Μεγάλη Παρασκευή-Δος μοι τούτον τον ξένον

 

Vincent van Gogh: Pietà, 1889 (Κατ’ απομίμηση έργου του Eugene Delacoix)

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής  ψάλλεται ο όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου.

Παραθέτουμε το υπέροχο και ταυτόχρονα συγκλονιστικό ιδιόμελο του Γεωργίου Ακροπολίτου που ψάλλεται κατά την έξοδο του Επιταφίου σε ήχο πλ.α’, την αποδόσή του στα νέα Ελληνικά ,το συναξάριο και τον οίκο αυτής της ακολουθίας.

Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·

δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον
ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

***

Τον ήλιο που ‘κρυψε τις ίδιες του τις ακτίνες,
και το παραπέτασμα του Ναού που διερράγη απ’ του Σωτήρα το θάνατο
βλέποντας, ο Ιωσήφ στον Πιλάτο πηγαίνει και τον ικετεύει, λέγοντας:
Δώσε μου τούτον τον ξένο που από βρέφος ξένος φαινόταν στον κόσμο
Δώσε μου τούτον τον ξένο,που τον μισούσαν οι ομοεθνείς Του και τον σκοτώσανε σα να’ταν ξένος
Δώσε μου τούτον τον ξένο,  που ξενίζομαι, σαν βλέπω του θανάτου την παραξενιά
Δώσε μου τούτον τον ξένο, που ήξερε να φιλοξενεί τους φτωχούς και τους ξένους
Δώσε μου τούτον τον ξένο, που οι Εβραίοι απ’ το φθόνο τους τον αποξενώσαν απ’ τον κόσμο
Δώσε μου τούτον τον ξένο, για να τον αποθέσω στον τάφο, μιας και σαν ξένος που ‘ναι, δεν έχει την κεφαλή του πού να κλίνει
Δώσε μου τούτον τον ξένο, που βλέποντάς τον σκοτωμένο η μάνα Του φώναζε:
Υιέ και Θεέ μου, αν και είναι πληγωμένα τα σπλάχνα μου
και η καρδιά μου σπαράζει, επειδή σε βλέπω νεκρό,
δοξάζω, θάρρος παίρνοντας απ’ την ανάστασή Σου
Και μ’ αυτά τα λόγια, παρακαλώντας τον Πιλάτο,
ο σεβαστός παίρνει του Σωτήρα το σώμα,
με δέος το τυλίγει σε σεντόνι νεκρικό και το μυρώνει με σμύρνα, έτσι αποθέτοντας στον τάφο
Εκείνον που παρέχει την αιώνια ζωή και το μέγα έλεος

Απόδοση στα νέα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

 

Συναξάριον

Τγῳ κα μεγλῳ Σαββτῳ, τν θεσωμον Ταφν, κα τν ες ᾅδου Κθοδον το Κυρου κα Σωτρος μν ησο Χριστοορτζομεν δι’ν τς φθορς τμτερον γνος νακληθν, πρς αωναν ζων μεταββηκε.

Στχοι

  •  Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία.
  •  Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν

Ο Οίκος

Ὁ συνέχων τὰ πάντα ἐπὶ σταυροῦ ἀνυψώθη, καὶ θρηνεῖ πᾶσα ἡ Κτίσις, τοῦτον βλέπουσα κρεμάμενον γυμνὸν ἐπὶ τοῦ ξύλου, ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε, καὶ τὸ φέγγος οἱ ἀστέρες ἀπεβάλλοντο, ἡ γῆ δὲ σὺν πολλῷ τῷ φόβῳ συνεκλονεῖτο, ἡ θάλασσα ἔφυγε, καὶ αἱ πέτραι διερρήγνυντο, μνημεῖα δὲ πολλὰ ἠνεῴχθησαν, καὶ σώματα ἡγέρθησαν ἁγίων Ἀνδρῶν. ᾍδης κάτω στενάζει, καὶ Ἰουδαῖοι σκέπτονται συκοφαντῆσαι Χριστοῦ τὴν Ἀνάστασιν, τὰ δὲ Γύναια κράζουσι· Τοῦτο Σάββατόν ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον, ἐν ᾧ Χριστὸς ἀφυπνώσας, ἀναστήσεται τριήμερος.

Δημοσιεύθηκε στην ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΠΑΣΧΑ, ΣΗΜΕΡΑ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση