«

»

Οκτ 03

Νέα συγκομιδή λέξεων: Λέξεις – Λέξεις – Λέξεις (2)

Παιδιά, ανταποκριθήκατε με ζήλο στην εργασία για τα αχώριστα μόρια: βρήκατε πολλές (συχνά σπάνιες ή άγνωστές σας) λέξεις, ψάξατε τη σημασία τους σε Ηλεκτρονικά Λεξικά και (κάποιοι από εσάς) τις χρησιμοποιήσατε σε δικά σας συμφραζόμενα. Το αποτέλεσμα της προσπάθειάς σας να συνταιριάξετε τόσο ετερόκλητο υλικό ήταν απολαυστικό (και γόνιμο συνάμα).

Όμως, η λίστα μεγάλωσε επικίνδυνα και το διαδίκτυο έχει τους δικούς του κανόνες. Καθώς καταφθάνουν νέες εργασίες, θεωρώ σκόπιμο να ξεκινήσω μια ακόμη δημοσίευση (έτσι αποκαλείται στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό περιβάλλον αυτό που στα βιβλία χαρακτηρίζεται ως  κεφάλαιο ή ενότητα).

Απολαύστε, λοιπόν, καινούριες λέξεις και ιστορίες!


Η Ελεάννα Σκιαδά ασχολήθηκε με το αχώριστο μόριο δυσ-. Έψαξε τις σημασίες στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη και τις παραθέτει εδώ:

Δυσαναπλήρωτος: που δύσκολα αναπληρώνεται, κυρίως για απουσία πολύ αξιόλογου ή αγαπητού προσώπου(δυσαναπλήρωτη απώλεια, ο θάνατός του άφησε δυσαναπλήρωτο κενό)

Δυσανεξία: παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός δεν μπορεί να ανεχθεί ορισμένες τροφές ή άλλες ουσίες

Δυσαρθρία: δυσκολία στην άρθρωση των λέξεων

Δυσαρμονία: έλλειψη αρμονίας  1. Έλλειψη αναλογίας, ισορροπίας ή συντονισμένης λειτουργίας των μερών ενός συνόλου χρωμάτων 2. Έλλειψη συμφωνίας, διαφορά απόψεων ή στόχων, που έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη συμπόνιας ή συνεργασίας

Δυσβάστακτος: που δύσκολα τον υπομένει κάποιος, αφόρητος, ανυπόφορος

Δυσειδής: δύσμορφος

Δυσεπίλυτος: 1. Για μαθηματικό πρόβλημα που λύνεται δύσκολα 2. Για κατάσταση ή υπόθεση που δύσκολα τακτοποιείται, διευθετείται

Δυσεπούλωτος: για τραύμα ή πληγή που δύσκολα επουλώνεται

Δυσήλατος: για μέταλλο που δε σφυρηλατείται εύκολα

Δυσεκπλήρωτος: που δύσκολα εκπληρώνεται

Δυσαρέσκεια: 1. Δυσάρεστο συναίσθημα που προξενεί σε κάποιον κάτι που δεν το εγκρίνει, δεν το επιθυμεί και που συνήθως εκδηλώνεται με λόγια ή με πράξεις 2. Μορφή επίπληξης προϊσταμένου σε υφιστάμενό του, κυρίως με το ρήμα εκφράζω

ΠΗΓΗ: Λεξικό Τριανταφυλλίδη, (www.greek-language.gr)

Η ιστορία της Ελεάννας έχει τίτλο ¨Ο Τόμι και ο πατριός του» .

Σημειώνεται ότι η Ελεάννα χρησιμοποίησε και λέξεις από δυσ- που απαντούν στην Επιτομή του Λεξικού Κριαρά, αφορούν δηλαδή τη μεσαιωνική δημώδη γλώσσα (με απλά λόγια, αυτή που χρησιμοποιούσε ο απλός λαός στο Βυζάντιο). Να, λοιπόν,  κι ένα μικρό κουίζ: ποιες είναι οι λέξεις αυτές και ποια η σημασία τους; Για να το μάθετε, δεν έχετε παρά να ανατρέξετε σε εκείνο το Λεξικό (οδηγίες έχουν δοθεί σε άλλη δημοσίευση).

