς να χρειάζεται να τους τεθούν σχετικές ερωτήσεις.

Η πρόοδος που σημειώνουν αφορά επίσης στη θεματολογία των κειμένων τους, η οποία διευρύνεται διαρκώς, καθώς δεν περιορίζεται πλέον στα προσωπικά τους βιώματα αλλά αξιοποιεί και τις αναγνωστικές τους εμπειρίες, ακόμη και στοιχεία των αφηγήσεων των συμμαθητών τους. Ο παραγόμενος λόγος τους διακρίνεται όλο και περισσότερο για την πρωτοτυπία, την εικονοπλασία, το απροσδόκητο, που προκαλεί στον ακροατή έκπληξη, τα υπερρεαλιστικά στοιχεία κ.λπ. Όλα δε τα παραπάνω παρατηρούνται στο σύνολο των μαθητών ανεξάρτητα από το επίπεδό τους κατά την έναρξη της δραστηριότητας.

Εξίσου καθολικό και αδιάπτωτο είναι το ενδιαφέρον των νηπίων για συμμετοχή στη δραστηριότητα παρά τα όποια προβλήματα και δυσκολίες κυρίως στις περιπτώσεις όσων αλλοδαπών δεν είναι αρχικά καθόλου εξοικειωμένοι με την ελληνική γλώσσα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι  καθώς στο νηπιαγωγείο φοιτούσαν είκοσι πέντε μαθητές, σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, κάθε εβδομάδα θα δίναμε το λόγο περίπου στους μισούς ενώ οι υπόλοιποι θα συμμετείχαν την επόμενη εβδομάδα. Επειδή ωστόσο όλα τα παιδιά εξέφραζαν επίμονα την επιθυμία τους να αφηγηθούν ιστορία για κάθε  άταχτο στίχο που παρουσιάζαμε, αναγκαζόμαστε να περνάμε σε νέο κείμενο μόνον όταν ολοκληρώνονταν οι αφηγήσεις του συνόλου των μαθητών, παρατείνοντας χρονικά το πρόγραμμα και παραλείποντας τελικά ορισμένους από τους στίχους που είχαμε επιλέξει.

Ιδιαίτερη έμφαση οφείλουμε να προσδώσουμε επίσης στην υπευθυνότητα και τον ενθουσιασμό που εμφανίζουν τα νήπια κατά τη συμμετοχή τους στις διάφορες φάσεις της δραστηριότητας. Συγκεκριμένα ενδιαφέρονται έντονα για την ακριβή καταγραφή των κειμένων τους και συνηθίζουν να ζητούν από το δάσκαλο να τα επαναλάβει, προκειμένου να την διαπιστώσουν. Η δε ικανοποίησή τους εφόσον αντιλαμβάνονται ότι έχει αποδοθεί με σαφήνεια και πληρότητα η σκέψη τους, είναι έκδηλη. Ξεχωριστή μνεία θεωρούμε απαραίτητο να κάνουμε στις ενθουσιώδεις αντιδράσεις τους κατά την πρώτη παρουσίαση του θεατρικού κειμένου με τις ιστορίες τους αλλά και στο ζήλο τους στις πρόβες και στη σοβαρότητα και στη χαρά τους κατά τη διάρκεια της ανοιχτής παράστασης που έδωσαν, στοιχεία που εντυπωσίασαν ιδιαίτερα το κοινό.

Τα συμπεράσματα δεν αφορούν ασφαλώς μόνον στην ανάπτυξη της αφηγηματικής ικανότητας των νηπίων και στη συνειδητοποίηση από μέρους τους ότι ο γραπτός λόγος αναπαριστά τον προφορικό. Τα νήπια επίσης είναι πλέον σε θέση να αναγνωρίζουν τους διάφορους «άταχτους» στίχους, που κατά καιρούς παρουσιάστηκαν. Αφενός ορισμένοι μαθητές  εντοπίζουν συχνά τους συγκεκριμένους στίχους για τους οποίους δημιούργησαν ιστορίες όταν έχουν μπροστά τους ολόκληρο το ποίημα από το οποίο αυτοί προέρχονται. ΄Ολη σχεδόν δε η τάξη είναι σε θέση να ξεχωρίζει  τους διάφορους στίχους που έχουν παρουσιαστεί στο πλαίσιο του προγράμματος. Για παράδειγμα στη γιορτή της 25ης Μαρτίου κάθε μαθητής θα έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα σε ομοιόμορφα πλακάτ αυτό που ανέγραφε τους στίχους τους οποίους θα απήγγειλε ο ίδιος. Από τις πρώτες πρόβες μάλιστα τα παιδιά αναγνώριζαν και τους στίχους που απήγγειλαν οι υπόλοιποι συμμαθητές τους. Αυτά τα δεδομένα θα μας επέτρεπαν να κάνουμε λόγο για πρόοδο στην ανάγνωση και  ανάπτυξη της έννοιας της γραφής.

