Το βαρύτερο φορτίο για ένα παιδί είναι η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Ξέρεις τι είναι να είσαι παιδί και να προορίζεσαι για μια ζωή που δεν έχεις επιλέξει;

Να γεννιέσαι και να έχουν αποφασιστεί όλα για σένα από πριν;

Είσαι ακόμα στην κοιλιά της μαμάς σου, σε αυτό το απίστευτα ασφαλές μέρος και όλοι μιλάνε γύρω από το όνομα σου, δίχως να έχεις ακόμα όνομα. Θα είσαι το άψογο παιδί, ο τέλειος επαγγελματίας, ο υπέροχος άνθρωπος, θα είσαι ο ιδανικός υποψήφιος. Θα κάνεις πράγματα που δεν ξέρεις ακόμα αν σου αρέσουν. Θα επιβεβαιώσεις κάθε προσδοκία των γονέων σου. Και όλα αυτά γιατί; Μα, φυσικά γιατί αυτοί ξέρουν με ποιο τρόπο θα γίνεις εσύ ευτυχισμένος.

Οι γονείς, δύο άνθρωποι που σκέφτονται για εσένα πριν από εσένα. Προγραμματίζουν τις ζωές τους με βάση το δικό σου πρόγραμμα, σε αγαπούν ό,τι και αν γίνει, είναι εκεί για να αντέξουν τα σκοτάδια σου και να χαρούν πριν από εσένα για τις επιτυχίες σου.

Είναι οι άνθρωποι που σε έφεραν σε αυτό τον κόσμο. Σου χάρισαν την πνοή και τη δυνατότητα να ζήσεις. Μέχρι εκεί. Οι γονείς μας είναι κοινοί θνητοί, ας μη μπερδευόμαστε. Είναι άνθρωποι με τις δικές τους ιστορίες, τους δικούς τους φόβους, ανασφάλειες, όνειρα και πάθη. Πριν από εμάς, είχαν την δική τους προσωπική ζωή.

Είναι σύντροφοι, εραστές, επαγγελματίες, φίλοι και όλα όσα είμαστε και εμείς. Το ότι γίνονται γονείς δεν σημαίνει πως διαγράφονται από τη λίστα όλων όσων έχουν το δικαίωμα να κάνουν λάθη. Άλλωστε και αυτοί από μόνοι τους είναι παιδιά κάποιων άλλων, έχουν μεγαλώσει με τα πρότυπα άλλων ανθρώπων. Και εκεί κάπου μπλεκόμαστε όλοι.

Το βαρύτερο φορτίο για ένα παιδί, είναι η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του. Μαμάδες που δεν έγιναν οι μπαλαρίνες που θα ήθελαν, μπαμπάδες που συμβιβάστηκαν και δε κυνήγησαν το δικό τους όνειρο, άνθρωποι που είτε βολεύτηκαν σε ετοιμοπαράδοτες πραγματικότητες, ή φυλακίστηκαν δίχως να το καταλάβουν.

Στο βωμό του «καλού» του παιδιού, του «εγώ ξέρω καλύτερα», του «μα είναι δυνατόν η μαμά να θέλει το κακό σου;», έγιναν τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Γιατί οι σημερινοί γονείς κάνουν τα πάντα για το παιδί τους εκτός από το να το αφήσουν ελεύθερο να επιλέξει αυτό που θέλει να γίνει.

Ό,τι τους έλειψε, προσπαθούν να το δουν μέσα από τα δικά σου μάτια. Αυτό που δεν κατάφεραν να φέρουν κοντά, οι παρολίγο ευτυχίες τους, γίνονται τώρα ο δικός σου αυτοσκοπός. Και εσύ παίζεις το ρόλο του πρωταγωνιστή, στο έργο που είναι φτιαγμένο για κάποιον άλλο.

Απόψεις για τον έρωτα, πολιτικές, θρησκευτικές πεποιθήσεις, καταπιεσμένες ανάγκες που σφαγιάστηκαν στα πρέπει των δικών τους γονέων, τώρα φορτώνονται στις δικές σου πλάτες. Και εσύ σαν άλογο σε κούρσα, τρέχεις να φτάσεις στο τέρμα για να ευτυχήσουν, να ευτυχήσεις. Ναι, να ευτυχήσεις, μάλλον δηλαδή, από ό,τι σου έχουν πει.

Και φτάνεις εκεί, έχεις ζήσει όλα όσα ήθελαν να ζήσουν οι ίδιοι, γιατί θέλησες να τους κάνεις περήφανους, να τους επιβεβαιώσεις, να ακούσεις το μπράβο τους, να δεις το χαμόγελο στα πρόσωπα τους. Αφού τα έκανες όλα για την ευτυχία σου γιατί καταλήγεις εσύ, ο δυστυχισμένος;

Γιατί, δε σε γεμίζει τίποτα από αυτά που γράφτηκαν για εσένα. Εσύ είσαι ο συγγραφέας του δικού σου βιβλίου και μέχρι να κρατήσεις την πένα στα χέρια σου, οι σελίδες θα μένουν άγραφα χαρτιά. Άδειες μέρες που αδημονούν να γεμίσουν με όσα ΕΣΥ αγαπάς.

Το καλό σου κρύβεται κάπου εκεί, ανάμεσα σε όσα αγαπάς και όσα σε αγαπούν γι’ αυτό που πραγματικά είσαι και όχι γι’ αυτό που θέλει ο καθένας να γίνεις. Ο κάθε άνθρωπος οφείλει να ζει αυτό που θέλει να ζήσει και να αφήνει το παιδί του να επιλέγει, να μάθει να επιλέγει για το δικό του καλό.

Άλλωστε πώς μπορεί ο γονέας να ξέρει ότι αυτό θα είναι καλό για σένα, από τη στιγμή που αυτός δε το έκανε ποτέ; Και πώς μπορεί να ξέρει πως εσύ θα είσαι ευτυχισμένος, με όσα κάνουν αυτόν ευτυχισμένο;

Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, νιώθει την σιγουριά πως αυτός ξέρει καλύτερα. Αποκτάει την τάση να απαντάει με απόλυτο τρόπο στο καθετί. Αντιθέτως, θα έπρεπε όσο μεγαλώνουμε να ρωτάμε περισσότερο και να απαντούμε λιγότερο.

Οι γονείς να ρωτάνε τα παιδιά και τα παιδιά να εμπνέονται από τις ερωτήσεις. Να βρίσκουν τροφή για σκέψη στα χέρια των γονιών τους και όχι στρωμένους δρόμους που τελικώς, οδηγούν σε αδιέξοδα.

Να θυμάσαι, λοιπόν, πως οι γονείς σου έδωσαν ακριβώς αυτά που είχαν να σου δώσουν. Το σημαντικό είναι τι θα κάνεις εσύ με αυτά που σου δόθηκαν έως εφόδια. Θα τα χρησιμοποιήσεις έως αλυσίδες ή θα τα μεταμορφώσεις σε φτερά;

Χαρά Βλαχοδήμου, Ψυχολόγος- Κλινική Υπνοθεραπεύτρια

ΠΗΓΗ : enallaktikidrasi.com

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Ας μιλήσουμε για την εμπιστοσύνη…

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Είναι όμως συναίσθημα η εμπιστοσύνη; Ή μήπως καλύτερα προσδιορίζεται ως αξία; Όσο δύσκολο είναι να νιώσεις εμπιστοσύνη και να ζήσεις με εμπιστοσύνη, τόσο δύσκολο είναι να προσπαθήσεις να μιλήσεις γι’ αυτή και να την αποσαφηνίσεις εννοιολογικά.

Γεννιόμαστε για να εμπιστευτούμε. Τα βρέφη έρχονται στον κόσμο για να δημιουργήσουν δεσμούς με τα πρόσωπα που τα φροντίζουν, ώστε να μπορέσουν να αναπτυχθούν στον συναισθηματικό και τον κοινωνικό τομέα. Ο πρωταρχικός δεσμός διαμορφώνεται συνήθως με τη μητέρα, ενώ ακολουθούν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και του οικείου περιβάλλοντός του. Η διαθεσιμότητα και η ανταπόκριση των γονιών στις ανάγκες του βρέφους τα κάνει να νιώθουν ασφάλεια και σιγουριά και αρχίζουν να οικοδομούν την αυτοεκτίμησή του.

Σύμφωνα με τον Erikson (1963, ό. α. Παππά, 2013), τον πρώτο χρόνο της ζωής τους τα βρέφη διανύουν το στάδιο της βασικής εμπιστοσύνης ή της δυσπιστίας: Αν οι ενήλικοι που τα φροντίζουν επιδεικνύουν διαθεσιμότητα και ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, τα βρέφη μαθαίνουν ότι ο κόσμος είναι φιλόξενος και ασφαλής, μαθαίνουν να εμπιστεύονται. Αντιθέτως, αν μεγαλώνουν με ενήλικες που δεν τους παρέχουν διαθεσιμότητα, μαθαίνουν ότι ο κόσμος είναι απρόβλεπτος, αφιλόξενος, απειλητικός. Αν φανταστούμε την εμπιστοσύνη σαν ένα οικοδόμημα, τα θεμέλιά της μπαίνουν κατά τη βρεφική ηλικία.

Ακολούθως, κατά τη νηπιακή ηλικία, η εμπιστοσύνη εμπλουτίζεται, διευρύνεται, βαθαίνει. Όσο πιο πολύ ο γονιός γνωρίζει το παιδί του, τόσο πιο πολύ το εμπιστεύεται. Και αντιστρόφως, όσο πιο πολύ το παιδί γνωρίζει τον γονιό του, τόσο πιο πολύ τον εμπιστεύεται. Παράλληλα, όμως, αρχίζει να διεκδικεί το δικαίωμα στην αυτονόμηση και την αυτοδιάθεση, ένα δικαίωμα που δύσκολα αναγνωρίζεται από τον γονιό, με αποτέλεσμα συχνά να πλήττεται η εμπιστοσύνη που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους (Παππά, 2016α).

Είναι πολύ σημαντικό για έναν γονιό να μπορεί να λέει στο παιδί του «σε εμπιστεύομαι» και να το αποδεικνύει εμπράκτως. Συχνά οι γονείς ακόμα κι όταν νιώθουν την εμπιστοσύνη δυσκολεύονται να την αρθρώσουν. Αργότερα, κατά τη σχολική ηλικία, πολλές φορές, καθώς συζητούν με το παιδί και στην προσπάθειά τους να το προστατεύσουν από πιθανές ματαιώσεις, το νουθετούν να μην εμπιστεύεται εύκολα τους άλλους, μικρούς και μεγάλους, ακόμα και τους φίλους του. Το παιδί μπερδεύεται: τι πρέπει να κάνει;

Στην εφηβεία, περίοδος κατά την οποία οι σχέσεις τίθενται υπό νέα διαπραγμάτευση και το παιδί ως έφηβος διεκδικεί πολύ πιο δυναμικά το δικαίωμα στην αυτονομία δοκιμάζοντας τόσο τα δικά του όρια όσο και των γονιών του, ακούει τους γονείς να του λένε συνήθως «δε σε εμπιστεύομαι» ή «έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου» και συνεχίζουν: «Θα πρέπει να ξανακερδίσεις τη χαμένη μου εμπιστοσύνη και να μου αποδείξεις ότι μπορώ να σε εμπιστευτώ ξανά». Με τον τρόπο αυτό, γονείς και έφηβοι μπαίνουν σε έναν φαύλο κύκλο δυσπιστίας, έναν φαύλο κύκλο που σπάει δύσκολα (Hayman, 2016).

Είναι όμως συναίσθημα η εμπιστοσύνη; Ή μήπως καλύτερα προσδιορίζεται ως αξία; Όσο δύσκολο είναι να νιώσεις εμπιστοσύνη και να ζήσεις με εμπιστοσύνη, τόσο δύσκολο είναι να προσπαθήσεις να μιλήσεις γι’ αυτή και να την αποσαφηνίσεις εννοιολογικά. Σύμφωνα με τον Plutchik (1980, ό. α. Παππά, 2013), η εμπιστοσύνη είναι ένα από τα οκτώ βασικά συναισθήματα μαζί με τη χαρά, τον φόβο, την έκπληξη, τη λύπη, την αποστροφή, τον θυμό και την προσμονή, και μαζί με τη χαρά δημιουργεί την αγάπη, ενώ αν συνενωθεί με τον φόβο παράγει την υποταγή. Κατά τη Rudd (2009, ο. α. Παππά, 2013), η εμπιστοσύνη αποτελεί ένα από τα εννέα χαρακτηριστικά / ιδιότητες της συναισθηματικής νοημοσύνης και ορίζεται ως η δεξιότητα του να είναι κάποιος αρκετά θαρραλέος ώστε να παλεύει γι’ αυτό που θέλει να επιτύχει / κατακτήσει. Από την άλλη, η εμπιστοσύνη μπορεί να θεωρηθεί αξία κομβικής σημασίας για τη δημιουργία διανθρώπινων σχέσεων και την κοινωνική συμβίωση (Παππά, 2008, 2013, 2016β).

Ξέρουμε ότι η εμπιστοσύνη ενθαρρύνει και χαρίζει αυτοεκτίμηση, καλλιεργεί εσωτερικά κίνητρα και αισιοδοξία. Η εμπιστοσύνη είναι όμως και ευθύνη. Σε εμπιστεύομαι σημαίνει σε θεωρώ υπεύθυνο. Και εσύ, ως αποδέκτης της εμπιστοσύνης που σου απευθύνω, αναλαμβάνεις πολύ σοβαρά τον ρόλο της εκπλήρωσης μιας άρρητης προσδοκίας. Όταν ο γονιός εμπιστεύεται το παιδί του, το μαθαίνει ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, ο κόσμος είναι ασφαλής, ότι μπορεί να αλλάξει ό,τι δεν του αρέσει αν προσπαθήσει, του μαθαίνει να μη φοβάται και να μπορεί να έχει τον έλεγχο της ζωής του.

Για να εμπιστευτείς τον άλλο, χρειάζεται να εμπιστεύεσαι καταρχήν τον εαυτό σου. Η εμπιστοσύνη είναι ένα δώρο που χαρίζεται με ανοιχτή την καρδιά, με ειλικρίνεια και γενναιοδωρία.

Βιβλιογραφικές παραπομπές

  • Hayman, S. (2016). Μεγαλώνοντας χαρούμενους εφήβους (μτφρ.-επιστ. επιμ.: Β. Παππά). Αθήνα: Βήτα.
  • Παππά, Β. (2008). Γονείς, παιδιά και ΜΜΕ. Ένας οδηγός γονικής συμπεριφοράς. Αθήνα: Καστανιώτης.
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων. Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.     
  • Παππά, Β. (2016α). Γονείς σε κρίση. Η διαχείριση της απώλειας και της αλλαγής. Αθήνα: Οκτώ.
  • Παππά, Β. (2016β). Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα Γονικής Ταυτότητας (EPPI). Aθήνα.

Βασιλική Παππά Συμβουλευτική Ψυχολόγος PhD

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Ενσυναίσθηση: βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Πόσο συχνά λειτουργούμε με ενσυναίσθηση και αφήνουμε στ’ αλήθεια τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής μας να μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα τα συναισθήματα, τις στάσεις και τις απόψεις τους χωρίς να νιώθουν ότι βάλλονται, ότι κατευθύνονται ή ελέγχονται;

Η ενσυναίσθηση δεν είναι μόνο μία πολύ όμορφή δεξιότητα επικοινωνίας, μοιράσματος και επαφής άλλα θα μπορούσε να αποτελεί και μία βαθιά στάση ζωής που έχει να κάνει με το πώς επιλέγω να στέκομαι, να σκέφτομαι, να δρω να επικοινωνώ και να υπάρχω. Μία δεξιότητα που καλλιεργεί την βαθιά εμπιστοσύνη και αποδοχή μέσα μας, κάτι που βελτιώνει την ποιότητα της επαφή με τους γύρω μας.

Τι σημαίνει στ’ αλήθεια αυτή η έννοια;

Ο όρος της ενσυναίσθησης εισήχθη αρχικά από τον εκφραστή της προσωποκεντρικής προσέγγισης τον Carl Roger το 1951 και εφαρμόστηκε κυρίως στο εκπαιδευτικό και ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο με πολύ θετικά αποτελέσματα στην ενίσχυση των δυνατοτήτων του ατόμου προς την αυτοπραγμάτωση του και την θεραπευτική αλλαγή. Το ερώτημα είναι αν μπορεί η ενσυναίσθηση να εφαρμοστεί και στην καθημερινή ζωή με τα ίδια επιτυχή αποτελέσματα.

Η ενσυναίσθηση στην καθημερινή ζωή μεταφράζεται σαν την τέχνη του να μπορείς για λίγο να αφήνεις τον δικό σου κόσμο και να εισέρχεσαι στα θέλω, τις ανάγκες και τα συναισθήματα των άλλων, βλέποντας μέσα από τα δικά τους μάτια. Να κάνεις δηλαδή αληθινό χώρο στον άλλο να ακουστεί, να εκφραστεί και να υπάρχει με τον τρόπο που εκείνος επιθυμεί και αποφασίζει.

Η ενσυναίσθηση αποτελεί ένα δρόμο βαθειάς ενεργητικής ακρόασης, συνδιαλλαγής και αλληλεπίδρασης με τον έξω κόσμο. Εμπεριέχει την βαθιά άνευ όρων αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου, την μη κριτική στάση που απορρέει από την αναγνώριση της αξίας του άλλου ως πρόσωπο και της δυνατότητάς του να δρα, να σκέφτεται και να αποφασίζει με τον τρόπο που εκείνος επιθυμεί. Μπορεί να φαίνεται απλό αλλά δεν είναι και αρκεί μία δοκιμή για να σε πείσει πως αυτή η διαδικασία απαιτεί πολλές φορές μια βαθιά αναμέτρηση με τον ίδιο τον εαυτό.

Εσύ έχεις ενσυναίσθηση;

Αναλογίσου πόσο συχνά στην καθημερινότητα θέλεις να επιβάλλεις τα θέλω σου και να ορίσεις στους άλλους πώς θα πρέπει να δρουν, να σκέφτονται, να ενεργούν και να αισθάνονται. Κάποιες φορές όταν οι άλλοι μιλούν μπορεί να σου συμβαίνει να δείχνεις ότι ακούς αλλά στην πραγματικότητα απλά να σκέφτεσαι τι θα απαντήσεις, όχι με την διάθεση πραγματικά να τους κατανοήσεις και να τους αφουγκραστείς αλλά με την διάθεση να τους διορθώσεις, να τους ελέγξεις, να τους δείξεις πως κάνουν λάθος ή να τους επιλύσεις εσύ το πρόβλημα.

Κάποιες μάλιστα φορές εξαιτίας αυτού μπορεί να σου συμβαίνει να τους διακόπτεις βίαια γιατί δεν αντέχεις να ακούς κάτι που δεν συνάδει με τις δικές σου θέσεις, να γίνεσαι επικριτικός μαζί τους, να υψώνεις τον τόπο της φωνής σου, να νιώθεις αρνητικά συναισθήματα που μπορεί στην χειρότερη μορφή τους να καταλήξουν σε ακραίες συναισθηματικές εκδηλώσεις και ενέργειες.

Αν θυμηθείς τις σημαντικές σχέσεις στην ζωή σου στην οικογένεια, στο σχολείο, στην εργασία θα δεις πως κάποιες φορές φαντάζει δύσκολο να παραμερίσεις την δική σου θέση, την υπεράσπιση της δικής σου γνώμης, την έντονη ανάγκη να ακουστείς, την ανάγκη του να κατευθύνεις, να διορθώσεις, να ελέγξεις, να νιώσεις ότι υπερτερείς έναντι των άλλων. Πόσο συχνά αφήνουμε στ’ αλήθεια τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής μας να μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα τα συναισθήματα, τις στάσεις και τις απόψεις τους χωρίς να νιώθουν ότι βάλλονται, ότι κατευθύνονται ή ελέγχονται; Πόσο συχνά μας το επέτρεψαν οι σημαντικοί άλλοι σε μάς να το κάνουμε; Πόσο συχνά τους δίνουμε και μας δίνουν το δικαίωμα να αποφασίσουμε οι ίδιοι τον τρόπο που επιθυμούμε να ζούμε, να αποφασίζουμε, να δρούμε και να υπάρχουμε;

Τι μας εμποδίζει να δρούμε στις σχέσεις μας με ενσυναίσθηση;

Συχνά οι άνθρωποι που αλληλοεπιδρούμε τείνουν να έχουν πολλές αντιθέσεις με εμάς στον τρόπο που σκέφτονται, αισθάνονται, συμπεριφέρονται, καθώς και στον τρόπο που εκλαμβάνουν και νοηματοδοτούν την πραγματικότητά τους. Οι άνθρωποι τείνουν επίσης πολλές φορές να βλέπουν ανεπάρκειές στους άλλους και να μην αντιλαμβάνονται ή να αγνοούν πλήρως τις δικές τους.

Οι ανεπάρκειες των άλλων συχνά καταπιέζουν τις δικές μας ανάγκες για αγάπη, αποδοχή, ασφάλεια κ.α. Η καταπίεση των βαθύτερων αναγκών μας, επιθυμιών και προσδοκιών μας από τους άλλους μπορεί να επιφέρει βαθιά ρήξη στις σχέσεις μας μαζί τους. Αυτό συμβαίνει γιατί η καταπίεση των αναγκών δημιουργεί μέσα μας συχνά αρνητικά συναισθήματα και σκέψεις που είναι δύσκολο να διαχειριστούμε με αποτέλεσμα να τα εκφράζουμε πολλές φορές με έναν εκρηκτικό και μη αποτελεσματικό τρόπο.

Έτσι η αλληλεπίδραση πολλές φορές μπορεί να γίνεται δύσκολη και η μη υγιής σύγκρουση και επικοινωνία πολλές φορές να εμφανίζεται. Αν το δεις πιο προσεχτικά θα αντιληφθείς πως αυτή η συνεχής στάση σταδιακά ολοένα και δυσχεραίνει τις σχέσεις και την αληθινή ανθρώπινη επικοινωνία και επαφή με αποτέλεσμα να απομακρύνει αντί να ενώνει. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο πως να χωρέσει μια ενσυναισθαντική στάση ζωής;

Η ενσυναίσθηση περνά μέσα από τον δρόμο της αυτογνωσίας

Η αληθινή ενσυναίσθηση στην καθημερινή ζωή είναι ένας δρόμος δύσκολος, συνεχής και με σκαμπανεβάσματα, είναι προορισμός και όχι δεδομένη κατάσταση. Είναι ένας δρόμος που επιτυγχάνεται σταδιακά μέσα από την διαρκή αναμέτρηση και κατανόηση του ίδιου του εαυτού. Η ενσυναίσθηση προς τους άλλους πηγάζει πρώτα από την καλλιέργεια της ικανότητας να ακούμε, να αφουγκραζόμαστε και να αποδεχόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό, όχι ως τελειότητα αλλά ως όντα με ανεπάρκειες και προτερήματα.

Ενσυναίσθηση στις καθημερινές μας επαφές σημαίνει όχι μόνο την δυνατότητα να ακούμε, αλλά την ικανότητα να αφουγκραζόμαστε πότε πρέπει να μιλήσουμε, πότε να σιωπήσουμε και τον τρόπο επικοινωνίας που πρέπει να υιοθετήσουμε προκειμένου να γίνουμε πιο πλούσιοι μέσα από την διαφορετικότητα των άλλων, να βιώσουμε την σχέση και επαφή μας με τους άλλους, να μάθουμε και όχι να διδάξουμε, να ανοίξουμε μέσα από την επικοινωνία και όχι να κλείσουμε στον άκαμπτο κόσμο μας. Τότε μόνο ίσως μπορούμε καλύτερα να χωρέσουμε και να αποδεχτούμε με ενσυναίσθηση τους άλλους ως ολότητα στην ζωή μας, τότε μόνο μπορούμε να παραμερίσουμε το εγώ στο εσύ και οι σχέσεις μας να γίνουν πιο ουσιαστικές, βαθιές και με νόημα.

Συγγραφέας: Δέδε Μαίρη, Ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Η απόρριψη του παιδιού από αυτόν τον γονέα κάνει τη μεγαλύτερη ζημιά στην προσωπικότητά του

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Και οι δύο γονείς επηρεάζουν την προσωπικότητα ενός παιδιού, όμως η απόρριψη από τον ένα γονέα ενδέχεται να είναι πιο κρίσιμη για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη του.

Μία νέα έρευνα βρίσκει ότι η απόρριψη από τον πατέρα, μπορεί να κάνει μεγαλύτερη, μακροχρόνια συναισθηματική ζημιά από ό,τι η απόρριψη από τη μητέρα.

Αν και η απόρριψη και από τους δύο γονείς είναι πολύ τραυματική για τα παιδιά, οι πατέρες είναι εκείνοι που έχουν συχνά υψηλότερο κύρος ή και εξουσία. Ως εκ τούτου, τα παιδιά μπορούν να βιώσουν περισσότερο αρνητικά την απόρριψη του πατέρα τους.

Ο καθηγητής Ronald Rohner, συν-συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε:

«Στον μισό αιώνα της διεθνούς έρευνας, δεν έχουμε βρει καμία άλλη κατηγορία εμπειρίας που έχει τόσο ισχυρή και σταθερή επίδραση στην προσωπικότητα και το χαρακτήρα της ανάπτυξης, όπως η εμπειρία της απόρριψης, κυρίως από τους γονείς κατά την παιδική ηλικία. Τα παιδιά και οι ενήλικες σε όλο τον κόσμο, ανεξάρτητα από τις διαφορές στη φυλή, τον πολιτισμό και τοφύλο, έχουν την τάση να ανταποκρίνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όταν αντιλαμβάνονται ότι απορρίπτονται από τους γονείς τους, από τους φροντιστές τους και τα άλλα άτομα προσκόλλησης».

Η απόρριψη από οποιονδήποτε από τους δύο γονείς ή και από τους δύο, έχει τεράστια επίδραση στην προσωπικότητα των παιδιών.

Έχουν την τάση να γίνονται πιο ανήσυχα και ανασφαλή. Μπορεί επίσης να γίνουν πιο εχθρικά και επιθετικά προς τους άλλους. Ο πόνος της απόρριψης συχνά παραμένει στην ενήλικη ζωή, εμποδίζοντας τους ως ενήλικες να δημιουργούν ισχυρές σχέσεις εμπιστοσύνης με άλλους ανθρώπους. Ο συναισθηματικός πόνος μπορεί να μην είναι ανεκτός.

Άλλες έρευνες, βρίσκουν ότι τα μέρη του εγκεφάλου που ενεργοποιούνται μετον σωματικό πόνο, σχετίζονται με εκείνα που ενεργοποιούνται για τον συναισθηματικό πόνο. Ο καθηγητής Rohner δήλωσε: Σε αντίθεση με τον σωματικό πόνο, οι άνθρωποι μπορεί να βιώνουν ξανά και ξανά τον συναισθηματικό πόνο της απόρριψης για πολλά χρόνια.

Τα αποτελέσματα προέρχονται από μία μετα-ανάλυση σε περισσότερες από 500 μελέτες. Οι έρευνες βοηθούν να φανερωθεί πόσο ανακριβές είναι απλά να «κατηγορούμε τη μητέρα» για τα προβλήματα συμπεριφοράς των παιδιών.

Ο καθηγητής Rohner δήλωσε: Η μεγάλη έμφαση στις μητέρες και τη μητρότητα, έχει οδηγήσει στην ακατάλληλη τάση να κατηγορούμε τις μητέρες για τα προβλήματα συμπεριφοράς και τις αδυναμίες προσαρμογής, όταν, στην πραγματικότητα, οι πατέρες είναι συχνά περισσότερο εμπλεκόμενοι από ό,τι οι μητέρες, στην ανάπτυξη αυτών των προβλημάτων.

Πηγή: Transnational Relations Between Perceived Parental Acceptance and Personality Dispositions of Children and Adults
Απόδοση – Επιμέλεια: PsychologyNow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Μάννα- Μητέρα – Μαμά…δια βίου ομφάλιος λώρος…

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Ο ρόλος της μητέρας, όχι μόνο ως μάνας-τροφού, απαραίτητης για την επιβίωση του παιδιού, αλλά και ως παράγοντας στη συνέχεια της ωρίμανσής του, σε συνδυασμό φυσικά με την κληρονομική προικοδότηση του παιδιού, είναι αναμφισβήτητη.

Από τις πιο φαντασμαγορικές περιγραφές είναι εκείνη του Jean Paul Sartre, στο τέλος της δεκαετίας του 40, «πρόκειται για μία κοιλότητα μεγάλη, μια χώρα ολόκληρη, όπου εκεί συμβαίνουν πολλά πράγματα, ευδαιμονίας και τρόμου!»

Ο ρόλος της, καταλυτικής σημασίας για όλη την ανθρωπότητα, αφού μέσα στα πρώτα 5–6χρ. της ζωής ενός παιδιού, η ποιότητα του δεσμού της με το παιδί της, θα διαμορφώνουν συνειδητά ή ασυνείδητα το χαρακτήρα και την προσωπικότητα του αυριανού ενήλικα, τη συμπεριφορά προς τον εαυτό του, αλλά και προς τους άλλους.

Η μητέρα είναι ο μηχανικός και ο αρχιτέκτονας της κοινωνίας, καθώς ευτυχισμένα παιδιά γίνονται από ευτυχισμένους γονείς και ειδικότερα, από ευτυχισμένες μάνες!

Δυσλειτουργικές συμπεριφορές παιδιών, με αντικοινωνική συμπεριφοράθύματα ή θήτες bullying, παιδιά που παρουσιάζουν σχολική φοβίαυπερκινητικότητα, σεξουαλικά προβλήματα αργότερα, ομοφυλοφιλία και πολλά άλλα, φαίνεται να αφορούν σε παιδιά που στερήθηκαν για σημαντικό διάστημα, ή παντοτινά, την αγαπημένη τους μητέρα, την πρώτη τους λατρεία! ή που έζησαν με μία πολύ κακή μαμά.

Η μητέρα για το παιδί, ίσως τελικά να είναι ο μόνος άνθρωπος, στον οποίο το ίδιο, βλέπει τόσα διαφορετικά πρόσωπα και που θα του εμφυσήσει τόσα αντικρουόμενα συναισθήματα, — με την αγάπη της να μην μπορεί να λείπει, αλλά και την υπόστασή της, να γίνεται ενίοτε αφόρητη, αφού είναι άλλοτε καλή και άλλοτε κακή.

Η αγάπη λοιπόν μίας καλής μάνας θεωρείται σαν η πιο αγνή μορφή αγάπης, γιατί είναι απαλλαγμένη από τις περιπλοκές του σεξ ή και άλλων κοινωνικών επιφάσεων, και χαρακτηρίζεται από ανιδιοτελή αφοσίωση και συνεχή προσφορά.

Η προσωπικότητα του παιδιού αντλεί δύναμη και ορμή από την αγάπη αυτή και η αγάπη αυτή το πάει πιο ψηλά!!!!.

Από την άλλη, δεν υπάρχει ιδανική μητέρα,…………. ούτως ή αλλιώς…. Και φυσικά υπάρχουν και οι μητέρες, οι πιο δυστυχισμένες… δηλαδή αυτές που δεν κατόρθωσαν να ξεπεράσουν σε ικανοποιητικό βαθμό τα δικά τους σοβαρά ελλείμματα – ούτε ίσως να τα αναγνωρίσουν…. επίσης υπάρχουν και οι καθημερινές μητέρες, που παραπαίουν σε ενδιάμεσα επίπεδα των παραπάνω καταστάσεων…

Πόσο εύκολο είναι να επιτρέψει η μητέρα, σε ένα δικό της κομμάτι, βγαλμένο από τα σπλάχνα της, να ζήσει ανεξάρτητα από εκείνη?….. η καρδιά της μάνας που τα πάντα συγχωρεί, δυσκολεύεται να συγχωρέσει το αυτονόητο!!… Την ελευθερία του παιδιού της…… έτσι μπορεί να το πνίξει από υπερβολική αγάπη, και σχεδόν να το καταστρέψει με την υπέρ-εμπλοκή της στη ζωή του… πρόκειται για το φαινόμενο, όπου οι μητέρες αυτές κατακλύζονται από τον αγώνα της καθημερινής ζωής τους και την ανασφάλεια της ύπαρξής τους, μη έχοντας οι ίδιες βιώσει έναν ζεστό δεσμό με τη δική τους μητέρα και έτσι προσκολλώνται και γαντζώνονται από το παιδί τους…. έτσι κι εκείνες, γίνονται θύτες και είναι ταυτόχρονα και θύματα……

Η δεύτερη Κυριακή του Μαΐου κάθε χρόνο, σα σήμερα, είναι αφιερωμένη σε αυτό το αγαπημένο, μοναδικό και αναντικατάστατο πρόσωπο με την τρισυπόστατη παρουσία σε πραγματικό, φαντασιακό και συμβολικό επίπεδο.

Μια ημέρα και μία γιορτή βέβαια, έχουν μόνο μία συμβολική θέση, αλλά δύνανται να προσφέρουν τη δυνατότητα σε όλους μας, να αναλογιστούμε τη σχέση που έχει, ή είχε, ο καθένας μας με τη μητέρα του.

Αναφορές:
1. «Η Πρόκληση να είμαστε Γονείς» Ρ. Ντράϊκωρς, εκδ. Θυμάρι
2. «Εμείς και το Παιδί μας», Ν.Ματσανιώτης
3. «Η Αγωγή του Παιδιού», Ά. Άντλερ, Εκδ. Επίκουρος

Ελευθερία-Έρη Κεχαγιά Σύμβουλος Οικογένειας – Ψυχοθεραπεύτρια

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Χρόνια Πολλά, Μανούλαααααα !!!

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Η 2η Κυριακή του Μάη είναι αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα της Μητέρας ,μέρα εορτασμού της μητρότητας και των ευχαριστιών προς τη μητέρα,  όταν   η αμερικανίδα κοινωνική ακτιβίστρια Άννα Μαρία Τζάρβις (1864-1948) ήταν αυτή που είχε πρώτη την ιδέα να καθιερωθεί μια ιδιαίτερη ημέρα προς τιμή της μητέρας.

Οι προσπάθειές της ευοδώθηκαν τελικά στις 9 Μάιου του 1914, όταν ο τότε αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον υπέγραψε προκήρυξη, σύμφωνα με την οποία η Ημέρα της Μητέρας καθιερωνόταν ως εθνική εορτή τη δεύτερη Κυριακή του Μαΐου.

Η  γιορτή της Μάνας  είναι μια γιορτή με αρχαιοελληνικές αναφορές στην λατρεία της θεάς Κυβέλης, της μητέρας των θεών, όπως την προσφωνεί ο Πίνδαρος.

Θέ μου, να κάμω σε Σένα θερμή προσευχή!
Θέ μου, η αγάπη Σου ας είν΄ πιο βαθιά, πιο γλυκιά για τη Μάνα!
Μέσα της κάμε ν΄ απλώνεται πάντα η δική Σου γαλήνη,
και στις πληγές της καρδιάς της η χάρη Σου βάλσαμο ας γίνη.
Μάνα γλυκύτατη, Μάνα ουρανόσταλτη, ατίμητη Μάνα!
δε σε θαμπώνουν απάτες εσένα κι΄ονείρατα πλάνα.
Πάνω στο χρέος ακοίμητη εσύ, νύχτα – μέρα σκυμμένη,
τ΄άπειρο ακούς μέσ΄τα χάη μια – μια τις στιγμές να σημαίνη.
Τόσο η ψυχή σου είν΄απλή, που μιλά με τ΄αμίλητα πλάσματα,
κι ούτε γελιέσαι ποτέ μ΄όσα φτιάνει το ψέμα φαντάσματα.
Μάνα, η στοργή σου μεγάλη κι΄απέραντη όσο η πλάση!
Ποιός θα μπορέση ως βαθιά την καρδιά σου ποτέ να διαβάση;
Μάνα, η στοργή σου πασίχαρη σαν τις αχτίδες του ήλιου,
μέσ΄στη χαρά του χρυσού προσκαλεί μαγικού σου βασίλειου.
Πώς με βελούδινα δάχτυλ΄αγγίζεις τους πόνους μας και τους γλυκαίνεις
Μάνα γλυκύτατη, όλα τα βάσανα συ τ΄απαλαίνεις!
Πάνω απ΄το λίκνο μας σκύβοντας, άγγελε – ώ τη χαρά σου!
τα μεταξένια σου απλώνεις φτερά, τα μεγάλα φτερά σου.
΄Ω το γλυκό, τρυφερό σου, μανούλα, κι΄ολόθερμο φίλημα,
στου βρεφικού μας ονείρου τ΄αθώο κι΄απλό παραμίλημα!
΄Ω, πώς πονάς όταν βλέπεις εμάς στο κρεββάτι του πόνου,
και στους δικούς μας κινδύνους, καλή, πόσα φίδια σε ζώνουν!
Πόσες φορές σου τρυπάμε, φτωχή, την καρδιά με μαχαίρι,
και πόσες άλλες σηκώσαμε απάνω σου βέβηλο χέρι!
Πόσες φορές σ΄ανεβάσαμε απάνω σε ξύλον οδύνης,
δίχως εσύ και μια λέξη πικρή παραπόνου ν΄αφήνης!
Κ΄ώ, πόσες άλλες φορές στου φρικτού Γολγοθά μας τα σκότη
μόνη σου κλαις, σ΄ένα θρήνο βουβό, τη χαμένη μας νιότη!
΄Ολα μας ταμαθες, Μάνα γλυκύτατη, ατίμητη Μάνα,
και με της Πίστης μας τ΄άγιο μας έθρεψες κ΄άφθαρτο μάννα.
΄Ενα κομμάτι χτυσάφι μας έκρυψες μέσα βαθιά μας,
να μπουμπουκιάσουν οι ανθοί λαχταράς του καλού στην καρδιά μας.
Μάνα! πού βρήκες την τόση στοργή, την αγάπη την τόση;
Μέσ΄στην ψυχή σου απ΄το χέρι του Πλάστη μας έχει φυτρώσει!
Μάνα, που πήρες απ΄ όλα τα πλάσματ΄ ανώτερο θρόνο,
άφθαρτη μένει κι΄ ανέγγιχτ’ η δόξα σου μέσα στο χρόνο.
Μεσ΄στην αγκάλη σου, ώ θαύμα! κρατάς το Θεό μας, Μητέρα,
κι΄ είσαι απ΄τη γη κι΄απ΄τους κόσμους των άστρων, εσύ, ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ!!!

Γεωργίου Βερίτη “Μάνα γλυκυτάτη”(΄Απαντα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις ΔΑΜΑΣΚΟΣ, Αθήναι, 1968)

Επιλογή τραγουδιού : Νίκος Δημητρίου

ΠΗΓΗ: logotexnikoperiboli.blogspot.com

Δημοσιεύθηκε στη Γενικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Συναισθηματική νοημοσύνη και ο ρόλος των γονιών και των εκπαιδευτικών στην ανάπτυξή της

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Ο ρόλος της συναισθηματικής νοημοσύνης στη ζωή των παιδιών είναι κομβικός, αφού όπως φαίνεται η ύπαρξη της είναι σημαντική τόσο για τα ίδια τα παιδιά όσο και για τη σχέση τους με τους άλλους.

Τα πρώτα χρόνια οι ερευνητές έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στη μέτρηση της ευφυίας και δεν γινόταν λόγος για τη σημασία που παίζει το συναίσθημα στη ζωή του ανθρώπου. Ιδιαίτερα στο χώρο του σχολείου δεν γινόταν καμία προσπάθεια να εκπαιδευτούν τα παιδιά πάνω στα συναισθήματα, στην αναγνώριση και τη διαχείρισή τους (Παππά, 2018).

Πλέον, γνωρίζουμε ότι το συναίσθημα εμφανίζεται σαν μία απάντηση σε ένα γεγονός, είτε εσωτερικευμένα είτε εξωτερικευμένα και άλλες φορές έχει θετική ή αρνητική σημασία για το άτομο. Η ύπαρξή του είναι ζωτικής σημασίας γιατί μας οδηγεί στο να κάνουμε διάφορες σκέψεις και να προβαίνουμε σε διάφορες πράξεις ( Salovey & Mayer, 1990).

Τα συναισθήματα είναι αυτά που σε συνδυασμό με τη λογική, μας βοηθούν να αντιμετωπίσουμε δύσκολες καταστάσεις. Επηρεασμένοι από το συναίσθημα προχωράμε σε συγκεκριμένες αντιδράσεις.

Ιστορική αναδρομή

Το 1983 ο Gardner εισήγαγε την έννοια της πολλαπλής νοημοσύνης στον άνθρωπο, αναφερόμενος στην ενδοπροσωπική και διαπροσωπική νοημοσύνη (Παππά, 2018) . Η εμφάνιση του όρου Συναισθηματική Νοημοσύνη έγινε με την πρώτη ολοκληρωμένη εργασία των Salovey και Mayer το 1990. Μετά από πέντε χρόνια, ο ψυχολόγος Daniel Goleman (1995), διηύρυνε τον όρο της συναισθηματικής νοημοσύνης και την όρισε ως «την ικανότητα ενός ατόμου να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και τα συναισθήματα των άλλων, να τα χειρίζεται αποτελεσματικά και να δημιουργεί κίνητρα για τον εαυτό του». Διέκρινε την συναισθηματική νοημοσύνη σε πέντε συναισθηματικές δεξιότητες: την αυτεπίγνωση, τον αυτοέλεγχο, τα κίνητρα συμπεριφοράς, την ενσυναίσθηση και τις κοινωνικές δεξιότητες (Δαλακούρα, 2011). Πιο πρόσφατα έγινε μια προσπάθεια από τους Bradberry και Graves (2006) να ορίσουν αυτή την έννοια. Με τα χρόνια δόθηκε έμφαση στην έννοια του συναισθήματος και στη σημασία που έχει για τη ζωή των ανθρώπων (Atkins et al., 2005).

H ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης

Η μάθηση και η εμπειρία είναι αυτές που βοηθούν στην απόκτηση και την εξέλιξη της συναισθηματικής νοημοσύνης, η οποία βελτιώνεται μέσω της εξάσκησης με την πάροδο του χρόνου (Βάσιου, 2018). Σύμφωνα με τον Gottman (2009), η συναισθηματική νοημοσύνη είναι κάτι το οποίο αναπτύσσεται και αυτό είναι ενθαρρυντικό, καθώς αν εστιάσουμε στους τρόπους εκμάθησης δεξιοτήτων της τα παιδιά μπορούν εύκολα να την αποκτήσουν. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι τα άτομα που βρίσκονται σε συχνή επαφή με τα παιδιά και μπορούν να τα βοηθήσουν σε αυτό το κομμάτι (Παππά, 2018).

Πώς οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί συμβάλλουν στην ανάπτυξη της;

Οι γονείς, ως πρόσωπα φροντίδας, περνούν αρκετές ώρες της ημέρας με τα παιδιά τους και είναι υπεύθυνοι στο να τα βοηθήσουν να αναπτύξουν τις δεξιότητες της συναισθηματικής νοημοσύνης (Κωνσταντίνου, 2013). Ως προαπαιτούμενο, βέβαια, για την ανάπτυξη συναισθηματικών δεξιοτήτων στα παιδιά θεωρείται η κατάκτηση αυτών των δεξιοτήτων από τους γονείς. Aποτελώντας πρότυπα προς μίμηση, οι γονείς μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τα παιδιά τους προς την κατεύθυνση αυτή (Παππά, 2018).

Επιπλέον, θα πρέπει οι ίδιοι να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά των παιδιών τους και να τα καθοδηγούν ώστε να τα διαχειρίζονται και να συμπεριφέρονται με το σωστό πάντοτε τρόπο (Ahn, 2005). Ο γονιός, ακόμα, θα πρέπει να λειτουργεί συνεργατικά και να ενισχύει την προσπάθεια του σχολείου για την ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης. Το περιβάλλον του σπιτιού θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα καλό πλαίσιο για την εκπαίδευση του παιδιού. Μια καλή πρόταση είναι να δοθούν στους γονείς κατευθύνσεις σχετικά με τις δεξιότητες που θα πρέπει να έχουν τα παιδιά σε ακαδημαϊκό και συναισθηματικό τομέα και ο γονιός με τη σειρά του να δημιουργεί ευκαιρίες για την ανάπτυξή τους.

Δυστυχώς, όσον αφορά το σημερινό σχολείο, αυτό δεν δίνει χώρο στα συναισθήματα και στη διαχείρισή τους. Οι εκπαιδευτικοί εστιάζουν την προσοχή τους στην εκμάθηση νέων γνώσεων και όχι στην καλλιέργεια της συναισθηματικής νοημοσύνης. Οι ίδιοι όμως, όπως και οι γονείς, αποτελούν συναισθηματικά πρότυπα για τα παιδιά και γι’ αυτό είναι σημαντικό να αναλογιστούν το δικό τους μερίδιο ευθύνης με σκοπό το πρότυπο αυτό να λειτουργήσει θετικά (Παππά, 2013).

Ο εκπαιδευτικός δεν λειτουργεί μονάχα σαν πρότυπο προς μίμηση αλλά και σαν αρωγός, ο οποίος θα διδάξει στους μαθητές δεξιότητες αναγνώρισης των συναισθημάτων, που θα βοηθήσουν στην αυτεπίγνωση του ατόμου, δεξιότητες για τον έλεγχό τους, με σκοπό την επίτευξη αυτοελέγχου, δεξιότητες για την αναγνώριση των τρόπων, με τους οποίους το συναίσθημα κινητοποιεί το άτομο να θέσει στόχους (Βάσιου, 2018).

Με την εφαρμογή διδακτικών στρατηγικών μέσα στην τάξη, ο δάσκαλος μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές του στην απόκτηση δεξιοτήτων συναισθηματικής νοημοσύνης. Μία ώρα του αναλυτικού προγράμματος αφιερωμένη στα συναισθήματα, στην αναγνώριση τους, σε ψυχαγωγικές δραστηριότητες με επίκεντρο τα συναισθήματα, σε στρατηγικές διαχείρισης των συναισθημάτων και στην επίλυση κοινωνικών προβλημάτων, θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάπτυξη συναισθηματικής νοημοσύνης στους μαθητές (Ashiabi, 2000).

Ο ρόλος της συναισθηματικής νοημοσύνης στη ζωή των παιδιών είναι κομβικός, αφού όπως φαίνεται η ύπαρξη της είναι σημαντική τόσο για τα ίδια τα παιδιά όσο και για τη σχέση τους με τους άλλους. Έρευνες δείχνουν ότι οι μαθητές με συναισθηματική νοημοσύνη δεν έχουν επιθετικές συμπεριφορές στο σχολείο, είναι περισσότερο δημοφιλείς και κοινωνικοί αισθάνονται πιο ασφαλής στο χώρο του σχολείου, έχουν καλύτερη επικοινωνία, υποστήριξη από τους δασκάλους, καλύτερη αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας και επιτυγχάνουν τους ακαδημαϊκούς τους στόχους (Ciarrochi & Mayer, 2007).

ΠΗΓΗ : psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Το έξω είναι ο πατέρας, το μέσα η μητέρα (Carl Jung)

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Στον απόηχο της αναστάσιμης εβδομάδας, παραθέτω μία υπέροχη σκιαγράφηση του αποφασιστικού ρόλου των δύο γονέων.

Οι δύο κορυφαίοι ψυχίατροι, Καρλ Γιούνγκ και Έρικ Έρικσον, αναλύουν πώς η ποιότητα του γονεϊκού ρόλου, επηρεάζει τη δημιουργία της ανάλογης προσωπικότητας του παιδιού και άρα του αυριανού ενήλικα – καθώς, μαζί με κάποιο ποσοστό τύχης, ευθύνονται για το ποιοι είμαστε και πως λειτουργούμε.

Μας επιβεβαιώνουν ότι η Ανάσταση γίνεται! και είναι εφικτή – όχι τυχαία – σε κάθε σπιτικό, όταν υπάρχουν τα παρακάτω!

Για να κατανοήσουμε την προστατευτική ενέργεια των δύο γονέων, ας χρησιμοποιήσουμε την αναλογία της φωλιάς των πουλιών.

Η φωλιά των πουλιών αποτελείται από δύο μέρη:
Το έξω στρώμα είναι σκληρό, συμπαγές, δομημένο από πιο σκληρά υλικά, κομμάτια ξύλο, πετρούλες, λάσπη κλπ., που επιτρέπει στη φωλιά να αντέχει στις καιρικές συνθήκες, να είναι στερεή και ασφαλής.

Το εσωτερικό στρώμα είναι πιο μαλακό, φτιαγμένο από πούπουλα κι άλλα μαλακά υλικά. Είναι το μητρικό πλαίσιο.
Το έξω είναι ο πατέρας, το μέσα η μητέρα.

Ένα παιδί μεγαλώνει και αναπτύσσεται μέσα στη μήτρα της μητέρας και εκεί προστατεύεται από τις απαιτήσεις και ιδιαιτερότητες του έξω κόσμου. Μετά τη γέννα, μέχρι να αυτονομηθεί το παιδί, χρειάζεται ακόμα την προστασία της μητέρας.

Εδώ έρχεται ο πατέρας ως εξισορροπιστής, μέσα από την καλή συζυγική σχέση, να βοηθήσει το παιδί να χαλαρώσει τους δεσμούς του με την μητέρα, να αναπτύξει την αυτοεκτίμησή του, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και να προχωρήσει στην απαραίτητη αυτονόμηση από την μητέρα προκειμένου να έχει αντικειμενικότητα και να κατακτήσει πράγματα.

Ο πατέρας ενεργοποιεί στο γιο την ταυτότητα του είδους του, τον βοηθά να κατανοήσει τη σεξουαλικότητά του, τους κανόνες υγιεινής και το «πώς φέρονται οι άνδρες» ανάλογα με την ηλικία τους.

Η αρσενική αρχή είναι αυτή που βοηθά τον άνθρωπο να οριοθετείται, ακολουθώντας κανόνες και γευόμενος τις συνέπειες των πράξεών του.

Αυτή η αρσενική δύναμη επίσης, (animus), φέρει τη θηλυκή αρχή έξω στον κόσμο, για να εκφραστεί και να δημιουργήσει κλίμα κατανόησης, φροντίδας και ελπίδας, χτίζοντας ανθρώπινες σχέσεις.

Ο γάμος αυτών των δύο αρχών επιφέρει την ισορροπία και την αρμονία.

Εκ φύσεως, οι μαμάδες προστατεύουν και οι μπαμπάδες σπρώχνουν τα παιδιά στα όριά τους.

Ένα μόνο από τα δύο αυτά γονικά πρότυπα μπορεί να αποβεί επικίνδυνο, γιατί ο ένας γονιός θα παροτρύνει το παιδί να αναλάβει ρίσκα χωρίς συχνά να υπολογίσει τα επακόλουθα, ενώ ο άλλος τείνει να περιορίζει τις επιχειρήσεις του παιδιού, χωρίς αυτό να βοηθά έτσι το παιδί να γίνει θαρραλέο, να χτίσει αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη στον εαυτό του.

Το υγιές είναι να μεγαλώνει το παιδί και με τις δύο αυτές προσεγγίσεις.

Ελευθερία-Έρη Κεχαγιά Σύμβουλος Οικογένειας – Ψυχοθεραπεύτρια

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Ακαδημαϊκή υποεπίδοση: Όταν τα λαμπρά μυαλά αποτυγχάνουν στο σχολείο

Η υποεπίδοση μπορεί να πλήξει μαθητές από όλο το φάσμα των σχολικών ικανοτήτων, ωστόσο, είναι τείνει να είναι πιο εμφανής σε ομάδες μαθητών με υψηλές ικανότητες μάθησης. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των μαθητών με υποεπίδοση και πώς μπορούμε να τους υποστηρίξουμε;

Μολονότι αποτελεί ένα σύνηθες δυσεπίλυτο πρόβλημα στη διεθνή σχολική πραγματικότητα, η ακαδημαϊκή υποεπίδοση παραμένει μια κατάσταση επίμονη και συχνά αδιάγνωστη. Πρόκειται για το φαινόμενο εκείνο κατά το οποίο ένας μαθητής με τυπική ανάπτυξη και φυσιολογικές ή υψηλές ικανότητες μάθησης παρουσιάζει μέτριες ή χαμηλές σχολικές επιδόσεις, χωρίς η απόκλιση ανάμεσα στην ικανότητα και τα σχολικά επιτεύγματα να μπορεί να αιτιολογηθεί από κάποια αναπτυξιακή διαταραχή της μάθησης.

Η υποεπίδοση μπορεί να πλήξει μαθητές από όλο το φάσμα των σχολικών ικανοτήτων, ωστόσο, είναι τείνει να είναι πιο εμφανής σε ομάδες μαθητών με υψηλές ικανότητες μάθησης. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι τα άτομα υψηλών ικανοτήτων είναι πιο επιρρεπή στην εμφάνιση υποεπίδοσης, αλλά ότι η υποεπίδοση μπορεί να ανιχνευθεί πιο εύκολα στα άτομα αυτά. Επιπλέον, η υποεπίδοση μπορεί να είναι παροδική και να εμφανιστεί σε μια περίοδο, οπότε το παιδί βιώνει αλλαγές που συνοδεύονται από έντονη συναισθηματική φόρτιση, ή χρόνια, οπότε παρουσιάζει σταθερότητα στο χρόνο.

Καθώς η μειωμένη ανταπόκριση στην εκπαίδευση δεν είναι παρά ένα «σύμπτωμα», οι ιδιαίτεροι λόγοι της ακαδημαϊκής υποεπίδοσης έχουν απασχολήσει συστηματικά την εκπαιδευτική έρευνα. Οι σχετικές έρευνες έχουν αποκαλύψει μια ποικιλία αιτιών, όπως είναι η έλλειψη κινήτρων, η ασυμφωνία ανάμεσα στο μαθησιακό προφίλ του παιδιού και τις προσφερόμενες μεθόδους διδασκαλίας, η ελλιπής αυτορρύθμιση, δυσκολίες στη σχολική οργάνωση και η αρνητική ακαδημαϊκή αυτοεικόνα των μαθητών αυτών.

Ειδικότερα, μερικά κοινά χαρακτηριστικά των μαθητών υψηλών ικανοτήτων μάθησης με υποεπίδοση είναι τα εξής:

  • Συχνά προέρχονται από μειονεκτικά κοινωνικο-οικονομικά περιβάλλοντα
  • Κάνουν ιδιαίτερα αυστηρή αυτοκριτική
  • Αξιολογούν αρνητικά τις μαθησιακές τους ικανότητες
  • Συχνά παραπονιούνται για διάσπαση της προσοχής κι έλλειψη κινήτρων μάθησης
  • Αφοσιώνονται εύκολα σε εξωσχολικές δραστηριότητες που τους ενδιαφέρουν, δείχνουν αυξημένο σθένος, ανοχή στην αποτυχία και υψηλές επιδόσεις στα πεδία αυτά
  • Στρέφονται σε επιλογές σταδιοδρομίας που απαιτούν περιορισμένη ακαδημαϊκή γνώση
  • Αναφέρουν δυσκολίες στη σχέση τους με τους εκπαιδευτικούς. Συχνά εκφράζουν την άποψη ότι οι εκπαιδευτικοί τους παραμελούν
  • Δεν έχουν αναπτύξει επαρκείς στρατηγικές μάθησης
  • Αφήνουν τη σχολική τους μελέτη ημιτελή
  • Δυσκολεύονται να οργανώσουν το διάβασμά τους
  • Συχνά παρουσιάζουν μειωμένη συναισθηματική αυτορρύθμιση

Σε διαγνωστικό επίπεδο, η επιβεβαίωση της απόκλισης ανάμεσα στη σχολική επίδοση και τη μαθησιακή ικανότητα είναι έργο του σχολικού ψυχολόγου ή εξειδικευμένου ειδικού παιδαγωγού. Οι ειδικοί αυτοί μπορούν με τη χρήση ψυχομετρικών εργαλείων να εκτιμήσουν τόσο το μέγεθος της υποεπίδοσης, όσο και τους ιδιαίτερους τομείς της σχολικής μάθησης στους οποίους το παιδί δυσκολεύεται ή επιτυγχάνει.

Μερικές καλές πρακτικές για την υποστήριξη των μαθητών αυτών και την αντιμετώπιση της ακαδημαϊκής τους υποεπίδοσης είναι οι εξής:

  • Συμβουλευτική υποστήριξη για τη βελτίωση της αυτοεικόνας και την καλύτερη αναγνώριση των δυνατών και των αδύναμων σημείων του παιδιού στη μάθηση.
  • Ειδικές εκπαιδευτικές παρεμβάσεις βασισμένες στο τριφασικό μοντέλο της Rimm, που εμπλέκει εξίσου το μαθητή, το σχολείο και τους γονείς.
  • Χρήση συμπεριφορικών τεχνικών για την ανάπτυξη κινήτρων και τη μείωση των δυσλειτουργικών συμπεριφορών σε σχέση με τη μάθηση και τη σχολική μελέτη.
  • Παρεμβάσεις για τη βελτίωση της σχέσης και της επικοινωνίας του μαθητή με τους εκπαιδευτικούς του σχολείου.

    Βιβλιογραφία
  • Baum, S. M., Renzulli, J. S., & Hebert, T. P. (1995). Reversing underachievement: Creative productivity as a systematic intervention.Gifted Child Quarterly, 39, 224- 235.
  • Chere, N.E. & Hlalele, D. (2014). Academic Underachievement of Learners at School: A Literature Review. Mediterranean Journal of Social Sciences, 5 (23), 827-839.
  • Dunne, M. & Gazeley, L. (2008). Teachers, social class and underachievement.British Journal of Sociology of Education, 29 (5), 451-463.
  • Montgomery, D. (2009). Able, gifted and talented underachievers. West Sussex: John Wiley & Sons.

ΠΗΓΗ: psychologynow.gr

Δημοσιεύθηκε στη Επιστημονικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Οι γονείς μας δυο πέτρες στο λαιμό μας ή ένα πολύτιμο κόσμημα;

επιλογή φωτογραφίας : Νίκος Δημητρίου

Από τη στιγμή που γεννιόμαστε ως τη στιγμή που πεθαίνουμε, οι γονείς μας είναι δυο πέτρες περασμένες στο λαιμό μας. Από εμάς εξαρτάται, το αν οι πέτρες αυτές θα είναι δυο βράχοι που θα μας κρατούν σκυμμένους και αδύναμους να υψώσουμε το ανάστημά μας και να διεκδικήσουμε τη ζωή μας, ή δυο μικρές πολύτιμες πέτρες φορεμένες στο λαιμό μας σαν κόσμημα. Γιατί αυτή, είναι η μόνη επιλογή μας.

Γεννιόμαστε σε περιβάλλον που δεν ελέγχουμε, από γονείς ατελείς, με τραύματα ορατά και μη, που προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τους δικούς τους γονείς και το δικό τους επίσης μη ελεγχόμενο περιβάλλον. Ανθρώπους που ευελπιστούν πως θα τα καταφέρουν καλύτερα από τους δικούς τους και υπόσχονται πως δεν θα επαναλάβουν τα ίδια λάθη, διαψεύδοντας τις περισσότερες φορές τον εαυτό τους και τις προσδοκίες τους. Γονείς που επηρεασμένοι από τους δικούς τους περιορισμούς, οδηγούν τα παιδιά τους σε δρόμους περιορισμένους, φοβικούς και συχνά αδιέξοδους, χωρίς όμως να μπορούν να το αντιληφθούν, να το παραδεχτούν, ή να το αλλάξουν.

Που επηρεασμένοι από τους δικούς τους – συχνά ανεκπλήρωτους στόχους – χρησιμοποιούν τα παιδιά τους άθελά τους ως μέσο για την επίτευξη των στόχων αυτών, ελπίζοντας έτσι στη δική τους πλασματική ετεροχρονισμένη αυτοεκπλήρωση. Κάτι που συνεπάγεται τις περισσότερες φορές συγκρούσεις, απογοητεύσεις εκατέρωθεν και επιλογές που αργά ή γρήγορα αποκαλύπτουν την ασταθή ή εύθραυστη βάση τους και κλονίζουν τη σχέση μεταξύ τους.

Τα παιδιά έχουν ανάγκη να νιώθουν ασφάλεια. Και τίποτα δεν τους εγγυάται περισσότερο την ασφάλεια αυτή, από την αποδοχή και την αγάπη των γονέων, την οποία πασχίζουν να κερδίσουν κάθε στιγμή και με κάθε τρόπο. Συχνά, ασυνείδητα και με συνέπεια την απομάκρυνσή τους πολλές φορές από τον εαυτό τους, αν αυτός ο εαυτός δεν είναι συμβατός με τις προσδοκίες των γονιών που προσπαθούν να κερδίσουν.

Οι γονείς μας καθορίζουν με την ύπαρξή τους τόσο την αυτοεικόνα μας, όσο και την ποιότητα των σχέσεών μας με τους άλλους. Τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά, η σχέση που έχουν μεταξύ τους, οι συμπεριφορές τους προς εμάς αλλά και τους άλλους, γίνονται πρότυπα προς μίμηση ή αποφυγή για εμάς, με τις πιθανότητες να κλίνουν περισσότερο υπέρ της πρώτης κατηγορίας – αυτής της μίμησης – ως μοτίβα ασυνείδητης αναπαραγωγής, ακόμα και σε στοιχεία που μας βρίσκουν κάθετα αντίθετους συνειδητά.

Αυτό έχει συχνά, αποτελέσματα δυσάρεστα που αποτυπώνονται τόσο στη συμπεριφορά μας απέναντί τους όσο και σε αυτήν απέναντι στον εαυτό μας και παίρνουν τη μορφή διαφόρων τύπων συγκρούσεων – εμφανών και μη. Συγκρούσεις που αν τους επιτρέψουμε να συντηρηθούν, θα μετατρέψουν τους γονείς μας σε δύο τεράστια βάρη στο λαιμό μας, που θα μας εμποδίζουν να σταθούμε όρθιοι.

Το να μάθουμε μεγαλώνοντας να δικεδικούμε την αποδοχή του εαυτού μας από εμάς τους ίδιους και όχι από εκείνους πλέον, είναι απαραίτητο στοιχείο της ενηλικίωσης και της ωριμότητάς μας. Ο ουσιαστικός απογαλακτισμός είναι απαραίτητος.

Το να αναζητήσουμε μέσα μας αυτά που είναι για εμάς σημαντικά, διαχωρισμένα και απαλλαγμένα από τις προσδοκίες τους ή τα χαρακτηριστικά τους, είναι καθοριστικού χαρακτήρα. Και ίσως το πιο σημαντικό από όλα, είναι να ελέγξουμε το πόσα από αυτά που διδαχτήκαμε είναι πράγματι λειτουργικά και χρήσιμα για εμάς, ώστε να κρίνουμε και να επιλέξουμε το αν θα εξακολουθήσουμε να τα χρησιμοποιούμε, ή αν θα τα αφήσουμε οριστικά πίσω μας.

Αυτό όμως που είναι αδιαμφισβήτητα το σημαντικότερο όλων προκειμένου να πετύχουμε τους στόχους αυτούς, είναι να κατανοήσουμε πως οι γονείς μας έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν με τα δεδομένα που είχαν, τα οποία σπανίως μπορούμε να κρίνουμε, αφού δεν γνωρίζουμε παρά ένα κομμάτι της ιστορίας τους (μικρότερο ή μεγαλύτερο).

Και αφού το κατανοήσουμε αυτό, να συγχωρήσουμε τους εαυτούς μας για τις προσδοκίες μας για γονείς καλύτερους, τέλειους, ιδανικούς. Για γονείς υποστηρικτικούς, ανοιχτόμυαλους, θετικούς, υγιείς (ψυχικά και σωματικά), δυνατούς, ώριμους.

Γιατί μόνο αν καταφέρουμε να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας για τις προσδοκίες που είχε ως παιδί από τους γονείς του, μπορούμε να συγχωρήσουμε κι αυτούς που δεν ανταποκρίθηκαν σ’αυτές. Άλλωστε, το παιδί είναι λογικό να απαιτεί τόσα πολλά από τους άλλους, αφού νιώθει και είναι αδύναμο να στηρίξει μόνο του τον εαυτό του. Μόνο που εμείς, δεν είμαστε πλέον παιδιά.

Συγγραφέας Στέβη Σαμέλη

ΠΗΓΗ: enallaktikidrasi.com

Δημοσιεύθηκε στη Γενικά | Ετικέτες: | Σχολιάστε