Διδάξτε στα παιδιά σας την ευτυχία και όχι την τελειομανία

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Φυσικά όλοι θέλουμε το καλύτερο για τα παιδιά μας αλλά θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η τελειομανία δεν φέρνει την ευτυχία. Το πιο βασικό από όλα είναι τα παιδιά μας να μάθουν να ζουν ευτυχισμένα.

Πολλοί γονείς θεωρούν ότι η ανώτατη εκπαίδευση και η τελειότητα είναι βασικές προϋποθέσεις για την ευτυχία. Η ανατροφή των παιδιών δεν είναι μόνο να καταφέρουν να μπουν στο καλύτερο σχολείο, να γνωρίζουν τρεις γλώσσες και να μοιάζουν σαν κούκλες σε βιτρίνα πολυκαταστήματος.

Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι οι γονείς που θέτουν υψηλούς στόχους προκαλούν σοβαρές ελλείψεις στις ζωές των παιδιών τους.

Το πιο πιθανό είναι να φτάσουν στην ενηλικίωση και να σκέφτονται ότι δεν είναι αρκετά καλοί και ότι ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονέων τους.

Αυτές οι ιδέες μπορούν να συνοψιστούν από μια απλή σχέση: στην προσπάθειά σας να αναθρέψετε τα τέλεια παιδιά θα αποκτήσετε μελαγχολικά παιδιά. Να σέβεστε την προσωπικότητά τους, να αφήνετε τη φωνή τους να ακουστεί και να ανησυχείτε μόνο για το αν είναι ευτυχισμένα.

Με αυτό τον τρόπο θρέφουμε τις καρδιές τους έτσι ώστε να μπορούν να αναπτύξουν ελεύθερη σκέψη, να γίνουν υγιείς ενήλικες και να έχουν ολοκληρωμένη ζωή. Ας εξετάσουμε λίγο αυτό το θέμα.

Σύνδρομο του πιεστικού γονέα: οι κίνδυνοι της τελειομανίας

Υπάρχει μια περίεργη ιστορία η οποία απεικονίζει άψογα αυτή την ιδέα: στη Ρώμη υπάρχει ένας τύμβος από το 94 π.Χ. που προσελκύει πάντα την προσοχή των τουριστών.

Η επιγραφή στην ταφόπλακα έχει ως εξής: «Ενθάδε κείται ο Quintus Sulpicius Maximus, ένας ρωμαίος νέος που έζησε 11 χρόνια, 5 μήνες και 12 ημέρες. Απεβίωσε μερικές μέρες μετά τη συμμετοχή του σε διαγωνισμό ποίησης για ενήλικες”.

Ήταν γνωστό ότι ο μικρός Quintus διέθετε ένα ξεχωριστό ταλέντο. Στις μέρες μας πιθανότατα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα παιδί-θαύμα. Ήταν τόσο πολυτάλαντος που οι γονείς του τον είχαν πάει σε όλους τους διαγωνισμούς ποίησης και λογοτεχνίας στη Ρώμη για να διαγωνιστεί με ενήλικες.

Λέγεται ότι το παιδί πέθανε επειδή κατέρρευσε από εξάντληση από την πολλή εργασία και δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις βαριές προσδοκίες που του είχαν θέσει οι γονείς του. Αυτή η ιστορία αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα του «συνδρόμου του πιεστικού γονέα”.

Η τρέχουσα εμμονή να έχουμε τέλεια παιδιά

Πολλοί γονείς ονειρεύονται να έχουν όμορφα, ταλαντούχα παιδιά που προορίζονται να γίνουν επιτυχημένοι επαγγελματίες του αύριο.

  • Το λάθος εδώ, χωρίς καμία αμφιβολία, είναι ότι οριοθετούν τα μικρά «στο μέλλον”, ξεχνώντας ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία για τα παιδιά είναι το εδώ και το τώρα: η χαρά της στιγμής.
  • Ως γονείς, θέλουμε το καλύτερο για τα παιδιά μας αλλά θα πρέπει να διατηρούμε και μια ισορροπία. Τα παιδιά θα πρέπει να είναι σε θέση να απολαμβάνουν την παιδική τους ηλικία.
  • Είναι σημαντικό να μορφώνουμε τις καρδιές των παιδιών. Πρέπει να τα καθοδηγούμε και να τα συμβουλεύουμε και όχι να τα αναγκάζουμε να προχωρούν στο δρόμο των δικών μας προσδοκιών.

Κλειδιά για την ελάφρυνση της τελειομανίας όταν αναθρέφουμε τα παιδιά μας

Η αποφυγή της βλαβερής τελειομανίας είναι το πιο σημαντικό από όλα. Παραβιάζει τα δικαιώματα του παιδιού και προκαλεί πόνο, αντί να φέρνει ευτυχία. Για να μπορέσουμε να το αποφύγουμε θα πρέπει να έχουμε κατά νου αυτές τις αρχές:

Οι γονείς θα πρέπει να προσέχουν τη στάση και τη συμπεριφορά τους

Μερικές φορές οι γονείς αντί να είναι απαιτητικοί με τα παιδιά τους, τα παρακολουθούν καθώς θέτουν τις δικές τους προσδοκίες με κάπως τραγικό τρόπο.

Αυτό συμβαίνει επειδή στο σπίτι τα παιδιά προσέχουν τη στάση και τη συμπεριφορά μας. Αν είμαστε πραγματικά επικριτικοί για το περιβάλλον μας και θέτουμε πολύ αυστηρά πρότυπα για τον εαυτό μας τότε τα παιδιά που παρακολουθούν αυτή τη συμπεριφορά θα τη μιμηθούν.

Όταν ακούν εκφράσεις όπως: «Έκανα ένα λάθος στη δουλειά, απλά θέλω να πεθάνω. Καταστροφή”. Αυτό μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο σε ένα παιδί.

Να είστε προσεκτικοί με τις προσδοκίες που θέτετε στα παιδιά σας και με τον τρόπο που τα προστατεύετε

Θα σας δώσουμε ένα παράδειγμα: ο γιός σας είναι πραγματικά περήφανος για τον εαυτό του που πήρε καλό βαθμό στα μαθηματικά. Εσείς, αντί να χαρείτε με το επίτευγμά του, τον ενημερώνετε ότι την επόμενη φορά περιμένετε να πάρει ακόμη καλύτερο βαθμό.

Αυτό δεν είναι σωστό: να βοηθάτε τα παιδιά σας να εκτιμούν τα επιτεύγματά τους, να γνωρίζουν την αξία της σκληρής δουλειάς αλλά να μην αισθάνονται ταπεινωμένα όταν δεν μπορούν να επιτύχουν όλους τους στόχους που έχουν θέσει.

Να ελπίζετε για το καλύτερο αλλά να αποδέχεστε ότι όλοι κάνουμε λάθη

  • Ένα λάθος ή μια αποτυχία δεν φέρνει το τέλος του κόσμου αλλά είναι ένας τρόπος να μαθαίνουμε και να το ξεπερνούμε. Να αφήνετε τα παιδιά σας να διαπρέπουν σε ό,τι επιθυμούν αλλά να τους δίνετε και το περιθώριο να κάνουν λάθη.
  • Να ενισχύετε τα αισθήματα ανοχής, κατανόησης, αυτοπεποίθησης και το αίσθημα αυτοεκτίμησης. Ένα παιδί που σας εμπιστεύεται αρκετά για να σας μιλήσει για τις αμφιβολίες του και τα λάθη του, είναι ένα παιδί που προσπαθεί να συνδεθεί μαζί σας και αυτό είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο.

Ξέρουμε ότι ζούμε σε μια περίοδο κοινωνικής κρίσης και ότι πρέπει τα παιδιά μας να είναι κατάλληλα προετοιμασμένα για το αύριο έτσι ώστε να έχουν πρόσβαση σε περισσότερες ευκαιρίες και να μπορέσουν να δημιουργήσουν έναν καλύτερο κόσμο.

Τώρα, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμερίζουμε την αξία της εκπαίδευσής τους στη συναισθηματική νοημοσύνη έτσι ώστε να μεγαλώνουν και να γίνονται ευτυχισμένοι ενήλικες που θα είναι σε θέση να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό.

Είναι ένα έργο ζωτικής σημασίας που όλοι, μητέρες, πατέρες και εκπαιδευτικοί ακόμη και τα κοινωνικά ιδρύματα, είναι υπεύθυνα να διδάσκουν στα παιδιά την ευτυχία και όχι την τελειομανία.

ΠΗΓΗ: meygeia.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Γιατί δυσκολευόμαστε να πάρουμε αποφάσεις…

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Συχνά στη ζωή μας έχουμε να πάρουμε αποφάσεις είτε για απλά, καθημερινά θέματα είτε για πιο σοβαρά. Πολλές φορές έχουμε σκεφτεί πως θα θέλαμε κάποιος άλλος να αποφασίσει για εμάς, κάποιος άλλος να πάρει το βάρος της απόφασης, για να νιώσουμε πιο «ελαφροί».

Μας δημιουργούνται αισθήματα πίεσης και άγχους, όταν έχουμε να πάρουμε μία απόφαση λόγω του αποτελέσματός και των συνεπειών της, το οποίο μπορεί να αρέσει είτε σε εμάς είτε στους άλλους.

Εκείνες τις στιγμές είναι που οι περισσότεροι, θέλουμε όσο τίποτα άλλο να μεταφέρουμε το βάρος της απόφασής μας σε κάποιον άλλον!

Θα έχετε προσέξει πως όταν είναι να πάρουμε μία απόφαση, «τρώμε» αρκετό από τον πολύτιμο μας χρόνο. Λέτε να υπάρχει κάποια λύση ώστε να μας διευκολύνει από το βάρος της απόφασης…;

Από την άλλη πλευρά, όταν έχουμε αποφασίσει να κινηθούμε με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο, αμφιβάλλουμε για την εγκυρότητα της απόφαση μας. «Έπραξα σωστά;», «Τι αντίκτυπο θα έχει μελλοντικά σε εμένα ή και τους γύρω μου;». Αγωνιούμε και νιώθουμε αβοήθητοι μπροστά σε τέτοιες στιγμές. Τέτοιες αποφάσεις συνήθως έχουν να κάνουν με την υγεία μας, τη σχέση μας, τη δουλειά μας, την οικογένεια μας, ή τις σχέσεις με τον περίγυρο μας .

Συνήθως το πρώτο άτομο που σκεφτόμαστε όταν παίρνουμε μία απόφαση είναι το δικό μας όφελος. Ταυτόχρονα όμως, την ίδια στιγμή σκεφτόμαστε, τι αντίκτυπο θα έχει για τους άλλους αυτές οι αποφάσεις; Θα τους στενοχωρήσουμε, θα τους δυσκολέψουμε, εντέλει μήπως θα τους πληγώσουμε;

Άλλη μία σκέψη είναι αν αυτή η απόφαση, θα μας κάνει καλό; Θα είμαστε πιο ευτυχισμένοι; Ή είναι ένας τρόπος που θα δημιουργηθεί κάποιο κακό στον εαυτό μας. Για παράδειγμα, αποφασίζουμε να σταματήσουμε μία σχέση που ενώ είχαμε αισθήματα, δεν περνάγαμε καλά. Ή αποφασίζουμε να ξεκινήσουμε γυμναστήριο που δεν μας αρέσει, αλλά θα μας βοηθήσει στην προσπάθεια της απώλειας των περιττών κιλών μας.

Επίσης, βοηθά αυτή η απόφαση στο να επιτύχουμε και να εφαρμόζουμε εκείνες τις αρχές που διέπουν και μας κάνουν πιο ολοκληρωμένους, ελεύθερους από τους περιορισμούς των νοητικών μας αναταραχών; Αυτή η απόφαση μας κάνει να νιώθουμε πιο ήρεμοι;

 

Όλα αυτά θα μπορούσαμε να πούμε πως στηρίζονται σε μια ώριμη από τις εμπειρίες κοινή λογική. Ωστόσο… γυρνώντας στο παρελθόν, θα παρατηρήσουμε πως μερικές φορές συμβαίνουν πράγματα που δεν μπορούμε να τα κατανοήσουμε με την κοινή λογική.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, ίσως χρειάζεται να αφεθούμε στα χέρια της ίδιας της ζωής, που έχει κι εκείνη τους δικούς της κανόνες και αρχές. Έχοντας κι αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού μας, μπορούμε να έχουμε μια σταθερότητα και ηρεμία στην καθημερινότητά μας.

Γιάννης Ξηντάρας –Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής 

ΠΗΓΗ: .o-klooun.com

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Η ανάπτυξη συναισθηματικής νοημοσύνης των παιδιών στο πλαίσιο του σχολείου – Ο ρόλος των εκπαιδευτικών

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Τα συναισθήματα σπάνια έχουν θέση στα σχολεία. Πέρα από τον παιδικό σταθμό και το νηπιαγωγείο, σχεδόν όλες οι προσπάθειες επικεντρώνονται στις γνωστικές δεξιότητες (ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά). Γιατί λείπει ένα «σχολείο συναισθημάτων» όπου τα παιδιά θα μπορούσαν να μάθουν δεξιότητες συναισθηματικής νοημοσύνης;

Από το 1995 που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το βιβλίο του Goleman «Συναισθηματική νοημοσύνη» και που ο όρος και η έννοια της συναισθηματικής νοημοσύνης διαδόθηκε ευρύτατα, έχουν γίνει πολυάριθμες μελέτες σχετικά με τον ρόλο της συναισθηματικής νοημοσύνης στην προσωπική βελτίωση, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, των σχέσεων με τον εαυτό και με τους άλλους. Εκτός από τους ενήλικες, οι σχετικές μελέτες έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών και με τους παράγοντες που συντελούν στην ανάπτυξή της (Παππά, 2013).

«Συναισθηματική νοημοσύνη» (emotional intelligence) ή «συναισθηματικός αλφαβητισμός» (emotional literacy) είναι η ικανότητα κάποιου:

α) να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να τα διαφοροποιεί και να τα λεκτικοποιεί

β) να τα κατανοεί

γ) να ακούει τους άλλους και να τους συναισθάνεται, και

δ) να εκφράζει τα συναισθήματά του με παραγωγικό τρόπο (Στάινερ, 2006· Παππά, 2013).

H συναισθηματική νοημοσύνη βοηθά να διαχειριστεί κάποιος τα συναισθήματά του μ’ έναν τρόπο που αυξάνει το αίσθημα αυτοαξίας του και βελτιώνει την ποιότητα της ζωής του. Επιπλέον, συντελεί σημαντικά στη βελτίωση των σχέσεων και καθιστά δυνατή τη συνεργασία. Δεν απελευθερώνει μόνο τα συναισθήματα, αλλά και την ικανότητα κάποιου να τα κατανοεί, να τα διαχειρίζεται με αποτελεσματικό τρόπο και να τα ελέγχει. Η συναισθηματική νοημοσύνη αυξάνει τα κίνητρα, την αισιοδοξία, τη χαρά και την αίσθηση του σκοπού, ενώ καταστέλλει τη βία και συμβάλλει στη μείωση της κατάθλιψης και της κοινωνικής απομόνωσης (Goleman, 2011·Gottman, 2009·Steiner & Perry, 1997· Στάινερ, 2006· Παππά, 2013).

Κατά τον Goleman (2011), η συναισθηματική νοημοσύνη συνίσταται σε 5 δεξιότητες:

  • Να γνωρίζει κάποιος τα συναισθήματά του: Να τα κατονομάζει, να ξέρει από πού προέρχονται, τι τα προκαλεί, να μπορεί να λέει πόσο έντονα είναι, να αναγνωρίζει τις διαβαθμίσεις τους.
  • Να έχει ενσυναίσθηση: Να αναγνωρίζει τα συναισθήματα των άλλων, τα αίτια αυτών των συναισθημάτων, να μπορεί να συμμετέχει στη συναισθηματική εμπειρία του άλλου, να «αισθάνεται για» τον άλλο.
  • Να μαθαίνει να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του: Να τα ελέγχει, να ξέρει πότε είναι καλό να τα εκφράζει, να ξέρει πότε και πώς η έκφραση ή η μη έκφραση των συναισθημάτων επηρεάζει τους άλλους, να μάθει να διεκδικεί τα θετικά συναισθήματα, όπως είναι η ελπίδα, η αγάπη, η χαρά. Να ξέρει πώς να εκφράζει τα αρνητικά συναισθήματα όπως τον θυμό, τον φόβο, ή την ενοχή με έναν ακίνδυνο και παραγωγικό τρόπο και να αναβάλλει την έκφρασή τους.
  • Να ανασκευάζει τη συναισθηματική ζημία: Να ξέρει να δίνει εξηγήσεις και να ζητά συγγνώμη. Να ξέρει να αναγνωρίζει το λάθος του και να το διορθώνει. Να αναλαμβάνει την ευθύνη. Να αλλάζει τη συμπεριφορά του.
  • Να μπορεί να τα συνδυάζει όλα μαζί: Μόλις κάποιος βελτιώσει τη συναισθηματική του νοημοσύνη, αναπτύσσει μία δεξιότητα που λέγεται «συναισθηματική αλληλεπίδραση». Αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να συντονίζεται με τα συναισθήματα των ανθρώπων γύρω του, να τα νιώθει και να αλληλεπιδρά με αυτά αποτελεσματικά (Στάινερ, 2006).

Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι κάτι που μαθαίνεται, γι’ αυτό είναι σημαντικό να ασκηθεί κάποιος στις δεξιότητές της. Από την αρχή οι μελέτες στράφηκαν στα παιδιά και στους τρόπους εκμάθησής της από αυτά (Gottman, 2009).

Η συναισθηματική νοημοσύνη αναπτύσσεται καλύτερα στα παιδιά απ’ ό,τι στους ενήλικες, όταν η πληροφορία μεταδίδεται μέσα από παραδείγματα, όπως π.χ. μαθαίνεται πιο εύκολα η ανάγνωση, αλλά και η απόκτηση άλλων δεξιοτήτων όπως τα αθλήματα, η εκμάθηση ξένων γλωσσών, η μουσική. Από την περίοδο της προσχολικής ηλικίας, τα παιδιά υιοθετούν διάφορες στάσεις: Αρχίζουν να φαντασιώνουν τους εαυτούς τους ως καλούς ή κακούς, επιδέξιους ή αδέξιους, ευτυχισμένους ή δυστυχισμένους. Μπορεί επίσης να θεωρήσουν τους εαυτούς τους φανταστικούς χαρακτήρες. Μερικά παιδιά θα ταυτιστούν με τη Χιονάτη ή με έναν από τους επτά νάνους. Άλλα θα δουν τον εαυτό τους σαν τον Σούπερμαν κτλ. Θα υιοθετήσουν επίσης τις συναισθηματικές συνήθειες που ταιριάζουν στην άποψή τους για τον εαυτό: αν είναι π.χ. ήρεμα, γλυκά, περίεργα, ανυπόμονα. Μόλις τα παιδιά αρχίσουν να συμπεριφέρονται με αυτό τον συγκεκριμένο τρόπο, θα αντιμετωπιστούν από τους άλλους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και θα χαρακτηριστούν ως συνεργάσιμα ή μη συνεργάσιμα, ευτυχισμένα ή δυστυχισμένα. Στο μεγαλύτερο μέρος τους, αυτά τα «συναισθηματικά πρότυπα» (emotional patterns) μαθαίνονται από τους γονείς, καθώς και από τους «σημαντικούς άλλους» του περιβάλλοντός τους. Μόλις οι παραπάνω στάσεις και συμπεριφορές υιοθετηθούν, μεταβάλλονται σε «πρότυπα» ή «σενάρια» σχετικά με αυτό που είναι η ζωή και με αυτό που θα μοιάζει στο μέλλον. Τα «σενάρια» αυτά μπορεί να διαρκέσουν μία ζωή, εκτός εάν συμβεί κάτι σημαντικό που θα τα αλλάξει. Έτσι, για παράδειγμα:

  • Το παιδί που είναι συνήθως λυπημένο και φοβισμένο μπορεί να γίνει ένας καταθλιπτικός και αυτοκτονικός ενήλικας.
  • Το παιδί που μαθαίνει να καταπιέζει τα δάκρυά του μπορεί να γίνει σκληρό και συναισθηματικά άτρωτο.
  • Το παιδί που δεν μπορεί να ελέγξει τις εκρήξεις θυμού του μπορεί να έχει ως ενήλικας προδιάθεση για συμπεριφορές εθισμού.

Εκτός από τους γονείς, σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης των παιδιών διαδραματίζουν οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι αναμφίβολα αποτελούν τους «σημαντικούς άλλους» στη ζωή του παιδιού.

Το σύγχρονο σχολείο ως δομή και το εκπαιδευτικό σύστημα εν γένει συνήθως δεν προωθούν τη συναισθηματική νοημοσύνη κι αυτό γιατί η σχολική πράξη:

  • Δίνει ποσοτική αξία σε ποιοτικά φαινόμενα (όπως είναι η συμπεριφορά, αλλά και η γνώση καθαυτή), αφού χρησιμοποιεί βαθμούς ή διαβαθμιστικούς χαρακτηρισμούς (αρκετά καλά, καλά, πολύ καλά, άριστα) για να αξιολογήσει την επίδοση των παιδιών.
  • Ενθαρρύνει τον ατομικό ανταγωνισμό παρά την ομαδική συνεργασία και τη δέσμευση στην ομάδα.
  • Ωθεί το παιδί να πιστέψει ότι η μάθηση είναι μία σπάνια πολυτέλεια, που συμβαίνει μόνο σε συγκεκριμένα μέρη σε συγκεκριμένο χρόνο, με προκαθορισμένα θέματα και με τη βοήθεια ειδικών.
  • Δίνει έμφαση στη λογική ενώ παραμελεί τα συναισθήματα και τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Πολλοί γονείς, αλλά και εκπαιδευτικοί, θα ισχυριστούν ότι υπεύθυνοι για την εκμάθηση συναισθηματικών δεξιοτήτων είναι περισσότερο οι γονείς και όχι το σχολείο. Παρ’ όλ’ αυτά, η συρρίκνωση της οικογένειας των δυτικών κοινωνιών από εκτεταμένη σε αυστηρά πυρηνική ή σε διπυρηνική[1] καθώς και ο πολύ λιγότερος χρόνος που διαθέτουν οι γονείς για τα παιδιά τους είναι σημαντικά επιχειρήματα υπέρ του σχολείου (Παππά, 2016). Επιπλέον, οι γονείς δεν είναι πάντοτε σε θέση να διαχειριστούν ή να μεταδώσουν τέτοιου είδους συναισθηματικές δεξιότητες.