Θα μου πείτε: τι δουλειά έχουν λέξεις που πλέον δε χρησιμοποιούνται μέσα σε ένα νεοελληνικό κείμενο; Να σας απαντήσω χαριτολογώντας: παραμύθι έγραψε η Ελεάννα, οπότε όλα επιτρέπονται.


Ο θάνατος του πολυαγαπημένου του πατέρα, του είχε δημιουργήσει ένα τεράστιο δυσαναπλήρωτο κενό στην καρδιά του. Μετά την απώλεια αυτού του σημαντικού προσώπου, κάθε μέρα ήταν άθλια για τον μικρό Τόμι. Ο άνθρωπος που του έμαθε πώς να χρησιμοποιεί τη σφεντόνα του, πώς να συμπεριφέρεται σωστά και πώς να δείχνει δυνατός, ακόμα και όταν μέσα του σπάραζε, είχε πια χαθεί…

Τώρα πια ζούσε με τημητέρα του, η οποία είχε παντρευτεί, μετά το θάνατο του πρώτου άντρα της βέβαια, ένα δυσάγκαλο και πολύ αυστηρό άντρα. Τον άντρα που αποτελούσε πλέον τον πατριό του Τόμι. Έναν άντρα με τον οποίο το μικρό αυτό αγόρι βίωνε μία σχέση με στοιχεία τέλειας δυσαρμονίας.

Καθημερινά ο δυσειδής πατριός του Τόμι, τον υποχρέωνε να κάνει όλες τις βαριές δουλείες. Και όχι να πλένει και να σφουγγαρίζει, αλλά να φτιάχνει τη σκεπή του σπιτιού, από την οποία έμπαιναν συνεχώς νερά μέσα στο σπίτι, να βάφει την αποθήκη, ακόμα και να φτιάχνει το αυτοκίνητο όποτε εκείνο χάλαγε. Έτσι λοιπόν το μικρό αγόρι γυρνούσε συνεχώς με ένα δύσκαμπτο και δυσήλατο μέταλλο στο χέρι, που χρησιμοποιούσε ως εργαλείο για όλες τις αγγαρείες που έπρεπε να κάνει.

Βέβαια, κάποιες στιγμές της ημέρας ο Τόμι κατάφερνε και το έσκαγε από το σπίτι και πήγαινε στη πλατεία του χωριού, όπου έβρισκε τους φίλους και περνούσε έτσι (μόνο για λίγο) ευχάριστα το χρόνο του. Οι φίλοι του Τόμι ήταν δύο αγόρια της ηλικίας του: ο Γιαννάκης και ο Νίκος. Ο Γιαννάκης παρουσίαζε δυσαρθρία, ενώ ο Νίκος παρουσίαζε δυσανεξία στο κρέας. Ο Τόμι τους αγαπούσε πολύ και τους βοηθούσε να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους, γιατί ήταν φίλοι του και τον στήριζαν παρά πολύ πριν και μετά το θάνατο του πατέρα του.

Ο καιρός περνούσε, αλλά τίποτα δεν άλλαζε στη θλιβερή ζωή του. Η δυσαρέσκεια που ένιωθε ήταν φανερή και αυτό εκνεύριζε τον πατριό του.  Ώσπου μία μέρα ο Τζακ (έτσι έλεγαν τον πατριό του), τον χτύπησε τόσο δυνατά στο πρόσωπο,  που ο πόνος ήταν δυσβάστακτος. Ο Τόμι αποφάσισε να πάρει δραστικά μέτρα: Μέσα σε ένα απόγευμα μετέτρεψε το δωμάτιό του σε απόρθητο και δύσδοτο οχυρό και μαζί με τους δύο καλούς του φίλους κατάφερε να κρατήσει τον πατριό του σε απόσταση, έχοντας ως κύριο στόχο να καταφέρει να τον διώξει από το σπίτι. Πόσες παγίδες του έστησαν και πόσες φάρσες του έκαναν, δε λέγεται!

Σε κάποια στιγμή της μάχης, μάλιστα, ο Τζακ πατώντας κάτι βόλους που είχαν αφήσει τα παιδιά στο πάτωμα έπεσε από την κεντρική ξύλινη σκάλα του σπιτιού. Η πτώση προξένησε μία τεράστια δυσεπούλωτη πληγή στο μέτωπό του. Αυτό ήταν και το τελειωτικό χτύπημα. Απίστευτα εκνευρισμένος πήγε στο δωμάτιο του, μάζεψε τα πράγματά του , κατέβηκε σαν κυνηγημένος τα σκαλιά και πριν κλείσει πίσω του την πόρτα της εξόδου φώναξε: ‘Αυτή η κατάσταση που επικρατεί εδώ μέσα δεν είναι απλώς δυσεπίλυτη είναι ανυπόφορη. Φεύγω!’

Αυτή η μάχη είχε νικητή. Μάλιστα, μόλις γύρισε η μαμά του Τόμι από τα ψώνια της και έμαθε τι είχε συμβεί άρχισε να κλαίει και να χτυπιέται στο πάτωμα. Αλλά ο Τόμι δεν νοιάστηκε, όπως εκείνη δεν είχε νοιαστεί για κείνον τόσο καιρό.

Η Έλενα Βαμβακάρη ασχολήθηκε με το λόγιο αχώριστο μόριο διχο-. Προσέξτε ότι παραθέτει πολλές λέξεις που ανήκουν στην ίδια οικογένεια λέξεων:

διχογνωμία=
διαφωνία, ύπαρξη δύο διαφορετικών απόψεων
διχογνωμώ=
διαφωνώ με κάτι
διχόνοια=
εχθρότητα,αντιπαλότητα
διχοστασία=
ύπαρξη διαφορετικών απόψεων,διχογνωμία
διχοτόμηση=
διαιρέση σε δυο ίσα μερή στον πολλαπλασιασμό (μαθηματική έννοια)
διχοτομία=
η διαίρεση ενος συνόλου σε δύο μέρη που διαφέρουν
διχοτομικός=
που  σχετίζεται  με τη διχοτόμηση ή με τη διχοτομία
διχοτόμος
η ευθεία που χωρίζει μία γωνία σε δύο ίσα μέρη.
διχοτομώ
διαρώ κάτι σε δύο ίσα μέρη

Δύο αδέρφια είχαν  μεγάλη διχογνωμία για ένα κληρονομικό ζήτημα. Η διχοστασία τους αφορούσε το ποιος θα κληρονομήσει το σπιτι που άφησε ο πάμπλουτος θείος τους. Ο ένας δήλωνε μουσικός και έπαιζε απλώς δίχορδα όργανα και ο άλλος μαθηματικός και  ασχολούταν  με  διχοτομήσεις και διχοτόμους. Έτσι, λοιπόν, υπήρχε διχόνοια μεταξύ των δύο αυτών αδερφών. Τσακώνονταν και διχογνωμούσαν διαρκώς για τη βούληση του θείου.  Οι φίλοι τους τους πρότειναν  να προσπαθήσουν να διχοτομήσουν το σπίτι και να το μοιραστούν, αλλά η προοπτική αυτή δεν έβρισκε σύμφωνο κανέναν τους. Πράγματι, καμιά γεωμετρική ενέργεια δε χρειάστηκε (ούτε διχοτομία ούτε διχοτόμηση), γιατί η  διαθήκη έλεγε ότι το σπίτι δωρήθηκε από τον αρχικό ιδιοκτητή σε ένα ορφανοτροφείο!

Σημείωση: ενώ η λέξη δίχορδο ξεκινά από διχο…. και το Ηλεκτρονικό Λεξικό τη δίνει ως αποτέλεσμα της αναζήτησής μας, η λέξη είναι σύνθετη από το αριθμητικό δύο + το ουσιαστικό χορδή.

Συμπέρασμα: ελέγχουμε τα αποτελέσματα σε παρόμοιες αναζητήσεις!


Η Παναγιώτα Κριτσέπη έστειλε λέξεις παράγωγες με το αχώριστο μόριο περί-

περιβόητος -η -ο : (συνήθ. αρνητ. για πρόσ.) για τον οποίο έχει γίνει πολύς και από      πολλούς λόγος· που είναι σε όλους γνωστός· διαβόητος: ~ απατεώνας.

περιβολή : (λόγ.) ενδυμασία, φορεσιά, στολή: Επίσημη ~. (έκφρ.) (με)                 αδαμιαία* ~.

περιγελώ : γελώ σε βάρος κάποιου καταφρονητικά, τον

κοροϊδεύω, τον χλευάζω: Mην τον περιγελάτε, το δύστυχο.

περιδιάβαση η : 1. περίπατος, περιπλάνηση εδώ κι εκεί· σεργιάνι. 2. (μτφ.) θεώρηση γενική, που δεν επιδιώκει πληρότητα ή συστηματική παρουσίαση ή διερεύνηση: Mια σύντομη ~ στη μεταπολεμική ποίηση.

περιεργάζομαι : εξετάζω κτ. παρατηρώντας το με πολλή προσοχή και στις λεπτομέρειές του, για να γνωρίσω τις ιδιότητές του, τη λειτουργία του, την κατάστασή του κτλ.

περίλυπος -η -ο : καταλυπημένος: Περίλυπο ύφος.

περιπλάνηση η : 1. το να περιπλανιέται κάποιος, να περιφέρεται εδώ κι εκεί άσκοπα, χωρίς λόγο. 2. (μτφ.) σε νοητό χώρο: H περιπλάνησή του στους ανεξερεύνητους χώρους της νεότερης ποίηση

περισώζω -ομαι : σώζω κτ. από ένα σύνολο που καταστράφηκε· διασώζω: Προσπάθησε να περισώσει ό,τι δεν είχε ακόμα καταστραφεί εντελώς. Tουλάχιστον ας περισώσουμε την αξιοπρέπειά μας.

περιχαρής -ής -ές : γεμάτος χαρά· όλος χαρά· καταχαρούμενος.


Η Παναγιώτα μάς έστειλε μια ιστορία με λέξεις παράγωγες με το αχώριστο μόριο περι-

Κάποτε, επισκέφθηκε την Ελλάδα ένας περιβόητος ξένος περιηγητής. Αφού περιπλανήθηκε σε πολλά μέρη, έφτασε κατάκοπος σε ένα χωριό και περιδιάβαινε τα σοκάκια του .Η περιβολή του ήταν άθλια και τα παιδιά τον περιγελούσαν. Αυτός δεν ήξερε τη γλώσσα τους και ένιωθε πολύ μόνος .

Όταν βράδιασε, μπήκε στο καφενείο περίλυπος και κάθισε σε μια γωνιά. Όλοι τον κοιτούσαν περίεργα και σιγοκουβέντιαζαν μεταξύ τους. Ύστερα από πολλή ώρα ένα γεροντάκι πλησίασε τον άγνωστο και τον κάλεσε χωρίς περιστροφές να τον φιλοξενήσει. Αυτός δέχτηκε περιχαρής και έφυγαν παρέα. Πατώντας σε λάσπες και νερά έφτασαν σε ένα σπιτάκι, όπου έμενε αυτός και η οικογένειά του. Δίπλα σε ένα καλύβι είχαν και τα ζώα τους.

Η νοικοκυρά τούς υποδέχτηκε παραξενεμένη και έστρωσε στο ξένο να κοιμηθεί. Αυτός  συγκινημένος την ευχαρίστησε με νοήματα. Τα μεσάνυχτα άκουσε μέσα στον ύπνο του φωνές και βελάσματα. Το καλυβάκι είχε πλημμυρίσει από τη δυνατή βροχή που έπεφτε όλη νύχτα και τα ζώα κινδύνευαν να πνιγούν. Τότε ο ξένος πετάχτηκε έξω και πάλεψε μαζί με το φτωχό γέροντα να γλυτώσει τα ζώα. Έτσι βοήθησε την οικογένεια που τον δέχτηκε στο σπίτι της σαν δικό της άνθρωπο να περισώσει το βιος της .

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων