Με βαθιά συγκίνηση αλλά και έντονο αίσθημα ευθύνης, οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γενικού Λυκείου Λέρου συμμετείχαν σε μια δυναμική διαμαρτυρία για την τραγωδία στα Τέμπη, τιμώντας τη μνήμη των θυμάτων και στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση.
Η κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, με τους μαθητές να συγκεντρώνονται αρχικά στον χώρο του σχολείου. Κρατώντας πανό και πλακάτ με συνθήματα που ζητούσαν δικαιοσύνη, ασφάλεια και σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή, εξέφρασαν την οργή αλλά και τη θλίψη τους για το τραγικό γεγονός.
Στη συνέχεια, οι μαθητές κατευθύνθηκαν στην πλατεία Πλατάνου, όπου ενώθηκαν με κατοίκους και φορείς του νησιού, σχηματίζοντας μια μεγάλη, ενωμένη φωνή διαμαρτυρίας. Η συμμετοχή του κόσμου ήταν μαζική, αποδεικνύοντας πως η τοπική κοινωνία στέκεται αλληλέγγυα και αποφασισμένη να μην αφήσει το γεγονός να ξεχαστεί.
Η δράση αυτή των μαθητών του ΓΕΛ Λέρου ανέδειξε τη σημασία της συλλογικότητας και της ενεργής συμμετοχής των νέων στα κοινωνικά ζητήματα. Μέσα από τη στάση τους, έστειλαν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η νέα γενιά δεν αδιαφορεί, αλλά απαιτεί αλλαγές, δικαιοσύνη και ένα μέλλον χωρίς παρόμοιες τραγωδίες.
Στο πλαίσιο της κινητοποίησης, επισυνάπτουμε την ιδιαίτερα συγκινητική ομιλία της μαθήτριας Άννας Νομικού, η οποία αποτύπωσε με ευαισθησία και δύναμη τα συναισθήματα και τις σκέψεις της μαθητικής κοινότητας.
“ΤΕΜΠΗ: 3 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ…
Σήμερα δε στεκόμαστε εδώ για να θυμηθούμε απλώς μια ημερομηνία.
Στεκόμαστε εδώ γιατί υπάρχουν 57 άδειες καρέκλες σε τραπέζια που
στρώνονται ακόμη, 57 δωμάτια που έμειναν άθικτα,57 τηλέφωνα που
δε θα ξαναχτυπήσουν ποτέ!
Στα Τέμπη δε χάθηκαν απλώς ζωές…
Χάθηκαν φωνές, γέλια, αγκαλιές που δεν πρόλαβαν να δοθούν.
Χάθηκαν ‘’ σ’αγαπώ’’ που δεν ειπώθηκαν.
Χάθηκαν όνειρα που ταξίδευαν με εισιτήριο επιστροφής, αλλά δε
γύρισαν ποτέ.
Κάπου μέσα στο σκοτάδι εκείνης της μοιραίας νύχτας ακούστηκε κάτι…
κάτι που δεν έπρεπε ποτέ να ακουστεί
ΔΕΝ ΕΧΩ ΟΞΥΓΟΝΟ
Τρεις λέξεις. Τρεις λέξεις που έγιναν κραυγή μιας γενιάς. Όχι μόνο για
την ανάσα, εκείνων, που κόπηκε τότε αλλά και για την ασφυξία που
νιώθουμε όταν η αδιαφορία πνίγει την ευθύνη.
Κι όμως… δεν έφταιγε η μοίρα.
Δεν ήταν καταιγίδα!
Δεν ήταν θεομηνία!
Ήταν η σιωπή πριν το κακό.
Ήταν οι προειδοποιήσεις που έμειναν κλειδωμένες σε συρτάρια.
Ήταν το ΄΄ έλα μωρέ΄΄ που έγινε συνήθεια.
Ήταν το ΄΄ ΠΑΜΕ ΚΙ ΟΠΟΥ ΒΓΕΙ΄΄ που έγινε κίνδυνος.
Και όταν η προχειρότητα συναντά τη ζωή, η ζωή πληρώνεται!
Και υπάρχει μια μάνα, μια μάνα που περιμένει ακόμη.
Και περιμένει και περιμένει… Κοιτάζει την πόρτα. Ακούει βήματα που
δεν είναι του παιδιού της. Αφήνει το φως ανοικτό. Κρατά το τηλέφωνο
μήπως χτυπήσει μήπως και ακούσει ΄΄Μαμά έφτασα, γυρνάω σπίτι΄΄
Αλλά δε χτυπά!
Πόσο αντέχει μια καρδιά να περιμένει κάτι που δε θα γυρίσει;
Πόσο αντέχει μια κοινωνία που συνηθίζει τον πόνο των άλλων;
Μας είπαν να κάνουμε υπομονή.
Μας είπαν να περιμένουμε δικαιοσύνη.
Αλλά η μάνα έχει περιμένει αρκετά!
Και εμείς δε θα περιμένουμε να ξεχαστεί. Γιατί αν συνηθίσουμε στο
θάνατο θα έχουμε χάσει κι εμείς την ανάσα μας.
Ξέρετε ποιο είναι το πιο βαρύ;
Όχι ο θόρυβος της σύγκρουσης αλλά η σιωπή που ακολούθησε..
Η σιωπή ενός δωματίου άθικτου.
Η σιωπή ενός τηλεφώνου που δεν χτύπησε ξανά.
Η σιωπή μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται: αν θα θυμάται ή αν θα
βολευτεί.
Εκείνο το βράδυ χωρίστηκε στα 2
Στο πριν που είχε όνειρα
Στο μετά που έχει ερωτήματα
Εμείς είμαστε αυτό το μετά!
Σήμερα δεν είμαστε απλώς πλήθος. Δεν είμαστε μια συγκέντρωση που
θα διαλυθεί. Είμαστε οι άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους 57 ψυχές.
Είμαστε η μνήμη που δε ξεθωριάζει, η φωνή που δε συμβιβάζεται.
Ο χρόνος δε σβήνει όταν υπάρχει αδικία..
Τη δυναμώνει!
Κι όσο υπάρχουν αναπάντητα γιατί, τόσο θα υπάρχουμε κι εμείς.
Όρθιοι. Ξύπνιοι. Απαιτητικοί.
Γιατί η ζωή μας δεν είναι διαπραγματεύσιμη!!”
