Feed
Άρθρα
Σχόλια

Αρχείο για την κατηγορία 'Βιβλιοθήκη'

Είναι η περίοδος των Χριστουγέννων . Τραγούδια, ποιήματα , έθιμα , ετοιμασίες για τη Δράση που προγραμματίζουμε παραμονές των Γιορτών και ένα διήγημα αντλημένο από το διαδίκτυο , αλλά με μια νοσταλγία παιδική:

 

https://www.karmanor.gr/el/article/ta-kalanta-toy-lordoy

 

Τα κάλαντα του Λόρδου

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ

Μέρες πριν τις γιορτές φτιάχναμε τις παρέες για τα καλαντίσματα του Δωδεκάμερου. Περιζήτητοι αυτοί που είχαν μεγάλα σόγια, περιζήτητοι κι αυτοί που οι γονέοι τους φημίζονταν για τις κοινωνικές τους σχέσεις, κουμπαριές και συντεκνιές. Η πείρα των προηγούμενων χρόνων μας είχε διδάξει πως οι συγγενείς κι οι φίλοι έδιναν περισσότερα φιλοδωρήματα.

 Από τα Νικολοβάρβαρα κιόλας, ή και πρωτύτερα μερικές φορές, οι ομάδες μας ήταν έτοιμες· συνδυό, συντρείς συναζόμασταν στα σπίτια κι άρχιζαν οι ετοιμασίες. Πρώτο μας μέλημα να μάθομε απέξω τα κάλαντα, δεύτερο να τα ψάλομε καλά για να μην ακούγονται παραφωνίες, τρίτο να σχεδιάσομε τη διαδρομή· άλλοι ξεκινούσαν από τη γειτονιά τους, άλλοι από τα καφενεία της Μεσοχωριάς κι άλλοι από τα σπίτια των πιο ανοιχτοχέρηδων – τους σφιχτούς και τους κακόβολους τους απόφευγαν όλοι.

Κυκλοφορούσαν τότε κάτι τυπωμένα φυλλάδια με τα κάλαντα του συρμού, «Kαλήν εσπέραν άρχοντες», μια κουτσουρεμένη εκδοχή αυτών που ακούγονταν κυρίως στις μεγάλες πόλεις, κι οι περισσότεροι βολεύονταν μ’ αυτά· μια δραχμή πουλιόταν το φυλλάδιο, όσο κι ένας καφές στους καφενέδες ή ένα αυγό – η ανταλλακτική οικονομία κάλυπτε ακόμη πολλές από τις ανάγκες των νοικοκυριών.

Μήτε να τ’ ακούω δεν μπορούσα τα κάλαντα των φυλλαδίων. Αιτία ο γιγαντόσωμος παππούς, ο Νικόλας· ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών όταν μ’ έβαλε στην ποδιά του, μέρες Χριστουγέννων θα ήταν, γιατί θυμάμαι τα λουκάνικα και τ’ απάκια που κρέμονταν αρμαθιές – αρμαθιές στην παραστιά του, και μου τραγούδησε τα κάλαντα των παιδικών του χρόνων. Θεέ μου, τι μελωδία ήταν εκείνη. Και τι λόγια! Μια ολόκληρη ιστορία ζωντάνευε μπροστά στα μάτια μου, φανταζόμουν τον Ηρώδη με μια χαντζάρα στο χέρι, έβλεπα τους μάγους με τις καμήλες, νόμιζα πως έφτανε ώς τ’ αυτιά μου ο θρήνος των μανάδων· «θρήνο κλαυθμό και οδυρμό είχεν η κάθε μάνα» τραγουδούσε ο παππούς κι εγώ κρεμόμουν από τα χείλη του, τον παρακολουθούσα σαν να μου έλεγε παραμύθι. Κι ύστερα, όταν τέλειωνε η αφήγηση των γεγονότων, άκουγα τα παινέματα των νοικοκυραίων, λέξεις πρωτόγνωρες για μένα· άρχοντας μέγας ο κάθε φτωχός φαμελιάρης, αφέντρα κι αρχόντισσα η κάθε φτωχοντυμένη βουκόλισσα, «κερά μαρμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα», απ’ αυτήν άλλωστε ζητούσαν κεράσματα και δοσίματα οι κουστωδίες των καλαντιστάδων, «παράδες (γ)ή λουκάνικα, κι απάκια κι αυγουλάκια / κι από το λαδοπίθαρο πεντέξι αθοτυράκια…».

