Τα συγγραφικά δικαιώματα του παρόντος ιστολογίου ανήκουν στον κ. Γιάννη Β. Τάτση . Σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τη διεθνή σύμβαση της Βέρνης που έχει κυρωθεί με τον Ν. 100/1975, απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική ή μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ή διασκευή και απόδοση του περιεχομένου της έκδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης, ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του συγγραφέα.

Όλα αυτά τα ποιήματα ανήκουν στην ποιητική μου συλλογή: ΣΤΑ ΑΓΝΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ.

Πρώτη έκδοση: 2019
Ένατη ποιητική συλλογή.
ISBN: 978-618-82473-1-4

Copyright: Γιάννης Β. Τάτσης
Φιλιππιάδας 36, Ιωάννινα
Τ.Κ. 45332 Ιωάννινα
Τηλέφωνο: 26510 43532
E-mail: iotatsis@sch.gr.

Πρόλογος

Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, για όποιον θέλει να την επισκεφτεί και να ταξιδέψει στο περιβόλι των ονείρων της ή να απολαύσει τη θέα των δημιουργημάτων της. Κατακτητής της όμως δεν πρόκειται να γίνει, γιατί είναι απέραντη και όσο και να κατακτάς, πάντα υπάρχει χώρος για νέες εξορμήσεις.
Στην ποίηση δεν έχει σημασία το τι θα δώσεις, που είναι και θέμα έμπνευσης, δημιουργικής ικανότητας του κάθε ποιητή, αλλά και πως θα το δώσεις. Το τι θα δώσεις είναι χάρισμα, είναι πηγαίες δυνάμεις του δημιουργού και αποτελούν το θεμέλιο λίθο για να οικοδομηθεί η ποίηση. Το πώς θα το δώσεις εμπεριέχει και την επεξεργαστική ικανότητα του ποιητή, τους πνευματικούς του ορίζοντες, τα εφόδια που κουβαλάει, τη δυνατότητα αξιοποίησης του ταλέντου του και την όρεξη για δουλειά, για να καλυτερεύσει τόσο τη μορφή του ποιήματος όσο και το περιεχόμενό του, ώστε αυτό να αποκτήσει μεγαλύτερη αισθητική και πνευματική αποδοτικότητα και να κρατάει τις πόρτες ανοιχτές.

Γιάννης Β. Τάτσης

Ιωάννινα 2019

ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΟΥ

Στην εγγονή μου.

Κοριτσάκι μου, φως των ονείρων μου
καβάλησες το όνειρο της ζωής
και δίχως δισταγμό,
έλαμψες εαρινό άστρο στο θόλο της.
Πώς να σε προστατεύσω με ένα μπουκέτο
άσπρα τριαντάφυλλα του κήπου μας,
απ’ τους άγριους βοριάδες των καιρών!
Είσαι ξυπόλητη στα αγκάθια
των κακοτράχαλων δρόμων της ζωής,
γι’ αυτό θα σου χαρίσω το αιώνιο φως
του Θείου Λόγου, χέρι αγάπης
και ελπίδας στα ηλιόλουστα τοπία
και δάδα, ασπίδα και πανοπλία
στα λασπόνερα και τους σκοτεινούς δρόμους.
Φως ουράνιου τόξου η μελωδική φωνή
των γονιών σου, θα σε γλυκονανουρίζει
στων κρίνων σου τον ύπνο,
αφήνοντας μια πεταλούδα ρόδινης αυγής
να σου κρατάει σφιχτά το χέρι
στο δρόμο των ονείρων σου.
Φτεροκόπησε μικρό μου χελιδόνι,
δυο λευκές φτερούγες αγάπης και ζεστασιάς
θα σκεπάζουν το κάθε σου γλυκοχάραμα,
μέχρι που θα πετάξεις ελεύθερο
καβάλα στους ανέμους των ονείρων σου,
χαράζοντας με το πέταγμά σου το μέλλον.

ΗΛΙΟΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ανεξίτηλος ποταμός στις όχθες του μέλλοντος,
κελαρύζοντας η ζωή,
ξεβράζει το υπαρξιακό μας άρωμά
στη λαοθάλασσα των περιπλανήσεων.
Μηχανισμός περίπλοκων γραναζιών ο άνθρωπος,
άλλοτε κακογρασομένος με ήχους περίεργους,
αποκρουστικούς στους δρόμους της ζωής
και άλλοτε μελωδικό κελάηδημα της άνοιξης,
σκορπώντας τα αρώματα των υπαρξιακών του
λουλουδιών οικοδομεί το αύριο.
Ταξιδευτής με το ιστιοφόρο των ονείρων
στα πελάγη της ζωής,
δονώντας τις χορδές των αισθήσεων,
ακροβατεί στην πύλη του φωτός ή του σκοταδιού
και αναλόγως το τρίξιμο της πόρτας
αρμενίζει στους ήχους των ανέμων της.
Άλλοτε κρεμώντας στις φεγγαραχτίδες
το ταγάρι των ονείρων του,
ψάχνει διέξοδο στη νυχτωμένη ψυχή του
και αλαφιάζοντας το εγώ στο φεγγαρόφωτο,
αναδύει απ’ τη σπηλιά της απληστίας
τις νυχτερίδες των σκοτεινών πόθων.
Άλλοτε πιασμένος στο διάχυτο φως
των αξιών του ήλιου της δικαιοσύνης,
ταξιδεύει σε ένα λευκό σεντόνι ονείρων,
σκορπώντας αρώματα αγάπης, ελπίδα ζωής
στην πλάση των διάφανων οριζόντων.
Κάθε βήμα υφαίνει κλωστή την κλωστή
ένα ολόκληρο σύμπαν πιθανοτήτων και γεγονότων,
που καθορίζουν τη γραφή του μέλλοντος.
Σε έναν κόσμο περιπλανήσεων και αναζητήσεων
πάθος και οργή, με αισθήματα αδυναμίας,
πλάθοντας σκέψεις στους νυχτωμένους δρόμους,
πολλάκις αλλοιώνουν την όψη της Αρετής.
Πολύμορφες οι φορεσιές του εγώ, μακράν των ήχων
της αλήθειας, με το φως να μην ανθίζει σκέψεις,
μας ρίχνουν σαν Φθινοπωρινά φύλλα
στον γκρεμό του πόνου.
Η ζωή γεννημένη στο διάχυτο φως των αξιών,
δεν της αξίζει ο χορός του Ζαλόγγου,
έως το τελευταίο χτύπημα του ξυλοκόπου,
που θα ρίξει το δέντρο μας καταγής
και θα ακουστεί ο θρήνος των πουλιών του,
αμαχητί δεν παραδίδουμε τα όπλα
στη λαίλαπα του σκιών,
γυμναζόμαστε πάνω στης μοίρας το υφαντό,
κοιτάζοντας κατάματα τον ήλιο της αγάπης.
Όποιος αντέξει το φως του, θα λαρυγγίσει
στις φλέβες του η φλόγα της δύναμης και της σοφίας
να αντικρούσει την επέλαση του υποχθόνιου μίσους,
θα νιώσει στους ανέμους της ζωής,
πως η χλόη μεγαλώνει μετακινώντας πέτρες,
τα λουλούδια ανθίζουν σκορπώντας αρώματα,
τα πουλιά πετούν μακριά διανύοντας χιλιόμετρα
και πάντα βρίσκουν το δρόμο της επιστροφής.
Στην αγκαλιά της αγάπης, που κυοφορεί
αρώματα ελπίδας, θα νιώσουμε κάθε απλό στη ζωή,
δημιουργώ των πάντων σε ένα αιώνιο,
κοσμικό σύμπαν, που δίνει νόημα στην ύπαρξής μας.

