Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στον φάκελο που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα.
Οι μαθητές του Α΄2 συνεχίζουν την αφήγηση και δίνουν τη δική τους εξέλιξη στο διήγημα.
Η Α. Μ. φαντάζεται τη δική της εξέλιξη:
Έξω από τον φάκελο έγραψε:
Κωσταντή Μακάριτς.
Ιβάνκοβα 25.
Έπειτα πήγε στο ταχυδρομείο και έριξε το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο με την ελπίδα ότι θα έφτανε εγκάιρως στον παππού του.
Πέντε μέρες αργότερα ο Βάνκας αντίκρισε τον παππού του έξω από το τσαγκαράδικο. Γεμάτος ευτυχία και ευγνωμοσύνη για τον Θεό, τρέχει καταπάνω του. Κάνει τον σταυρό του, τρίβει τα βουρκωμένα ματάκια του και τον αγκαλιάζει.
“Πάμε!”, του λέει ο παππούς. “Ήρθε η ώρα να σε πάρω από εδώ. Αρκετά υπέμεινες”.
Και ξεκίνησαν τον δρόμο προς το χωριό.
Ο Βάνκαςα ένιωθε τρισευτυχισμένος που θα ξαναζούσε την όμορφη ζωή στο χωριό κοντά στους ανθρώπους που αγαπούσε και μακριά από την πόλη που μόνο βάσανα του είχε προσφέρει.
Η Λ. Μ. γράφει:
-Τι κάνεις εκεί, Βάνκα;
-Τίποτα, κύριε.
-Με δουλεύεις; Αφού έχεις ένα χαρτί πίσω από την πλάτη σου.
-Δεν είνει τίποτα. Αλήθεια!
-Είπα φερ’ το!
-Εντάξει! Όμως να ξέρετε για πλάκα το έγραψα. Δεν εννοώ τίποτε απ’ όλα αυτά.
-Τι γράφεις εδω; Δε σου φερόμαστε καλά; Εμείς που σε ταΐζουμε, σου δίνουμε το μωρό για συντροφιά, σε πληρώνουμε κιόλας; Για όσα έγραψες θα κάνεις πιο σκληρή δουλειά για να δεις ποιος σε κακοποιεί τώρα!
-Μάλιστα, κύριε.
-Έλα μαζί μου! Τώρα ξεκινάς πλένοντας όλο το μαγαζί! Ψίχουλο μη δω!
-Εντάξει, αφεντικό!
Η Β. ΜΠ. φαντάζεται τη δική της εξέλιξη:
Ύστερα πήρε τον δρόμο του Άη Μηνά, έστριψε σε ένα παλιό κτήριο και ανέβηκε τα σκαλιά του ταχυδρομείου.
“Για πού ειναι το γράμμα;”,τον ρώτησε ο υπάλληλος του ταχυδρομείου.
“Για τον παππού στο χωριό”, απάντησε ο Βάνκας. Διαβάστε όλο το άρθρο »





