Όνειρό μου, λοιπόν, να τα μάθω να τα λέω κι εγώ. Κι όταν ένιωσα πως ήμουν μεγάλος, φοιτούσα θαρρώ στην Τετάρτη του Δημοτικού, αποφάσισα να κάμω τ’ όνειρο πράξη. Μ’ ένα τετράδιο παραμάσχαλα πήγα και βρήκα τον παππού καθισμένο στην παραστιά του, η υπαγόρευση κράτησε κάμποση ώρα, ο κόσμος της Βηθλεέμ ξαναζωντάνεψε στα μάτια μου. Έγραφα με βιάση, γέμιζαν οι σελίδες, ψιθύριζα πότε-πότε και τη μελωδία για να μην την ξεχάσω. Μοναδικό πρόβλημα οι συχνές παρεμβάσεις της γιαγιάς, «δεν τα θυμάσαι καλά, γέρο.  Ξέχασες να πεις το στιχάκι που λέει: «ολίγον ύπνο πάρετε κι ύστερα σηκωθείτε / να πάτε εις την εκκλησιά…». Βάλθηκα, λοιπόν, να μην παραλείψω κανένα στιχάκι, προσπάθησα να συμπληρώσω τα κάλαντα με τις αφηγήσεις άλλων γερόντων, του άλλου παππού, της άλλης γιαγιάς και της γριάς Μαλαματένιας που καθόταν στη μέση περίπου του χωριού και κάτεχε ξεστίχου όλα τα παλιά τραγούδια.

Περνούσαν οι μέρες, πέρασε κι η μεγάλη γιορτή του Άη Νικόλα, είχα γεμίσει μισό τετράδιο με κάλαντα, μα στο τέλος κράτησα μόνο την πρώτη εκδοχή, αυτήν του παππού του Νικόλα με τις συμπληρώσεις της γιαγιάς, πεντέξι πυκνογραμμένες σελίδες. Έτοιμος πια για τις πρώτες πρόβες γύρεψα παρέα για το καλάντισμα των Χριστουγέννων, αλλά παρέα δεν υπήρχε· οι μικρές συντροφιές είχαν σχηματιστεί πολύ πριν, τον καιρό που εγώ γύριζα τα σπίτια και μάζευα στιχάκι-στιχάκι τα κάλαντα του παλιού καιρού. Ένας έμενε μόνο ρέστος, ο Μίχαλος ο Κύκλωπας, έτσι τον ήξεραν όλοι στο χωριό, Κύκλωπα και Μιχάλακα, αλλ’ αυτόν δεν τον προτιμούσε κανείς για συντροφιά στα καλαντίσματα. Είχαμε βρεθεί συμμαθητές από τη Δευτέρα τάξη, συνεχίσαμε στην Τρίτη και στην Τετάρτη, την τελευταία του Μιχάλακα στο σχολειό μας. Εκείνος ήταν τρεις χρονιές μεγαλύτερος, είχε φοιτήσει δυο φορές στην Πρώτη, δυο και στη Δευτέρα, μέχρι που τον βαρέθηκε κι ο δάσκαλος, του έβαλε μερικά γενναιόδωρα πεντάρια, κι όταν έφτασε στην Τετάρτη κάλεσε τον πατέρα του στο σχολείο: «πρόοδος αρίστη, έμαθε να γράφει τ’ όνομά του, μη ζητάς περισσότερα». Κάπως έτσι ναυάγησε στα ρηχά η απελπισμένη προσπάθεια του πατρός να κάμει επιστήμονα τον υιό του.

Ο Μιχάλακας ήταν μεγαλόσωμος, ένα κεφάλι πιο ψηλός απ’ όλους τους συμμαθητές του, παχουλός, γεροδεμένος και γοργοπόδαρος, πρώτος έβγαινε πάντα στο τρέξιμο. Κάλαντα δεν έλεγε σχεδόν ποτέ, μαζεύονταν τα παιδιά, έφτιαχναν τις μικρές παρέες των αγερμών και τον άφηναν πάντοτε απέξω· οι καλαντιστάδες, που είχαν αναπτύξει από μικροί το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, είχαν φορτώσει δυο σοβαρά κουσούρια στον καημένο τον Μιχάλακα. Το πρώτο: Δεν ήταν από μεγάλο σόι, είχε λιγοστούς συγγενείς κι αυτούς από τον πατέρα του μόνο· η μάνα του ήταν ξενομπάτισσα,  χωρίς δικολόι στα μέρη μας, και η πείρα μάς είχε διδάξει ότι τα περισσότερα φιλοδωρήματα τα έδιναν οι «δικοί», οι ξένοι ξεγλιστρούσαν με πενταροδεκάρες. Το δεύτερο: Ήταν ο φόβος κι ο τρόμος των περιβολιών, μήτε φράκτες τον έστεναν μήτε δραγάτες τον έφταναν· αυτός έτρωγε τα πρώτα κεράσια και τα πρώτα βερίκοκα, αυτός τρυγούσε τα πρώτα πεπόνια απ’ όλα τα ξένα μποστάνια – ποιος, λοιπόν, θα έδινε φιλοδώρημα σ’ έναν τέτοιο χαΐνη;