Η έρευνα υποδεικνύει ότι η διαμόρφωση συναισθηματικών δεξιοτήτων είναι πολύ πιο εύκολη κατά τη διάρκεια των χρόνων διαμόρφωσης της προσωπικότητας του παιδιού, ιδιαίτερα από τη γέννηση ως τα τρία έτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συναισθηματικές δεξιότητες δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκμάθησης κατά τη μέση παιδική ηλικία και την εφηβεία (Παππά, 2013).Από τις υπάρχουσες δομές, το σχολείο είναι η κύρια δραστηριότητα του παιδιού κατά τη διάρκεια των παραπάνω χρόνων. Ωστόσο, τα συναισθήματα σπάνια έχουν θέση στα σχολεία. Πέρα από τον παιδικό σταθμό και το νηπιαγωγείο,σχεδόν όλες οι προσπάθειες επικεντρώνονται στις γνωστικές δεξιότητες (ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά). Επίσης, υπάρχουν λίγα ή καθόλου εφόδια στην καθορισμένη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών που να τους προετοιμάζουν για κάτι τέτοιο. Μία πιθανή λύση της εισαγωγής τέτοιων δεξιοτήτων στο σχολείο είναι το διάλειμμα, για παράδειγμα. Ο Goleman (2011) περιγράφει πώς οι διαμεσολαβητές των μαθητών επιλύουν τις συγκρούσεις κατά τη διάρκεια του διαλείμματος στο προαύλιο. Ένα τέτοιο «σχολείο συναισθημάτων» θα μπορούσε να είναι μία βασισμένη στην κοινότητα δραστηριότητα σε συνδυασμό με άλλες δραστηριότητες, όπως οι πρόσκοποι, οι σύλλογοι γονέων-εκπαιδευτικών, οι ομάδες καλλιτεχνικής έκφρασης κ.ά.

Ποιες είναι αυτές οι δεξιότητες;

Ο Goleman (2011) υπέδειξε μια σειρά από τέτοιες δεξιότητες, όπως:

  • Αυτεπίγνωση (self-awareness). Μία από τις βασικές συναισθηματικές δεξιότητες περιλαμβάνει το να είναι κανείς ικανός να αναγνωρίζει τα συναισθήματα και να τα κατονομάζει. Είναι επίσης σημαντικό να έχει συνείδηση της σχέσης μεταξύ σκέψεων, αισθημάτων και πράξεων. Ποια σκέψη προκάλεσε αυτό το συναίσθημα; Ποιο συναίσθημα βρισκόταν πίσω από εκείνη την πράξη;
  • Διαχείριση συναισθημάτων (managing emotions). Είναι σημαντικό να συνειδητοποιεί κανείς αυτό που βρίσκεται πίσω από τα συναισθήματα. Οι πεποιθήσεις ασκούν μία θεμελιώδη επίδραση στην ικανότητα για δράση και στο πώς γίνονται τα πράγματα. Πολλοί άνθρωποι συνεχώς δίνουν στους εαυτούς τους αρνητικά μηνύματα. Η ελπίδα μπορεί να είναι πολύτιμο εφόδιο. Επιπλέον, το να βρίσκει κανείς τρόπους να διαχειριστεί τον θυμό, τον φόβο, το άγχος και τη θλίψη είναι σημαντικό. Το να μάθει κανείς, για παράδειγμα, πώς να ηρεμεί τον εαυτό του όταν είναι ταραγμένος. Η κατανόηση του τι συμβαίνει όταν τα συναισθήματα έχουν το πάνω χέρι και πώς να κερδίσει χρόνο για να κρίνει εάν αυτό που πρόκειται να ειπωθεί ή να γίνει πάνω στην έξαψη της στιγμής είναι αλήθεια το καλύτερο πράγμα που μπορεί να κάνει κάποιος. Το να μπορεί να κατευθύνει τα συναισθήματα προς μία θετική έκβαση είναι μία ικανότητα-κλειδί.
  • Ενσυναίσθηση (empathy). Το να βρίσκει κανείς το μέτρο μίας κατάστασης και να μπορεί να ενεργεί κατάλληλα απαιτεί κατανόηση των αισθημάτων των άλλων που εμπλέκονται και το να είναι ικανός να μπει στη θέση τους. Είναι σημαντικό να μπορεί κάποιος να ακούει τους άλλους χωρίς να παρασύρεται από προσωπικά συναισθήματα. Υπάρχει ανάγκη να είναι κάποιος ικανός να διαχωρίζει μεταξύ του τι κάνουν ή λένε οι άλλοι και των προσωπικών αντιδράσεων και κρίσεών του.
  • Επικοινωνία (communicating). Το να αναπτύσσει κάποιος ποιοτικές σχέσεις έχει μία πολύ θετική επίδραση σε όλους όσοι εμπλέκονται. Ποια συναισθήματα μεταδίδονται στους άλλους; Ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία είναι μεταδοτικά, όπως είναι και η απαισιοδοξία και ο αρνητισμός. Το να είναι κανείς ικανός να εκφράσει προσωπικές ανησυχίες χωρίς θυμό ή παθητικότητα είναι ένα σημαντικό προσόν.
  • Συνεργασία (cooperation). Το να ξέρει κάποιος πώς και πότε να είναι αρχηγός και πότε να ακολουθεί είναι σημαντικό για την αποτελεσματική συνεργασία. Η αποτελεσματική αρχηγία δεν οικοδομείται πάνω στην κυριαρχία αλλά στην τέχνη του να βοηθά κάποιος τους άλλους και να εργάζεται μαζί τους για την επίτευξη κοινών στόχων. Το να αναγνωρίζει την αξία της συνεισφοράς των άλλων και να ενθαρρύνει τη συμμετοχή τους μπορεί συχνά να κάνει περισσότερο καλό, από το να δίνει διαταγές ή να παραπονιέται. Ταυτόχρονα, υπάρχει ανάγκη να αναλαμβάνει υπευθυνότητες και να αναγνωρίζει τις συνέπειες των αποφάσεων και των ενεργειών,καθώς και να είναι συνεπής στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει.
  • Επίλυση συγκρούσεων (resolving conflicts). Στην επίλυση συγκρούσεων υπάρχει ανάγκη να καταλάβει κανείς τους μηχανισμούς που είναι αποδοτικοί. Οι άνθρωποι που συγκρούονται γενικά οχυρώνονται πίσω από μία αυτοδιαιωνιζόμενη συναισθηματική σπείρα, στην οποία το δηλωμένο υποκείμενο της σύγκρουσης είναι σπανίως το θέμα-κλειδί. Σε πολλές από τις συγκρούσεις που επιλύονται κάποιος χρειάζεται να χρησιμοποιεί τις υπόλοιπες συναισθηματικές δεξιότητες.

Οι εκπαιδευτικοί, όπως και οι γονείς, αποτελούν συναισθηματικά πρότυπα για τα παιδιά, γι’ αυτό και είναι σημαντικό να είναι θετικά συναισθηματικά πρότυπα ή «συναισθηματικοί μέντορες» (Gottman, 2009·Goleman & Senge, 2015). Για να επιτευχθεί αυτό είναι απαραίτητο να εξελίξουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις δικές τους συναισθηματικές δεξιότητες και να προσεγγίζουν τα παιδιά με υπομονή και σεβασμό, με οριοθέτηση, ενθάρρυνση και θετική διάθεση.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Goleman, D. (2011). Η συναισθηματική νοημοσύνη. Γιατί το «EQ» είναι πιο σημαντικό από το «IQ» (Μτφρ.: Α. Παπασταύρου, Επιμ.: Ι. Ν. Νέστορος & Χ. Ξενάκη). Αθήνα: Πεδίο.
  • Goleman, D. & Senge, P. (2015). Τριπλή εστίαση. Μια νέα προσέγγιση στην εκπαίδευση (Μτφρ.: Ν. Γάσπαρης, Επιμ.: Δ. Ιορδάνογλου & Χ. Ξενάκη). Αθήνα: Πεδίο.
  • Gottman, J. Μ. & DeclaireJ. (2009). Η συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών. Ένας πρακτικός οδηγός για γονείς – Πώς να μεγαλώσουμε παιδιά με συναισθηματική νοημοσύνη (Μτφρ.: Χ. Ξενάκη, Επιμ.: Χ. Γ. Χατζηχρήστου). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. 
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων – Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Παππά, Β. (2016). Επάγγελμα γονέας. Τύποι γονέων και συμπεριφορά παιδιών και εφήβων. Αθήνα: Οκτώ.
  • Στάινερ, Κ. (2006). Συναισθηματική νοημοσύνη με καρδιά (Μτφρ.: Β. Παππά). Αθήνα: Καστανιώτης.
  • Steiner, C. & Perry, P. (1997). Achieving Emotional Literacy: A Personal Program to Increase Emotional Intelligence. New York: Avon.

1Ο όρος «διπυρηνική» έχει πρόσφατα αντικαταστήσει τον όρο «μονογονική» (Παππά, 2016).

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Γιορτάζει ο παππούς, γιορτάζει η γιαγιά!!!

Γιορτάζουμε σήμερα 1 Οκτωβρίου,την παγκόσμια ημέρα της γιορτής τους !!!

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Χθες μες το συρτάρι
Τι βρήκα; αν ξέρεις, πες!
Μια παλιά φωτογραφία μ’ αναμνήσεις μου πολλές.
Είναι ο παππούς μου,
είναι η γιαγιά,
που με πάει ο νους μου;
στη δικιά τους αγκαλιά (2)
Στο τζάκι καθισμένοι
να με κρατούν σφικτά
ακούω ιστορίες,
παραμύθια μαγικά.
Ε, και κάπου κάπου
όταν έλειπε η γιαγιά
σκαρώναμε με τον παππού
κάποια σκανταλιά!

Με τον παππού μου Νίκο, στα χρόνια της εφηβείας μου!

Δημοσιεύθηκε στη Γενικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Η Εκπαιδευτική Ραδιοτηλεόραση εκπέμπει στον τηλεοπτικό σταθμό της Βουλής των Ελλήνων

Η Εκπαιδευτική Ραδιοτηλεόραση έχει αναπτύξει έναν ιδιαίτερο ρόλο στην υποστήριξη της οπτικοακουστικής παιδείας, της εκπαιδευτικής τεχνολογίας και καινοτομίας. Στην ψηφιακή και δικτυωμένη εποχή, αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στη σύνδεση του σχολείου με τον μαθητή δημιουργό, ερευνητή, πολίτη του κόσμου.

Τον Οκτώβριο του 2017 υπογράφηκε Σύμφωνο Συνεργασίας της Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης με τον τηλεοπτικό σταθμό της Βουλής των Ελλήνων με στόχους:

  • την προβολή και ανάδειξη μαθητικών δημιουργιών οπτικοακουστικής παιδείας,
  • τη δημιουργία ζώνης εκπομπών για την προσέλκυση νεότερου ηλικιακά κοινού στο τηλεοπτικό κανάλι της Βουλής,
  • τον γραμματισμό στα οπτικοακουστικά μέσα με βιωματικό τρόπο,
  • την ενεργοποίηση της εκπαιδευτικής κοινότητας για συμμετοχή σε μαθητικούς διαγωνισμούς,
  • την ενημέρωση του τηλεοπτικού κοινού για τα θέματα που απασχολούν τους νέους και για τις δράσεις που λαμβάνουν χώρα στα σχολεία.