ΣΕΝΑΡΙΑ ΖΩΗΣ

Έδυσε ο ήλιος στα ακρόπτερα των ελπίδων
και μες στις πεδιάδες της ψυχής
ξεχύθηκε μελανόμορφος καβαλάρης,
σχεδιάζοντας το τόξο της λύπης
σε κυματίζοντα χείλη.
Ματωμένη η ψυχή απ’ τους κεραυνούς
του Δία, έφερε καταιγίδα.
Άπληστος και άδικος άνοιξε τις πύλες
του τρικέφαλου του τέρατος,
οδηγώντας μας στης απελπισίας την κόλαση.
Πού να βρεις στέρεο δέντρο για να κρατηθείς
μες τους άναρχους ανέμους της ζωής!
Πέρασε η μπόρα,
φώτισαν της δικαιοσύνης ηλιαχτίδες,
ζωγραφίζοντας ένα τόξο αισιοδοξίας.
Διαμαντένια η λάμψη του
ζέστανε το ανθρώπινο το κάστρο,
γεμίζοντας το γαλανό ουρανό
με αστέρια της ελπίδας.
Μες στους κήπους της ζωής
ευοίωνοι, μελωδικοί κελαηδισμοί,
έδωσαν βλαστάρια στο δέντρο της χαράς.
Σεναριογράφος η ζωή και ο καθένας μας
ηθοποιός στης κοινωνίας το σανίδι,
παίζοντας το θεατρικό του ρόλο,
ανοίγει τα πανιά
στο ιστιοφόρο του ανοιχτού πελάγους
και με τιμονιέρη την ψυχή και την κρίση του
χαράζει την μελλοντική του πορεία.

ΟΜΟΡΦΗ ΒΕΛΛΑ

Στης ανέχειας τον καιρό
Θεού φάρος έλαμψε στον ουρανό
και ρίζωσε μες στη Βελλά
αγκαλιάζοντας του κόσμου τα παιδιά.
Φως, ελπίδες και φωτιές
άναψε στις άγονες καρδιές
και τις σήκωσε πολύ ψηλά
με της γνώσης τα φτερά.
Σταυραετοί για να πετούν
μες στον κόσμο να χυθούν
και να μεταφέρουνε το φως
σε όλες της βουνοκορφές.
Γεια σου όμορφη Βελλά
με την παλιά σου εκκλησιά
και τα αμέτρητα παιδιά
που ζεσταίνεις μες στην αγκαλιά.

ΑΛΜΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Πυκνό σκοτάδι χύθηκε στο γαλάζιο αιθέρα
και ένας άνεμος εκδικητής, φυσώντας επίμονα,
με σέρνει περιπλανώμενο στους δρόμους
των λογισμών, παγώνοντας πολλές φορές την ανάσα.
Σκοτωμένα πουλιά τα όνειρα, ματώνουν τα χέρια,
που δεν αντέχουν στο βάρος των ανεκπλήρωτων
πόθων και γέρνουν σαν τις ιτιές.
Μαστιγωμένος απ’ τις σκέψεις,
αργοσέρνω τα βήματα σε λαβύρινθους,
που χρειάζεται ο μίτος της Αριάδνης.
Χτυπημένος ο σκοτεινός καβαλάρης
απ’ τα φωτόσπαθα, υποχωρεί στη σπηλιά των σκιών.
Νικητής ο πορφυρογέννητος ροβολάει στις πλαγιές,
με αγκαλιάζει τρυφερά, νιώθω το ζεστό του χάδι,
μου μιλά με λόγια απλά, γαλήνια.
– Άκου πως ψιθυρίζει η πρωινή αύρα, με τα πολύχρωμα
χείλη των ανθέων, την ομορφιά της ζωής.
Ταξιδέψε στο φως, που ρέει μέσα σου
και φωτίζει όλο σου το είναι,
στο φως θα δεις το παρελθόν, το παρόν
και το μέλλον, απολιθωμένες στιγμές ευτυχίας,
μην καταστρέψεις όλα αυτά για τα οποία αγωνίστηκες.
Δέξου τη δύναμη του φωτός
μη σε αγκαλιάσει η σκοτεινή πλευρά
και συρθείς στη σκιά της ζήλιας και της απελπισίας,
κοκκινίζοντας με το αίμα του μίσους
το καταγάλανο πέλαγος, που ταξιδεύεις.
Το σταυροδρόμι των αποφάσεων είναι μπροστά σου,
ο θυμός σε οδηγεί στη σκοτεινή πλευρά του μίσους
και στις φλόγες των δεινών του Άδη,
οι ήχοι απ’ τις σάλπιγγες των αγγέλων
δονούν στους δρόμους της Αρετής.
Στον ορίζοντα θα αστράψουν ξανά κεραυνοί
και καταιγίδες, με εποχιακές δοκιμασίες και πόνους.
Εδώ στη ρηχή όχθη του χρόνου θα κάνεις το άλμα
στη μελλοντική ζωή, πίνοντας ή απομακρύνοντας
το δηλητηριασμένο ποτήρι από τα χείλη σου.

ΜΑΓΙΣΣΑ

Μάγισσά μου όμορφη, γλυκιά
τα μάτια σου τα θαλασσιά,
με έχουν ρίξει ναυαγό
στο δικό σου ωκεανό.
Πλεξούδες τα ξανθά μαλλιά σου
μου ρίχνεις να πιαστώ,
στου καράβι σου το τιμόνι
να καθίσουμε οι δυο.
Νύχτα ξελογιάστρα
με τα φωτεινά σου άστρα,
μια φεγγαροντυμένη ομορφιά
μου έχει κλέψει την καρδιά.
Τη φωτιά μου αργοσβήνω
μες στη δροσερή αγκαλιά της
και ανέμελα γυρίζω
στα ακατοίκητα νησιά της.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ

Ποιανού δάκρυ είναι αυτές οι σταγόνες βροχής
στο κούφιο πιθάρι της κοινωνίας;
Δάκρυ χαράς ή λύπης;
Ποιο είναι το πρόσωπο στο ομιχλώδες τοπίο,
που τιτιβίζει σαν την αόρατη κίχλη στο δάσος;
Φίλος ή εχθρός;
Πιασμένοι απ’ τους φτερωτούς συνειρμούς
των σκέψεων, πόσες και πόσες φορές,
ταξιδευτές με τους ανέμους της ζωής
φιλοσοφήσαμε απαντήσεις για το που πάμε,
ποιοι είμαστε, τι θέλουμε σε κάθε βήμα μας.
Φυλλομετρώντας το βιβλίο της ζωής,
απρόσμενος άνεμος, σφυρίζοντας στις χαραμάδες
της σιωπής, ξυπνάει θυμίσεις, που μιλάνε
για το αστραφτερό διαμάντι των κρίσεων,
που ανατέλλει ήλιους στο θόλο του πολιτισμού,
σε σχέση με τη ρακένδυτη μωρία, φύλλο
Φθινοπώρου στον άνεμο και την αδερφή της
τη στέρηση που γονατίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Μας μιλάνε για την απερίσκεπτη φιλοδοξία,
που υπερπηδώντας το εγώ μας ρίχνει στο χάος,
για το αίμα του μίσους που κοκκινίζοντας
το καταγάλανο πέλαγος, πνίγει κάθε ελπίδα ζωής,
την ασθένεια της απληστίας, την αλαζονεία,
το σαράκι του φθόνου και της εγωπάθειας,
αισθήματα πυγολαμπίδες που καιροφυλαχτούν
σε κάθε καρδιοχτύπι να γίνουν ανεξέλεγκτες φλόγες.
Ένα κομμάτι στο πάζλ της ζωής η φιλία,
τιτίβισμα υγιούς σχέσης και συμπόρευσης
στο μπαλκόνι της ζωής, επιλογή σε κάθε βήμα.
Η καλοσύνη δεν είναι ένα σκοτεινό δάσος,
που κινούνται άχρωμες σκιές,
είναι το πορτραίτο των λόγων και των πράξεων,
αστείρευτος κρουνός γαλήνης στο σταμνί της ψυχής,
ήλιος καλοκαιρινός στο λουλούδι της αγάπης
και τρεχούμενο νερό στης ρίζες της φιλίας,
κάθε χειραψία και ένας δεσμός στης κοινωνίας τον ιστό,
κατρακύλα σαν σφαίρα στο τοπίο της αγάπης,
κερματίζοντας τα ηνία των ενδοιασμών.
Στα αλαφιασμένα άλογά σου βάλε χαλινάρια,
έλεγξε στις θύελλες τα ταξιδιάρικα λόγια,
δεν ξέρεις, πού θα παρασυρθούν απ’ τους ανέμους
και τι αρώματα θα σκορπίσουν.
Τα μειονεκτήματά σου φυλάκισέ τα στη σκοτεινή
σπηλιά του εγώ, είναι αδύναμοι κρίκοι,
σφυρηλάτησέ τα να αντέξουν στα βέλη του πόνου.
Η σεμνότητα είναι άμισθος υπηρέτης σου,
θα σου προσφέρει ανέλπιστα δώρα ζωής,
διαχρονικό νόμισμα στις ανθρώπινες σχέσεις.
Ο ουρανός, αυτή η απέραντη γαλάζια θάλασσα
των αμέτρητων φωτεινών νησιών,
αιώνες ταξιδεύει στη σοφία του Δημιουργού της.
Η ζωή δεν έχει νόημα χωρίς την ύπαρξή του Θεού,
είναι δρόμος συνύπαρξης, πηγή ζωής και αγάπης.
Στη γη δεν φυτεύεις άλλο δέντρο εκτός της αγάπης,
η σκιά της θα ανακουφίσει την πονεμένη ζωή.
Με τους συνανθρώπους σου γίνε ένα,
το εγώ, το εσύ, το εμείς και το εσείς
είστε το γρανάζι, η δύναμη της κοινωνίας,
την ύπαρξή σας μην την πουλήσετε φτηνιάρικα
στις λαϊκές του πολιτικού αλληλοσπαραγμού.
Αυτοί οι φάροι να φωτίζουν τους δρόμους σας.
Όποιος και αν είσαι, ότι και αν είσαι,
με όποιο χρώμα και αν ανεμίζουν τα πέταλα
των υπαρξιακών σου λουλουδιών,
είσαι ελεύθερος, είσαι υπεύθυνος,
είσαι ένα γρανάζι, που δίνει νόημα στη σφαίρα,
που γυρίζει ασταμάτητα στις ηλιαχτίδες.
Είσαι ένας διάττων αστέρας,
ταξιδευτής στο άνοιγμα των φτερούγων σου.
Υπερασπίσου αυτό που μπορείς να γίνεις
με συνοδοιπόρους αξίες και νόμους.
Άφησε έξω το κάθε σάπιο,
κάθε αράχνη που στήνει ιστούς στην κοινωνία.
Χτίσε στης Δημοκρατίας το οικοδόμημα
τον άνθρωπο της αγάπης
και χάραξε με το νύχι της ελπίδας το μέλλον,
εκεί μέσα κατοικεί κάθε τι το ωραίο,
που λάμπει και θαυμάζεις
στο ασταμάτητο κελάρυσμα της ζωής.
Υπάρχουν πολλά μυστήρια στο σύμπαν,
που δεν έχουν λογικές εξηγήσεις
και η ζωή, εφήμερη σαν τα όνειρα
και τη σκιά, είναι ένα από αυτά.

ΛΟΓΙΑ ΑΓΑΠΗΣ

Έξω βρέχει και φυσά
και όλο με σφίγγεις αγκαλιά
και με λόγια αγάπης, τρυφερά
μου θυμίζεις μια αξέχαστη βραδιά.
Δίπλα στο τζάκι και έξω παγωνιά,
σπίρτο ένα χάδι σου άναψε φωτιά
και ενώ καιγόμαστε οι δυο,
από τις φλόγες έβγαινε το σ’ αγαπώ.
Τέτοιες όμορφες στιγμές
θα μας μείνουνε παντοτινές,
θα τις κουβαλάμε στην ψυχή
για να χτίζουμε την κάθε μας στιγμή.
Έλα σφίξε με στην αγκαλιά
και ο αγέρας έξω ας φυσά,
έχουμε την πόρτα μας κλειστή
και μέσα δεν μπορεί να μπει.

ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ

Απόψε πλάγιασες στα όνειρά μου
και έκανες μια σπίθα μου φωτιά,
φώτισες την άδεια κάμαρά μου
και όλα γίνανε αληθινά.
Αυτή τη νύχτα είσαι δικιά μου,
σε απαγάγανε τα όνειρά μου,
σε κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά,
και ταξιδεύω στη δική σου ομορφιά.
Φεγγαρόφωτη, γλυκιά πνοή μου,
σήκωσες ανέμους στην ψυχή μου,
σαν το ψάρι σπαρταρώ
στο κρεβάτι μου το αδειανό.

ΤΟΥ ΑΛΚΟΟΛ ΤΑ ΛΟΓΙΑ

Του αλκοόλ τα λόγια είναι καρφιά
και μου ματώνεις την καρδιά,
μα έχω ασπίδα, όλα σου τα σ’ αγαπώ
και δεν μπορώ να πληγωθώ.
Σε φουρτουνιασμένη θάλασσα
κωπηλατείς και δεν γνωρίζεις,
που τα βήματά σου οδηγείς,
έλα και πάρε με αγκαλιά
να σε οδηγήσω στο λιμάνι
με γλυκά φιλιά.
Το μεθυσμένο σου φιλί
γκρεμίζει κάθε αναστολή,
με ανεβάζει στα ψηλά,
εκεί που δεν υπάρχει μοναξιά.

ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Ροδόχρωμο λουλούδι, ευωδιάς, σκορπώντας
αρώματα ευτυχίας στον κήπο της καρδιάς,
έγινε κόκκινο μήλο μιας άγουρης μηλιάς.
Κομμένο από ξένο, αγάπης χέρι,
με φορτωμένα περπατάει, πίκρας γιατί…,
που κακοφορμίζουν την πληγή και αιμορραγεί.
Παιδί της καρδιάς,
αναπνέοντας σε μια ζεστή, αγάπης αγκαλιά,
αναβλύζει αρώματα νοσταλγίας
για τον τόπο του υπαρξιακού του δέντρου.
Κάποιο δάκρυ, μοίρας σκοτεινής
το δίκασε στου χωρισμού το νυχτωμένο δρόμο,
στις πίκρας τον αφόρητο καημό, στου μαρασμού
τον πόνο να ψάχνει για το ριζικό του,
μες στο λαβύρινθο του πολύχρωμου κόσμου.
Ήλιος ιχνηλάτης,
ακολουθώντας τις οπλές ακέφαλων ιχνών
στη σκόνη του κακοτράχαλου καιρού,
έριξε αχτίδα φωτός στις πληγές του πόνου.
Χρόνια πέταξαν πολλά μαζί με απελπισμένα,
ταξιδιάρικα πουλιά, μέσα στη χιονοθύελλα
μιας απεγνωσμένης αναζήτησης στον κρύο το βοριά,
μα ήρθαν αρώματα της άνοιξης στην αγκαλιά
και έλιωσαν πάγους και καημούς, ένωσαν τη μάνα
και το γιο κάτω από το δέντρο το δικό τους.
Δυο μάνες έχουν αγκαλιά,
το γιο τους που πονά για μάνα και μητέρα.

Η ΚΥΡΙΑ

Καλημέρα κυρία
της ζωής μου η μία,
φως και ανάσα μου εσύ
σ’ αγαπάω πολύ.
Ξεκινώ τη δουλειά
με τον ήλιο στα μαλλιά
και χαμόγελα πλατειά
για ψωμί και αγάπη.
Σε κάθε συννεφιά
με αστροπελέκια και φωτιά,
άνεμο αισιοδοξίας μου στέλνεις
στου καραβιού μου τα πανιά.
Καληνύχτα κυρία
της ζωής μου η μία,
σε λατρεύω πολύ
και στη δύση του ήλιου
το θερμό σου φιλί
συντροφιά μου θα το χω
ως το χαμόγελό σου την αυγή.

ΜΑΥΡΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

Μαύρα καλοκαίρια
μου έφεραν τα δυο σου αστέρια,
όταν έσβησαν στον ουρανό
και χάθηκες στο δρόμο σου το σκοτεινό.
Μόνος τώρα περπατώ
με παρέα το στεναγμό
και έναν αγιάτρευτο καημό
στο δρόμο αυτό τον σκοτεινό.
Ένα αστέρι σου ζητώ
απ’ το χέρι σου να κρατηθώ,
να ανέβω και εγώ
στο δικό σου ουρανό.
Αστέρι μου λαμπρό
στην ερημιά μου σε αναζητώ,
η λάμψη σου να γιάνει την ψυχή μου,
η ανάσα σου να σβήσει το κορμί μου.