Θα μπορούσαμε λοιπόν με ασφάλεια να ισχυριστούμε ότι οι παραπάνω διδακτικές επιλογές που αφενός διακρίνονται για τον παιγνιώδη χαρακτήρα τους και αφετέρου παρέχουν στα νήπια το κίνητρο της προσωπικής έκφρασης και επικοινωνίας, αποδεικνύονται ιδιαίτερα αποτελεσματικές για τη γλωσσική τους καλλιέργεια, ακριβέστερα,  για την αφηγηματική δεξιοτεχνία και τη δημιουργία υποδομής για την κατοπινή απόκτηση αναγνωστικών δεξιοτήτων, που αποδίδεται με τον όρο «αναδυόμενος γραμματισμός».

 

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Αποστολάκη, Γ. (1929). Το Δημοτικό Τραγούδι, Ι. Οι Συλλογές ( σσ. 134-273). Αθήνα.

Δαφέρμου Χ., Κουλούρη Π. και Μπασαγιάννη Ε.(2006). Οδηγός Νηπιαγωγού. Εκπαιδευτικοί σχεδιασμοί- Δημιουργικά περιβάλλοντα μάθησης. ΥΠΕΠΘ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών για το Νηπιαγωγείο (2002). ΥΠΕΠΘ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

Ηλία, Ε. Α. (2006). Ο Φυσικός Κόσμος στους Στίχους των Δημοτικών μας Τραγουδιών. Λαμπηδόνα, 41, 13-20.

Iser, W. (1991). The Act of Reading. A theory of Aesthetic Response. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Καλλέργης, H., E. (1995). Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Καστανιώτης.

Μαλεβίτσης, Χ. Το Δημοτικό Τραγούδι ως Περιεχόμενο της Συνειδήσεως του Νέου Ελληνισμού. Ευθύνη-Αναλόγιο β΄ .

Ματσαγγούρας , Η., Γ. (2001): Η Σχολική Τάξη, τόμ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του Γραπτού Λόγου. Αθήνα.

Μιχαήλ-Δέδε Μ. (1994). Το Αποτροπιαστικό Α-λογικό στο Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι. Ιωάννινα: Ηπειρωτική Εστία.

Μπενέκος, Α., Π. (1981). Ζαχαρίας Παπαντωνίου: ΄Ενας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Δίπτυχο.

Παπούλια-Τζελέπη Π., Φτερνιάτη Α., Θηβαίος Κ. (Επιμ.) Εισαγωγή στο  ΄Ερευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία ( σσ. 13-19). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Πολίτης, Λ. (1985) Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό ΄Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

Τάφα, Ε. (2001). Ανάγνωση και γραφή στην προσχολική εκπαίδευση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Vitti, Μ. (1987). Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Οδυσσέας.

Σημειώσεις

[1] Πρόκειται για το 4ο (μονοθέσιο έως και πέρσι που πραγματοποιήθηκε το πρόγραμμα) νηπιαγωγείο Ασπροπύργου, στη Δυτική Αττική, όπου διδάσκω από το 2001.

[2] Οι ενστάσεις που εκφράστηκαν σχετικά με την αυθεντικότητα των τραγουδιών που περιλαμβάνονται σε αυτήν τη συλλογή (βλ. Γ. Αποστολάκη (1929), σσ. 134-273), δεν μας απασχολούν, εφόσον δεν αφορούν στη γνησιότητα των διαφόρων μεμονωμένων στίχων όπου στεκόμαστε αλλά στη συνένωσή τους.

[3] Για τον καθοριστικό ρόλο των εικόνων στην ποίηση ειδικότερα για τα παιδιά-αναγνώστες, βλ. Καλλέργης, 1995: 22, 35 και Μπενέκος, 1981: 121-122.

[4] Το κείμενο παρουσιάζεται στα νήπια σε ακριβή απόδοση από το πρωτότυπο των εκδόσεων Ερευνητές, στη σειρά Εικονογραφημένη Κλασική Λογοτεχνία και όχι από ελεύθερη διασκευή (Εικονογράφηση: Αν Ρόμπι, μτφρ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, 2005)

[5] Αναφέρομαι στα έντυπα με τους τίτλους Ταξίδια στον Ωκεανό της Φαντασίας με … μύθους και παραμύθια και Παιχνίδια με το Μικρό Πρίγκιπα του Εξυπερύ, τα οποία εκδόθηκαν από το Πνευματικό Κέντο του Δήμου Ασπροπύργου το 2005 και το 2006 αντίστοιχα.

[6] Η διαδικασία της επιλογής των κειμένων που παρουσιάζουμε, πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με αυτήν της οργάνωσης των ατομικών φακέλων των νηπίων (portfolios). Βλ. σχετικά, Οδηγός Νηπιαγωγού,  ό. π., σσ. 43-44.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ… ΕΝΑ  ΠΑΡΑΜΥΘΙ  ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΟ  ΑΠΟ  ΤΑ  ΔΗΜΟΤΙΚΑ  ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ελένη Α. Ηλία

ΓΛΣ 44

ISBN:  978 – 960 – 88684 – 4 – 1

Εισαγωγή: Η συγγραφή του παρακάτω παραμυθιού, που παρουσιάστηκε με τη μορφή θεατρικής παράστασης από νήπια, περιλαμβάνει  τα αφηγηματικά κείμενα που δημιούργησαν τα ίδια νήπια στο πλαίσιο μιας εμψυχωτικής, εκπαιδευτικής δραστηριότητας.  Σύμφωνα με την εν λόγω δραστηριότητα, στην οποία δώσαμε τον τίτλο Οι Άταχτοι Στίχοι, απομονώνουμε έναν ή δύο στίχους από κάποιο δημοτικό τραγούδι.  Ο χαρακτηρισμός «άταχτοι» επιλέγεται, για να προσελκύσει τους μικρούς μαθητές, καθώς η σκανταλιά συνιστά μια από τις βασικότερες ιδιότητες της παιδικής ηλικίας και η προσωποποίηση εμφανίζεται συχνότατα στο λόγο της.

Μετά την πρώτη ανάγνωση  από το δάσκαλο των διαφορετικών στίχων που επιλέγουμε κάθε βδομάδα, επαναλαμβάνουμε τους στίχους αρκετές φορές ομαδικά, κρατώντας το ιαμβικό μέτρο με τα κρουστά όργανα της ορχήστρας του ORFF ή κάνοντας ταυτόχρονα κοινό βηματισμό ή άλλες κινήσεις. Με τη συμβολή της ρυθμικής αγωγής αφενός προσεγγίζουμε τον παραδοσιακό τρόπο χρήσης και διάδοσης των Δημοτικών τραγουδιών, που συνδυάζει λόγο, μουσική και χορό, και αφετέρου διευκολύνουμε την αφομοίωση των στίχων από το σύνολο των μαθητών.

Στη συνέχεια, κάθε παιδί επιχειρεί ν’ αφηγηθεί μια διαφορετική, πρωτότυπη ιστορία σε σχέση με τους στίχους αυτούς, απαντώντας σε ερωτήσεις γενικές ή ειδικότερες, που τίθενται από το δάσκαλο. Οι ερωτήσεις αυτές, που κατευθύνουν τα νήπια στη δόμηση των κειμένων τους, αφορούν στο υποκείμενο και το χωροχρονικό πλαίσιο της δράσης του, την αιτιολόγηση της, την αλληλουχία των γεγονότων κ.λπ. Ο αριθμός των ερωτήσεων μειώνεται δε σταδιακά, καθώς αυξάνεται η αφηγηματική ικανότητα των νηπίων (πρόκειται για τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, που εφαρμόζεται στα κειμενοκεντρικά μοντέλα διδασκαλίας).

Σε αρκετές περιπτώσεις καταλήγουμε με την παρουσίαση στα παιδιά ολόκληρου του ποιήματος απ’ όπου προέρχονται οι άταχτοι στίχοι, είτε πρόκειται για κάλαντα είτε για κλέφτικο τραγούδι κ.ο.κ., προκειμένου να συνδυαστεί με την επικαιρότητα, για παράδειγμα τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς ή την επέτειο της 25ης Μαρτίου αντίστοιχα. Οι στίχοι που χρησιμοποιήσαμε προέρχονται στο σύνολο τους από τη συλλογή του Νικολάου Γ. Πολίτη «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού». Για τον εντοπισμό τους από τον αναγνώστη μας στο βιβλίο του Πολίτη, κάθε στίχος ακολουθείται από την αρίθμηση της σελίδας όπου θα αναζητηθεί.

 

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ…

(Σκηνή 1η)

Βασίλισσα:    Τι σου συμβαίνει; Τον τελευταίο καιρό σε βλέπω λυπημένο.

Βασιλιάς:    Είμαι σκεφτικός. Ξέρεις πόσο αγαπάω τον τόπο μας.

Βασίλισσα: Μα πάντα κάνουμε το καλύτερο γι’  αυτόν.

Βασιλιάς:    Όμως τι θα γίνει αν αρρωστήσουμε; Αρχίσαμε να γερνάμε. Ποιος θα κυβερνήσει τότε;

Βασίλισσα: Εγώ λέω να βρούμε ένα πανέμορφο κορίτσι. Θυμάσαι πώς ήμουνα εγώ όταν ανεβήκαμε στο θρόνο; Όλοι με θαύμαζαν για την ομορφιά μου και γι’ αυτό με αγαπούσαν και με υπάκουαν.

Βασιλιάς: Εγώ πάλι σκέφτομαι να διαλέξουμε το πιο δυνατό αγόρι. Όλοι θα τον φοβούνται και θα τον ακολουθούν, όπως γίνεται και με μένα.

Βασίλισσα: Ένα όμορφο κορίτσι αξίζει περισσότερο.

Βασιλιάς    Όχι ! Ένα δυνατό αγόρι είναι ό, τι χρειάζεται για το θρόνο.

 Βασίλισσα: Αντί  να  μαλώνουμε  μεταξύ  μας,  ας  ρωτήσουμε  τους σοφούς.

Βασιλιάς:    Πάντα το συμβούλιο των σοφών δίνει την καλύτερη λύση.

 

(Σκηνή 2η)

Σοφοσ  1 :    Πέστε μας πώς μπορούμε να βοηθήσουμε αυτή τη φορά;

Βασιλιάς:    Θέλουμε να μάθουμε ποιος είναι πιο άξιος να κυβερνήσει

τον τόπο μετά από μας. Το πιο δυνατό αγόρι;

Βασίλισσα:  Ή το πιο όμορφο κορίτσι;

Σοφοσ 2:    Κι εσείς είστε όμορφοι και δυνατοί, αλλά ρωτάτε εμάς για ν’

αποφασίσετε.

Βασίλισσα:  Τι πρέπει να γίνει λοιπόν;

Σοφοο 3:    Για να προοδεύει ο τόπος, χρειάζεται να τον κυβερνάμε με

καλοσύνη και εξυπνάδα.

Βασίλισσα:  Κι η ομορφιά δεν χρειάζεται;

Σοφοσ 1:    Η καλοσύνη είναι η πιο λαμπερή, η πιο αληθινή ομορφιά. Φωτίζει τα μάτια και κάνει τα πρόσωπα χαμογελαστά. Κι ούτε χάνεται με τα χρόνια. Ψάξτε για την ομορφιά της ψυχής και θα έχετε κάνει τη σωστότερη εκλογή.

Βασιλιάς:    Ούτε η δύναμη χρειάζεται;

Σοφοσ 2:    Η μεγαλύτερη δύναμη είναι η δύναμη του μυαλού. Αυτή καταφέρνει όσα δεν μπορούν τα πιο δυνατά χέρια και τα πιο δυνατά πόδια όλου του κόσμου. Αν θέλετε λοιπόν έναν αρχηγό πραγματικά δυνατό, πρέπει να διαλέξετε έναν πολύ έξυπνο άνθρωπο.

Βασιλιάς:    Πώς όμως θα βρούμε κάποιον να είναι και καλός και έξυπνος;

Σοφοσ 3:    Και   σε   αυτό   υπάρχει   απάντηση.   Θα   καλέσουμε   να διαγωνιστούν όλους τους νέους που νομίζουν ότι μπορούν ν’ αναλάβουν την αρχηγία.

Βασίλισσα:  Και σε τι θα διαγωνιστούν;

Σοφοσ 3:   Θα διαγωνιστούν στις ιστορίες. Θα απαγγείλουμε τους ομορφότερους στίχους από τα τραγούδια του λαού, γιατί ο λαός είναι σοφότερος από μας και τα τραγούδια του είναι σπουδαία.

Σοφοσ 1:    Μ’ αυτούς τους στίχους θα ξυπνάμε τη φαντασία των νέων, για να φτιάξουν μια σχετική ιστορία.

Σοφοσ 2:   Μετά εμείς όλοι μαζί θα κρίνουμε την ψυχή και το μυαλό που κρύβεται μέσα στην ιστορία.

Σοφοσ 3:    Ας ετοιμαστούμε για να δεχθούμε τους υποψήφιους.

 

(Σκηνή 3η)

Προσέρχονται οι υποψήφιοι.

Σοφός 1:   Σας καλωσορίζουμε και σας ευχόμαστε καλή επιτυχία.

Σοφός 2:    Προσπαθήστε να αφηγηθείτε μια πρωτότυπη ιστορία για τους στίχους που ακούτε.

Σοφοσ 3:   «Η στράτα ρόδα γέμισε κι η εκκλησιά το μόσκο κι από το μόσκο τον πολύ οι τοίχοι ραγιστήκαν» (σ.199)

Υποφήφιος 1Ένα κοριτσάκι μυρίζει τα λουλουδάκια που έχουν βάλει στην εικόνα του Χριστούλη και κάνει μια ευχή. Να ζωντανέψει ο Χριστούλης, για να τα μυρίσει κι αυτός.

Σοφοσ 1:   «Το καρτεράει ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα, το καρτεράει η δασκάλισσα με δυο κλωνάρια μόσκο»   (σ.193)

Υποψήφιος 2: Ο δάσκαλος και η δασκάλα ειδοποιούν το Μικρό Πρίγκιπα (τον ήρωα του βιβλίου του Εξυπερύ), για να πάει στο σχολείο τους. Θέλουν να τον μάθουν να διαβάζει και να γράφει.

Σοφός 2:  «Φύσα βοριά, φύσα θρακιά, για ν’ αγριέψει η λίμνη»  (σ.10)
Υποψήφιος 3
Σένα σχολείο διαβάζουν τα παιδιά το μάθημα τους. Στην ώρα του φαγητού έφαγαν όλα τα παιδιά εκτός απτο Μιχάλη. Το μεσημέρι πήγε η μαμά του να τον πάρει. Τον πήγε στο σπίτι, που ήταν δίπλα σε μια λίμνη πολύ αγριεμένη, επειδή φυσούσε αέρας. Κι η μαμά του είπε να κάνουν μια βόλτα με βαρκούλα στη λίμνη. Δεν φοβήθηκαν το κύμα, γιατί ήξεραν πολύ καλά να του ξεφεύγουν. Του Μιχάλη του άρεσε πολύ και είπε στη μαμά να ξαναπάνε κάποια μέρα που δεν θα έχει σχολείο. Κι όταν γύρισαν στο σπίτι, ο Μιχάλης είχε πεινάσει και άδειασε όλο του το πιάτο.

 

Σοφός 3: «Ακούω τον άνεμο και ηχά με τα βουνά μαλώνει»  (σ.67)

Υποψήφιος 4: Βλέπω απτο τζάμι ένα βουνό κι ακούω τον άνεμο. Ο άνεμος λέει στο βουνό: «Κάνε στην άκρη». Ενώ το βουνό προσπαθεί γιατί είναι φίλος με τον άνεμο, δεν μπορεί να μετακινηθεί. Συνέχεια ο άνεμος λέει το ίδιο, συνέχεια και το βουνό προσπαθεί αλλά δεν μπορεί με τίποτα. Ο άνεμος θέλει να παραμερίσει το βουνό, για να δει τι υπάρχει από πίσω του. Υπάρχει μια πόλη, που ο άνεμος δεν θα την δει ποτέ. Όμως οι άνθρωποι αυτής της πόλης ανεβαίνουμε στο βουνό, για να παίξουμε με το χιόνι κι εκεί μας βλέπει ο άνεμος. Κι εγώ  έχω πάρει μαζί μου στο βουνό ένα καρότο και δυο κουμπιά, για να τα βάλω για μύτη και μάτια στο χιονάνθρωπο που θα φτιάξουμε με ταδέρφια μου.

Σοφός 1«Ναχα τα βράχια αδέρφια μου τα δέντρα συγγενάδια,  να με          κοιμάν οι πέρδικες να με ξυπνάν ταηδόνια»  (σ.31)

Υποψήφιος 5 : Σένα σπίτι στο βουνό ζουν κάποιοι ληστές. Είχαν κλέψει κάτι από έναν καλό άνθρωπο κι αυτός ακολούθησε τα ίχνη τους και τους ανακάλυψε πού βρίσκονται. Οι ληστές τότε τον σκότωσαν, για να μην τους προδώσει. Και το παιδάκι του αργούσε πολύ να πάει σχολείο, γιατί πήγαινε στον τάφο του μπαμπά του κι άναβε το καντήλι. Κι εκεί είδε ένα αηδόνι που του είπε: «Μην ανησυχείς, ο μπαμπάς σου θα ξαναγυρίσει».

Σοφοσ 2: «Κι ακούω μιας πέρδικας λαλιά, μιας αηδονολαλούσας» (σ.68)

Υποψήφιος 6: Βλέπω μια πέρδικα που είναι μόνη της στο δάσος και κοιμάται, γιατί έχει νυχτώσει κι είναι κουρασμένη. Είχε πετάξει για πολλή ώρα κι είχε πάει πολύ μακριά. Είχε πάει στο σπίτι ενός κοριτσιού και κελαηδούσε πολύ ωραία αλλά το κοριτσάκι δεν την άκουσε, γιατί είχε πάει στο δάσος της πέρδικας, για να την βρει. Κι όταν γύρισε η πέρδικα στο δάσος, άκουσε τη φωνή του κοριτσιού, που τη φώναζε. Συναντήθηκαν και κανόνισαν να βρεθούν και το άλλο πρωί στο σπίτι του κοριτσιού. Και μετά η πέρδικα κοιμήθηκε στη φωλιά της και το κοριτσάκι στο κρεβάτι του.