Στο πλαίσιο του Συμφώνου Συνεργασίας, ξεκινάει τον Οκτώβριο του 2018 τηλεοπτική ζώνη της Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης στον τηλεοπτικό σταθμό της Βουλής των Ελλήνων. Στη ζώνη αυτή θα παρουσιάζονται μαθητικές δημιουργίες που πραγματοποιήθηκαν και διακρίθηκαν στο πλαίσιο εκπαιδευτικών δράσεων της Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης με διαφορετική θεματική σε κάθε εκπομπή. Οι θεματικές ακολουθούν τις εκπαιδευτικές προτεραιότητες του Υπουργείου πχ. θεματικές εβδομάδες, πολιτισμός, σεβασμός στη διαφορετικότητα, προσφυγική κρίση, ειδική αγωγή, σχολικός εκφοβισμός, εκπαίδευση για την αειφορία, αγωγή υγείας, θέματα ισότητας των φύλων.

Οι μαθητικές δημιουργίες προέρχονται από τους πιο κάτω αναφερόμενους διαγωνισμούς του Τμήματος Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης και Ψηφιακών Μέσων της Δ/νσης Υποστήριξης Προγραμμάτων και Εκπαίδευσης για την Αειφορία του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΥΠΠΕΘ):

  • Σαράντα χρόνια Εκπαιδευτική Ραδιοτηλεόραση
  • Διεθνής Μαθητικός Διαγωνισμός Ταινιών Μικρού Μήκους Σινεμά Διάβασες;
  • Διεθνής Μαθητικός Διαγωνισμός Κύπρος-Ελλάδα-Ομογένεια: Εκπαιδευτικές  Γέφυρες
  • «Όλα τα παιχνίδια  για όλα τα παιδιά» και «Τα Φύλ(λ)α του Περιβάλλοντος»
  • Διεθνής Μαθητικός Διαγωνισμός «Το σχολείο μας: Το σχολείο που ζήσαμε – Το σχολείο που ονειρευόμαστε» και «Ένα σχολείο διηγείται»
  • «School-Lab» Επικοινωνία της Επιστήμης
  • Λέμε όχι στον σχολικό εκφοβισμό
  • Μαθητικός Διαγωνισμός Ταινιών Μικρού Μήκους «No Smoking Story»

Οι διαγωνισμοί έχουν πραγματοποιηθεί σε συνδιοργάνωση με τους πιο κάτω φορείς:

Υπουργείο Εσωτερικών (Μακεδονίας-Θράκης) και Γενική Γραμματεία Ισότητας  των  Φύλων  (Γ.Γ.Ι.Φ.), Υπ.Ψηφιακής Πολιτικής – Γεν.Γραμμ.Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, ΕΡΤ ΑΕ, Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ελλάδα – Μορφωτικό Γραφείο –Σπίτι της Κύπρου, Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Σερρών, Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Διάσωσης Σχολικού Υλικού (ΕΚΕΔΙΣΥ), British Council, «SciCo» (Science Communication), Διεθνές Κέντρο Ολυμπιακής Εκεχειρίας, Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία

Το πρόγραμμα θα ξεκινήσει το Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018 και θα μεταδίδεται κάθε Σάββατο στις 5-6μμ.

Οι σχολικές κοινότητες θα ενημερώνονται για το εβδομαδιαίο πρόγραμμα από τους δικτυακούς τόπους της Εκπαιδευτικής Ραδιοτηλεόρασης και του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου.

Πληροφορίες http://www.edutv.gr/

ΠΗΓΗ: minedu.gov.gr

Δημοσιεύθηκε στη Γενικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Παιδιά και Διαζύγιο: Βοηθώντας τα παιδιά να προσαρμοστούν

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Το διαζύγιο θεωρείται μια από τις πιο στρεσογόνες και συναισθηματικά επώδυνες εμπειρίες για την οικογένεια. Μέσα στο οικογενειακό σύστημα, όπως κάθε πρόβλημα των παιδιών επηρεάζει την οικογένεια ως σύνολο, έτσι και τα σημαντικά προβλήματα ανάμεσα στην σχέση των γονιών επηρεάζουν και τα παιδιά.

Το διαζύγιο είναι ένα πένθος καθώς το βασικό θέμα είναι η απώλεια που συνοδεύεται από άλλες αλλαγές ή δευτερογενείς απώλειες που σχετίζονται με τον τρόπο που οι γονείς και τα παιδιά χάνουν τον τρόπο που συνήθιζαν να είναι μέσα στην προηγούμενη συνθήκη, αυτή του γάμου.

Το Διαζύγιο – Μια διαδικασία εν κινήσει

Είναι σημαντικό, πριν μιλήσω διεξοδικά για το πώς επιδρά το διαζύγιο στις ζωές των παιδιών, να υπογραμμίσω πως το διαζύγιο δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο και αυτούσιο στο χρόνο συμβάν αλλά αντιθέτως αποτελεί μια διαδικασία πολλών αλλαγών, τόσο για το κάθε μέλος ξεχωριστά, όσο και για τις σχέσεις μεταξύ των μελών μια οικογένειας, που συνήθως έχει μεγάλη διάρκεια. Αφετηρία αποτελούν οι αρκετά δύσκολες και διαταραγμένες ενδο-οικογενειακές σχέσεις που βαθμιαία κατευθύνονται προς την σοβαρή κρίση και καταλήγουν στην απόφαση για διαζύγιο.

Οι τρεις διαδοχικές φάσεις του διαζυγίου

Το διαζύγιο εξελίσσεται συνήθως σε τρεις διαδοχικές φάσεις:

1. Οξεία Φάση: Σε ορισμένες περιπτώσεις το διαζύγιο σε μια οικογένεια με παιδιά δεν αποτελεί κοινή απόφαση. Χαρακτηρίζεται από έντονες αντιδράσεις. Οι γονείς μπορεί να παλινδρομήσουν σοβαρά στη συμπεριφορά τους, να βιώνουν έντονα συναισθήματα θυμού, πανικού, θλίψης. Αυτή η φάση διαρκεί λίγο. Ωστόσο ορισμένα διαζευγμένα ζευγάρια μένουν καθηλωμένα σε αυτή την φάση για πολλά χρόνια και την επαναδραστηροποιούν μέσα από τις συνεχείς δικαστικές διαμάχες γύρω από την επιμέλεια των παιδιών, τα οικονομικά θέματα, περιουσιακά στοιχεία κ.α.

2. Μεταβατική Φάση: Σε αυτή την φάση γίνεται μια βαθμιαία αποδέσμευση του ενός γονέα από τη ζωή του άλλου. Οι γονείς προχωρούν προς νέες σχέσεις, εργασία, γενικότερα συμβαίνει μια συνεχής μεταβολή σε όλα σχεδόν τα επίπεδα. Η διάρκεια αυτή της φάσης μπορεί να είναι σύντομη ή να διαρκέσει κάποια χρόνια.

3.Τελική Φάση: Σηματοδοτείται από την εγκαθίδρυση ενός σταθερού μονογονεϊκού σπιτικού ή ενός σπιτικού με έναν ξαναπαντρεμένο γονιό και την προσαρμογή στην καινούργια κατάσταση.

Καθώς οι οικογένειες διέρχονται αυτές τις διαδοχικές φάσεις και διαπραγματεύονται αυτές τις αλλαγές, διάφοροι παράγοντες όπως το είδος σχέσης που είχαν αναπτύξει οι γονείς ως ζευγάρι ,η ποιότητα των σχέσεων των παιδιών με τους γονείς πριν και μετά το διαζύγιο, ο τρόπος που το οικογενειακό σύστημα έχει μάθει να διαχειρίζεται στο παρελθόν άλλα δύσκολο στρεσογόνα γεγονότα, δρουν καταλυτικά ενισχύοντας ή αποδυναμώνοντας τις επιπτώσεις που επιφέρει ο χωρισμός στην ψυχική ευεξία των παιδιών και των γονιών ταυτόχρονα.

Πως το διαζύγιο επηρεάζει τα παιδιά ανάλογα με την ηλικιακή φάση που διανύουν

Παιδιά προσχολικής ηλικίας

Οι γνωστικές λειτουργίες των παιδιών αυτής της ηλικίας είναι φυσιολογικά μη επαρκώς αναπτυγμένες και λόγω αυτού τα παιδιά δεν μπορούν να κατανοήσουν τι σημαίνει φράσεις όπως «δεν μπορούμε πια να ζούμε μαζί με τον μπαμπά ή την μαμά» πόσο μάλλον τους λόγους στους οποίους ωφελείται αυτό καθώς επίσης κάνουν εσφαλμένες σκέψεις και συχνά θεωρούν ότι τα ίδια ευθύνονται για το συγκεκριμένο γεγονός. Τα παιδιά μπορούν να εκδηλώσουν το άγχος αποχωρισμού, την κατάθλιψη, τον θυμό που νιώθουν, προβάλλοντας τα μέσω επιθετικής συμπεριφοράς στους γονείς, αδέρφια, συνομήλικους. Ακόμα μπορεί να παρουσιάσουν ευερεθιστότητα, δυσκολία στον ύπνο, συχνό κλάμα, παρατεταμένη απόσυρση ακόμα και να παλινδρομήσουν σε προηγούμενες συμπεριφορές
( νυχτερινή ενούρηση, πιπίλισμα κ.α.).

Παιδιά σχολικής ηλικίας

Κατανοούν πολύ καλύτερα τι σημαίνει το διαζύγιο καθώς το έχουν ακούσει από άλλα παιδιά στο σχολείο ή από το φιλικό τους πλαίσιο. Παρόλα αυτά, δυσκολεύονται αρκετά να αποδεχτούν ότι οι δικοί τους γονείς δεν είναι πια αγαπημένοι και θέλουν να μείνουν χωριστά. Εκλαμβάνουν παράλληλα, το διαζύγιο ως προσωπική απόρριψη που συνοδεύεται με χαμηλή αυτοεκτίμηση, έλλειψη συγκέντρωσης, μειωμένη σχολική επίδοση. Τα παιδιά σχολικής όπως και τα προσχολικής επίσης θεωρούν ότι είναι «κακά» παιδιά γι αυτό και οι γονείς τους θέλουν να χωρίσουν, νιώθουν έντονα ενοχές και κυρίως όταν οι γονείς διαφωνούν έντονα μπροστά τους για τα θέματα ανατροφής τους.

Μπορεί να παρουσιάσουν δυσκολίες στις σχέσεις τους με συνομηλίκους και γενικότερα δυσκολία στην δημιουργία εξω-οικογενειακών σχέσεων. Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί ότι τα παιδιά φαντασιώνονται έντονα ότι οι γονείς τους θα είναι και πάλι μαζί και μάλιστα σε σοβαρές περιπτώσεις οι προσπάθειες του παιδιού προς αυτή την κατεύθυνση παίρνει την μορφή ακραίων συμπεριφορών π.χ. ψέμα, κλοπή, άσκηση σωματικής βίας σε άλλα παιδιά (η τελευταία συμπεριφορά μάλιστα ενισχύεται και από την υπάρχουσα μορφή βίας μέσα στην οικογένεια). Επιπρόσθετα, σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά γυρνούν προς τα μέσα ή αλλιώς αναστρέφουν συναισθήματα θλίψης, θυμούς άγχους, αντί να τα εξωτερικεύουν στο περιβάλλον τους, μέσω διάφορων σωματικών συμπτωμάτων όπως στομαχόπονοι, κεφαλαλγίες, ναυτίες, πονόλαιμοι, πόνους στην πλάτη, μυϊκοί πόνοι.

Παιδιά εφηβικής ηλικίας

Η εφηβεία είναι μια κρίσιμη περίοδος καθώς το άτομο βιώνει πολλές έντονες συναισθηματικές ψυχολογικές και σωματικές αλλαγές. Το γεγονός του διαζυγίου μπορεί να κατανοηθεί ως κάτι λογικό από τον έφηβο καθώς όντας ο ίδιος στη φάση κατά του συμβιβασμού, στοιχείο που χαρακτηρίζει έντονα την εφηβεία, μπορεί να σκεφτεί πως αφού δεν τα πηγαίνουν καλά οι γονείς μου καλύτερα να χωρίσουν. Από την άλλη μεριά, μπορεί να αποτελέσει ένα τραυματικό γεγονός για τον έφηβο γιατί αν και έχει έντονα την ανάγκη για ανεξαρτησία χρειάζεται παράλληλα την ασφάλεια και την σταθερότητα της οικογένειας. Έτσι μπορεί να εκδηλώσει τον θυμό, την οργή του, το αίσθημα προδοσίας μέσω της εκδραμάτισης σε έντονη σεξουαλική δραστηριότητα όπως επίσης να παρουσιάσει συμπτώματα κατάθλιψης, έλλειψη συγκέντρωσης , χαμηλή αυτοεκτίμηση, διαταραχή στον ύπνο και την διατροφή, αυτοκτονικούς ιδεασμούς και συχνά και παραβατική συμπεριφορά.

Στην περίπτωση που οι παραπάνω αντιδράσεις του παιδιού παρουσιάζονται σε μόνιμο και έντονο βαθμό ή διαταράσσουν συστηματικά και σε μεγάλο βαθμό την λειτουργικότητα του παιδιού, θα πρέπει να ζητηθεί βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Πώς μπορούν να βοηθήσουν οι γονείς να διαχειριστούν τα παιδιά το γεγονός του διαζυγίου:

  • Εξηγήστε στο παιδί από κοινού ήπια και σοβαρά, δίνοντας αληθινές πληροφορίες με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία του (τα μικρότερα παιδιά χρειάζονται λίγες και απλές, ενώ τα μεγαλύτερα ίσως χρειάζονται περισσότερες), για τον επικείμενο χωρισμό και τις αλλαγές που θα επιφέρει στην καθημερινότητα όλων των μελών μέσα στην οικογένεια.

π.χ. «Ο μπαμπάς και η μαμά αποφασίσαμε να μην είμαστε μαζί σαν ζευγάρι. Ξέρεις ότι δεν τα πάμε καλά και δεν καταλαβαινόμαστε. Γι αυτό λοιπόν θα χωρίσουμε. Αλλά μην ανησυχείς, γιατί θα συνεχίσουμε να είμαστε ο μπαμπάς σου και η μαμά σου παρόλο που δεν θα είμαστε μαζί».

Η εξήγηση αυτή στέλνει με σαφήνεια δυο μηνύματα στο παιδί: οι γονείς δεν είναι πια μαζί και ταυτόχρονα εξακολουθούν να είναι οι γονείς του.

  • Επιβεβαιώστε το ότι ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν είναι πλέον ζευγάρι πάντα θα έχει επαφή και με τους δυο σας, θα το αγαπάτε, θα το στηρίζετε και δεν θα το εγκαταλείψετε
  • Προτρέψτε το να σας εκφράσει ερωτήσεις που σκέφτεται και απαντήστε σε αυτές με ειλικρίνεια και ευαισθησία.
  • Διαβεβαιώστε το ότι δεν ευθύνεται το ίδιο για τον χωρισμός σας, καθώς πολλά παιδιά κυρίως μικρότερης ηλικίας συνδέουν το γεγονός με κάτι που τα ίδια έκαναν.
  • Βοηθήστε το να πενθήσει

Ορισμένοι γονείς δυσκολεύονται, λόγω δικών τους ανοιχτών ανικανοποίητων συναισθηματικών αναγκών από τους δικούς τους γονείς όταν ήταν οι ίδιοι παιδιά, να βλέπουν το παιδί τους να υποφέρει.

Ωστόσο συχνά κάνουν ανάκλαση ή αποφεύγουν να ρωτήσουν το παιδί τους για το πώς νιώθει από φόβο να μην το στεναχωρήσουν ή επίσης σε πιθανή έκφραση συναισθήματος θυμού, λύπης, άγχους αλλάζουν θέμα συζήτησης. Αυτό όμως σίγουρα δεν αποτελεί βοηθητική συμπεριφορά καθώς μαθαίνουν το παιδί να μην αναγνωρίζει, βιώνει και εκφράζει τα δύσφορα συναισθήματα. Έτσι δημιουργείται “συναισθηματικό πάγωμα”. Αντίθετα, όταν ο γονιός έχει σταθερή συναισθηματική διαθεσιμότητα, ακούγοντας ενεργητικά το παιδί για το πως αισθάνεται και τις σκέψεις κάνει και παράλληλα μοιραζόμενος και ο ίδιος τα δικά του συναισθήματα (με κάποιο όριο φυσικά) σχετικά με το συγκεκριμένο γεγονός διδάσκει με αυτή του την στάση στο παιδί πως στην ζωή θα συναντήσουν καταστάσεις εύκολες και δύσκολες και είναι φυσιολογικό άλλοτε να νιώθουν ευχάριστα και άλλοτε δύσφορα συναισθήματα καθώς επίσης πως να συναισθάνεται τους άλλους.

  • Επικοινωνήστε την απογοήτευση και την λύπη που αισθάνεστε για την εξέλιξη αυτή στην σχέση σας.

π.χ. «Δεν επιθυμούσαμε κάτι τέτοιο, όταν πριν χρόνια ερωτευτήκαμε, παντρευτήκαμε και ύστερα αποκτήσαμε εσάς. Είναι λυπηρό ότι τα συναισθήματα των συζύγων αλλάζουν καμία φορά στην πορεία, αλλά όταν αυτό συμβαίνει είναι καλό να το αντιμετωπίζουν. Συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους αυτή η κατάσταση. Πιστεύουμε ότι είναι πιο χρήσιμο να ζήσουμε χωριστά και χωρίς εντάσεις, παρά μαζί και συνεχώς να μαλώνουμε. Αυτό θα μας κάνει καλύτερους γονείς.

  • Επιδιώξτε την φυσική εγγύτητα με το παιδί

Μέσω της αγκαλιάς, του αγγίγματος του γονιού προς το παιδί, το τελευταίο παίρνει την επιβεβαίωση ότι ενδιαφέρεστε για αυτό που του συμβαίνει, το αγαπάτε.

  • Προχωρήστε στις λιγότερες δυνατές αλλαγές & διατηρείστε όσες περισσότερες καθημερινής συνήθειες είχατε με το παιδί πριν το διαζύγιο.

Η διατήρηση της καθημερινής ρουτίνας προσφέρει στα παιδιά το αίσθημα της ασφάλειας και της ηρεμίας και παράλληλα συμβάλλει ώστε να συνεχίζουν να είναι πειθαρχημένα.

  • Ενημερώστε τους δάσκαλους στο σχολείο για το διαζύγιο και ενθαρρύνεται το παιδί να συζητήσει μαζί τους όποτε νιώσει το ίδιο ανάγκη.

Ποιες συμπεριφορές των γονιών είναι χρήσιμο να αποφευχθούν

  • Mην εκφράζετε παράπονα ή άσχημους χαρακτηρισμούς προς τον άλλο γονιό παρουσία των παιδιών, καθώς με αυτό τον τρόπο τα υποβάλετε ώστε να γίνουν σύμμαχοι σας ενάντια στον άλλο γονέα. Η τακτική αυτή επίσης μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση και άγχος στο παιδί καθώς προσπαθεί να επεξεργαστεί μέσα του δυο αντίρροπες συγκρουόμενες συνθήκες, από την μια τρέφει βαθιά αισθήματα αγάπης προς τον άλλο γονιό και από την άλλη παίρνει το μήνυμα από το γονιό που εξαπολύει τις κατηγορίες ότι είναι κακός, ότι πρέπει να τον μισείς, να του θυμώσεις κ.α.
  • Μην φορτώνετε τα παιδιά με δικές σας ευθύνες & μην τους συμπεριφέρεστε σαν να είναι ενήλικοι.

Πολλές μητέρες, οι οποίες δεν έχουν αποδεχτεί το γεγονός του διαζύγιο και βιώνουν έντονα αισθήματα θλίψης και απογοήτευσης χρησιμοποιούν το παιδί για να καλύψουν τις ανάγκες τους, είτε δίνοντας του συμβολικά το ρόλο του συντρόφου, υπερπροσταστεύοντας και προσκολλώντας σε αυτό, είτε το αντιμετωπίζουν ως σάκο του μποξ για να ξεθυμαίνουν.

Αυτό-Υποστήριξη του γονιού- Απαραίτητο εργαλείο για αποτελεσματική βοήθεια προς το παιδί.

Παρευρίσκεσαι στην πτήση ενός αεροπλάνου και συμβαίνει απότομη αλλαγή στην πίεση της καμπίνας, η πρώτη χρήσιμη οδηγία που σου δίνεται είναι να φορέσεις την μάσκα οξυγόνου σου, έτσι ώστε να μπορέσεις να αναπνεύσεις πριν φορέσεις στο παιδί την δική του. Έτσι λοιπόν και στην περίπτωση του διαζυγίου είναι πολύ σημαντικό ο γονιός να μην παραμελεί την φροντίδα του εαυτού του καθώς και για τον ίδιο ο χωρισμός σηματοδοτεί μια σοβαρή απώλεια, προκαλώντας έντονα αισθήματα απογοήτευσης, θυμού, θλίψης, σύγχυσης καθώς και αβεβαιότητας, φόβου για το μέλλον. Εάν δεν βρει τρόπους για να μπορέσει να διαχειριστεί αυτά τα δύσφορα συναισθήματα δεν θα μπορέσει εν συνεχεία να στηρίξει μέσα από τους προαναφερθέντες τρόπους, το παιδί του.

  • Αναγνωρίστε, εκφράστε και αποδεχτείτε τα συναισθήματα σας

Δώστε χρόνο & χώρο στον εαυτό σας να επηρεαστεί και να βιώσει τις επικείμενες απώλειες και αλλαγές που επιφέρει ένας χωρισμός. Δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος αντίδρασης. Επιτρέψτε στον εαυτό σας να νιώσει και να σκεφτεί με τον τρόπο που σας βοηθάει (π.χ. ακούγοντας αγαπημένα σας μουσικά κομμάτια, ή κρατώντας ημερολόγιο, σημειώνοντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα σας, κ.α.) χωρίς προσωπική κριτική ή ενοχή

  • Διατηρήστε την επαφή με τους φίλους

Πολύ συχνά και οι ενήλικες μετά από ένα διαζύγιο μπορεί να νιώθουν την ανάγκη να απομονωθούν από το φιλικό τους περιβάλλον. Ωστόσο προσπαθήστε να κρατάτε επαφή με αυτούς τους φίλους σας που νιώθετε εμπιστοσύνη και ασφάλεια. Μοιραζόμενοι μαζί τους τα συναισθήματα σας γύρω από αυτό το στρεσογόνο γεγονός και ζητώντας της υποστήριξη τους αυτό θα συμβάλλει αρκετά στην ανακούφιση του στρες . Από την άλλη πλευρά, εάν δεν επιθυμείτε να το συζητήσετε μπορείτε να το εξηγήσετε στους φίλους σας και να επιλέξετε να μιλήσετε για αλλά θέματα ή να κάνετε από κοινού μια δραστηριότητα που σας ικανοποιεί.

  • Γυμναστείτε συχνά

Το περπάτημα, η ενασχόληση με την yoga και τον διαλογισμό, μέσω των διάφορων τεχνικών χαλάρωσης μπορεί να λειτουργήσουν ευεργετικά, μειώνοντας το άγχος, την στεναχώρια που νιώθετε.

  • Ακολουθήστε μια υγιεινή διατροφή

Η καθημερινή κατανάλωση μιας διατροφής πλούσιας σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, υψηλής ποιότητας πρωτεΐνες και υγιή λίπη, λειτουργεί υποστηρικτικά ως τις συναισθηματικές διακυμάνσεις που συνήθως ακολουθούν μια στρεσογόνα κατάσταση.

  • Αναζήτηση βοήθεια από ψυχολόγο

Εάν νιώθεις ότι δεν μπορείς να διαχειριστείς συναισθήματα θυμού, φόβου, ενοχής, θλίψης και παρατηρείς ότι επηρεάζεται σημαντικά η λειτουργικότητα σου στην εργασία, στις διαπροσωπικές σου σχέσεις, είναι πολύ χρήσιμο να πάρεις επαγγελματική ψυχολογική στήριξη.

Το διαζύγιο είναι ένα δυνητικά τραυματικό γεγονός για τα παιδιά. Εντούτοις είναι προτιμότερο από το να εκτίθενται σε συνεχείς και έντονες συγκρουσιακές οικογενειακές καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν το παιδί στην εκδήλωση σοβαρών ψυχικών συμπτωμάτων.

Η καλή επικοινωνία & συνεργασία μεταξύ των γονιών, η συναισθηματική τους διαθεσιμότητα απέναντι στις διάφορες αντιδράσεις των παιδιών, συμβάλουν στην αποτελεσματική στήριξη έτσι ώστε να μπορέσουν να προσαρμοστούν τα παιδιά ομαλά στις αλλαγές με τις όσο λιγότερες επιπτώσεις στην ψυχική τους υγεία και παράλληλα τα βοηθά να ενδυναμώσουν τις δεξιότητες τους στην αντιμετώπιση άλλων σημαντικών προκλήσεων της ζωής.

Βιβλιογραφία

1. Freud, J.K.(2015). Χώρισα. Στο ΓΟΝΕΙΣ ΜΙΑ ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΡΚΛΗΣΗ. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη,σελ. 224- 232
2. Kemp, G., Smith, M., Segal, J.(2018). ChildrenandDivorce. HelpingKidsCopewithSeparationandDivorce.HELPGUIDE.ORG ανακτήθηκε από helpguide.org
3. Reynolds, C., Woldt, A(2002).Healing Young, Wounded Hearts: Gestalt Group Therapy with Children of Divorce. Στο THE HEART OF THE DEVELOPMENT.GROUP APPROACHES TO WORKING WITH CHILDREN, ADOLESCENTS AND THEIR WORDS.VOL 1: CHILHOOD. Cambridge: GestaltPress,pg. 239-261
4. Τριανταφύλλου,Κ.(2009). Παιδιά & διαζύγιο. Στο ΕΦΗΒΟΙ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ.ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ ΕΦΗΒΩΝ. Αθήνα:Εκδόσεις Σαββάλα,σελ 111-120
5. Τσιαντής, Γ.(2001). Διαζύγιο. Στο ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΟΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 342-359
6. Τσιαντής, Γ., Τζίκας, Δ., Βγενοπούλου, Σ.(2007). Πώς να μιλήσετε σε ένα παιδί για το διαζύγιο. Στο ΠΩΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΤΕ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΓΙΑ…, Αθήνα: Εκδόσεις Κοάν, σελ. 26- 35

ΠΗΓΗ: psychology.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Οι απαγορεύσεις και τα «ΟΧΙ», εγγράφουν το παιδί στην κοινωνική ζωή!

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Η οριοθέτηση της συμπεριφοράς των παιδιών και των εφήβων, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα που καλούνται να κερδίσουν οι γονείς στη σημερινή κοινωνία, δεδομένου ότι όλα τείνουν να «ξεχυλώνουν».

Έχοντας οι γονείς πολλές απαιτήσεις να διαχειριστούν, ελάχιστο χρόνο και ακόμα λιγότερη υπομονή, αλλά τις περισσότερες φορές και μικρές γνώσεις γύρω από τις εξελικτικές φάσεις των παιδιών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες της κάθε ηλικίας, εύκολα υποχωρούν στα αιτήματα των παιδιών, παραχωρούν αδόκιμα προνόμια και δημιουργούν – άθελα τους – ένα προηγούμενο, που δυσκολεύονται στη συνέχεια να ανατρέψουν, όταν και οι ίδιοι φθάσουν να ενοχλούνται από τις συνέπειες αυτών των εκτός ορίων προνομίων.

Γιατί είναι τόσο επώδυνο για πολλούς να πουν «όχι»στα παιδιά τους και να τα οριοθετήσουν;

Κάποιες – ανάμεσα σε άλλες – εξηγήσεις, είναι:

– Ο ίδιος ο γονιός, έχει βιώσει σαν παιδί την άτσαλη, άδικη και τιμωρητική επιβολή κανόνων επάνω του. Άρα τους θεώρησε ως κάτι «κακό», ως δείγμα έλλειψης αγάπης. Έτσι είναι πιθανό να νιώθει, ότι αν πει «όχι», αυτό θα σημαίνει για το παιδί ότι δεν το αγαπά.

– Ο γονιός θεωρεί ότι η επιβολή κανόνων και περιορισμών είναι ταυτόσημα με την καταπιεστική, αυταρχική διαπαιδαγώγηση (που πιθανώς και ο ίδιος είχε βιώσει ως παιδί και τώρα ακριβώς εξαιτίας του ότι ο ίδιος είχε «καεί» έχοντας δυσάρεστες ή και θλιβερές αναμνήσεις χαραγμένες στο πετσί του, φθάνει ως αναπλήρωση αυτού, στο άλλο άκρο της υπερβάλλουσας επιτρεπτικότητας, ως έναν τρόπο να απαλύνει έμμεσα και τα δικά του συναισθήματα σε σχέση με τα τότε βιώματα, ξαναζώντας την παιδική του ηλικία μέσα από το μεγάλωμα του παιδιού του).

– Συχνά λόγω της έλλειψης χρόνου που βιώνουν στην καθημερινότητά τους, οι γονείς θεωρούν ότι κάνοντας όλα τα χατίρια στα παιδιά τους, αναπληρώνουν τα συναισθηματικά κενά που δημιουργούνται λόγω των ωρών που δεν είναι κοντά τους. Θεωρούν ότι βρίσκουν αυτόν ως έναν τρόπο, να δείχνουν στα παιδιά τους την αγάπη τους. Επιπλέον με αυτόν τον τρόπο απενοχοποιούνται για την απουσία τους.

– Οι γονείς ενδέχεται να νιώθουν οι ίδιοι ανεπαρκείς και πιστεύουν ότι δεν έχουν το σθένος και την προσωπικότητα να τα καταφέρουν, επομένως – μπροστά στο φόβο της αποτυχίας και επιβεβαίωσης της ανεπάρκειάς τους, δεν προσπαθούν καν, να θέσουν όρια στα παιδιά τους.

Γιατί είναι σημαντικό να θέτουμε όρια;

Όταν δεν υπάρχουν όρια, η πραγματικότητα μπορεί να είναι χαοτική για το παιδί. Από μόνο του όσο είναι μικρό, δεν μπορεί να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του, άρα ο κόσμος και τα πράγματα γύρω του, φαντάζουν σε μέτρο που είναι έξω από τις δικές του δυνατότητες να εμπεριέξει και να διαχειριστεί.

Όταν το παιδί ακούει το (λελογισμένο) «όχι», μαθαίνει να παραιτείται από την άμεση ικανοποίηση κάθε επιθυμίας του. Με αυτόν τον τρόπο σιγά σιγά καλλιεργείται η υπομονή και η ικανότητα να αντέχει στις στερήσεις και στις μετέπειτα (αναπόφευκτες) ματαιώσεις που συνοδεύουν τη ζωή.

Μαθαίνει να αποδέχεται, ότι στη ζωή υπάρχουν περιορισμοί, ότι δεν είναι παντοκράτορας, ούτε είναι το κέντρο του κόσμου θεωρώντας ότι δικαιούται να έχει μόνο απαιτήσεις και δικαιώματα, χωρίς συνέπειες και ευθύνες.

Με ποιον τρόπο θέτουμε τα όρια; Πώς λέμε «όχι»;

  • Λαμβάνουμε υπόψη την ηλικία του παιδιού.
  • Εξηγούμε πάντοτε το «γιατί», με λίγα, λακωνικά και απλά λόγια.
  • Είμαστε οι ίδιοι συνεπείς στην τήρηση των κανόνων που υιοθετούμε (δε λέμε «ναι» τη μια φορά και «όχι» την άλλη για το ίδιο ακριβώς γεγονός, απλά επειδή έτυχε να είμαστε σε καλλίτερη διάθεση).
  • Δε λέμε «όχι» στα πάντα, έτσι ώστε το παιδί να έχει τη δυνατότητα σε κάθε ευκαιρία να εκφράζεται, να διαπραγματεύεται με τους γονείς του και να μη φοβάται.

Δίνουμε ξεκάθαρα μηνύματα – έχουμε κοινούς κανόνες ως ζευγάρι γονέων. Δε λέει άλλα η μαμά και άλλα ο μπαμπάς. Η σαφήνεια στην έκφραση επίσης, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών και βοηθάει το παιδί να σχηματίσει μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι περιμένουν οι γονείς του από το ίδιο.

Π.χ. Σαφές μήνυμα: «Θα έχετε την ευκαιρία να παίξετε στον υπολογιστή, αφού τελειώσετε τα μαθήματα σας»

Ασαφές μήνυμα: «Ο υπολογιστής θα ανοίξει αργότερα» ή «όταν το αποφασίσω εγώ»

Οι σύντομες αυτές παραπάνω αναφορές, έχουν ως στόχο να δώσουν κάποιες κατευθύνσεις και να ευαισθητοποιήσουν όλους όσους ασχολούνται με τα παιδιά και τους εφήβους, σε αρχές που πηγάζουν από μελέτες της επιστήμης της ψυχολογίας και της συμβουλευτικής γονέων.

Γενικότερα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε γονιός δεν είναι τέλειος.

Εκείνο που είναι σημαντικό, είναι να έχει ο κάθε ένας κατά νου, ότι ο ίδιος αποτελεί, μέσω της συμπεριφοράς του και του τρόπου που διαχειρίζεται τα γεγονότα, πρότυπο ταύτισης και μίμησης για τα μικρά αγγελούδια του. Το παράδειγμά του, η συνέπειά του, οι ανακολουθίες του, η εφαρμογή – με φιλικότητα – των φυσικών και λογικών συνεπειών – περισσότερο από τα λόγια του – στην καθημερινότητα και σε όλα τα επίπεδα ζωής, είναι αυτό που θα «κρατήσουν» και θα λάβουν υπόψη τους τα παιδιά του.

Δε μπορούν να απαιτούν από τα παιδιά, εκείνα που δεν τηρούν πρωτίστως οι ίδιοι.

«Τα όρια και οι κανόνες, βοηθούν το παιδί να νιώθει ασφάλεια και σεβασμό στο πρόσωπό του!”

Ειδικότερα συμβαίνει αυτό, όταν αυτοί οι κανόνες, εφαρμόζονται σε συνεργατικό κλίμα στην οικογένεια, έκδηλη γενικότερα τρυφερότητα, φιλικό ύφος και όχι τιμωρητικό, ωστόσο σίγουρο, σταθερό και αδιαπραγμάτευτο».

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

 
Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Όταν οι γονείς παρεμβαίνουν στη ζωή των παιδιών

επιλογή φωτογραφίας: Νίκος Δημητρίου

Ας «αντέξουμε» τις δυσκολίες των παιδιών για να τα καταστήσουμε υγιείς ενήλικες.

Όταν το παιδί αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα: με τους συμμαθητές, το φίλο, το δάσκαλό του, τα μαθήματά του κτλ, ποια είναι η συνηθέστερη αντίδρασή σας; Έχετε την τάση να «αναλάβετε» εσείς το πρόβλημα για το παιδί; Θέλετε να απαλλάξετε το παιδί από τη στενοχώρια του όσο το δυνατόν γρηγορότερα; Επιθυμείτε το παιδί να συμπεριφερθεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο που θεωρείτε εσείς καλύτερο και το συμβουλεύετε προς αυτή την κατεύθυνση;

Το να δίνουμε λύσεις- συμβουλές σε ένα παιδί, να κάνουμε κήρυγμα και να επιχειρηματολογούμε, να καθοδηγούμε και να κριτικάρουμε είναι πολύ συνηθισμένες αντιδράσεις όλων μας απέναντι στα παιδιά. Δεν έχουμε όμως αναλογιστεί ποιες είναι οι αρνητικές συνέπειες αυτών των συμπεριφορών πάνω στο παιδί. Σίγουρα οι συμπεριφορές αυτές προκύπτουν από τις καλές προθέσεις μας το παιδί να κάνει αυτό που θεωρούμε καλύτερο γι’αυτό. Είμαστε όμως σίγουροι ότι αυτό που θεωρούμε εμείς καλύτερο για το παιδί είναι όντως και το καλύτερο για το ίδιο; Αν στόχος μας είναι να μεγαλώσουμε ένα ώριμο και υπεύθυνο άτομο, τότε το παιδί δε θα έπρεπε να μάθει να λύνει τα προβλήματά του μόνο του;

Όλες μας οι συμπεριφορές με τις οποίες παρεμβαίνουμε στη ζωή του παιδιού έχουν σαν συνέπεια να επικοινωνούν στο παιδί το μήνυμα ότι δεν εμπιστευόμαστε την κρίση και τις ικανότητές του να επιλύσει τα προβλήματά του μόνο του. Το παιδί αισθάνεται ότι δεν το αποδεχόμαστε και δεν πιστεύουμε σε αυτό και αναπτύσσει αισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Αντίθετα, το παιδί που έχει την ελευθερία να δοκιμάσει μόνο του, να κάνει λάθη, να μάθει από αυτά, θα αναπτύξει μεγαλύτερη πίστη στον εαυτό του και υπευθυνότητα. Σαν ενήλικος, θα μπορεί να διαχειρίζεται ευκολότερα τις δυσκολίες της ζωής γιατί έτσι έμαθε από μικρή ηλικία. Το παιδί όμως που μεγάλωσε σε ένα υπερπροστατευτικό περιβάλλον, σε ένα περιβάλλον όπου οι άλλοι το καθοδηγούσαν ή έλυναν πάντα τα προβλήματά του αντί γι’ αυτό, θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί στη ζωή των ενηλίκων.

Επιπρόσθετα, η μεγάλη παρεμβατικότητα στη  ζωή των παιδιών μπορεί να έχει πολύ άσχημες συνέπειες και στη μεταξύ μας σχέση, καθώς τα παιδιά συνήθως αντιδρούν σε τέτοιες συμπεριφορές. Αυτό μπορεί να έχει σαν τελικό αποτέλεσμα την απομάκρυνση των παιδιών από εμάς, τα οποία στο μέλλον δε θα μοιράζονται τα προβλήματά τους μαζί μας.

Συμπερασματικά, καλό θα ήταν να μάθουμε να «αντέχουμε» τις δυσκολίες των παιδιών και τα αρνητικά τους συναισθήματα και να αποτρέπουμε τον εαυτό μας από το να παρεμβαίνουμε στη ζωή τους με στόχο να τα απαλλάσσουμε από αυτά. Το μόνο που χρειάζεται ένα παιδί σε μια τέτοια περίπτωση είναι η καλή μας διάθεση να είμαστε εκεί γι’ αυτό για να ακούσουμε το πρόβλημά του. Μία τέτοια στάση αρκεί. Επικοινωνεί στο παιδί αποδοχή, εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και συμβάλλει σε μια καλύτερη σχέση μαζί του, χωρίς συγκρούσεις. Το παιδί έτσι τελικά μπορεί να γίνει ανεξάρτητο, υπεύθυνο και με μεγαλύτερη πίστη στον εαυτό του.

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Το άγχος της επιστροφής στο σχολείο

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Το άγχος λόγω της επιστροφής στο σχολείο είναι αρκετά συχνό. Το μεγάλο διάστημα στο οποίο τα παιδιά δεν έχουν μια ρουτίνα ή ένα πρόγραμμα λόγω των καλοκαιρινών διακοπών, μπορεί να προκαλέσει μεγάλο άγχος στη σκέψη ότι θα ξεκινήσει ξανά το σχολείο. 

Η νέα σχολική χρονιά, για κάποιους μαθητές μπορεί να συνεπάγεται με ένα καινούριο σχολείο, ίσως τη μετάβαση από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό, από το δημοτικό στο γυμνάσιο, ή από το γυμνάσιο στο λύκειο ή από το λύκειο στο πανεπιστήμιο. Ακόμα και να μην υπάρχει η μετάβαση σε άλλο σχολείο, μια νέα σχολική χρονιά μπορεί να συνεπάγεται με νέους δασκάλους ή νέες αίθουσες διδασκαλίας, νέες εργασίες και διαγωνίσματα τα οποία προκαλούν άγχος στους μαθητές.

Πολλά παιδιά αυτό το διάστημα έχουν ανησυχίες μήπως δεν ξέρουν κανένα από την τάξη τους, μήπως τα διαλείμματα είναι μόνα, μήπως οι συνομήλικοι τους δεν τους συμπαθήσουν, μήπως χαθούν μέσα στο νέο σχολείο, με συνέπεια να έχουν έντονο άγχος καθώς πλησιάζουν οι μέρες που θα ξεκινήσει η νέα σχολική χρονιά.

Τί μπορείτε να κάνετε για να βοηθήσετε το παιδί σας

1)   Η νέα σχολική χρονιά είναι πολλές φορές στρεσογόνα και για τους γονείς. Πολλές φορές οι γονείς έχουν ανησυχίες αν το παιδί τους θα είναι εντάξει την πρώτη του μέρα στο σχολείο, αν θα κάνει φίλους ή αν θα προσαρμοστεί εύκολα. Είναι σημαντικό αυτές τις ανησυχίες να μην τις μεταφέρετε στο παιδί καθώς αυτό ανησυχεί περισσότερο.

2)    Επιτρέψετε στο παιδί να εκφράσει όλα όσα αισθάνεται και μάθε ποιες είναι οι ανησυχίες ή οι φόβοι του. Δείξετε του ότι όλα όσα αισθάνεται είναι φυσιολογικές αντιδράσεις σε κάθε νέα αρχή. Αυτό θα βοηθήσει το παιδί να εκφραστεί πιο εύκολα παρά να κρατήσει για τον εαυτό του τις ανησυχίες του, το οποίο θα μεγιστοποιήσει το άγχος του. Μια τέτοια αντίδραση από τους γονείς θα βοηθήσει το παιδί να αντιληφθεί ότι οι γονείς θέλουν να το ακούσουν, συνεπώς είναι πιο εύκολο να έρχεται προς εσάς για να μοιραστεί τα συναισθήματα του αν περνά μια δύσκολη φάση.

3)   Βοηθήστε το παιδί να σκεφτεί πως θα αντιμετωπίσει τις ανησυχίες του. Ένα αγχωμένο παιδί είναι πιο δύσκολο να σκεφτεί ποιες είναι οι λύσεις στις ανησυχίες του. Βοηθήστε το παιδί να εκφράσει τις χειρότερες ανησυχίες του και αν τελικά αυτό που το κάνει να ανησυχεί συμβεί, πως θα το αντιμετωπίσει, ποιοι είναι κάποιοι τρόποι που θα το βοηθήσουν να το διαχειριστεί.

4)    Βοηθήστε το παιδί να εστιάσει στα θετικά πράγματα που θα του προσφέρει το σχολείο. Κάντε του ερωτήσεις όπως “ποια είναι τα τρία πράγματα που σε ενθουσιάζουν περισσότερο για την πρώτη σου μέρα στο σχολείο;”

5)    Λίγες μέρες πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς βοηθήστε το παιδί σας να μπει σε μια ρουτίνα σχετικά με τις ώρες που θα κοιμάται και θα ξυπνά έτσι ώστε με το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς να μην είναι πολύ δύσκολο να προσαρμοστεί το παιδί στο νέο του πρόγραμμα. Εξηγήστε στο παιδί ότι όλα τα μέλη της οικογένειας θα πρέπει να προσαρμοστούν στο νέο τους πρόγραμμα μετά το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών.

ΠΗΓΗ: psychology.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Οι κλειστές και οι ανοικτές ερωτήσεις στην επικοινωνία

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Οι γονείς ενώ ενδιαφέρονται να μάθουν για την καθημερινότητα του παιδιού τους, αρκετά συχνά το ενδιαφέρον τους μετατρέπεται σε ανάκριση με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η επικοινωνία. Τι λάθη κάνουν οι γονείς στην επικοινωνία και πώς μπορούν να τα διορθώσουν;

Οι ερωτήσεις είναι πολύ σημαντικές για τον διάλογο και την επικοινωνία. Ο γονιός θέτει ερωτήσεις στο παιδί για να αντλήσει πληροφορίες γι’ αυτό που του αρέσει, για την καθημερινότητά του, για το σχολείο, για τους φίλους του, ενδιαφέρεται για τις ανάγκες και τις επιθυμίες του παιδιού του. Οι ερωτήσεις είναι το εργαλείο που τον βοηθά να εκδηλώσει αυτό το ενδιαφέρον του. Δυστυχώς, όμως, αρκετά συχνά το ενδιαφέρον μετατρέπεται σε ανάκριση, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η επικοινωνία. Ο διάλογος αποτελεί μια τεχνική που φαντάζει απλή, όμως προϋποθέτει εκμάθηση και εξάσκηση.

Όλοι οι άνθρωποι κάνουν διάλογο όταν επικοινωνούν ή νομίζουν ότι συνδιαλέγονται. Ο διάλογος διεξάγεται με ερωτήσεις και απαντήσεις και συνεχή εναλλαγή ανάμεσα στους ρόλους πομπού-δέκτη. Ο πομπός διατυπώνει ένα μήνυμα ή ένα ερώτημα και ο δέκτης δίνει την απάντηση. Στη συνέχεια, ο δέκτης γίνεται πομπός και διατυπώνει με τη σειρά του ένα ερώτημα που ζητά την απάντησή του από τον πομπό, ο οποίος μετατρέπεται σε δέκτη. Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μεταξύ των δύο μερών διατυπώνονται δύο είδη ερωτήσεων: Οι κλειστές ή κλειστού τύπου ερωτήσεις και οι ανοικτές ή ανοικτού τύπου ερωτήσεις (Παππά, 2016).