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία
που με είχες αγκαλιά
με φιλούσες μες στα χείλια
μου είχες κλέψει την καρδιά.
Πέταξες από κοντά μου
και έμεινα χελιδονάκι μοναχό
μες στην έρημη φωλιά μας
αναμένω γνώριμο κελαηδισμό.
Κιτρίνισε και η φωτογραφία
απ’ του χρόνου τα φιλιά
ήρθανε ξανά τα χελιδόνια
μα είναι άδεια η δική μας η φωλιά.
Χελιδόνι μου γλυκό
που πετάς στον ουρανό
πέταξε ως τη φωλιά σου
σε αναμένει η αγκαλιά σου.

ΑΦΡΑΓΚΟΣ

Ίδρωσα στον ξένο τόπο
και απέκτησα πολλά με κόπο,
μα μια μαυρομάτα τσαχπινιά
άφραγκο με άφησε στην ξενιτιά.
Έτσι γύρισα και εγώ
με άδεια τσέπη στο χωριό,
χάθηκαν γνωστοί και φίλοι,
όλοι τους με βλέπουνε ρεζίλη.
Τι σου είναι τα λεφτά,
όταν τα έχεις μετρητά,
όλοι σε θέλουν, σε αγαπούν
και μαζί τους σε καλούν.
Και μια όμορφη ξανθιά
που με γλυκοκοίταγε στη γειτονιά,
τώρα πια δεν με κοιτάει
και αδιάφορη με προσπερνάει.

Η ΣΗΜΑΙΑ

Ένα δάκρυ αργοπέφτει
από υπερηφάνεια και χαρά,
στο θαλασσινό κυματισμό σου
γαλανόλευκη μου ομορφιά.
Σε κοιτάζω και δακρύζω
και με ευγένεια ψιθυρίζω,
σύμβολο ιερό,
όπου κυματίζεις σε αγαπώ.
Μου θυμίζεις την πατρίδα,
που απ’ τα χρόνια τα παλιά,
μέσα από καπνούς και αίμα,
σε ανέμισαν ψηλά.
Σύμβολο είσαι εθνικό
και ελπίδες δίνεις στο λαό
και ο αέρας που περνώντας σε χαϊδεύει,
ένα μήνυμα μας στέλνει.
Πάντα να ανεμίζεις στα ψηλά
και στον κόσμο να σε ταξιδεύουν
με καμάρι, της Ελλάδας τα παιδιά.

ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ

Στη βρύση για νερό σαν πας,
κοίτα και αυτόν που αγαπάς,
ναζιάρικά μου μάτια και μεγάλα
γιατί δεν με κοιτάς μια στάλα.
Σε κοιτάζω και πονώ,
απ’ τον καημό πεθαίνω, σ’ αγαπώ.
Στη βρύση σαν θα ξαναρθείς,
στα μάτια θέλω να με δεις,
θα νιώσω της καρδιά σου τον καημό
και θα ’ρθω απ’ τη χούφτα σου
της γιατρειάς να πιω νερό.
Στης βρύσης το τρεχούμενο νερό
όρκο θα δώσουμε παντοτινό,
όσο τρέχει το αθάνατο νερό
να μ’ αγαπάς, να σ’ αγαπώ.

ΤΑΓΚΟ ΖΩΗΣ

Ήχοι καμπάνας γιορτινής
το βλέμμα της ματιά σου,
στο πανηγύρι με καλεί,
που στήνει μπρος μου η ζωή.
Μ’ ένα χαμόγελο γλυκό
και ένα μου λόγο ερωτικό
σ’ ένα χορό σε προσκαλώ,
αιώνιο και αληθινό.
Ντυμένοι γιορτινά
με της αγάπης μας τη φορεσιά,
ταγκό ν’ αρχίσουμε οι δυο
και να ‘ναι σαν τη μουσική
ωραίο και παντοτινό.
Νερό απ’ το χέρι σου να τρέχει
μες τη δική μου την ψυχή
κι εγώ ομπρέλα στα όνειρά σου
να σου χαρίζω δροσερή αναπνοή.

ΑΝΕΜΟΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Αύρα καλοκαιρινού πρωινού
ο ελπιδοφόρος άνεμος,
φυσώντας στης κοινωνίας
το τσαλαπατημένο περιβόλι,
ανακουφίζει κάθε πονεμένη ψυχή,
που προβλέπει,
ότι το δίκαιο χέρι της αγάπης
θα ανοίξει τη ζεστή αγκαλιά του
και σαν τις μητρικές φτερούγες
θα δεχθεί όλους στους κόλπους του,
προστατεύοντας μας απ’ την άναρχη
δόμηση της κοινωνίας
και τα αιωρούμενα αρπαχτικά.

Σ’ ΑΓΑΠΩ

Στη μικρή μας γειτονιά
που παίζουμε από μικρά παιδιά,
μες στα μάτια σε γλυκοκοιτάω
και σου ψιθυρίζω: «Σ’ αγαπάω».
Ντρέπεσαι και κοκκινίζεις
και την πλάτη μου γυρίζεις
και με βλέμμα πονηρό
μου πετάς το: «Σ’ αγαπώ».
Σε ανύποπτη στιγμή
μου καρφώνεις το φιλί,
το κρατάω φυλαχτό
να στο δώσω πιο καυτό.
Αχ! κορίτσι μου γλυκό
με τρελαίνεις και ποθώ,
τα γλυκά σου τα φιλιά,
τη ζεστή σου αγκαλιά.

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Είσαι ένα ορμητικό σμαραγδένιο ποτάμι,
που πέρασε μέσα από το απαλό
άγγιγμα των χεριών μου,
χωρίς να γευτώ το δροσερό νερό του.
Γκρεμισμένο φύλλο Φθινοπώρου,
που παρέσυρε χωρίς εξηγήσεις
ένας παρεξηγημένος άνεμος.
Ό,τι αγάπησα, χάθηκε με τα όνειρα,
που κάναμε το περασμένο καλοκαίρι
στο φλοίσβο της γαλάζιας θάλασσας
με τα πολύχρωμα βότσαλα, πλέκοντας
τα δάχτυλά μας στου έρωτα το δίχτυ.
Μια πέτρα η απογοήτευση
βυθίζει την ελπίδα όλο και πιο πολύ
στης απελπισίας τον πάτο.
Ένα γιατί;
στροβιλίζει σαν ανεμοστρόβιλος.
Ο έρωτας ίσως είναι ένα ανταγωνιστικό
παιχνίδι σχέσεων και συμφερόντων.
Ο χρόνος κριτής μας.
Η ζωή έχει δική της δικαιοσύνη
με ανεξήγητους κανόνες και νόμους
στους δρόμους της ερωτικής συμβίωσης.

ΜΥΡΩΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Μυρωμένο το φεγγάρι
στην απογοήτευση παραπάτησε,
πλήγωσε τα συναισθήματα
και την ψυχή του μάτωσε.
Της αγάπης το φως δεν έλαμψε
και στη μαργαρίτα παραπονέθηκε,
πως μόνος του γυρνάει,
γιατί στο ραντεβού του στήθηκε.
Ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς,
μηνύματα αγάπης και χαράς,
πλημμύρισαν τα στήθη του.
-Θλιμμένο βράδυ δε μ’ αγάπησες,
σαν σε χειμωνιάτικη βραδιά
με την παγωνιά να δέρνει την καρδιά
ανεμοδαρμένο δέντρο, μοναχό,
στο δρόμο της καρδιάς
τον έρωτά μου τραγουδώ.

ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ανεμοστρόβιλοι θυμών στις πεδιάδες της ψυχής
ανεμίζουν στις ράγες του νου τα τσαλαπατημένα,
σαν φθινοπωρινά φύλλα, όνειρα.
Στις τοιχογραφίες των λογισμών κινηματογράφος
οι συνειρμοί παίζουν το έργο τους,
γενιές και γενιές στο ίδιο έργο θεατές.
Ιαχές και λάβαρα σχίζοντας τον αέρα
μεθούν τους στρατηγούς της πολιτικής,
που κρατώντας το σκήπτρο του αδιάβλητου,
μιλάνε για τα νέα ναυπηγημένα καράβια,
που θα ταξιδέψουν τα όνειρά μας στη ροδόχρωμη
χαραυγή, που γλυκοχαράζει στην πολιτεία.
Ελευθερώνοντας πουλιά της αγάπης,
καταργούν την άνομη
και άναρχη έδρα στην πολιτεία,
τάζοντας τα κλειδιά στον άρχοντα νόμο,
οδηγό στης κοινωνίας το τρένο.
Ήχοι μελωδικοί τυμπανίζουν τα αυτιά μας.
Ενθρονισμένοι στο κάστρο της εξουσίας
και συνεπαρμένοι απ’ τα μεθυστικά αρώματα
και τις γεύσεις της πολιτικής κουζίνας,
ξεχνούν της ισοπολιτείας τους λόγους.
Γοητευμένοι απ’ το νέκταρ και την αμβροσία
καλωσορίζουν το άναρχο συμφέρον,
που σαν δικτάτορας καταλύει τους όρκους.
Ο κύκλος ξαναρχίζει την πορεία του
και εμείς θεατές του πολιτικού θιάσου
παρακολουθούμε το έργο της προδοσίας,
με άναρχες φωνές διαμαρτυρίας, ανήμποροι
να τραβήξουμε το σπαθί απ’ το θηκάρι μας.
Ξεχειλίζοντας το λαήνι της απογοήτευσης,
μας πλημμυρίζει αισθήματα και συλλογισμούς.
Ως πότε τα δίγλωσσα αηδόνια της πολιτικής
θα γεύονται ατιμώρητα τον τίμιο ιδρώτα μας,
πίνοντας στην υγεία των εύπιστων!
Ποιος ορθομέτωπος ξυλοκόπος θα βρεθεί,
που ο λόγος του γραφτό συμβόλαιο
θα αντιστέκεται στους άπληστους ανέμους
εξουσίας και με στιβαρό χέρι δίκαιου δικαστή,
σηκώνοντας τον πέλεκα, θα κερματίζει τις ρίζες
των δέντρων της αδικίας, που δρασκελίζοντας
ξαναριζώνουν και ξαναριζώνουν
και απλώνοντας κλαδιά και φύλλα στην κοινωνία,
κλέβουν το οξυγόνο ζωής των πολιτών της!

Ο αετός έκανε φως τις αστραπές στα όρη.

Ηλιακό έμβλημα των ορέων, σύμβολο ισχύος
και κυριαρχίας του κόσμου,
ορθομέτωπος στο αγιάζι, στο χιόνι και στο ξεροβόρι
μαρτυρείς την αξία του θρόνου της κορυφής.
Αρχάγγελος των γαλάζιων αιθέρων,
ιππεύοντας τα σύννεφα κόντρα στις ανεμοθύελλες,
μεταφέρεις τη λάμψη της αστραπής
στις απάτητες και ατέλειωτες κορυφές
και μαχόμενος τα φίδια του σκοταδισμού,
φέρνεις το φως της πνευματικής αναγέννησης
στα κλαδιά του κοσμικού δέντρου,
δίνοντας φτερά για μαγικά ταξίδια
στις ονειρικές κορφές των επιθυμιών μας κρίνα
κι ευαγγελίζεσαι χαρά σ’ αυτόν, που θα τα κόψει.
Κάθε κορφή και ένας κρυφός κελαηδισμός,
κάθε πέταγμά σου και ένα φως ελπίδας,
μεταλαμπαδεύει το αγνό, πνευματικό φως,
λαμπαδηδρόμο στην κατάκτηση των κορφών.

ΚΑΡΤΕΡΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ

Τα επίμονα βλέμματα
των ταχυδρομικών μου επιστολών
τα αντικρούεις με της απάθειας την ασπίδα.
Δεν επιθυμώ πειρατική επιδρομή
στα ρόδα του υπαρξιακού σου κήπου.
Καρτέρι υπομονής στήνω
στης προσδοκίας το δρόμο,
ρίχνοντας με το όπλο της υπομονής
σφαίρες βλεμμάτων
στο ανυποχώρητο εγώ σου.
Λάμποντας ο ήλιος της αγάπης,
ρόδισε το αγγελικό σου πρόσωπό,
ανατέλλοντας αχτίνες ζεστασιάς
στα μισάνοιχτα παράθυρα του εγώ σου.
Χάνοντας το ιπτάμενο γυναικείο ύφος
από το άρωμα των λουλουδιών μου,
έγειρες στο λευκό σεντόνι της αγάπης μας.

ΑΧΑΡΙΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Μαύρη νύχτα είναι η ζωή,
γιατί έσβησες της φλόγας το φιλί
και περπατώ στη μοναξιά
με ένα μαχαίρι στην καρδιά.
Για άλλη αγκαλιά με πρόδωσες,
με τσαλαπάτησες, με πόνεσες,
με του Ιούδα το φιλί
γκρέμισες μια ολόκληρη ζωή.
Αγάπης άγκυρα έριξα σε εσένα
και συναίσθημα δεν έδειξες κανένα,
φτερούγιζες σαν τα πουλιά
και έχτιζες αλλού φωλιά.
Θα πονέσεις στη ζωή,
γιατί είσαι αχάριστο παιδί,
θα βρεις το δάσκαλό σου
στο δάκρυ το δικό σου.

ΚΑΝΤΑΔΑ

Μια καντάδα θα σου πω
με έναν όμορφο σκοπό,
κάτω από τ’ ολόγιομο φεγγάρι
για να γίνουμε ζευγάρι.
Με κιθάρα και βιολί
και της αγάπης τη φωνή
θα σου στείλω τα φιλιά
με άνθη από την αμυγδαλιά.
Έβγα στο μπαλκόνι σου
και ρίξε το σεντόνι σου
να ανέβω εκεί ψηλά
στη δική σου αγκαλιά.
Θα ανθίσω στην καρδιά σου
όλα εκείνα τα όνειρά σου,
που η ψυχή σου τα ποθεί
και δίνουν νόημα στη ζωή.

Η ΕΥΧΗ

Φεγγαρόφωτη γαλήνη στην αυλή
και μόνο το αηδόνι κελαηδεί
για έναν έρωτα τρελό
στο δικό του ερωτικό σκοπό.
Ο αέρας γύρω που φυσά,
πως με ταξιδεύει μαγικά,
στη δική σου τη μορφή
να μου δίνει της αγάπης το φιλί.
Ένα αστέρι αργοπέφτει
στον απέραντο ουρανό,
το κοιτάζω και ψιθυρίζω
μια ευχή προς το Θεό.

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Με ένα δάκρυ στην ψυχή
έφυγα κυνηγημένος την αυγή,
δεν μου είχε μείνει άλλη επιλογή
με σημάδευε η δική μου ενοχή.
Διαβατάρικα πουλιά τα χρόνια
φέρανε ξανά τα χελιδόνια,
μα εκείνο το χαμόγελό σου,
το αγγελικό το πρόσωπό σου
με καλούσανε κοντά σου.
Η καρδιά γλυκομιλούσε
και στην πόρτα σου με τριγυρνούσε,
μα το πρώτο το σκαλί
μου θύμιζε της προδοσίας το φιλί.
Θα ήθελα να ξέρω, πώς περνάς
και αν ακόμα με αγαπάς,
έχασα έναν σπάνιο θησαυρό
και δεν ξέρω, αν τον ξαναβρώ.

 

ΔΥΟ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ

Όλα αυτά τα ποιήματα ανήκουν στην ποιητική μου συλλογή: ΔΥΟ ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ

Πρώτη έκδοση: 2007
Τέταρτη ποιητική συλλογή.

ISBN: 978-960-631-863-4

Copyright: Γιάννης Β. Τάτσης
Φιλιππιάδας 36, Ιωάννινα
Τ.Κ. 45332 Ιωάννινα
Τηλέφωνο: 26510 43532

E-mail:iotatsis@sch.gr.

Πρόλογος

Η ποίηση, το ομορφότερο λουλούδι του Λόγου, ο ακατανίκητος αέρας της ελεύθερης έκφρασης, ο άγρυπνος φρουρός των ονείρων με ταξιδεύει με το φτερωτό πήγασο πιο πέρα από τα όρια του δυνατού, πιο μακριά από το γνώριμο κόσμο του σύμπαντος, με ταξιδεύει στη σφαίρα του ονειρευτού αύριου. Με απλοχεριά γεμίζει με ομορφιές και αρώματα την υπαρξιακή μου πορεία στον άγνωστο δρόμο της ζωής και ανοίγει το δρόμο της πνευματικής μου υπόστασης.
Οι σπινθηρισμοί της όσο μικροί και αν είναι στη Βαβέλ των γνώσεων και των τεχνών, φωτίζουν την πορεία μου στο ανώνυμο πλήθος της γης και φουσκώνουν με αισιοδοξία τα πανιά του ιστιοφόρου μου για μακρινά ταξίδια στα πελάγη της ζωής.
Στην πορεία προς το μέλλον εάν οι σπίθες της γίνουν πυρσός στα χέρια μου, τα αρώματα των λουλουδιών της θα το δείξουν, κατά πόσο σας σαγηνεύουν και σας προσελκύουν σαν τις μέλισσες στο νέκταρ των λουλουδιών.

