Ο Μ.Γ. συνδυάζει εικόνα και λόγο: σχεδιάζει ένα μικρό κόμικ τεσσάρων καρέ για την πρώτη μέρα της Κωνσταντίνας στη Γερμανία.
Ο
Ο εσωτερικός μονόλογος της Κωνσταντίνας τη στιγμή που νιώθει πως ένας νέος/-α φίλος/-η αρχίζει να της δείχνει συμπάθεια από την Δ.Α.
Η αλήθεια είναι πως, από τη στιγμή που ο διευθυντής με πήγε στην τάξη μου, το περισσότερο άγχος μου είχε φύγει. Δεν έπαψα όμως, να νιώθω άβολα και απροσάρμοστα σε μια νέα τάξη με είκοσι άγνωστα πρόσωπα να με κοιτούν. Το αίσθημα αυτό έφυγε τη στιγμή που η Άννα, μια κοπέλα που ζούσε δέκα χρόνια στη Γερμανία, αλλά είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, μου μίλησε και μου πρότεινε να με ξεναγήσει στον νέο χώρο. Ένιωσα πως ένα βάρος έφυγε από πάνω μου, καθώς γνώρισα μια κοπέλα που είχα συμπαθήσει και ήταν πρόθυμη να με στηρίξει.
Και ο Κ.Π. γράφει τη δική του εκδοχή του εσωτερικού μονολόγου της Κωνσταντίνας:
Αυτό το παιδί με κοιτάζει επίμονα και χαμογελάει. Μήπως με συμπαθεί ή μήπως με κοροϊδεύει; Ωχ, έρχεται να μου μιλήσει, τι θα πω; Δεν ξέρω σχεδόν καθόλου γερμανικά. Έρχεται με καλό σκοπό άραγε;
Ουφ! Τζάμπα η ανησυχία! Τελικά ήρθε με καλό σκοπό. Θέλει να γίνει φίλη με μένα. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε το απόγευμα για να παίξουμε.
Αντί για κείμενο … ποίημα από την Π.Χ.
Μικρό κορίτσι σε σχολείο μακρινό
με λέξεις ξένες, με βλέμμα δειλό,
ένα χαμόγελο, μια αρχή
κι η μοναξιά ξεχνιέται με μια νέα αρχή.
Ένα ακόμα ποίημα από τον μαθητή Μ.Δ.