Εγώ, πάντως, τον συμπαθούσα τον Μιχάλακα κι ας μην γειτονεύαμε μήτε στο χωριό μήτε στο σχολείο – εκεί, άλλωστε, δεν γειτόνευε με κανέναν, ο δάσκαλος τον έβαζε να κάθεται πάντα μοναχός, πάντα στο πρώτο θρανίο και πάντα ένα μέτρο πιο μπροστά από το δεύτερο. Τον συμπαθούσα γιατί έβλεπα ένα παράπονο στα μάτια του, φαινόταν θλιμμένος ακόμη κι όταν ξεσπούσε πάνω μας με βρισιές κι αδέσποτα λακτίσματα.

Θα κόντευαν τα μισά του Δεκέμβρη όταν τον ξεμονάχιασα σ’ ένα διάλειμμα.

– Χριστούγεννα σιμώνουν. Να τα πούμε μαζί τα κάλαντα, Μιχαλιό;

– Και το ρωτάς; Να τα πούμε.

Είδα κι έπαθα να τον πείσω πως έπρεπε να πρωτοτυπήσομε. Να πούμε τα παλιά κάλαντα. Δεν του άρεσαν, ήταν πιο δύσκολα, ήταν και κατά πολύ μεγαλύτερα από τ’ άλλα· «μέχρι να τα πούμε μια φορά θα έχουν οι άλλοι κάμει τον γύρο του χωριού». Χρησιμοποίησα το έσχατο επιχείρημα που μου έμενε: «Καλά, δεν πειράζει, Μιχαλιό, άμα δεν θες εσύ θα τα πω μοναχός μου».

Ένας Θεός ξέρει πόσες πρόβες χρειάστηκαν μέχρι να μάθει κάμποσες στροφές, μέχρι τη μέση περίπου· από κει και κάτω τα έλεγα μοναχός μου κι ο Μιχάλακας ανοιγόκλεινε μόνο το στόμα ψελλίζοντας αδέσποτα φωνήεντα, «εγώ θα σου κρατώ το πάσο» είπε.

Απομεσήμερο της παραμονής ξεκινήσαμε. Εκείνος κρατούσε το σταμνί για το λάδι και το καλάθι για τ’ αυγά, εγώ τον κουμπαρά, ένα σκούρο μπλάβο κουτί από κλωστές DMC με τρυπημένο καπάκι για να μπαίνουν τα κέρματα. Μα γρήγορα φάνηκε πως είχαμε πέσει έξω, οι άλλοι καλαντιστάδες είχαν ξεκινήσει πολύ πιο νωρίς, μερικοί είχαν κάμει κιόλας τον γύρο του μισού χωριού. Το σχέδιο προέβλεπε ν’ αρχίσομε από τους καφενέδες, αλλά όταν είδαμε τις παρέες των ανταγωνιστών να συνωστίζονται στο Μακρύ Σοκάκι, τον δρόμο με τα καφενεία και τα μπακάλικα, αποφασίσαμε να τ’ αλλάξομε. Πήγαμε πρώτα στη δυτική μεριά, στην παλιότερη γειτονιά του χωριού και χτυπήσαμε την πρώτη πόρτα· «Τα είπαν κι άλλοι» ακούστηκε μια φωνή από μέσα. Δεν  ξέρω πώς μου ήρθε η έμπνευση να φωνάξω πως εμείς λέμε άλλα κάλαντα, τα παλιά. «Τα αρχαία λέμε» βροντοφώναξε κι ο Μιχάλακας. Άνοιξε η πόρτα, «για ν’ ακούσω, λοιπόν, τα αρχαία σας κάλαντα» απάντησε μια μεσόκοπη γυναίκα, η μάνα της Αγγελικούλας, της πιο μικροκαμωμένης συμμαθήτριάς μας. Μάλλον θα ήθελε να μας περιγελάσει για την αποκοτιά μας, αλλά σαν άκουσε τις πρώτες στροφές σοβαρεύτηκε.

– Ωραία τα λέτε. Μπράβο, παιδιά, χρόνια είχα να τ’ ακούσω.

Ο θρίαμβος μόλις άρχιζε. Άθελά του ο Μιχάλακας είχε ανακαλύψει το ιδανικό διαλάλημα: «αρχαία κάλαντα». Όλες οι πόρτες άνοιγαν, οι νοικοκυραίοι μας κοίταζαν με περιέργεια, ίσως και με διάθεση για χλεύη, αλλά μόλις άκουγαν τις πρώτες στροφές ξεσπούσαν σ’ επιφωνήματα. Μεθυσμένοι από την υποδοχή πήραμε σβάρνα τα σπίτια, ούτε που ξέραμε πλέον ποιες πόρτες χτυπούσαμε. Ύστερ’ από λίγο βρεθήκαμε σε μια στενή αυλή, γεμάτη λάσπες. Διαλάλησα τα «παμπάλαια κάλαντα», διαλάλησε ο Μιχάλακας τα «αρχαία», η πόρτα δεν άνοιγε.

– Εέέέέέ… νοικοκυραίοι, βροντοφώναξε πάλι.

Ένας γεράκος με γυαλιστερή κεφαλή άνοιξε το πανωπόρτι και μας κοίταξε με σουφρωμένα τα χείλια. Το αίμα μας πάγωσε. Τότε μόνο καταλάβαμε πως βρισκόμασταν μπροστά στην πόρτα του μπάρμπα Γιάννη του Λόρδου. Πρόσεξα πάλι το παχύ κατάλευκο μουστάκι που σκέπαζε τα χείλη, τις βαθιές αυλακώσεις στο μέτωπο που θύμιζαν οργωμένο χωράφι, τα χοντρά κατάμαυρα φρύδια με τις απείθαρχες μακρές τρίχες που πετιόντουσαν άτσαλα εδώ κι εκεί και θυμήθηκα τη γειτόνισσά μου την κερά Κατερινιά· είχε δυο γιούς, από γεννησιμιού τους ρεμπεσκέδες, κι όταν ήθελε να τους μαζέψει στο σπίτι ξεστόμιζε πάντα την ίδια φοβέρα: «ελάτε μέσα γιατί αν σας βρει ο Λόρδος στο δρόμο…»· κανείς δεν ήξερε τι δεινά μπορούσε να επιφέρει η κάθε απρόβλεπτη συνάντηση με τούτον τον γεράκο, αλλά η παιδική φαντασία οργίαζε.

«Πάμε να φύγομε» έγρουξε ο Μιχάλακας και με τράβηξε από το μανίκι, «πάμε σου λέω». «Όχι, Μιχαλιό, θα θυμώσει κι αλλοίμονό μας, καλύτερα να τα πούμε» απάντησα, μα και πάλι δίσταζα ν’ αρχίσω.

Κόντευε να σουρουπώσει, τα μάτια του Λόρδου γυάλιζαν όπως γυαλίζουν τα μάτια της γάτας στο σκοτάδι, δυο τρεις περίεργοι είχαν κιόλας μαζευτεί στην αυλόπορτα και μας κοίταζαν.

«Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου…» άρχισα να λέω σχεδόν ξεψυχισμένα.

Δεν πρόλαβα ν’ αποσώσω το πρώτο στιχάκι κι είδα την πόρτα ν’ ανοίγει. Ο Γιάννης ο Λόρδος έκαμε κάμποσα βήματα και στάθηκε ανάμεσά μας, σαν καλαντιστής κι εκείνος:

«Αρχόντοι, βγείτε, μάθετε πού ο Χριστός γεννάται…» συμπλήρωσε.

Η βροντώδης φωνή του γέρου αντιλάλησε στα σοκάκια, μαζεύτηκαν κι άλλοι γειτόνοι στην αυλόπορτα, ο Μίχαλος ο Κύκλωπας στεκόταν δίπλα σαν αποσβολωμένος.

Μοναχός ζούσε σε τούτο το παλιό ρημαγμένο σπίτι ο μπάρμπα Γιάννης ο Λόρδος, σε τούτους τους πληγωμένους τοίχους στέγαζε τη ρημαγμένη ζωή του. Λέγανε πως ήταν κακόσκωτος, κακόγλωσσος, κακοκέφαλος, όλα τα συναφή κοσμητικά επίθετα τα είχαν ξεφορτώσει στην πλάτη τούτου του γέροντα οι συγχωριανοί μας. Μόνη συντροφιά του ένα μεγάλο κρασοβάρελο, μόνη περιουσία του κάτι μικρά πετροχώραφα και το γονικό κρασάμπελο που το φρόντιζε σαν παιδί του. Μερικοί γερόντοι θυμούνταν πως ήταν στα νιάτα του λυράρης καλός, γλεντιστής και χαροκόπος, άλλοι πίστευαν πως ήταν θύμα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα κι άλλοι της κακής κεφαλής του. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τον έλεγαν Λόρδο. Ίσως επειδή το προτεταμένο στήθος του πήγαινε… μισό μέτρο πιο μπροστά από το υπόλοιπο κορμί του, ίσως επειδή είχε αχώριστη συντρόφισσα του τη λόρδα· σχέση, πάντως, με τους Λόρδους της Ιγγλετέρας είναι σίγουρο πως δεν είχε.