Γιάννης Β. Τάτσης
Ιωάννινα 2007

ΦΤΕΡΟΥΓΕΣ ΖΕΣΤΑΣΙΑΣ

Άσπρος κρίνος που ευαγγελίζεται χαρά,
στέκει στο σπίτι η μάνα μας
και μίσχος του ο πατέρας μας
με αισιοδοξίας αρώματα
τις κάμαρές μας πλημμυρίζουν.
Μες στου σπιτιού μας τη φωλιά
τα χέρια τους ανοίγοντας φτερούγες
η ζεστασιά της σιγουριάς τα όνειρά μας εκκολάπτει
και η πλημμύρα της αγάπη τους,
νερό αστείρευτης πηγής δροσίζει την ψυχή μας.
Με το λαμπρό των πράξεών τους φως
μας μεταλαμπαδεύουνε μες στην ψυχή,
το πόσο ζεστά και φωτεινά στον κόσμο
στέκουν σαν φάροι τα λόγια του Χριστού μας.
Οι λογισμοί τους είναι ευχές
και όταν φτεροκοπούμε σαν αετόπουλα
στο δύσκολο της αρετής το δρόμο,
ενθάρρυνση και δύναμη μας δίνουνε
το μέλλον απ’ τη χαίτη του ν’ αρπάξουμε
και με καλπασμό να προσγειώσουμε
τα ταξιδιάρικά μας όνειρα.
Τα χρόνια διαβατάρικα πουλιά
και στης κεφαλής μας τα κλαδιά
τα χιόνια άρχισαν να πέφτουν,
εκείνοι βλέποντάς μας σαν κλωσόπουλα
στο κάθε αχ! μας που ηχεί,
μια μαχαιριά ματώνει την καρδιά τους.
Τέτοιες φτερούγες ζεστασιάς
θα αφήνουμε στους βράχους να ματώνουν!

ΟΝΕΙΡΑ ΖΩΗΣ

Στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του μυαλού
σχεδιάζοντας επί χάρτου τα βήματά μας,
ένα τόξο αισιοδοξίας σκάει στα ρόδινα χείλη
σαν τον πρωινό ήλιο στην πλάση.
Άριστος οιωνός.
Η ζωή τρίζοντας το πόμολο
μας καλεί στου χρόνου το άγνωστο ταξίδι.
Σφίγγοντας τους ώμους
με λόγια μητρικής αγάπης μας ψιθυρίζει:
-Ανύπαρκτα της ουτοπίας τα βήματα.
Οικοδομήματα στους κόκκους της άμμου
σαθρά στα άγρια κύματα της λογικής
και στο απρόσεκτο πόδι του χρόνου.
Αν αφουγκράζεστε τα παιδιά της αυταπάτης,
και κυνηγάτε το ανέφικτο,
που σαν ζαρκάδι τρέχει εμπρός σας,
των ονείρων σας τα σχέδια θα μένουν γρίφοι άλυτοι
και γράμματα στο συρτάρι χωρίς προορισμό.
Ναυαγούς θα σας ξεβράσουν στις ξέρες της κοινωνίας,
όπου τα βράχια της απονιάς και αδιαφορίας
θα καταρρακώσουν το εγώ σας,
θα κατασκίσουν τις σάρκες των κορμιών σας
και ο χρόνος απλώνοντας πάνω σας
το μαύρο πέπλο της δυστυχίας
θα σας ποτίσει χολή και καταφρόνια.
Δεν ανήκετε στην απεραντοσύνη του χρόνου,
που αγκάλιασε τη γη,
για να μην αναζητάτε το χρόνο,
που θα φτερουγίσει στα υπεροπτικά παλάτια σας,
με διεγερμένες τις αντένες των αισθήσεων
εξιχνιάστε σαν ναρκαλιευτές τις δυναμικές σας,
ατενίστε γύρω σας την πλάση,
μαθητεύσατε στα θρανία της,
τρυπήστε το εγώ με της γνώσης το σπαθί
να εισέλθει το φως της
και ψάχνοντας βαθιά στου μυαλού σας τ’ αυλάκια,
φτιάξε το δικό σας δούρειο ίππο
και κατακτήστε την Τροία των ονείρων σας.

ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΕΝΟ ΑΝΘΟ

Μη μιλάς για καλοκαίρια,
μας αρπάξανε απ’ τα χέρια
της χαράς μας τον ανθό.
Τον μετέφερε τ’ αγέρι
σ’ άγνωστα, ουράνια μέρη
μακριά από συναισθήματα και πόνο
στους αγγέλους του φωτός.
Ατελείωτο το άρωμά του
ξεφυλλίζοντας θυμίσεις
μες στο κατρακύλισμα του χρόνου,
τη μορφή του μας προσφέρει,
της ψυχής μας τη φλόγα ν’ απαλύνει
και η ανάσα της μορφής του
την αγάπη μας να νιώθει,
ήσυχο περίπατο να έχει
στου παράδεισου το περιβόλι,
μακριά απ’ τις βαρυχειμωνιές του χρόνου
που σμιλεύουν τα κορμιά.

ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΥΜΠΑΝΑ

Ειρήνης τύμπανα ηχούν
στης Ολυμπίας τον ανέφελο ουρανό
καλώντας τον άρχοντα του φωτός
να μεταλαμπαδεύσει τη ζωογόνα φλόγα του
στη γενέτειρα των Ολυμπιακών Αγώνων.
Με το φλογερό σύμβολο της ολυμπιακής ιδέας,
τη λαμπρότερη έκφραση του αρχαίου πνεύματος
το ειρηνοφόρο, ανθρώπινο καράβι
θα ανοίξει πανιά
προς όλα τα μήκη και πλάτη της γης,
να αντιπαλέψουν το σκοταδισμό του μίσους,
που εκκολάπτει του κόσμου τα κακά,
να πάψουν τις ιαχές του πολέμου
και τα όπλα, τους φονιάδες της Ειρήνης
να μοιράζουν προσκλητήρια του Άδη
και ανοίγοντας την πόρτα στην Ειρήνη
να διαχυθεί σαν καταρράκτης
το φως της ελπίδας στη γη
και το χέρι της αγάπης και αλληλεγγύης
να αγκαλιάσει την παγκόσμια κοινότητα.
Σαν επιστέγαση, η φλογερή του υπόσταση
από τον άμβωνα θα κηρύξει
την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων,
καλώντας τους πολίτες της γήινης γειτονιάς
να χειροκροτήσουν στους ναούς των αγώνων,
την ευγενή άμιλλα των γυμνασμένων κορμιών,
ξεγυμνωμένα από το ντύμα της ντροπής των ουσιών
στον έντιμο αγώνα της τιμής, της δόξας,
για ένα κλαδί αγριελιάς, τον κότινο.

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Δημιουργική τέχνη της ποίησης ο λόγος,
οίστρος απ’ τα βάθη της ψυχής του ποιητή
που τον ανεβάζει με το μαγκάνι του
και χωρίς την προσμονή υλικού πιάτου γεύσεων
τον ταξιδεύει με το φτερωτό πήγασο
στον απέραντο κόσμο του ονείρου,
χαρίζοντάς του φωνή και αίσθημα.
Εργάτης της πένας ο ποιητής
δουλεύοντάς την σαν την αξίνα
ανοίγει τα θεμέλια της τέχνης του
και στίχο το στίχο, ποίημα το ποίημα
οικοδομεί τον πνευματικό του πύργο,
που αργά-αργά τον ανεβάζει
απ’ το σκαλοπάτι της αφάνειας
στη σημαία της πνευματικής του ύπαρξης,
όπου το άσβεστο αστέρι της τέχνης του
φωτίζει τους δρόμους της ζωής του.

ΠΡΟΩΘΗΣΤΕ ΤΟ

Στης κοινωνίας το ανθρώπινο πέλαγος
παίζονται καθημερινά θεατρικές σκηνές
με το ντύμα των προσωπείων της.
Δίκοπο μαχαίρι της αδιαφορίας το βλέμμα
και της απονιάς το πάτημα στο σβέρκο,
γεννοβολώντας το αχ! του πόνου
μαραζώνουν κάθε ευαίσθητη πνοή ζωής.
Ανέμου κύλισμα της απληστίας το μακρύ χέρι
ξεπροβάλλει ξεθαρρεμένο, σαν κακό όνειρο
και όλο μακραίνοντας σαν του καραγκιόζη
θερίζει αδιάκοπα στα ξένα χωράφια
και ξεγυμνώνει της ηθικής το ντύμα.
Στους ανθώνες της ζωής
άχρωμοι και άοσμοι οι παραλογισμοί
κακοφορμίζουν τις ψυχές,
καθώς γλιστρούν στην τσουλήθρα του χρόνου,
έως ότου ρόδινα σύννεφα φιλανθρωπίας
αγκαλιάζουν το λουλούδι της ζωής
με ένα χαμόγελο στα χείλη
φωτοχυμένο με το ντύμα της αγάπης
σαν τον πρωινό ήλιο στην πλάση,
σαν χιονισμένη κορυφή στο φεγγαρόφωτο,
σαν ένα φωτεινό παράθυρο στη μαυρίλα της ζωής,
σκορπίζοντας αρώματα αισιοδοξία στις ψυχές
και αγάπης πλημμύρα στις ανθρώπινες σχέσεις.

Χαμογελάστε.
Χαμογελάστε στης αγάπης το χαμόγελο,
δεχθείτε το τόξο αυτής της καμπύλης
και προωθήστε το.

ΑΠΟΜΑΧΟΙ ΖΩΗΣ

Πρόσωπα ρυτιδωμένη θάλασσα
μαρτυρούν τις ανεμοθύελλες των χρόνων,
που μάραναν την ανοιξιάτικη ομορφιά τους.
Χέρια άσαρκα, με δεμένα δάχτυλα,
σκυφτοί και αμίλητοι
σαν τη θάλασσα που σωπαίνει στα λιμάνια,
με το μουγκό πόνο ξέχειλο
να διαβρώνει το μυστικό της χαράς
την ώρα που το εσπερινό φως τους λιγοστεύει,
ταξιδεύουν μόνοι στο χρόνο
αναπολώντας θυμίσεις του παρελθόντος,
όταν το αίμα έβραζε σαν ηφαίστειο
και ο ιδρώτας τρέχοντας στο μέτωπο,
έχτιζαν το μέλλον τους.
Τώρα απόμαχοι της ζωής
νιώθουν αμήχανοι, σαν ξέμπαρκα καράβια
που σκουριάζουν στα μουράγια,
σαν γέρικα άλογα στο χείλος του γκρεμού
και περιμένουν ατάραχοι σαν ζήτουλες
ένα γλυκό χαμόγελο,
ένα ζεστό, χριστιανικό χέρι, σαν φτερούγα
να μετριάσει την απόγνωση της μοναξιάς τους
να δουν ξανά γαλανό τον ουρανό
να χαρούν την ανατολή του ήλιου
να αισθανθούν ότι υπάρχουν
και πως μπορούν να ρουφήξουν
και την τελευταία σταγόνα ζωής.
Με βλέμμα απλανές σαν το πέταγμα του γλάρου
και γεμάτο πόνο και απορίες
χαϊδεύοντάς μας τις ευαίσθητες χορδές
μας θυμίζουν τον κύκλο της ζωής.
Εκεί που είστε, ήμασταν
και εδώ που είμαστε, θα έρθετε
κωπηλατώντας τη βάρκα του χρόνου.

ΒΡΑΧΟΣ ΑΝΤΙΣΤΗΡΙΞΗΣ

Βράχος αντιστήριξης
στο κατρακύλισμά μας η συγγνώμη
μας φτερουγίζει ν’ αγκαλιάζουμε
το ελπιδοφόρο ξύπνημα του ήλιου.
Γιατρεύοντάς μας τις πληγές
που συμπληγάδες στήθηκαν στις σχέσεις
και μ’ ανθισμένα της κρίσης τα λουλούδια
μας οδηγεί σαν ιχνηλάτης
να περπατήσουμε αγκαλιασμένοι
στα ολόφωτα τοπία της ζωής,
σφυρηλατημένοι στ’ αγκάθια του πόνου
και ευωδιασμένοι στ’ αρώματά της.

ΚΟΛΑΚΕΣ

Κόλακες ιχνών που αμαυρώνουν τη ζωή μας,
οι διακηρύσσοντες ότι το μέλλον
είναι αναγνώσιμο στην κόψη των σπαθιών
και στους κεραυνούς των όπλων.
Δημαγωγοί, με εύγλωττες ρητορείες
χαλιναγωγώντας την κρίση της λογικής
σπέρνουν αβεβαιότητα και αμφιβολίες
στην παγκόσμια κοινότητα
για να θερίσει θολούς ορίζοντες,
με άψυχα, διαμελισμένα κορμιά στα ερείπια
και τη φτερούγα του τρόμου γοργόφτερη
να ταξιδεύει στους ταραγμένους δρόμους.
Σκηνές τραγωδίας στο θέατρο του παραλόγου.
Οι ίδιοι τρίβοντας τα χέρια στις συνεστιάσεις
του αόρατου κάστρου των ανομιών,
καραδοκούν σαν όρνεα στην τροφή,
σαν λύκοι που χαίρονται στην αναμπουμπούλα,
και γεμίζοντας το ταγάρι τους, αδιαφορούν
για τις αστείρευτες πηγές ποταμών αίματος,
που αχνίζοντας ποτίζουν εδάφη αντεκδίκησης
και ανδρώνουν τον ψυχοφθόρο φόβο,
που σαν γλάρος πλανιέται στη γη
μαραίνοντας τα λουλούδια της ζωής.
Αδιάψευστοι μάρτυρες οι έρημοι του Ιράκ
που γέμισαν ανάσκελα κορμιά
με ένα Γιατί; κρεμάμενο απ’ τα χείλη τους
και ανθισμένα λουλούδια μίσους στους δίδυμους πύργους
απ’ τους διακηρύσσοντες ότι το μέλλον
είναι αναγνώσιμο στην κόψη των σπαθιών
και στους κεραυνούς των όπλων.

ΚΡΑΤΙΚΗ ΥΠΑΡΞΗ

Του χρόνου το βιβλίο
όσο και να το φυλλομετρούμε,
κράτος δίχως χώμα δε θα βρούμε.
Το κράτος σαν το δέντρο θέλει γη,
θέλει χώμα να ριζώσει
και βγάζοντας φύλλα στα κλαδιά
σκιάζει το χώρο του για να συγκεντρώνει
τους απανταχού καλλιεργητές του,
που σκορπίστηκαν εδώ κι εκεί
σαν τα φθινοπωρινά φύλλα
απ’ τον άγριο, δυνάστη βοριά
τη στιγμή της επέλασής του.
Στου χρόνου τα γυρίσματα
και κάτω απ’ τις ολόλευκες φτερούγες
του αιωρούμενου περιστεριού,
δυναμώνοντας τις ρίζες του
και βγάζοντας λουλούδια στα κλαδιά
σκορπάει αρώματα αισιοδοξίας
και ευτυχία στους καλλιεργητές του,
που σεβόμενοι τους κανόνες τους
πανηγυρίζουν στη σκιά τα γενέθλιά του.
Περαστικός διαβάτης ο άνεμος
ανεμίζει το σύμβολο
της εθνικής του υπερηφάνειας
και μεταφέρει γύρω του και πέρα
το άρωμα της κρατικής του ύπαρξής.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Ανελέητος τσέλιγκας ο βοριάς
επίμονα σφυρίζοντας ανθρώπους σαλαγάει
μες στου σπιτιού τους τη ζεστή φωλιά.
Φοβισμένα τ’ ουρανού τα σύννεφα
τρέχουν γοργοπόδαρα στον άγνωστο καιρό.
Έρημοι οι δρόμοι, μοναχικοί
στης νύχτας το σεντόνι τυλιγμένοι
με το βοριά αφηνιάζοντας να ξεψυχά,
να χάνει την πνοή του.
Μες στην απέραντη, της νύχτας σιγαλιά
απρόσμενες, κάτασπρες πεταλούδες
αργοπετούν οι νιφάδες του χιονιού
και χορεύοντας ξέφρενο χορό
ξεκουράζονται στην παγωμένη γη.
Ασπιδοφόρος τοξότης ο άρχοντας του φωτός
ρίχνοντας της φαρέτρας του τα φωτεινά βέλη
διώχνει μακριά το ρασοφόρο σκότος
και θωπεύοντας αργοξυπνάει την παγωμένη πλάση.
Οι καμινάδες, σημάδι ζωής,
λιβανίζουν τους διαυγείς αιθέρες.
Ο κόρακας κράζοντας μονότονα
πετάει στα ολόλευκα κλαδιά των δέντρων.
Στο κατάλευκο σεντόνι της γης
τρέχουν χαρούμενες, παιδικές φωνές,
που δίνουν σάρκα και οστά
στο χιονάνθρωπο της αυλής
με την πίπα και το ζεστό κασκόλ του.
Πολικό κάδρο η φύση
ντυμένη το ολόλευκο φόρεμά της
τουρτουρίζει την τυλιγμένη στα μάλλινά ζωή
και με τα κρούσταλλα σπαθιά
να απειλούν της γης τα σωθικά
της θυμίζει,
πως ο γερο-χειμώνας συντροφεύει την πλάση.

ΣΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ

Άστραψε μέσα μου ο κεραυνός
και φώτισε τη μορφή σου,
σαν καρυάτιδα στεκόσουνα
κόκκινο τριαντάφυλλο η θωριά σου.
Σαν ηλεκτρισμός με διαπέρασες
και άναψες μια φλόγα στο κορμί μου,
θολώνοντας της λογικής μου τον ειρμό
μαγνήτης έγινες στο βήμα μου
και της ψυχής μου κυβερνήτης
και σαν τη βάρκα στο λιμάνι
πλάι σου αγκυροβολώ.
Το βλέμμα σου δοξάρι
στις χορδές του έρωτα,
με καλεί στης συναυλίας το ρυθμό.
Ως υλικά για μελλοντικές μνήμες
μέσα από αυθόρμητους,
της άνοιξης, ερωτικούς κελαηδισμούς
φτερά κάνουμε τα χέρια μας,
στου έρωτα το πέταγμα
σαν πεταλούδες ερωτοτροπώντας
ανάλαφροι πετάμε.

ΑΧ! ΤΙ ΠΟΝΟ

Γοργόφτερο και ανέμελο παιδί ο έρωτας
στων λουλουδιών τον μυρωδάτο κήπο
κλαδεύοντας απρόσεκτα τριαντάφυλλα
ξεφώνισε με τρόμο:
-Αχ! Τι πόνο προξενεί
ένα τόσο μικρό αγκαθάκι!
Ροδομάγουλα τριαντάφυλλα
που κρυφακούν πολλά τα βράδια
τυλιγμένα στο χλομό φως του φεγγαριού,
βλέποντας τις μαδημένες μαργαρίτες
μες στο πράσινο χορτάρι,
με τον μυρωδάτο ανασασμό τους
του ψιθύρισαν στα αυτιά του:
-Σκέψου, τι πόνο προκαλούν
τα βέλη σου τα τόσα
μες στο λάβρο πόθο βουτηγμένα,
που με ευκολία τα σκορπάς
στο ανθρώπινο το σώμα.

ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Στου χειμώνα την κρύα αγκάλη
και στου άγριου βοριά το χάδι
τρέμεις άψυχο ξεροκλάδι.
Μα στης άνοιξης το χάδι
τρέχεις, τρέχεις ψυχωμένη
τα πρωτεία να προλάβεις
και στης φύσης το μπαλκόνι
σαν νυφούλα στολισμένη
ολάνθιστη ξεπροβάλλεις.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΜΠΟΡΑ

Φως εκτυφλωτικό διέσχισε
τη μελανόμορφη φτερούγα τ’ ουρανού
αργοσαλεύοντας στον άγνωστο καιρό
και η βροντερή φωνή του Δία,
αχολογώντας στα φαράγγια
προειδοποιούσε για το άνοιγμα
όλων των ουράνιων κρουνών.
Παρασυρμένος ο Αίολος
έλυσε τους κόμπους των ασκών του.
Άγριο το ράπισμα της μπόρας, ξεθυμαίνει
με τις τελευταίες σταγόνες βροχής,
που σαν δάκρυα αργοκυλούν στα δέντρα.
Ασπιδοφόρος τοξότης
προβάλλοντας ο άρχοντας του φωτός
με των ακτίνων του το ραβδί
τις μεταμορφώνει σε διαμάντια
και στο πλατύ μέτωπο τ’ ουρανού
για την προσφορά αγάπης
δένει μια πολύχρωμη κορδέλα
στις ίριδας τα χρώματα.
Οι γιοι της βροχής βγαίνουνε σεργιάνι
αγκομαχώντας στο βάρος του σπιτιού.
Τα πουλιά τινάζοντας το πτέρωμα
ριπές ρίχνουνε μελωδικές
στον ατρικύμιστο αέρα.
Τα κεραμίδια λάμπουν πάστρα,
η φύση αστράφτει πεντακάθαρη
απ’ της βροχής το χέρι
και στον ολόφωτο άρχοντα παραδίδονται
στίλβωμα να τους κάνει.

ΣΥΛΛΑΒΙΣΤΟΙ ΗΧΟΙ

Με ήχους συλλαβιστούς
σαν χέλι γλιστρούν οι λέξεις
απ’ το φράχτη των δοντιών,
αγκομαχώντας στο φορτίο
του εννοιολογικού τους περιεχομένου.
Ανοίγοντας φτερά στους ανέμους,
γίνονται άπιαστα πουλιά
στα πελάγη της ζωής,
αφήνοντας πίσω τους
άλλοτε ένα θρόισμα φύλλων,
άλλοτε την καταστροφή της θύελλας
και άλλοτε ένα ρόδινο πρωινό
με τόξα ευτυχίας των χειλιών
και λουλούδια αγάπης στα χέρια.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Μεσουρανίς αρμενίζει
στη μπουνάτσα της γαλάζιας θάλασσας
το καράβι του άρχοντα του φωτός.
Επιθετικές, πύρινες σαΐτες
της φαρέτρας του οι φωτεινές ακτίνες
φοβίζοντας το δροσερό μαΐστρο
άλλαξε δρομολόγιο
και χάθηκε καλπάζοντας.
Η άσφαλτος φόρεσε τους αντικατοπτρισμούς.
Η κόλαση στην επιφάνεια της γης.
Άρρωστη μέρα με υψηλό πυρετό.
Ρυάκι ο ιδρώτας αργοκυλάει το σώμα.
Πού είστε τόποι του χωριού
με τη δροσιά της κρουσταλλένιας βρύσης
και εσύ, γερο-πλάτανε ισκιερέ,
με το κελάρυσμα μελωδικό τραγούδι
δροσιά και ξεγνοιασιά να μας χαρίζετε
στης μέρας το λιοπύρι!

ΥΛΙΚΗ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ

Άβυσσος η ανθρώπινη ύπαρξη,
φτερουγίσματα πουλιών οι σκέψεις της
αργοπετούν μεταξύ ουρανού και γης
βασανίζοντας τα κλαδιά της λογικής.
Θολωμένη προσκυνώντας στο ναό του εγώ
ξεχνάει το νόημα της δημιουργίας της.
Έως ότου κάποια καταιγίδα των καιρών
κεραυνοβολεί την υπαρξιακή της πορεία
και μέσα απ’ τη ματαιότητα της ύλης,
ιός μόλυνσης της ανθρώπινης ψυχής,
αναζητώντας μιαν αχτίδα ρόδινης αυγής
στους νυχτωμένους δρόμους
φτερουγίζουν και πάλι οι σκέψεις της.
-Μα που με ταξιδεύει αυτός ο άνεμος;
Ριγώνοντας την ταραγμένη θάλασσα
το άρωμα των λουλουδιών της κρίσης
και ξεδιψώντας στην Πηγή της Ζωής
ξαναβλέπει στο φως της δημιουργίας
το αληθινό νόημα της ύπαρξής της.