Η μαθήτρια Α. Μ. του Α΄2 έφτιαξε ένα κόμικ με τη βοήθεια της ΑΙ.
Απολαύστε το!
Η μαθήτρια Α. Μ. του Α΄2 έφτιαξε ένα κόμικ με τη βοήθεια της ΑΙ.
Απολαύστε το!
Οι μαθητές του Α΄2 γράφουν την πρώτη ενότητα του διηγήματος, αλλά αυτή τη φορά αφηγητής είναι ο μικρός Κωνσταντής.
Η Χ. Μπ. γράφει:
Μόλις το φανάρι γίνεται πράσινο και τ’ αυτοκίνητα χιμούν, εγώ τρέχω στον κάθετο δρόμο. Πλησιάζω τα τζάμια των αυτοκινήτων με την πραμάτεια μου – χαρτομάντιλα, σαπούνια, στιλό και ό,τι άλλο μπορείς να σκεφτείς. Αυτά πουλάω στον δρόμο εδώ και μια εβδομάδα.
Οι γονείς μου πάνε… Τους μάζεψαν και τους έστειλαν ξανά στην Αλβανία. Τους μισώ! Ούτε που προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί μου.
Φοβάμαι. Λεφτά δεν έχω. Οι οδηγοί το μόνο που μου δίνουν είναι κανένα πενηντάλεπτο και μερικές φορές κανένα κουλούρι. Άσπλαχνοι, τσιγγούνηδες. Κοιτάζω το πίσω κάθισμα των αυτοκινήτων και εννιά στις δέκα φορές υπάρχουν σακούλες σουπερμάρκετ, κουτιά με παιχνίδια, κόκκινα αβγά και σοκολατένια λαγουδάκια μιας και πλησιάζει το Πάσχα. Μόλις καταλάβουν πού πάει το βλέμμα μου, μού κλείνουν το παράθυρο και φεύγουν.
Η μέρα σήμερα δεν έχει πάει καλά και ψιλοβρέχει απ’ το πρωί. Διαβάστε όλο το άρθρο »
Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στον φάκελο που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα.
Οι μαθητές του Α΄2 συνεχίζουν την αφήγηση και δίνουν τη δική τους εξέλιξη στο διήγημα.
Η Α. Μ. φαντάζεται τη δική της εξέλιξη:
Έξω από τον φάκελο έγραψε:
Κωσταντή Μακάριτς.
Ιβάνκοβα 25.
Έπειτα πήγε στο ταχυδρομείο και έριξε το γράμμα στο γραμματοκιβώτιο με την ελπίδα ότι θα έφτανε εγκάιρως στον παππού του.
Πέντε μέρες αργότερα ο Βάνκας αντίκρισε τον παππού του έξω από το τσαγκαράδικο. Γεμάτος ευτυχία και ευγνωμοσύνη για τον Θεό, τρέχει καταπάνω του. Κάνει τον σταυρό του, τρίβει τα βουρκωμένα ματάκια του και τον αγκαλιάζει.
“Πάμε!”, του λέει ο παππούς. “Ήρθε η ώρα να σε πάρω από εδώ. Αρκετά υπέμεινες”.
Και ξεκίνησαν τον δρόμο προς το χωριό.
Ο Βάνκαςα ένιωθε τρισευτυχισμένος που θα ξαναζούσε την όμορφη ζωή στο χωριό κοντά στους ανθρώπους που αγαπούσε και μακριά από την πόλη που μόνο βάσανα του είχε προσφέρει.
Η Λ. Μ. γράφει:
-Τι κάνεις εκεί, Βάνκα;
-Τίποτα, κύριε.
-Με δουλεύεις; Αφού έχεις ένα χαρτί πίσω από την πλάτη σου.
-Δεν είνει τίποτα. Αλήθεια!
-Είπα φερ’ το!
-Εντάξει! Όμως να ξέρετε για πλάκα το έγραψα. Δεν εννοώ τίποτε απ’ όλα αυτά.
-Τι γράφεις εδω; Δε σου φερόμαστε καλά; Εμείς που σε ταΐζουμε, σου δίνουμε το μωρό για συντροφιά, σε πληρώνουμε κιόλας; Για όσα έγραψες θα κάνεις πιο σκληρή δουλειά για να δεις ποιος σε κακοποιεί τώρα!
-Μάλιστα, κύριε.
-Έλα μαζί μου! Τώρα ξεκινάς πλένοντας όλο το μαγαζί! Ψίχουλο μη δω!
-Εντάξει, αφεντικό!
Η Β. ΜΠ. φαντάζεται τη δική της εξέλιξη:
Ύστερα πήρε τον δρόμο του Άη Μηνά, έστριψε σε ένα παλιό κτήριο και ανέβηκε τα σκαλιά του ταχυδρομείου.
“Για πού ειναι το γράμμα;”,τον ρώτησε ο υπάλληλος του ταχυδρομείου.
“Για τον παππού στο χωριό”, απάντησε ο Βάνκας. Διαβάστε όλο το άρθρο »
Οι μαθητές του Α΄2 εμπνευσμένοι από το παραμύθι “Το πιο γλυκό ψωμί” φτιάχνουν το δικό τους παραμύθι.
“Μια προειδοποιημένη πειρατεία”, το παραμύθι του Π. Λ.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πολύ πλούσιος έμπορος. Όλα πήγαιναν τέλεια – θα μπορούσαμε να πούμε υπερβολικά τέλεια: είχε τη γυναίκα του, τα παιδιά του και οι δουλειές πήγαιναν καλά.
Ώσπου μια μέρα, ξεκίνησε για ένα μεγάλο ταξίδι, που οι άλλοι έμποροι τον είχαν συμβουλέψει να μην κάνει, γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο. Αυτός όμως, τους αγνόησε, γιατί είχε ακούσει πως θα έβγαζε πολλά λεφτά. Έτσι, ξεκίνησε, παρόλο που γνώριζε πως μπορεί να του επιτεθούν πειρατές να χάσει τα λεφτά του και, ακόμα χειρότερα, και τη ζωή του.
Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά και δεν υπήρχαν απρόοπτα. Πέρασε μια, δύο, τρεις εβδομάδες και καμιά αναποδιά δεν του έτυχε. Την τέταρτη όμως εβδομάδα μια μεγάλη καταιγίδα ξεκίνησε. Έβρεχε όλη μέρα κι όλη νύχτα. Ο έμπορος σκέφτηκε να τα παρατήσει και να γυρίσει πίσω, αλλά σκεπτόμενος τα λεφτά, συνέχισε.
Μετά την καταιγίδα, νέες συμφορές τον βρήκαν. Οι προειδοποιήσεις των άλλων εμπόρων επαληθεύτηκαν. Πειρατές προσέγγισαν το πλοίο απειλώντας τους να δώσουν όλα τα εμπορεύματα για να μην τους σκοτώσουν. Ο έμπορος και οι σύντροφοί του αναγκάστηκαν να δώσουν όλα τα εμπορεύματα χάνοντας πολλά χρήματα.
Πάλι καλά, με τα χίλια ζόρια κατάφεραν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Μετά απ’ αυτό, ο έμπορος έκανε μόνο σίγουρα ταξίδια, σύντομα και ασφαλή. Από τότε κατάλαβε πως κανείς δεν πρέπει να θυσιάζει τη σωματική του υγεία μπροστά στο χρήμα ή οποιοδήποτε άλλο υλικό αγαθό.
Από την Β. Μπ.
“Ο Ρίνος και το ευτυχισμένο χωριό”
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε βαθιά κρυμμένο στα βουνά και τα ποτάμια ένα παιδί, ο Ρίνος. Ο Ρίνος είχε μια ξεχωριστή ικανότητα: όταν τα φυτά και τα λουλούδια είχαν μαραθεί, ο Ρίνος τα έκανε να ανθίζουν με κάποιο μαγικό τρόπο. Με αυτή του την ικανότητα ήταν σαν να τα έκανε ξανά χαρούμενα.
Μια μέρα όμως, το φως του χωριού άρχισε να σβήνει, όχι τα φώτα των σπιτιών, αλλά αυτή η ζεστή ατμόσφαιρα, όπως τη λέμε. Όλο το χωριό ήταν λυπημένο και στενοχωρημένο.
Οι σοφοί είπαν πως το φανάρι της καρδιάς, το ιερό αντικείμενο που φυλά την καλοσύνη και τη χαρά του τόπου, είχε χαθεί στο δάσος της Λυών.
Ο Ρίνος, χωρίς να φοβηθεί τίποτα, πήρε το μικρό σακίδιό του και πήρε τον δρόμο του δάσους. Όταν έφτασε στο κέντρο του δάσους, συνάντησε μια χελώνα, ενάν λύκο και μια αλεπού. Η χελώνα έτρεχε πολύ γρήγορα, ο λύκος ήταν πολύ δυνατός και η αλεπού έλεγε πάντα την αλήθεια.
Ο Ρίνος ακολούθησε τον δρόμο της αλεπούς και μετά από λίγη ώρα βρήκε το ιερό φανάρι. Αμέσως μόλις το άγγιξε το φως άναψε. Διαβάστε όλο το άρθρο »
Οι μαθητές του Α3 γίνονται οι “πιτσιρίκοι” που ξεγελούν τον Γερμανό μια νύχτα του χειμώνα…
Από τη μαθήτρια Χ.Τ
Γενάρης του ’42… πριν από δύο εβδομάδες με είδαν κάποιοι πιτσιρίκοι, ατρόμητοι σαλταδόροι και με πήραν στην ομάδα τους. Εκείνο το βράδυ, είχαμε στοχεύσει ένα γερμανικό φορτηγό με αρκετά τρόφιμα μέσα, αλλά και κιβώτια με πολύτιμα μέταλλα.
Ο Γερμανός φρουρός έκοβε βόλτες γύρω από το φορτηγό, σίγουρα μάς φοβόταν, όπως έλεγαν γελώντας οι πιτσιρίκοι της παρέας! Θέλαμε λοιπόν να τον τρομάξουμε περισσότερο τον Κύκλωπα! Είχαμε για αρχηγό μας έναν δεκάχρονο πιτσιρίκο, έναν Οδυσσέα, πονηρό και πολυμήχανο. Τον εμπιστευόμασταν. Εκείνη τη νύχτα ο πιτσιρίκος είχε καρφώσει το βλέμμα του στο φορτηγό. Φοβόμουν μήπως μας πιάσουν, αλλά βλέποντας τους άλλους πιτσιρίκους κατάφερα να σταθώ με θάρρος στα πόδια μου. Μάς εξήγησε το σχέδιό του: θ’ απασχολούσε τον Γερμανό, όσο εμείς θα “ξαφρίζαμε” το φορτηγό. Απόρησα πού το έβρισκε τόσο θάρρος!
Ο Οδυσσέας πήγε προς το φορτηγό μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι.. Σε λίγο μας έκανε νόημα και τρέξαμε στο πίσω μέρος του φορτηγού. Ήταν ένα θησαυροφυλάκιο γεμάτο φαγητό! Είχα να δω τόσο φαγητό πολύ καιρό! Κάναμε γρήγορα, πήραμε αρκετό για όλους μας, για να το μοιράσουμε. Κι ακόμα, προλάβαμε και προκαλέσαμε φθορές στο φορτηγό! Ο πιτσιρίκος μάς έκανε νόημα, αρχίσαμε να τρέχουμε. Ο Γερμανός μάς είδε, έξαλλος άρχισε να πυροβολεί, αλλά πια ήταν αργά…
Τα καταφέραμε! Δεν το πίστευα ότι θα τρώγαμε μετά από τόσο καιρό φτώχειας και πείνας και θα είχαμε την ευκαιρία να δώσουμε και σε άλλους ανθρώπους που το είχαν ανάγκη!
Οι μαθητές του Α΄2 γίνονται οι πιτσιρίκοι στην καρότσα του φορτηγού και γράφουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους.
Η ιστορία της Χρ. Μπ.:
Ένα τεράστιο γερμανικό φορτηγό είναι σταματημένο και έχει τα φώτα του αναμμένα. Ο γερμανός σκοπός έχει οργανώσει την άμυνά του για την περίπτωση που κάνουμε επιδρομή. Έχει τα μάτια δεκατέσσερα. Γιατί εμείς χυμούμε σαν αετοί ακριβώς τη στιγμή που δε μας περιμένεις και οι ρεζέρβες κάνουν φτερά.
Ο 18 -έτσι είναι το κωδικό του όνομα- πλησιάζει αργά αργά τον Γερμανό με ένα τσιγάρο στο στόμα. Εμείς οι υπόλοιποι πατώντας στις μύτες των ποδιών μας πλησιάζουμε από πίσω στο φορτηγό.
Περιμένουμε το σύνθημα.
-Τι κάνει;, ακούγεται η φωνή του Γερμανού.
– Καμαράτ, ανάψει τσιγαρέτ!, λέει πολύ δυνατά ο 18.
Το σύνθημα δόθηκε. Ήσυχα ήσυχα βγάζουμε τις πρόκες και τα εργαλεία και η δουλειά αρχίζει. Διαβάστε όλο το άρθρο »
Ποιήματα και εικόνες έπλασε η φαντασία των μαθητών του Α΄2 μετά την ανάγνωση του ποιήματος “Θαλασσινά τραγούδια” του Γ. Δροσίνη.
H AΘ. ΜΠ. φαντάζεται το δικό της θαλασσινό τοπίο και γράφει γι΄αυτό:
Ο Ε. Α. γράφει ένα ποίημα:
Ο χορός των ανθρώπων
Αργά μέσα στη νύχτα
καράβια τριγυρνούν
κι απάνω στα κατάρτια
άνθρωποι τραγουδούν. Διαβάστε όλο το άρθρο »
Από τον μαθητή Ι.Ρ
Ένα πεσμένο λουλούδι
πάει στο κλαδί του πάλι
-ω, πεταλούδα.
Αν βρέχει
έλα μισοφέγγαρο
να μου πάρεις τη νύχτα.
Το αίμα μου τρέχει
και η σπάθα μου γυρίζει.
Είχα είχα
μα δεν έχω ταλέντο
μα δεν έχω.
Ψιλή, βραχέα
κι ο ψύλλος μου με τρώει.