Οι κλειστές ερωτήσεις έχουν μονολεκτικές απαντήσεις, οι οποίες δίνονται γρήγορα και δε χρειάζονται πολλή σκέψη. Οι ανοικτές ερωτήσεις χρειάζονται πιο ολοκληρωμένες απαντήσεις και γι’ αυτό εμπλουτίζουν την επικοινωνία και τροφοδοτούν τον διάλογο.

Όταν ο γονιός ρωτήσει το παιδί «πέρασες καλά;», το παιδί θα απαντήσει «ναι» ή «όχι». Συνεπώς θέτει μια κλειστή ερώτηση.

Αν ρωτήσει «θέλεις να μου πεις γιατί δεν πέρασες καλά;», πρόκειται για μια ανοικτή ερώτηση, δηλαδή μια ερώτηση που καλεί το παιδί να αναπτύξει τους λόγους για τους οποίους δεν πέρασε καλά. Βεβαίως το παιδί μπορεί και πάλι να απαντήσει «όχι» και να κλείσει τον διάλογο, δηλαδή να μετατρέψει μια ανοικτή ερώτηση σε κλειστή. Σε αυτή την περίπτωση ο ερωτώμενος δεν έχει νόημα να επιμείνει, αλλά απλώς να δηλώσει τη διαθεσιμότητά του για διάλογο όταν το παιδί θα είναι έτοιμο: «Θα ήθελα πολύ να το συζητήσουμε όταν θα το θέλεις κι εσύ». Αν και η ανοικτή ερώτηση κάποιες φορές μετατρέπεται σε κλειστή, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη δυναμική της (Γκάρνερ, 2014).

Ο γονιός χρειάζεται να γνωρίζει πώς να θέτει ανοικτές ερωτήσεις, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη και τον τρόπο με τον οποίο τις θέτει, αλλά και να μην κάνει κατάχρηση γινόμενος φορτικός ή διωκτικός. Ας μην ξεχνάμε ότι κάθε ερώτηση περιμένει μια απάντηση και, όταν η απάντηση δεν έρχεται, καλύτερο είναι να σταματούν οι ερωτήσεις και όχι να συνεχίζονται, γιατί οι συνεχείς ερωτήσεις φράζουν, δεν προωθούν την επικοινωνία.

Συχνά, όταν μας τίθενται κλειστού τύπου ερωτήσεις, έχουμε την αίσθηση ότι το άλλο άτομο επιθυμεί μια συγκεκριμένη απάντηση. Τις περισσότερες φορές, οι ερωτήσεις που θέτουν οι άνθρωποι είναι δηλώσεις, γνώμες, κρίσεις παρά αυθεντικές ερωτήσεις. Με τις κλειστού τύπου ερωτήσεις συνήθως εκφράζουμε τη γνώμη μας με τα μη λεκτικά μηνύματα που εκπέμπουμε, όπως τον τόνο της φωνής και τη στάση του σώματος. Όταν μια ερώτηση μπορεί να μεταφέρει πολύ περισσότερες πληροφορίες από την ερώτηση αυτή καθαυτή, ασκεί τότε πολύ μεγάλη επίδραση στην ποιότητα της σχέσης. Μια ανοικτού τύπου ερώτηση αποτελεί μια πολύ διαφορετική εμπειρία, καθώς είναι μια πρόσκληση για διάλογο, για μοίρασμα ιδεών και συναισθημάτων.

Οι ανοικτές ερωτήσεις σκοπό έχουν να ωθήσουν το άτομο να αποκαλύψει περισσότερα γι’ αυτό και όχι να δώσει μια απάντηση που θα ικανοποιήσει τον άλλο. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι τίθενται με ουδέτερο τόνο, χωρίς συναισθηματική φόρτιση ή υπονοούμενα και χωρίς να εκφράζονται με αντιφατικά μη λεκτικά μηνύματα από αυτόν που τα εκπέμπει. Οι ανοικτές ερωτήσεις χρειάζονται σκέψη για προσεκτική διατύπωση και αποκαλύπτουν απόψεις και συναισθήματα, ενώ επιτρέπουν στον πομπό να κατευθύνει τη συζήτηση. Η διατύπωση ανοικτών ερωτήσεων απαιτεί κάποιες δεξιότητες, όπως μια αίσθηση αυτοπεποίθησης, εμπιστοσύνη και σεβασμό προς τον συνομιλητή και τις απαντήσεις του και ανεκτικότητα στις απόψεις που είναι διαφορετικές από του άλλου ατόμου. Οι ανοικτές ερωτήσεις μεταφέρουν στον συνομιλητή την άποψη ότι οι απόψεις και οι εμπειρίες του είναι σημαντικές και ότι ο ερωτών επιθυμεί πολύ να τις ακούσει και δημιουργούν τη γέφυρα για επικοινωνία, κατανόηση και συνεργασία.

Ανοικτές είναι οι ερωτήσεις που ξεκινούν με τις λέξεις «ποιος»«πού»«πώς»«πότε»«τι»«γιατί». Οι ανοικτές ερωτήσεις αποτελούν πρόσκληση για επικοινωνία, για έκφραση των σκέψεων, των απόψεων, των επιθυμιών και των συναισθημάτων των ερωτώμενων. Μέσω των ανοικτών ερωτήσεων το παιδί διευκολύνεται να αποσαφηνίσει κάτι, διευκολύνεται «να ανοιχτεί» και να εκφραστεί.

Υπάρχουν ερωτήσεις που είναι υπερβολικά ανοικτές, όπως για παράδειγμα η ερώτηση «πώς πέρασες τη μέρα σου;» είναι μια υπερβολικά ανοικτή ερώτηση και γι’ αυτό συχνά παίρνει μια κλειστή απάντηση: «καλά». Πρόκειται για τη συνηθισμένη απάντηση που δίνει ένα παιδί στον γονιό του όταν του τίθεται το παραπάνω ερώτημα. Επιπλέον, ακούγεται σαν μια ερώτηση κλισέ που χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο για το άνοιγμα της συζήτησης και όχι ως πραγματική έκφραση ανάγκης αυτού που ρωτά για να μάθει. Στην επικοινωνία είναι σημαντικό ο ερωτών να ενδιαφέρεται για τις ανάγκες, τις σκέψεις και τις επιθυμίες του ερωτώμενου και να εκδηλώνει αυτό το ενδιαφέρον (Γκάρνερ, 2014).

Οι ερωτήσεις κλειστού τύπου είναι ερωτήσεις στις οποίες απαντάμε με ναι ή όχι, με σωστό ή λάθος. Οι ερωτήσεις πολλαπλών επιλογών, που συνήθως συναντάμε στα ερευνητικά ερωτηματολόγια, είναι επίσης ερωτήσεις κλειστού τύπου. Στις ερωτήσεις κλειστού τύπου επίσης απαντάμε μονολεκτικά. Για παράδειγμα: «Από πού είσαι;» «Από την Αθήνα».

Οι ερωτήσεις ανοικτού τύπου είναι αυτές που προσδίδουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην επικοινωνία και κάνουν τη συζήτηση να διαρκεί περισσότερο . Για παράδειγμα: «Πώς σας ήρθε αυτή η ιδέα;», «Πώς το σκεφτήκατε/φανταστήκατε αυτό;», «Ποια είναι τα σχέδιά σας για την επόμενη χρονιά;».

Οι κλειστού τύπου ερωτήσεις συνήθως ξεκινούν με τις λέξεις «είστε;»,
«θέλετε;», «ποιος;», «πότε;», «πού;», «ποιο;», ενώ οι ανοικτού τύπου ξεκινούν συνήθως με «πώς;» «γιατί;», «τι;», «με ποιον τρόπο;»

Με το «τι;» και το «ποιο/ποιος;» μπορεί να ξεκινήσει τόσο μια ανοικτή όσο και μια κλειστή ερώτηση. Πολλές φορές οι άνθρωποι απαντούν σε μια κλειστού τύπου ερώτηση με ανοικτό τρόπο ή το αντίστροφο. Πιο συγκεκριμένα, μερικές παράμετροι που χρειάζεται να ληφθούν υπόψη ώστε να διατυπωθούν επιτυχημένες ανοικτές ερωτήσεις, είναι οι εξής:

  • Η αυτοδιαχείριση: Όταν κάποιος θέτει ένα ερώτημα, χρειάζεται να έχει σαφή κίνητρα. Θέλει να εκφράσει τις εμπειρίες και τις ανάγκες του ή ενδιαφέρεται για τις εμπειρίες του άλλου. Οι επιθυμίες του χρειάζεται να είναι διακριτές από εκείνες του συνομιλητή του. Όπως προαναφέρθηκε, συχνά η επικοινωνία σταματά όταν οι επιθυμίες του ερωτώντος έχουν προτεραιότητα.
  • Η εστίαση στη διατύπωση των ερωτήσεων. Είναι πιθανό ότι, παρόλο που η ερώτηση διατυπώνεται με φαινομενικά ανοικτό τρόπο («Τι έκανες σήμερα στο σχολείο;»), η απάντηση μπορεί να είναι κλειστού τύπου («Τίποτα»). Μια διαφορετική διατύπωση («Τι ήταν αυτό που σου άρεσε περισσότερο στο σχολείο σήμερα;») είναι πιθανό να έχει μια απάντηση πιο εκτενή και περιγραφική. Από την άλλη, μια πολύ γενική και ευρεία εστίαση μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση («Τι σου άρεσε σήμερα;»).
  • Η προσεκτική ακρόαση. Πολλοί άνθρωποι, όταν ακούν, απλώς συγκεντρώνουν στοιχεία από τον συνομιλητή τους περιμένοντας τη σειρά τους για να πάρουν τον λόγο και δεν ακούν πραγματικά. Είναι πολύ σημαντικό όταν κάποιος συνδιαλέγεται να ενδιαφέρεται να μάθει για τον άλλο και να μην είναι επικριτικός. Η ενεργητική ακρόαση βοηθά τον συνομιλητή να επικοινωνήσει σε βάθος.
  • Η αποδοχή της μη απάντησης. Κάθε ερώτηση δεν είναι απαραίτητο να λαμβάνει απάντηση. Μπορεί ο συνομιλητής να μην είναι έτοιμος να μιλήσει ή να μη θέλει να δώσει μια απάντηση αμέσως.
  • Η επικοινωνία χρειάζεται να ξεκινά με απλά, καθημερινά θέματα. Είναι πιο εύκολο να ρωτήσει κάποιος «Τι θα έλεγες αν σου πρότεινα να πάμε σινεμά το Σαββατοκύριακο;» αντί να ρωτήσει «Τι θα έλεγες αν πηγαίναμε διακοπές μαζί;». Τα απλά, καθημερινά θέματα μας βοηθούν να εξασκηθούμε στη χρήση των ανοικτών ερωτήσεων και σταδιακά να προχωρήσουμε σε πιο ζωτικής σημασίας θέματα (Gottman & Silver, 2012).

Βιβλιογραφικές παραπομπές
– Γκάρνερ, Ά. (2014). Η τέχνη της επικοινωνίας. Πώς να γίνετε περισσότερο αποτελεσματικοί σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο (10η έκδοση) (Μτφρ. Β. Λαμπάδη, επιστ. Επιμ.-πρόλογος: Δρ Γ. Σίμος). Αθήνα: Πατάκης.
– Gottman, J. & Silver, N. (2012). What makes love last? How to build trust and avoid betrayal. Secrets from the love lab. New York: Simon & Schuster.
Παππά, Β. (2016). Εκπαιδευτικό πρόγραμμα γονικού συναισθηματικού αλφαβητισμού (Educational Programme of Parental Emotional Literacy – EPPEL). Εγχειρίδιο για ειδικούς. Αθήνα.

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε