Σκέψεις
Σκύρος, 23.3.2024
Τους τραγουδήσαν και τους ύμνησαν
Μα απ΄αυτούς, ποιος τ΄άκουσε;
Κανείς
Τους κοίταζαν, τους θαύμαζαν
Μα ποιος, όντως, βοήθησε;
Κανείς
Ελεύθεροι είμαστε
Μα απ΄αυτούς, ποιος απόμεινε;
Κανείς
Την ελευθερία όλοι θωρούν
Λευκοντυμένη Κόρη, με δάφνης στεφάνι,
Μα όλοι ξεχνούν.
Πόσες ψυχές πήρε η ζυγαριά,
ώσπου να γείρει;
Αμέτρητες
Η λευτεριά, στα κόκκινα είναι ντυμένη.
Λευκό πάνω της δεν θα δεις, παρά μόνο στο δέρμα
Των νεκρών
Λευκό, λοιπόν, το μπαϊράκι, για τ΄άψυχα κορμιά.
Και το μπλε;
Στη θάλασσα.
Πόσους κατάπιε, άραγε, στα απύθμενα τα βάθη;
Πόσο αίμα, πόση στάχτη;
Αμέτρητη
Πόσες κραυγές ν΄άκουσε στο Μεσολόγγι
Ο καταγάλανος ουρανός;
΄Ολες τους.
΄Ασπρο για τα κορμιά
και γαλανό για τη θάλασσα και τ΄ουρανού
τους μάρτυρες
Αυτούς που είδαν, αυτούς που νιώσαν
Στον ουρανό οι προσευχές, στη θάλασσα οι ελπίδες
Και μπαταριές στερνές λαλούνε στον αέρα.
Ώς πότε, ρωτούν τα χώματα,
΄Ως πότε και οι γκρέμνες
΄Ως πότε αίμα θα χύνεται;
΄Οσο χρειαστεί.
Το έθνος στυλώθηκε με κόκκαλα
Κι εστάθη στων Ψαρών τις γυμνωμένες ράχες
΄Ολων τους.
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
ψιθύριζαν οι καλαμιές, φωνάζαν οι βουνοκορφές
και τα νησιά συνάμα.
Η λευτεριά αίμα φορεί, κοκάλινο έχει σπαθί,
και σε κρανία καθιστή, ψυχές αργομετράει.
Μία-μία.
Σπάει, λυγάει η ζυγαριά, παραδομένη η λευτεριά
στέκει μπροστά σε μια μορφή
Ματωμένη.
Καρδιές καπεταναίων στεφάνι,
Με στυλωμένο κορμί, σηκωμένο κεφάλι.
Η Ελλάδα.
Μπόνου Δήμητρα
(μαθήτρια της Α΄ τάξης)