Σοφός 3:  «Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι γύρνα πίσω» (σ.52)

Υποψήφιος 7 : Βλέπω το ποτάμι που είναι θυμωμένο. Το έχει θυμώσει ο άνεμος, επειδή φυσάει. Κι είναι πολύ ορμητικό. Εκεί κοντά είναι ένα κοριτσάκι που γυρίζει απτο σχολείο. Το κοριτσάκι δεν ξέρει από τι έχει θυμώσει το ποτάμι κι αναρωτιέται. Προσπάθησε να το ηρεμήσει, τραγουδώντας του χαρούμενα τραγουδάκια. Το ποτάμι ηρέμησε. Κι όταν πήγε στη μαμά του, της είπε: «Πού να στα λέω. Ηρέμησα  ένα  ποτάμι». Το άλλο μεσημέρι, που γύριζε απτο σχολείο, ρώτησε το ποτάμι αν θέλει να γίνουν φίλοι κι εκείνο είπε «ναι». Το κοριτσάκι του πετούσε μια μπάλα και το ποτάμι την έστελνε πίσω.  Έτσι έπαιζαν μαζί κάθε μέρα μετά το σχολείο.

Σοφοσ  1: «Πέφτουν τα βόλια σαν βροχή και τα βουνά βογγάνε» (σ.55)

Υποψήφιος 8:   Πέφτουν σφαίρες σ’  ένα σπίτι που μένει μια γριούλα. Πυροβολείένας κακός, που θέλει να τη σκοτώσει, γιατί δεν αγαπά τους ανθρώπους. Αποφασίζει ποιο σπίτι  θα χτυπήσει, σύμφωνα με τους αριθμούς.

Χτυπάει δυο σπίτια κάθε μέρα. Κάποτε τον έπιασαν οι αστυνόμοι, αφού

όμως είχε σκοτώσει τη γριούλα. Τον έβαλαν  φυλακή αλλά δραπέτευσε.

Είχε λέιζερ στα μάτια και έκοψε τα σίδερα. Σκότωσε τους αστυνόμους,

άνοιξε τα φτερά του και πέταξε για μια μακρινή ήπειρο. Δεν έχει

καταφέρει ποτέ να τον νικήσει κανείς. Αυτός είναι ρομπότ, που το έχει    προγραμματίσει μια κακιά γυναίκα. Κάποτε όμως ένας οδηγός που δεν

έβλεπε καλά, πάτησε με το φορτηγό του και τη γυναίκα και το ρομπότ. Και η αστυνομία του είπε: «Καλά έκανες».

Σοφός 2: «Κι ακούω τα δέντρα και βογγούν και τις οξιές και τρίζουν» (σ. 50)

Υποψήφιος 9Ένα κοριτσάκι το παίρνει ο αέρας και το πηγαίνει στο δάσος. Εκεί όλα τα δέντρα έχουν βγάλει φρούτα. Το κοριτσάκι σκαρφαλώνει σ’ ένα δέντρο. Έρχεται μια πεταλούδα και το κοριτσάκι θέλει να την πιάσει. Όταν όμως πάει να την πιάσει, αυτή χάνεται. Μετά κατεβαίνει από το δέντρο και τριγυρνά στο δάσος. Βρίσκει στο δρόμο του μια κακιά μάγισσα. Το κοριτσάκι νομίζει ότι είναι η καλή νεράιδα και πηγαίνει κοντά της. Αυτή το παίρνει και το πηγαίνει στο σπίτι της. Κι όπου περνούν, τα δέντρα βογγούν, γιατί τα μαγεύει η μάγισσα. Όμως το κοριτσάκι δεν μπορεί να τακούσει. Όταν φτάνει στο σπίτι της μάγισσας, το κοριτσάκι καταλαβαίνει ποια είναι, γιατί βλέπει τα μαγικά της. Κάθε βράδυ η μάγισσα μεταμορφώνεται κι όλα τα ζώα τρέχουν να ξεφύγουν. Κι όταν η μάγισσα αποκοιμιέται, το κοριτσάκι ακολουθεί τα ίχνη που είχαν αφήσει πηγαίνοντας. Μόλις βγαίνει απτο δάσος, ο αέρας το πηγαίνει πίσω στο σπίτι του.

Σοφός 3: «Κοιμούνται στα δασά κλαριά

και στους παχιούς τους ίσκιους» (σ.39)


Υποψήφιος  10 :
     Βλέπω ένα σπίτι που δίπλα του υπάρχει ένα δέντρο. Οι άνθρωποι που μένουν εκεί, αποφασίζουν να πάνε στην παραλία αλλά  όταν μπαίνουν στο αμάξι, ξεχνάνε πού ήθελαν να πάνε και πηγαίνουν κάπου αλλού. Ανοίγουν τις ομπρέλες για τον ήλιο, αλλά όταν φεύγουν, τις ξεχνάνε εκεί. Τις βρίσκει κάποιος και τις βγάζει απ’ την άμμο, για  να τις πάρει ο αέρας. Κι ο αέρας τις πηγαίνει μέσα στη θάλασσα και τις χαλάνε τα ψάρια. Μόλις αυτοί που έχουν τις ομπρέλες κατάλαβαν ότι τις έχουν ξεχάσει, πηγαίνουν να τις βρουν και δεν βρίσκουν καμιά. Φεύγουν και δεν ξαναπηγαίνουν ποτέ πια στη θάλασσα. Όταν γυρίζουν στο σπίτι, λείπουν όλα τους τα πράγματα, έχουν μπει κλέφτες με σακούλες και το έχουν αδειάσει. Ψάχνουν, αλλά δεν βρίσκουν ποτέ τα πράγματα τους.

 

 

Σοφός 1:  «Και στάζουνε τα μάτια μου και τρέχουν μαύρα δάκρυα» (σ.20).

Υποψήφιος 11Ο Θεός είναι στην εκκλησία. Είναι πολύς κόσμος εκεί, γιατί κάποιος έχει πεθάνει και γίνεται η κηδεία του. Ο Θεούλης κλαίει για τον πεθαμένο. Οι άνθρωποι που τον βλέπουν, νομίζουν ότι κλαίει, γιατί δεν πήγαν να τον φιλήσουν. Κι έτσι όλοι πηγαίνουν και τον φιλάνε. Μετά την  κηδεία ο Θεός πηγαίνει στο σπίτι μιας γιαγιάς, για να μείνει μαζί της. Του αρέσει καλύτερα από την  εκκλησία, επειδή βρίσκει φαγητό να τρώει.

Σοφός 2:  «Ο κούκος φέτος δε λαλεί ούτε και θα λαλήσει» (σ.22)

Υποψήφιος 12:  Βλέπω μια γυναίκα που έχει μια καλύβα στη θάλασσα και κοιτάζει τα πουλιά. Είναι κι ένας κούκος μαζί τους, που του αρέσει καλύτερα εκεί απτο βουνό. Και ξαφνικά, μια φορά σταμάτησε να κελαηδάει, γιατί ήρθαν κάποιοι αετοί. Τρόμαξε κι έφυγε πετώντας. Κι οι αετοί τον κυνήγησαν, αλλά τον βοήθησε μια πάπια να σωθεί, που ήταν αόρατη. Όταν ο κούκος κάθισε πάνω της, έγινε κι αυτός αόρατος. Κι η γυναίκα που ήταν εκεί, είδε τον κούκο και την πάπια, που ξαναφάνηκαν όταν οι αετοί είχαν φύγει μακριά.

Σοφός 3: «Ζεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα, τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα» (σ.41)

Υποψήφιος 13Βλέπω ένα βασίλειο. Ο βασιλιάς κάλεσε ένα πολύ φτωχό άνθρωπο, που δεν είχε καθόλου ψωμί να φάει, να πάει στο παλάτι του, για να φάει τα πάντα. Γιατί ο βασιλιάς ήταν πάρα πολύ καλός. Κι όταν ο άνθρωπος έφαγε, ο βασιλιάς διέθεσε τους φρουρούς του, για να δείξουν στο φτωχό το δωμάτιο που θα τον φιλοξενούσαν στο παλάτι, γιατί αυτός ο φτωχός δεν είχε σπίτι, δεν είχε τίποτα εκτός απ’ τα ρούχα του, που ήταν παλιά. Το πρωί ο βασιλιάς του χάρισε μια στολή ιππότη, σαν αυτήν που φορούσε κι ο ίδιος. Κι ο φτωχός ιππότης, αφού τους ευχαρίστησε, έφυγε απ το παλάτι και πήγε σ’ άλλο βασίλειο, για να τον βοηθήσουν. Σένα δάσος θα βρει μια γυναίκα όμορφη και θα παντρευτούν. Και θα γίνει ξυλοκόπος. Θα φτιάξει μόνος του την καλύβα τους και θανάβουν φωτιά να ζεσταίνονται.

Σοφός 1: «βρύσες να δεις και ποταμούς,χώρες, χωριά και δάση» (σ.233)

Υποψήφιος  14 : Βλέπω ένα ποτάμι όπου κολυμπά ένα κοριτσάκι. Στην όχθη έχει υπέροχα αρωματικά λουλούδια και μέσα στο ποτάμι έχει κέρματα, που τα πετάνε οι άνθρωποι και κάνουν ευχές. Το κοριτσάκι ευχήθηκε να γίνει η πριγκίπισσα του ποταμού κι έγινε. Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα με κόκκινα λουλούδια κι ένα στέμμα με διαμάντια και καθόταν σ ένα ξύλινο θρόνο. Έτσι μπορούσε να κάνει πολλές ευχές για τον εαυτό της και για τους άλλους: ναχει ένα ραδιόφωνο για νακούει μουσική, ναχει ένα πύραυλο νανεβαίνει στον ουρανό, για να βλέπει το Θεό, και ναχει κηρομπογιές, για να τον ζωγραφίζει.

Σοφός 2: «Το λεν ταηδόνια στα κλαριά, κι οι πέρδικες στα πλάγια,

το λεν οι κούκοι στα ψηλά, ψηλά στα καταρράχια» (σ.239)

Υποψήφιος 15 :  Βλέπω μια πέρδικα στο βουνό που μιλά με τις άλλες πέρδικες, τις φίλες της, για ένα πλοίο, που περνάει στη θάλασσα και μπαίνει στο λιμάνι. Λένε ότι ο καπετάνιος του πλοίου είναι πολύ κακός. Γι’  αυτό, το καράβι του έχει γίνει μαύρο από τη βρωμιά, μέσα κι έξω. Και κανένας άνθρωπος δεν ταξιδεύει μαυτό το σκουριασμένο πλοίο, γιατί φοβούνται τον καπετάνιο, που είναι κι αυτός μαύρος και τρομαχτικός. Φεύγει απτο λιμάνι χωρίς κανέναν επιβάτη και θα πηγαίνει σ’ ένα τρομαχτικό νησί που ζουν οι φίλοι του καπετάνιου. Και θα μπουν όλοι στο πλοίο, για να γλεντήσουν μαζί. Και μόνο οι πέρδικες θα τους βλέπουν από το βουνό, επειδή είναι πολύ ψηλό.

Σοφός 3: «βγαίνουν κυράδες την τηρούν από τα παραθύρια» (σ.78)

 

Υποψήφιος 16 :         Βλέπω ένα αστέρι πολύ λαμπερό. Κι από ένα σπίτι τοκοιτάζουν οι άνθρωποι, γιατί τους αρέσει πολύ. Θα ήθελαν να το πιάσουν με μια σκάλα, για να του δώσουν νερό να πιει, γιατί νομίζουν ότι διψάει. Επειδή δεν μπορούν να φτάσουν τo αστέρι, θα ανέβουν στη σκάλα, και θα κρεμάσουν ένα κουβά νερό στα κλαδιά ενός δέντρου, για να το πιει το αστεράκι. Το αστεράκι θα πέσει μέσα στον κουβά και θα πιει το νερόΎστερα θα ξανανέβει στον ουρανό. Κι από τότε το αστέρι, θα πηγαίνει να πίνει νερό κάθε βράδυ, απτον ίδιο κουβά, που θα τον γεμίζουν και θα τον αφήνουν στην ίδια θέση οι άνθρωποι.

Σοφός 1:    Εγώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμιά ιστορία. Όλες μου

φαίνονται υπέροχες.

Σοφός 2:   Το ίδιο συμβαίνει και με μένα. Όλοι οι νέοι του τόπου μας

είναι καλοί και έξυπνοι. Όλοι μπορούν να τον κυβερνήσουν.

Βασιλιάς:    Και τώρα, τι θα κάνουμε;

Σοοφός 3:    Τώρα δεν έχουμε κανένα λόγο να ανησυχούμε για το μέλλον.

Ένας τόπος με τόσο έξυπνους και καλούς ανθρώπους, δεν κινδυνεύει.

Σοφός 1:   Όποιος κι αν γίνει αρχηγός, έχει όλα τα προσόντα που

χρειάζονται.

Σοφοσ 2:   Ας τον επιλέξουν οι υπόλοιποι. Σίγουρα θα πάρουν τη

σωστότερη απόφαση, αφού είναι όλοι και έξυπνοι και καλοί.

Σοφοσ 3:   Ας κάνουμε ένα μεγάλο πανηγύρι, για να το γιορτάσουμε.

Μουσική και Χορός

 

ΤΕΛΟΣ

Δημοσιεύθηκε στη Δημιουργική γραφή, Διδακτική της Λογοτεχνίας, Εκπαιδευτικά προγράμματα | Σχολιάστε