«Γεννάται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα» είπα δειλά, κοιτάζοντας λοξά τον Μιχάλακα. Ο γέρο Λόρδος τον ταρακούνησε με τον αγκώνα, «πιο δυνατά, μωρέ Μιχαλιό…», είπε κι ύψωσε πιο πολύ τη φωνή του:

«…Το μέλι τρων’ οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες».

Μας συνόδεψε μέχρι το τέλος, μαζεύτηκαν κι άλλες γειτόνισσες, άκουγαν κι αυτές, κι όταν είπαμε μαζί την τελευταία φράση, ο γέρος έβαλε το χέρι στην παραδοσακούλα, έκανε πως γύρευε λεφτά, και στο τέλος τη σφάλιξε χωρίς να μιλήσει· προχώρησε προς την πόρτα, μα το μετάνιωσε γρήγορα, γύρισε πάλι προς το μέρος μας. «Θα έρθω μαζί σας» είπε. «Θα ψάλλομε κι οι τρεις μαζί τα κάλαντα. Με θέλετε;»

Πριν προλάβω ν’ ανοίξω το στόμα μου είχε απλώσει τη χερούκλα του ο Μιχάλακας και τον είχε σταματήσει. «Όχι, μπάρμπα, δεν σε θέλομε».

Ο γέρος γέλασε δυνατά, έκαμ’ ένα βήμα και στάθηκε ανάμεσά μας.

«Ξέρω, μωρέ Μιχάλακα, δεν με θες γιατί φοβάσαι πως τα λέω πιο καλά παρά σένα τα κάλαντα».

«Χαράς το αηδόνι. Να μην έρθεις γιατί θα θες κι εσύ το μερτικό σου. Κάλιο να μοιράσομε τα κέρδητα στα δυο παρά στα τρία».

«Στα δυο θα ‘ναι πάλι το μοιράσι σας, εγώ δεν θέλω μερτικό».

Είχε νυχτώσει για τα καλά κι η παράξενη συντροφιά συνέχιζε να γυρίζει τα σπίτια και τους καφενέδες. Ο γέρο Λόρδος χτυπούσε πρώτος τις πόρτες κι όταν άνοιγαν έβαζε όλη τη δύναμή του. Έψαλε καλά, τερέριζε τη φωνή του, την απόσερνε, ξεσήκωνε τις γειτονιές.

Χωρίσαμε λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

«Άντε και του χρόνου» μας είπε και κίνησε να φύγει.

Μετανοημένος ο Μιχάλακας τον άρπαξε από το μπράτσο.

«Θείε Γιαννάκο, εγώ λέω να μοιράσομε στα τρία τα κέρδη μας».

«Οι συμφωνίες δεν χαλούνε. Δικά σας είναι».

Μας αγκάλιασε, μας κανάκεψε.

«Εγώ το μερτικό μου το πήρα» είπε με τρεμάμενη φωνή.

«Ποιο μερτικό, θείε;» τόλμησα να ρωτήσω.

«Να… μου είπατε κι εμένα τα κάλαντα». Κι ύστερ’ από λίγο συμπλήρωσε: «Χαρά μεγάλη να μπαίνουν καλαντιστάδες στο σπίτι».

Άναψ’ ένα τσιγάρο (θυμάμαι και τη μάρκα, «Τέλειον» – το πιο φτηνό εκείνων των χρόνων), κι έφυγε χωρίς να πει τίποτ’ άλλο.

Να ήταν, άραγε, η πρώτη φορά που χτυπούσαν καλαντιστάδες την πόρτα του;

(Δημοσιεύτηκε στο τ. 84/2017 του περιοδικού ΥΠΕΡ-Χ).

archeio lhpshsΠροσμένοντας το Πάσχα και ύστερα από την απαίτηση των μελών . Ξανά Ξενόπουλος . Με άλλο θέμα όμως . Από τη Διάπλαση των Παίδων  και με τη χαρακτηριστική υπογραφή … Η συζήτηση συνδυάστηκε με το έθιμο των κόκκινων αυγών, τις περδίκες.

Ας διαβάσουμε τα Κόκκινα αυγά και ας προβληματιστούμε για τα έθιμα και την καταγωγή τους !

_ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ_ΤΑ-ΚΟΚΚΙΝΑ-ΑΥΓΑ

Μπορούμε βέβαια και να το ακούσουμε :

Και αν επιθυμούμε  υπάρχει και άλλος Ξενόπουλος: Η Σουζάννα του παππά και άλλα διηγήματα – Γρηγόριος Ξενόπουλος

 

Γρηγόριος Ξενόπουλος (https://www.youtube.com/watch?v=uLfcSsOZzoI)

 

 

 

Η 4η συνάντηση της Λέσχης μας είναι αφιερωμένη στον Γρηγόριο Ξενόπουλο . Ζακυθινός στην καταγωγή (1867 − 1951)  ξεκίνησε από την ηθογραφία , αλλά τελικά  διακρίθηκε στο ρεαλιστικό αστικό μυθιστόρημα. Ο χώρος του  δηλ. είναι το άστυ. Και πρωταγωνιστές όλοι και όλες που ζουν στην πόλη, με τα προβλήματα και τα όνειρά τους .  Είναι γνωστός επίσης και από το περιοδικό    Η Διάπλασις των Παίδων, στο οποίο υπήρξε αρχισυντάκτης. Είναι χαρακτηριστική η υπογραφή του Σας ασπάζομαι, Φαίδων, που χρησιμοποιούσε στις επιστολές που υποτίθεται έστελνε στο περιοδικό.

 

 

 

Το πρώτο διήγημα που μελετήσαμε είναι το Βραχιόλι .

 

 

ΤΙ είναι το Βραχιόλι;

Ένα φιδάκι, γυάλινο, γαλάζιο ανοικτό, ψιλό , τιποτένιο.

Γιατί  αναφέρεται σε αυτό το ταπεινό αντικείμενο;

Είναι ικανό να διαλύσει μία σχέση και γιατί:

 

Όλα αυτά τα ερωτήματα τα συζητήσαμε στη συνάντηση και σε πολλά  διαλείμματα…Με τα μέλη της ομάδας , αλλά και με τους συναδέλφους…Οι ερμηνείες πολλές και οι απόψεις διαφορετικές … Διαβάστε το ή μάλλον ακούστε το :

https://youtu.be/yduxCinC1d4?si=Zy1LZeCE_ZftIhqw

 

Το βιβλίο  Μιτσίκο Αογιάμα , Βιβλιοθήκη των Κρυφών Ονείρων, Πατάκης, 2023 αποτέλεσε το αντικείμενο μελέτης μας τον Φεβρουάριο σε δύο συναντήσεις (6/2 και 20/2).

Πέντε χαρακbibliothhkh kryfon oneironτήρες ξεδιπλώνονται μπροστά μας από τη συγγραφέα . Τόπος Τόκυο. Χρόνος 2020. Άνδρες και γυναίκες διαφορετικών ηλικιών , ονείρων, μόρφωσης , κουλτούρας έρχονται σε επαφή με τη βιβλιοθήκη στο «Κέντρο Κο

 

ινότητας Χατόρι» και τη βιβλιοθηκάριο Σαγιούρι Κοματσί». Άνεργοι, εργαζόμενοι και συνταξιούχοι βασανίζονται από τους φόβους τους και τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους. Αλλά, όπως μαγικά συμβαίνει στη ζωή και αντιγράφεται από τη λογοτεχνία, οι ζωές τους  άλλοτε συνδέονται,  άλλοτε κινούνται παράλληλα  και άλλοτε τέμνονται …

Ο ήρωάς μας είναι ο 4ος χαρακτήρας .  Χιρόγια Σουντά, 30 ετών, άνεργος. Ζει με τη μητέρα του που τον στηρίζει. Όνειρό του η σκιτσογραφία . Θα καταφέρει να το υλοποιήσει ; Θα βρει τον εαυτό του και την ευτυχία; Ποιος είναι ο ρόλος της Κοματσί και των βιβλίων που του προτείνει ;

Αυτά και άλλα πολλά συζητήσαμε με τα μέλη της ομάδας . Παραθέτουμε αποσπάσματα που μας έκαναν εντύπωση :

«Ένιωθα τύψεις που, στην ηλικία μου, ήμουν άνεργος και τεμπέλιαζα στο σπίτι»

«Όταν ήμασταν δεκαοκτώ, φανταζόμασταν ότι, στα τριάντα, θα είχαμε καταφέρει μεγάλα πράγματα».

«μετά το λύκειο πήγα σε μια σχολή σχεδίου και ζωγραφικής»

 «Θα γίνω ένας σκιτσογράφος που θα μείνει στην ιστορία».

 «Οι mangaka είναι πραγματικά σπουδαίοι»

« είναι μετρημένοι στα δάχτυλα εκείνοι που καταφέρνουν να ζήσουν από αυτό. Και όχι μόνο από τα κόμικ· πάω στοίχημα ότι το πολύ ένας άνθρωπος στους εκατό καταφέρνει να ζήσει από αυτό που τον παθιάζει».

«Τι ψάχνεις;» «Ένα ήσυχο μέρος, μόνο ένα, όπου θα ήμουν αποδεκτός…».«Θα φτιάχνω σχέδια που θα μείνουν χαραγμένα στις καρδιές των ανθρώπων».

 

IMG 2d4590fa842b4518ed1e7c0487a99cd2 V 1     IMG 1c1df03f58fad23a0e1148d94f6d5270 V 1

Το «Χριστόψωμο»  του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

(https://photodentro.edu.gr/photodentro/christougenna2_v1.1_pidx0051808/texts/indexd_3_papadiamantis_to_xristopsomo.html) ήταν το διήγημα που προτάθηκε από τη φετινή Λέσχη Ανάγνωσης να διαβάσουμε λίγο πριν τα Χριστούγεννα .

Και μάλιστα η ανάγνωση δεν έγινε «κεκλεισμένων των θυρών» στη Βιβλιοθήκη του σχολείου μας  , αλλά αυτή τη φορά μας τίμησαν με την παρουσία τους όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ και Β΄ τάξης . Διαβάσαμε , λοιπόν,  μιλήσαμε για το έθιμο της παρασκευής του Χριστόψωμου, αναλύσαμε το κείμενο, προβληματιστήκαμε  με τις στερεοτυπικές αντιλήψεις της εποχής για την άτεκνη  γυναίκα , για τις σχέσεις των δύο φύλων και τις σχέσεις της νύφης – πεθεράς…IMG 133e396daf3cb4acdc4d09e00141e181 V   IMG 0c41af63740f8cdff2f91c2b5a255355 V

Και μολονότι το Χριστόψωμο του διηγήματος δηλητηρίασε τον καπετάν Καντάκη , εμείς συμφάγαμε το Χριστόψωμό μας και το βρήκαμε εξαιρετικά νόστιμο!

 

Η πρώτη μας συνάντηση , της Λέσχης Ανάγνωσης του σχολείου μας  ,  πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Βιβλιοθήκης του Λυκείου  στις 20 /11  και το κείμενο που επιλέχθηκε ταίριαξε απόλυτα με την εποχή του χρόνου που διανύουμε : το «Φθινόπωρο»  του Παπαδιαμάντη.

Συζητήσαμε για τον κεντρικό ήρωα που μετοίκησε στην Αθήνα από τη Σκιάθο, αναλύσαμε τα συναισθήματά του , συγκινηθήκαμε με την παρουσία του μικρού ξυπόλυτου παιδιού…

Το «Φθινόπωρο» εμπνέει και IMG 20251209 102612027σήμερα…

IMG 20251209 102619506IMG 20251209 102555349

Παραθέτουμε και το κείμενο :


Λήψη αρχείου

Σχολική βιβλιοθήκη ΓΕΛ Νεάπολης Κοζάνης

Η βιβλιοθήκη του ΓΕΛ Νεάπολης , ύστερα από τις κοπιώδεις προσπάθειές μας τα δύο τελευταία σχολικά έτη  ( 2023-24, 2024-25),  ανήκει επισήμως στην οικογένεια του Βιβλιοδανού και φιλοξενεί 3386 βιβλία (μέχρι τη συγγραφή του άρθρου ).

Ο “Βιβλιοδανός” είναι μια διαδικτυακή πλατφόρμα που παρέχει τη δυνατότητα να καταγραφούν τα βιβλία μιας βιβλιοθήκης, να παρουσιαστεί η βιβλιοθήκη και να έχει οποιοσδήποτε  τη δυνατότητα να  αναζητήσει στον ηλεκτρονικό κατάλογο που εμφανίζεται στο τέλος της παρουσίασης  όποιον τίτλο ή κατηγορία επιθυμεί ή απλώς να …δει τον κατάλογο των βιβλίων  της συγκεκριμένης βιβλιοθήκης.

Κάνοντας κλικ , λοιπόν, στον σύνδεσμο  https://bibliothikes.bibliodanos.gr/vivliothiki-gel-neapolis-kozanis/ ή πάνω στην εικόνα μπορείτε να δείτε την παρουσίαση της βιβλιοθήκης μας !

IMG d283500ba0d71d965677a97afdbd1283 V 1

Στις 26 και 27 Μαΐου , σε συνεργασία με τις υπεύθυνες εκπαιδευτικούς της Σχολικής Βιβλιοθήκης  του Γυμνασίου Νεάπολης , δεχθήκαμε τις μαθήτριες και τους μαθητές της των  Α΄, Β΄ και Γ΄ τάξεων του  Γυμνασίου στο χώρο της Βιβλιοθήκης του ΓΕΛ Νεάπολης. Τους ενημερώσαμε για  τη λειτουργία της , τον δανεισμό και τις κατηγορίες βιβλίων που φιλοξενούμε. Ειδικά αναφερθήκαμε στις σχολικές δράσεις  ,  στη Λέσχη Ανάγνωσης που δημιουργήθηκε φέτος για πρώτη φορά  και στη δυνατότητα δανεισμού ενόψει των καλοκαιρινών διακοπών!

IMG 20250526 123124409 HDR PORTRAIT1 1

15 Οκτωβρίου 2024 

Λειτουργία της Βιβλιοθήκης

Η Βιβλιοθήκη μας έχει ανοίξει και σας…περιμένει .  Είναι πάντα στις υπηρεσίες σας . Υπάρχει όμως και επίσημη ανακοίνωση .3

14 Νοεμβρίου : Δημιουργία Λέσχης Ανάγνωσης

Πρόσκληση σε ένα ταξίδι μέσα από τις σελίδες των βιβλίωνbook club

 

Φίλοι  και Φίλες της λέξης και της φαντασίας,

 

Σας καλούμε να γίνετε μέλη  της Λέσχης Ανάγνωσής μας, εκεί όπου οι σελίδες ζωντανεύουν και οι χαρακτήρες αποκτούν φωνή.

Ελάτε να μοιραστούμε εντυπώσεις, συναισθήματα και ιδέες, να ανακαλύψουμε τις κρυμμένες αλήθειες πίσω από τις λέξεις και να βυθιστούμε στον μαγικό κόσμο της λογοτεχνίας.

Μην ξεχάσετε να φέρετε μαζί σας την αγάπη σας για τα βιβλία και τη διάθεση για κουβέντα. Κάθε λέξη που θα ειπωθεί, κάθε σκέψη που θα μοιραστεί, θα είναι ένα βήμα πιο κοντά στο να κατανοήσουμε όχι μόνο το βιβλίο, αλλά και ο ένας τον άλλον.

 

Πληροφορίες και Δηλώσεις συμμετοχής :

 

Σαγρή Ιωάνα         και           Τζιόλα Ελευθερία

 

5 Δεκεμβρίου 2024

Πρόσκληση σε ένα ταξίδι μέσα από τις σελίδες των βιβλίων

Φίλες και Φίλοι της λέξης και της φαντασίας,

 

Σας καλούμε σε μια ξεχωριστή συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσής μας, την πρώτη μας συνάντηση .Θα γνωριστούμε και θα συζητήσουμε για τον Αμερικάνο του Παπαδιαμάντη , ένα έργο που μας ταξιδεύει και μας συγκινεί  ακόμη και σήμερα. Ένα έργο που μας κάνει να πιστεύουμε στο θαύμα των Χριστουγέννων!  

 2papadiamanths

Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 

Ώρα: 11.30 π.μ.

Τόπος:. Η  ζεστή γωνιά της βιβλιοθήκης μας

 

Με ανυπομονησία,

Η Ομάδα της Λέσχης Ανάγνωσης

 

 

 

15 Δεκεμβρίου 2024

Η Μαγεία των Χριστουγέννων μέσα από την Ποίηση…

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, η Γιορτή της Γέννησης του Βρέφους που θα σώσει τον Κόσμο… Είναι η ωραιότερη εποχή του χρόνου , η γιορτή της αγάπης και του ονείρου…  Αυτό είδαν και οι ποιητές μας ή μήπως επεσήμαναν και κάτι άλλο ;

6

Οι μαθήτριες και οι μαθητές μας απαντούν σε αυτόν τον προβληματισμό επιλέγοντας ποιήματα κλασικά , αλλά και του Τάσου Λειβαδίτη  και του Νικηφόρου Βρεττάκου …

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε περισσότερα

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων