Ο δε δίκαιος εκ πίστεως μου ζήσεται

Ιστότοπος για το μάθημα των Θρησκευτικών

Πλούτος και πλεονεξία

Ιαν 201827

«Ποιον αδικώ, λέει [ο πλούσιος], προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;

Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει;  Από που τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου; Όπως αυτός που βρίσκει θέση στο θέατρο κι εμποδίζει αυτούς που μπαίνουν ύστερα, θεωρώντας δικό του αυτό που είναι για κοινή χρήση όλων, τέτοιοι είναι οι πλούσιοι. Αφού απόχτησαν πρώτοι τα κοινά αγαθά, τα θεωρούν δικά τους για την προτεραιότητα. Αν έπαιρνε καθένας ό,τι του χρειαζόταν για την ικανοποίηση της ανάγκης του κι άφηνε σ’ όποιον είχε ανάγκη ό,τι ήταν γι’ αυτόν περισσό, κανένας δε θα ήταν πλούσιος, κανένας δε θα ήταν φτωχός.   Γυμνός δεν ήρθες στον κόσμο; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη; Πού τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα;  Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον Δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη γι’ Αυτόν που στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται απ’ τον Θεό, πες μου για ποιο λόγο στα έδωσε; Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός;  Για κανένα άλλο λόγο παρά για να ανταμειφθείς εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για να κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.

Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας· νομίζεις λοιπόν ότι κανένα δεν αδικείς όταν τόσους στερείς από τα αγαθά αυτά; Ποιος είναι πλεονέκτης;  Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος άρπαγας;  Εκείνος που αφαιρεί την περιουσία των άλλων.  Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης, αλλά μήπως και αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό, ενώ μπορεί, δεν αξίζει αυτή την ονομασία;

Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που φυλάς στις αποθήκες σου είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις».

Μέγας Βασίλειος, ομιλία στο “καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω” και περί πλεονεξίας, 7.

Δεν μας σκοτώνει ο Θεός…

Ιαν 201827

Όχι δεν μπορώ σαν Χριστιανός να δεχθώ ότι o Θεός και η Παναγία θέλουν να πεθαίνουν οι άνθρωποι, να σκοτώνονται στις εθνικές οδούς, να σφάζονται στους πολέμους και να υποφέρουν στα ογκολογικά τμήματα των νοσοκομείων.

Ο Θεός που αποκάλυψε ο Χριστός δεν είναι ένας αιμοσταγής μανιακός δολοφόνος, εραστής του θανάτου, που χαίρετε τον κοπετό, τα δάκρυα και την οδύνη των ανθρώπων. Δεν κατασκευάζει θανάτους, δεν προκαλεί δυστυχήματα, δεν ζητά τον θάνατο του ανθρώπου. Διαλέγει να πεθάνει Εκείνος αντί για μας. Ο Σταυρός του θα παραμένει πάντα σκάνδαλο στον παραλογισμό της ανθρώπινης ιστορίας. Πειστήριο ότι ουδέποτε θέλησε τον δικό μας θάνατο, αλλά πέθανε αυτός αντί για εμάς.

«Ο Θεός των Χριστιανών είναι από τους πιο παράξενους, δεν ομοιάζει σε τίποτε με τις ανθρώπινες ιδέες περί Θεού και αυτός ο ανήκουστος χαρακτήρας καθορίζει την πνευματική ζωή….επάνω στον Σταυρό ο Θεός παίρνει το μέρος των ανθρώπων έναντι της ιδίας του της θεϊκότητος, πεθαίνει ο ίδιος για να ζήσει ο άνθρωπος».

Ο Θεός του Χριστού, και των Ευαγγελίων, δεν προκαλεί κακό και έπειτα στέκεται απέναντι από πενθηφόρους ανθρώπους που με ρακένδυτες και ρημαγμένες καρδιές θρηνούν την απώλεια των αγαπημένων τους. Δεν είναι απέναντι στον πόνο τους, αλλά μαζί τους, δίπλα τους, μέσα τους ως πάσχων δούλος.

Ο κόσμος αυτός δεν είναι εκείνος που θέλησε ο Θεός, αλλά εκείνος που η ανθρώπινη ελευθερία παραμόρφωσε και παραχάραξε σε μια ατελείωτη νύχτα θανάτου.

Ο Θεός στο κόσμο αυτόν πάσχει. Πάσχει κάτω από την ελευθερία μας, που τον συκοφάντησε, τον πρόδωσε, τον δίκασε, τον σταύρωσε, τον σκότωσε.

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται κάθε φορά που οι λάθος επιλογές μας και συμπεριφορές, εκείνες οι αυτοκαταστροφικές επιθυμίες μας διαμορφώνουν μια κοινωνία θανάτου.

Όχι δεν προκαλεί ο Θεός τα ατυχήματα και τις αρρώστιες. Αντιθέτως Εκείνος τις μεταμορφώνει σε Πάσχα, σε πέρασμα στην αιωνιότητα Του. Μας συμπαραστέκεται, δεν μας καταδικάζει. Η σιωπή του Θεού είναι τα δάκρυά Του. Η θέση του Θεού σε μια μάνα που θρηνεί το παιδί της, δεν είναι απέναντι της, αλλά δίπλα της μαζί της. Γιατί όπως λέει η Αγία Γραφή ο Θεός ουδέποτε θέλησε τον θάνατο και το κακό.

Οι πηγές του κακού είναι οι εξής: Το φυσικό κακό, το κακό που κάνουμε εμείς στους άλλους, το κακό που κάνουν οι άλλοι σε εμάς, το κακό που κάνουμε εμείς στο εαυτό μας, και ο διάβολος. Ο Θεός δεν έχει καμία σχέση με το κακό αλλά μονάχα με την ομορφιά που στο τέλος ως λέει και ο Ντοστογιέφσκι θα σώσει τον κόσμο.

Ο Θεός δεν παράγει κακό, αλλά όπου το βρει το μεταμορφώνει. Τον θάνατο σε Πάσχα και Ανάσταση.

Μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της ταινίας του Μάρτιν Σκοτσέζε, η «Σιωπή», είναι εκείνη όπου ο Ιάπωνας Κυβερνήτης ζητάει από τον Χριστιανό Ιεραπόστολο, να πατήσει με το πόδι του την εικόνα του Νυμφίου Χριστού, και να τον αρνηθεί δημόσια. Την στιγμή που ο Ιεραπόστολος μπροστά στην απειλή του θανάτου και κυρίως στο δίλημμα του κυβερνήτη, « η πατάς την εικόνα ή τυραννώ τους αιχμάλωτους Χριστιανούς έως θανάτου», ακούει την φωνή του Χριστού να λέει, «Πάτα με, μην φοβάσαι, γι’ αυτό ήρθα στον κόσμο για να με πατάτε…. » Να υποφέρω εγώ για να ζείτε εσείς…

 

Δημιουργία του κόσμου: Επιστήμη και θεολογία

Νοέ 201629

«…άνθρωπος είναι άρρηκτα δεμένος με την υπόλοιπη υλική κτίση…»

«Η αλήθεια του ανθρώπου συνδέεται αδιάρρηκτα με την υπόλοιπη υλική κτίση. Η αλήθεια αυτή θεμελιώνεται στο ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό στο τέλος της Δημιουργίας και αφού είχε προηγηθεί η δημιουργία του υλικού κόσμου και όλου του ζωικού βασιλείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι:

  • στα γνωστικά συστήματα ο άνθρωπος εμφανίζεται πριν δημιουργηθεί ο υλικός και ζωικός κόσμος.
  • Στην Αγία Γραφή συμβαίνει το αντίστροφο. Αυτό δηλώνει την εξάρτηση του ανθρώπου από όλη την προηγουμένη δημιουργία και ιδιαίτερα από το ζωικό βασίλειο. Η θεωρία της εξελίξεως και, εδώ άπτομαι ίσως ευαισθησιών, κανένα πρόβλημα δεν παρουσιάζει για την θεολογία από την άποψη αυτή. Αντίθετα είναι ευπρόσδεκτη κατά το ότι αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος είναι άρρηκτα δεμένος με την υπόλοιπη υλική κτίση καθώς και κατά το ότι η νοημοσύνη για την οποία τόσο πολύ καυχάται και με την οποία καθυποτάσσει και εκμεταλλεύεται την υλική κτίση, δεν αποτελεί αποκλειστικό ιδίωμα του ανθρώπου αλλά μόνο διαφορά βαθμού όχι είδους από τα ζώα, όπως παρατήρησε ο Δαρβίνος. Η θεωρία της εξελίξεως στην σοβαρή και όχι στην γελοιοποιημένη εκδοχή της, καταγωγή από τον πίθηκο κ.λπ., αναφέρεται όχι στο ποιος αλλά στο πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος. Και μόνο η σύγχυση των δύο αυτών ερωτημάτων, όπως συμβαίνει σε μια φονταμενταλιστική προσέγγιση της γραφής, μπορεί να αποτελέσει απειλή για την χριστιανική πίστη. Μια προσεκτική μελέτη των ομιλιών του Μ. Βασιλείου στην «Εξαήμερο» πείθει περί της εξελικτικής δημιουργίας των ειδών. Θεολογία και βιολογία δεν έχουν λόγο να αντιδικούν στο ζήτημα αυτό».

Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, «Ο άνθρωπος και το περιβάλλον: Ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση», Από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου «Επιστήμες Τεχνολογίες αιχμής και Ορθοδοξία», 4-8 Οκτωβρίου 2002.

Ο Άγιος Χρυσόστομος και η οικογενειακή ζωή

Νοέ 201629

Ο θεσμός της οικογενείας σήμερα βρίσκεται σε κρίση παγκοσμίως. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, του οποίου φέτος εορτάζουμε τα 1600 χρόνια από την κοίμησή του, θεωρείται ο δημιουργός της θεολογίας του καθημερινού βίου. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται θέσεις και συμβουλές του αγίου Χρυσοστόμου για το σημαντικότερο μέρος του καθημερινού βίου, την οικογένεια. Διαβάστε όλο το άρθρο »

Βασικοί σταθμοί στην εξέλιξη της χριστιανικής λατρείας

Νοέ 201628

Η χριστιανική λατρεία θεμελιώθηκε κατά την αποστολική εποχή (33-70 μ.Χ.). στις συνάξεις των πρώτων χριστιανών. Ίχνη των πρώτων χριστιανικών ύμνων σώζονται στην Καινή Διαθήκη («ὓμνοι και ᾠδαί πνευματικαί» (Εφεσ. 5,19). Με το «διάταγμα των Μεδιολάνων» (313 μ.Χ.), ελεύθερα πια άρχισε η ανάπτυξη της χριστιανικής λατρείας (κτίζονται ναοί, γράφονται ύμνοι και ευχές), για να συνεχιστεί σ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο. Σπουδαία κέντρα λειτουργικής ανάπτυξης ήταν τα Ιεροσόλυμα (μονή Αγίου Σάββα), η Κωνσταντινούπολη (μονή Στουδίου), η Σικελία κ.λπ. Ιδιαίτερα γόνιμη εποχή ήταν η περίοδος της Εικονομαχίας (8ος – 9ος αι.). Τότε καθιερώνεται η μορφή των ακολουθιών και των ύμνων, που χρησιμοποιούμε και σήμερα.

Διαβάστε όλο το άρθρο »

Πίστη και γνώση

Νοέ 201628

Βασίλειος Στογιάννος

Το ερώτημα για τη σχέση πίστεως και γνώσεως είναι πολύ παλιό. Από τα πρώτα κιόλας βήματά της η Εκκλησία το αντιμετώπισε σ’ αυτή ή σ’ εκείνη τη μορφή του. Και ήταν πολύ φυσικό να αναρωτιούνται οι άνθρωποι ποια σχέση είχε η αποκάλυψη του Θεού, που αποκτούσαν με την πίστη, με τη γνώση τους για τον κόσμο και τον άνθρωπο που είχαν πριν προσχωρήσουν στο λαό του Θεού. Ήταν και η πίστη κατά κάποιο τρόπο μια νέα γνώση για το Θεό και τον άνθρωπο. Ποια σχέση είχε με όσα γνώριζαν μέχρι τότε; Τί το καινούριο έδινε στον πιστό και μέχρι ποια σημείο υποκαθιστούσε, αχρήστευε ή συμπλήρωνε την ανθρώπινη γνώση; Η αποκάλυψη απαιτούσε περαιτέρω πρόοδο των ανθρωπίνων προσπαθειών για γνώση ή μήπως συνδεόταν με μια παραίτηση από κάθε παραπέρα ενασχόληση με την έρευνα;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν ήταν μονοσήμαντη ούτε πάντα ή ίδια. Η ζωή της Εκκλησίας παρουσιάζει στο σημείο αυτό όλες τις δυνατές απαντήσεις, ανάλογες με τις πολιτιστικές προϋποθέσεις και το βαθμό αφομοιώσεως του Ευαγγελίου από τους νέους πιστούς. Προσωπικές εμπειρίες, πολιτιστικό κλίμα και παιδεία έπαιξαν το ρόλο τους στη διαμόρφωση μιας απαντήσεως και στην πρακτική της στην καθημερινή ζωή των πιοτών.

Έτσι στη Κόρινθο, λίγο μετά την ίδρυση της Εκκλησίας, ο Απ. Παύλος αντιμετωπίζει στην Α’ επιστολή του προς την τοπική εκκλησία μια ομάδα χριστιανών που έδειχνε ολοφάνερη προτίμηση προς τη γνώση. Γι’ αυτούς η πίστη ήταν μια προβαθμίδα, που έπρεπε να ξεπεράσει ο άνθρωπος, για να φτάσει τελικά στη γνώση των μυστηρίων της πνευματικής ζωής­ και να γίνει έτσι τέλειος, πνευματικός. Την άποψη αυτή εκπροσωπούσαν και πρακτικά οι «γνωστικοί» της Κορίνθου, θεωρώντας τον εαυτό τους σπουδαίο και ξεχωριστό και υποτιμώντας τους άλλους, αυτούς που περιορίζονταν στην πίστη για να πετύχουν τη σωτηρία. Ο Απ. Παύλος φυσικά δεν μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο, γιατί και θεωρητικά ήταν εσφαλμένο και πρακτικά δημιουργούσε απαράδεκτους διαχωρισμούς στους κόλπους της κοινότητας, θυμίζει κατ’ επανάληψη στους Κορινθίους, πως «η γνώσις φυσιοί, η αγάπη οικοδομεί». Είναι χαρακτηριστικό, πως δεν αντιπαραθέτει στο φούσκωμα, στην αλαζονεία των «γνωστικών» την πίστη, αλλά τήν καθημερινή έκφραση της, την αγάπη, θέλει έτσι να δείξει πως δεν πρόκειται για  ένα θεωρητικό πρόβλημα, αλλά για μια επικίνδυνη πρακτική που μεταβάλλει την ίδια τη καρδιά του χριστιανισμού.

Οι απόψεις του Παύλου όμως δεν εμπόδισαν τον Β΄ και Γ΄ αιώνα πλήθος ανθρώπων να βαδίσει τον ίδιο σφαλερό δρόμο, με μεγαλύτερη μάλιστα επιμονή και φυσικά μεγαλύτερο ξεστράτισμα από την ευαγγελική οδό. Η αίρεση των γνωστικών πήρε το όνομά της από την εκτίμηση προς τη γνώση σαν οδό σωτηρίας, συνδυασμένη βέβαια με μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση του χριστιανικού Ευαγγελίου. Η αποδοχή της γνώσεως ως της μόνης βαθμίδας πνευματικής τελειότητας, γρήγορα δημιούργησε κάστες μέσα στους κόλπους των γνωστικών. Έτσι άλλαξε ουσιαστικά ο χαρακτήρας του χριστιανισμού και οι γνωστικοί βρέθηκαν αυτόματα έξω από την Εκκλησία, αφού πηγή της διδασκαλίας τους είχαν τα δικά τους ανθρώπινα κατασκευάσματα και όχι την αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ. Η γνώση είχε καταπιεί τελείως την πίστη…

Τον ίδιο σφαλερό δρόμο ακολούθησαν και οι αιρετικοί της αρχαίας Εκκλησίας, ο Άρειος, ο Μακεδόνιος και οι υπόλοιποι. Δέχτηκαν βέβαια την αποκάλυψη του Θεού ως βάση της πίστεως, θέλησαν όμως να ερμηνεύσουν τη Γραφή με τα κριτήρια της φιλοσοφικής γνώσεως, όπως τα καταλάβαιναν αυτοί, αδιαφορώντας για την πίστη της Εκκλησίας όπως είχε διαμορφωθεί στο πέρασμα των αιώνων μέσα στην Παράδοσή της.
 
Και έτσι έκαμαν την υποκειμενική γνώση τους κριτήριο για την αλήθεια της πίστεως. Έβαλαν στη θέση του Ευαγγελίου τον ορθό λόγο μιας φιλοσοφικής σχολής, με αποτέλεσμα να φύγουν από την ορθή οδό.
Φυσικά δεν έλειψαν και οι διαμετρικά αντίθετες απόψεις. Άνθρωποι άγευστοι από φιλοσοφική παιδεία, με το ζήλο του νεοφώτιστου έσπευσαν να υποστηρίξουν μια ριζική λύση. Αρνήθηκαν κάθε σχέση ανάμεσα στην αποκάλυψη που εκφράζεται με την πίστη και στη γνώση που παρέχει στον άνθρωπο η εμπειρία και η λογική του. Απέρριψαν βιαστικά κάθε σχέση της πίστεως με τη φιλοσοφία, που άλλωστε ελάχιστα γνώριζαν. Έφτασαν έτσι σε σχήματα, που αν επικρατούσαν θα απομόνωναν τον χριστιανισμό από την ίδια τη ζωή. Γιατί πίστη ξεκομμένη από τις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου, δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στις ανθρώπινες καρδιές και προπαντός απήχηση στους ηγέτες, σ’ αυτούς που στέκονται σαν παράδειγμα για τον κοινό άνθρωπο.
Η Εκκλησία όμως δεν παρασύρθηκε στο αδιέξοδο της φανατικής αρνήσεως, όπως δεν είχε αποδεχτεί ούτε τη μεταβολή της γνώσεως σε κριτήριο της ορθότητας της πίστεως. Και δεν απομακρύνθηκε από τη σωστή οδό, γιατί οι Πατέρες ήταν άγιοι και φωτισμένοι άνθρωποι, με μεγάλη παιδεία και γνήσιο ορθόδοξο αισθητήριο. Σπουδασμένοι στα καλύτερα σχολεία της εποχής, κάτοχοι της φιλοσοφίας όσο και της αγίας Γραφής, με γνώμονα την οικοδομή της Εκκλησίας στις ενέργειές τους, με κριτήριο την αποκάλυψη του Θεού στα μεγάλα θέματα και με στόχο την εξάπλωση του Ευαγγελίου, χρησιμοποίησαν τη γνώση για να περιχαρακώσουν την πίστη από τους αιρετικούς και την πίστη για να δώσουν σωστό προσανατολισμό στην ανθρώπινη γνώση. Ο άγιος Αθανάσιος, ο Γρηγόριος ο θεολόγος, ο Μ. Βασίλειος, ο Γρηγόριος Νύσσης, ήταν όλοι τους βαθειά μορφωμένοι άνθρωποι, κάτοχοι όχι μόνο της θεϊκής, αλλά και της ανθρώπινης σοφίας .Γι’ αυτό βρήκαν τη χρυσή τομή στο πρόβλημα: χρησιμοποίησαν τη γνώση για να υπερασπιστούν τη σωστή πίστη, για να τη συστηματοποιήσουν, για να την κάνουν προσιτή στον πνευματικό κόσμο της εποχής τους. Κι από την άλλη, με τη βαθειά πίστη τους μπόρεσαν να εντάξουν τη γνώση στην υπηρεσία της αγάπης, δείχνοντας έτσι το δρόμο σ’ όλους τους μεταγενέστερους χριστιανούς.
 
Δεν ακολουθήθηκε όμως πάντα η γραμμή των Πατέρων στην πορεία της Εκκλησίας. Στη Δύση κυρίως, που οι επιδρομές των βαρβάρων και η ιστορική πορεία στη συνέχεια διέκοψαν την ομαλή συνέχιση της πνευματικής προόδου, η καλλιέργεια των γραμμάτων ατόνησε και ο κόσμος πέρασε σε μια ταύτιση του παρελθόντος με το χριστιανικό θεολογικό σύστημα. Έτσι, όταν με την αναγέννηση πέρασε η Δύση σε μια νέα άνοδο της φιλοσοφίας και της επιστήμης, οι εκκλησιαστικοί ηγέτες δεν παρακολούθησαν την πρόοδο για πολλά χρόνια. Ξεκομμένοι οι ίδιοι από τα νέα πνευματικά ρεύματα και άμοιροι της νέας παιδείας, δεν μπόρεσαν να αφομοιώσουν τη νέα γνώση. Κι άρχισαν να την πολεμούν, στηριζόμενοι βασικά σε μια γνώση κληρονομημένη από το παρελθόν, που στα μάτια τους όμως είχε ταυτιστεί με την παράδοση της Εκκλησίας. Έτσι αυτόματα υποχρέωσαν τους άμοιρους θεολογικής παιδείας σοφούς της εποχής να πάρουν εχθρική στάση απέναντι στην Εκκλησία, αφού την έβλεπαν σαν τροχοπέδη της γνώσεως του άνθρωπου. Σ’ αυτή την άτυχη ιστορική αντίθεση βρίσκεται η ρίζα του κακού, που αν δεν σταματήσει, μπορεί να οδηγήσει στο μαράζωμα του δυτικού πολιτισμού, αφού του κόβει τις μεταφυσικές του ρίζες, το ίδιο το θεμέλιο της πνευματικής υποστάσεώς του.

Παρότι στην Ανατολή ποτέ η Εκκλησία δεν έφτασε σε τέτοιες ακρότητες, η ιστορική εξέλιξη του δικού μας χώρου, η τάση να μεταφέρονται άκριτα στο τόπο μας όλα όσα συμβαίνουν στη Δύση και η τελική σύνδεση των ακραίων θέσεων με κοινωνικοπολιτικές θεωρίες δημιούργησαν και σ’ εμάς ένα πρόβλημα ανύπαρκτο για όποιον γνωρίζει τη παράδοσή μας. Έτσι εξακολουθούν και σήμερα να εμφανίζονται άνθρωποι που υποστηρίζουν πως η πίστη είναι ασυμβίβαστη με τη γνώση, πως η γνώση θα καταστήσει τελικά άχρηστη την πίστη και άλλα ηχηρά παρόμοια. Πρόκειται για τον απόηχο μιας υπεραισιόδοξης εκδοχής ενός επιστημονισμού, που δεν υποστηρίζεται πια πουθενά σ’ αύτη την αφελή, απλοϊκή του μορφή. Γιατί σήμερα ξέρουμε όλο και περισσότερο τα όρια της δυνατότητάς μας για γνώση. Και πάνω απ’ όλα γνωρίζουμε πως τα μεγάλα ερωτήματα για τη ζωή δεν είναι δεμένα με την απάντησή μας στα επιμέρους επιστημονικά ερωτήματα. Ακόμη αρχίζουν να αναγνωρίζουν οι επιστήμονες τη θετική συμβολή της πίστεως στην εξήγηση του κόσμου, αφού η χριστιανική πίστη, πρώτη αυτή, έβγαλε μέσα από τον άνθρωπο όλες τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες που ήταν ανασχετικός παράγοντας για την έρευνα του κόσμου, Και πάνω από όλα: η γνώση μπορεί να φτάσει μέχρις ένα σημείο, Από κει και πέρα αρχίζει μια νέα δουλειά, η δημιουργία μιας συνολικής εικόνας για τον κόσμο, τον άνθρωπο και την πορεία του. Η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν είναι πια γνώση, αλλά έκφραση πίστεως ή απιστίας. Η επένδυση μιας κοσμοθεωρίας με ψευτοεπιστημονικά επιχειρήματα δεν μπορεί να ξεγελάσει πια κανένα σήμερα. Γιατί είναι διαφανής ο ψευτοθρησκευτικός χαρακτήρας της, όσο και αν επικαλείται μεγάλα ονόματα. Η άρνηση της χριστιανικής πίστεως στο όνομα κάποιας γνώσεως είναι μια χονδροειδής άπατη, που δεν ξεγελά πια. Θα ήταν πιό έντιμο να αρνηθεί κανείς την πίστη στο όνομα της νέας πίστεώς του. Έτσι τουλάχιστο δεν θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί ως ανειλικρινής…

Το σημείο όμως που φαίνεται πως η γνώση έχει τα όριά της και που αφήνει μόνη τη πίστη να συντροφεύσει τον άνθρωπο, είναι η αξιολόγηση των πράξεών του και η λήψη αποφάσεων που καθορίζουν τη σχέση του με τους συνανθρώπους. Εδώ φαίνεται πως η πορεία από τη γνώση στη πρακτική αξιολόγησή της και στην εφαρμογή της δεν εξαρτάται από μια άλλη γνώση, αλλά από μια βασική πίστη που έχει ο άνθρωπος διαμορφώσει από πριν και ανεξάρτητα από τη γνώση του. Η χρησιμοποίηση των αποκαλύψεων για πολεμικούς σκοπούς λ.χ. όπως και η ίδια η απόφαση για τον πόλεμο, αποτελούν ενέργειες της ηθικής βουλήσεως του ανθρώπου που ανάγονται σε έσχατη ανάλυση στη πίστη του για την αξία της ανθρώπινης ζωής και το σκοπό του ανθρώπου πάνω στη γη. Το ίδιο και στις διαπροσωπικές σχέσεις, η αντιμετώπιση του άλλου ως αδελφού ή ως εχθρού, ως μέσου για την ικανοποίηση του Εγώ μας ή ως αδελφού «δι’ ον Χριστός απέθανε», απηχεί τη βασική, πρωταρχική πίστη του ανθρώπου, που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από κανενός είδους γνώση. Όπου μπαίνει στη μέση η ηθική απόφαση μετά από αξιολόγηση των πραγμάτων – κι αυτό συμβαίνει σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές, ατομικές ή συλλογικές -αποφασίζει η πίστη του ανθρώπου, ενώ η γνώση του παρέχει μόνο τα μέσα για την υλοποίηση των αποφάσεών του.

Το συμπέρασμα μας είναι πολύ απλό και ξεκάθαρο: η γνώση δίνει στον άνθρωπο τα μέσα για τον εξανθρωπισμό της ζωής του, τις δυνατότητες να βρεθεί πιο κοντά στο συνάνθρωπο. Την απόφαση όμως για τη σωστή χρησιμοποίηση της γνώσεως την παίρνει κανείς με βάση τη πίστη του, τη βασική θεώρηση και αξιολόγηση της δικής του ζωής και της ζωής των άλλων. Η πίστη δεν υποκαθιστά τη γνώση στην εξήγηση του κόσμου, ούτε θέλει κάτι παρόμοιο. Δίνει όμως η πίστη πάντα το θεμέλιο για μια πραγματικά ανθρώπινη ζωή και συνύπαρξη των ανθρώπων στο κόσμο. Και στο σημείο αυτό είναι αναντικατάστατη, όπως είναι οι ρίζες του δέντρου…

(Βασ.Π.Στογιάννου, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν»)

https://blogs.sch.gr/kantonopou/2010/05/02/βασίλειος-στογιάννος-η-πίστη-είναι-αν/

Το νόημα της αποκάλυψης

Νοέ 201628

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ: Το  νόημα της αποκάλυψης

Δεν αρκεί να πιστεύεις στον Θεό. Σε θεό πιστεύουν όλες οι θρησκείες. Πρέπει να πιστεύεις στον Χριστό. Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού είναι ο Θεός που αποκαλύφθηκε. Γι’ αυτό γράφει και ο Παύλος, ότι ο Χριστός είναι η “εικών του Θεού” (Β’ Κορ. 4, 4) “του αοράτου” (Κολ. 1, 15).

Αυτό είναι λοιπόν το περιεχόμενο της αποκαλύψεως του Θεού. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βαθμίδες αποκαλύψεως. Η πρώτη είναι όταν ο Θεός ανοίγει, εξέρχεται εαυτού, δημιουργεί τον κόσμο (“Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην”)· στην δεύτερη έχουμε την πλήρωση της αποκαλύψεως (“Ο Λόγος σαρξ εγένετο”)· και έχουμε και μιαν τρίτη αποκάλυψη, που είναι η ολοκλήρωση, είναι η μέλλουσα κρίση. Εκεί θα αποκαλυφθεί πάλι ο Θεός, αλλά θα αποκαλυφθεί ως φως για τους αξίους και ως “πυρ καταναλίσκον” για τους αναξίους (“Αποκαλύπτεται οργή Θεού απ’ ουρανού επί πάσαν ασέβειαν και αδικίαν ανθρώπων” (Ρωμ. 1,18)».

Η παρουσία του Θεού ως προσωπικό γεγονός

«Δεν μπορούσα να δεχτώ μια άσκοπη ευτυχία… Άρχισα να ψάχνω για κάποιο άλλο νόημα ζωής, πέρα από εκείνο που μπορούσα να βρω μέσα στις σκοπιμότητες… Άρχισα να διαβάζω το Ευαγγέλιο του Μάρκου. Ενώ διάβαζα τα πρώτα κεφάλαια, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι, στην άλλη άκρη του γραφείου μου, υπήρχε κάποιος. Η βεβαιότητα ότι αυτός ο “Κάποιος” ήταν ο Χριστός που στεκόταν εκεί παράμερα, ήταν τόσο έντονη ώστε ποτέ έως τώρα δεν με έχει εγκαταλείψει.

Το γεγονός αυτό υπήρξε πραγματικά η αποφασιστική μου καμπή. Αφού ο Χριστός ήταν ζωντανός και εγώ είχα ζήσει την Παρουσία του, μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι αυτά που το Ευαγγέλιο έλεγε για τη Σταύρωση του Προφήτη της Γαλιλαίας, ήταν αλήθεια και ότι ο εκατόνταρχος είχε δίκιο όταν είπε: “Αληθώς Υιός Θεού εστί”. … Το απίστευτο γεγονός της Ανάστασης ήταν για μένα πιο βέβαιο από κάθε άλλο γεγονός της ιστορίας. Γιατί την ιστορία πρέπει να την πιστέψω, την Ανάσταση την έμαθα από προσωπικό γεγονός. Η αλήθεια του Ευαγγελίου, για μένα, άρχισε με ένα γεγονός που παραμέρισε όλα τα προβλήματα απιστίας, ακριβώς γιατί ήταν μια άμεση και προσωπική εμπειρία.

Αυτό ακριβώς σημαίνει για μένα πίστη. Από τη μια, δηλαδή, να μην αμφιβάλει κανείς έτσι που να έχει μέσα του σύγχυση και περιπλοκές, από την άλλη όμως να διερωτάται με σκοπό να ανακαλύψει το πραγματικό νόημα της ζωής. Να έχεις, δηλαδή, αυτό το είδος της αμφιβολίας που σε κάνει να θέλεις να ρωτάς, να ανακαλύπτεις όλο και περισσότερο, να θέλεις διαρκώς να ερευνάς».

Bloom, Α. (2009). Μάθε να προσεύχεσαι. Μτφρ. Ε. Γκανούρη. Αθήνα: Η Έλαφος, σελ. 13-15.

ΙΣΛΑΜ: Το νόημα της αποκάλυψης

 «Η πίστη στη θεία αποκάλυψη και την προφητεία αποτελεί το θεμέλιο της ισλαμικής θρησκείας. … Δεδομένου ότι ο Θεός είναι τελείως απρόσιτος, ομιλεί στην ανθρωπότητα μέσω των προφητών και αποστόλων του.

Η αποκάλυψη του Κορανίου περιέχει, κατά τη μουσουλμανική πίστη, το πλήρωμα της ανόθευτης θείας αποκάλυψης και έχει οικουμενικό χαρακτήρα. Προορίζεται για όλους τους λαούς της γης και “κυρώνει” όλες τις προηγούμενες αποκαλύψεις. Η αποκάλυψη αυτή καθορίζει τις σχέσεις του ανθρώπου προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του και μπορεί να οδηγήσει όλη την ανθρωπότητα στην αλήθεια του ενός Θεού. Όλες οι ελπίδες των μουσουλμάνων στρέφονται γύρω από την αλήθεια της αποκάλυψής τους.

Η υπερβατική γνώση του Θεού δίνεται μέσω της αποκάλυψης και δεν είναι περιεχόμενο του ανθρώπινου λόγου. Υπάρχει διαφορά μεταξύ της γνώσης, η οποία προέρχεται από τον ανθρώπινο λόγο, και της άμεσης, εξ αποκαλύψεως, γνώσης του προφήτη. Παρά ταύτα ο μουσουλμανισμός δεν διακρίνει κατηγορηματικά μεταξύ ανθρώπινου λόγου και γνώσης εξ αποκαλύψεως. Ο Μωάμεθ στο Κοράνιο εξαίρει τον ρόλο της ανθρώπινης γνώσης, την οποία θεωρεί ως θεμελιώδη κινητήρια δύναμη του θρησκευτικού και μαζί του συνολικού ανθρώπινου βίου.

… Έτσι, ο μουσουλμανισμός δεν θεωρεί εκ των προτέρων ανίκανο τον ανθρώπινο νου να κατανοήσει το απόλυτο. Δέχεται βεβαίως ότι ο Θεός ως προς την εσωτερική του ζωή, δηλαδή ως προς την ουσία του, είναι απρόσιτος και ακατάληπτος, αλλά ο απρόσιτος Θεός αποκαλύπτεται στον κόσμο, πρώτο, μέσω των θείων ενεργειών, πράξεων και ονομάτων του (φυσική αποκάλυψη), και, δεύτερο και κύριο, μέσω του άμεσου λόγου του, τον οποίο μεταβιβάζει στην ανθρωπότητα διά των προφητών και αποστόλων του (θεία αποκάλυψη). Έτσι, το Ισλάμ διδάσκει ότι ο άνθρωπος γνωρίζει περί Θεού ό,τι ο ίδιος ο Θεός του αποκαλύπτει για τον εαυτό του.

… Ο νους (του ανθρώπου), για να σχηματίσει την έννοια περί Θεού, χρειάζεται απαραίτητα τη βοήθεια της θείας αποκάλυψης. … Η θεία αποκάλυψη όμως δεν είναι συμπλήρωση της ανθρώπινης γνώσης, ούτε νέο είδος γνώσης. Είναι μία πράξη του Θεού, η οποία έρχεται να υπενθυμίσει στον άνθρωπο την αρχική του θρησκεία, την αρχέγονη «διαθήκη» και «αποκάλυψη». Έρχεται να του υπενθυμίσει τη “φυσική θρησκεία” του “ισλάμ”, δηλαδή τη θρησκεία της υποταγής και αφοσίωσης του ανθρώπου στον ένα και μόνο Θεό, για την οποία ο Θεός έπλασε και προόρισε τον άνθρωπο. Επομένως, η αποκάλυψη απευθύνεται προς τη λήθη του ανθρώπου· είναι ανάμνηση της αλήθειας του Θεού.

… Ο Θεός εκλέγει αίφνης ένα προφήτη και του δίδει την εντολή να κηρύξει στο λαό του και τη χώρα του την αλήθεια και τον νόμο του. Ο προφήτης είναι ο πρώτος ο οποίος αφυπνίζεται δια της αποκάλυψης από τον ύπνο και τη λήθη και αποστέλλεται στη συνέχεια να αφυπνίσει τον λαό του και να του υπενθυμίσει το αιώνιο συμβόλαιο, το οποίο ο Κύριος συνήψε με τους ανθρώπους και το οποίο τους υποχρεώνει να πιστεύουν απόλυτα στον ένα και μόνο Θεό».

Ζιάκας, Γρ. (1988). Ιστορία των θρησκευμάτων. Β΄. Το Ισλάμ. Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναράς, σελ. 298 κ. εξ. (απόδοση στη δημοτική).

Κυριακή Προσευχή

Νοέ 201628

Πάτερ

Η Κυριακή προσευχή αρχίζει με αυτή την επίκληση. Μας διδάσκει ο Κύριος να ονομάζουμε τον Θεό Πατέρα. Πατέρα, γιατί είναι ο δημιουργός και πλάστης μας. Ο χορηγός του είναι, της ζωής.

Ημών

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος μας διδάσκει να προσφωνούμε τον Θεό όχι μόνο Πατέρα, αλλά Πάτερ ημών. Πατέρα μας. Όχι Πατέρα μου. Έτσι μας αποτρέπει από μια εγωιστική σχέση με τον Θεό. Υπάρχει ο Θεός και εμείς, όχι ο Θεός και εγώ.

Ο εν τοις ουρανοίς

Ο Πανάγιος Θεός είναι Πατέρας μας, αλλά και ο μόνος εν τοις ουρανοίς Πατέρας. Διευκρινίζει ο άγιος Χρυσόστομος: Δεν περιορίζει δηλαδή τον Θεό στον ουρανό αλλά υψώνει από την γη τον προσευχόμενο και τον προσηλώνει στους ανώτερους χώρους και τις άνω κατοικίες. Την αγιότητα λοιπόν του Θεού Πατρός δηλώνει το “εν ουρανοίς” και όχι τον τόπο του πανταχού παρόντος Θεού

Αγιασθήτω το όνομά σου

Είναι το πρώτο αίτημα της Κυριακής προσευχής. Το “αγιασθήτω” σημαίνει “δοξασθήτω”, κατά τον άγιο Χρυσόστομο.

Δεν έχει ασφαλώς ο άκτιστος Θεός την ανάγκη να δοξάζεται από τα κτιστά του πλάσματα. Θέλει όμως να τον δοξάζουμε, γιατί αυτό ωφελεί εμάς τους ανθρώπους.

Μας προφυλάσσει από τον κίνδυνο να δοξάζουμε τον εαυτό μας με δόξα ψευδή, που δεν μας ανήκει. Η φιλοδοξία είναι γέννημα της φιλαυτίας.

Ελθέτω η Βασιλεία σου

Όταν ο Θεός βασιλεύει στον άνθρωπο, ο άνθρωπος ελευθερώνεται, ειρηνεύει, αναπαύεται, αγιάζεται. Όταν δεν βασιλεύει ο Θεός στον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος στην τυραννία του διαβόλου που τον υποδουλώνει στα πάθη, στην φιλαυτία και τον φέρνει στην ανία, στο κενό, στην πλήξη, στην μοναξιά, κάνοντας την ζωή του κόλαση. Ο σημερινός κόσμος που αρνείται την βασιλεία του Θεού, βασανίζεται από φρικτές δαιμονικές καταστάσεις, όπως την μαγεία, τις δεισιδαιμονίες, τα ναρκωτικά, την τρομοκρατία, τα εγκλήματα, την διάλυση της οικογενείας. Μας διδάσκει λοιπόν ο Κύριος να ζητούμε να έλθη η Βασιλεία του, που κατά τους αγίους Πατέρας είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος.

Γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης

Το εγωιστικό θέλημα εχώρισε τον άνθρωπο από τον Θεό, τον εξώρισε από τον παράδεισο και έγινε αιτία όλων των κακών. Αν δεν απαρνηθή ο άνθρωπος το εγωιστικό του θέλημα και δεν υιοθετήση το άγιο θέλημα του Θεού, δεν μπορεί να θεραπευθει από την βαρειά αρρώστια της φιλαυτίας και του εγωισμού.

Την ανυπακοή του Αδάμ και της Εύας στο άγιο θέλημα του Κυρίου ήλθε να διορθώσει ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, και η νέα Εύα, η Θεοτόκος, με την τελεία υπακοή Τους.

Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον

Με το αίτημα αυτό ζητούμε, κατά τους αγίους Πατέρας, όχι μόνο τον υλικό άρτο, αλλά κυρίως τον πνευματικό Άρτο, που είναι ο Χριστός. Ο Χριστός προσφέρεται σε μας με το λόγο Του και με το Σώμα και με το Αίμα Του. Σε κάθε Θεία Λειτουργία γίνεται αυτή η προσφορά.

Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών

Όσο ο άνθρωπος ζει εγωκεντρικά, δεν μπορεί να συγχωρήσει τον συνάνθρωπό του. Ο θιγόμενος εγωισμός του δεν του το επιτρέπει. Όταν όμως αποφασίσει δια της μετανοίας να ζήσει θεοκεντρικά, τότε συγχωρεί όσους τον εστενοχώρησαν, αδίκησαν και έβλαψαν.

Η απαλλαγή από την μνησικακία θέλει αγώνα, γιατί ο εγωισμός δυναστεύει τον έσω άνθρωπο. Γι’ αυτό ο Κύριος μας εδίδαξε να ζητούμε την συγχώρηση μας από τον Θεό, υπό τον όρο ότι και εμείς θα συγχωρούμε τους πταίοντας σε μας.

Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού

Και μη επιτρέψης, Κύριε, να πέσωμε σε πειρασμό, αλλά γλύτωσέ μας από τον πονηρό.

Δύο ειδών είναι οι πειρασμοί κατά τον άγιο Μάξιμο. Οι ενήδονοι και οι ενόδυνοι. Αυτοί που φέρουν ηδονή και αυτοί που φέρουν οδύνη. Οι πρώτοι είναι εκούσιοι και γεννούν τα πάθη. Οι δεύτεροι είναι ακούσιοι και διώχνουν τα πάθη. Τους εκούσιους πρέπει να αποφεύγουμε. Τους ακούσιους να μη επιδιώκουμε και να απευχώμεθα, διότι είμεθα αδύνατοι και μπορεί να υποκύψουμε΄ αλλ’ όταν έλθουν, να τους υπομένουμε με γενναιότητα ως “καθαρτήριον” της ψυχής.

Ότι Σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα

Είναι φυσικό να τελειώνει η Προσευχή με την δοξολογία του Θεού και όχι με την παράκληση να ρυσθούμε από τον πονηρό. Τον τελευταίο λόγο στον κόσμο έχει ο παντοδύναμος Θεός, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων, και όχι ο διάβολος που κατά παραχώρησιν φαίνεται πολλές φορές να κινή τα νήματα της ιστορίας. Ο διάβολος μπορεί να φέρη αναστάτωση, να επικρατεί προσωρινά στον κόσμο με τα όργανά του, αλλά τελικά θα γίνει το θέλημα του Κυρίου.

Η εξουσία του Αντιχρίστου είναι προσωρινή. Ο Χριστός είναι ο Αιώνιος Κύριος και Βασιλεύς. Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν.

Γι’ αυτό και μόνο στον Τριαδικό Θεό ανήκει η δόξα.

orthodox-answers.blogspot.com

Ορθόδοξη Εκκλησία

Νοέ 201624

Οργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας

«[…] έχουμε αρχικά τις Μητροπόλεις, έπειτα τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες [δηλαδή Εκκλησίες οι οποίες εκλέγουν οι ίδιες τον προκαθήμενό τους] ή τις Αυτόνομες Εκκλησίες [στις οποίες η εκλογή του προκαθημένου επικυρώνεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη].

Οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι δυνατόν να συμπίπτουν με πολιτισμικές κοινότητες, που υπήρξαν κατά το παρελθόν και είναι Αποστολικές [όπως η Αλεξάνδρεια για την Αφρική, η Αντιόχεια για τον σημιτικό κόσμο] ή και με εθνικές κοινότητες. Σε παγκόσμια κλίμακα μετά το Σχίσμα του 11ου αιώνα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έχει πρωτείο τιμής και έχει ένα ρόλο πρωτοβουλίας καθώς και προεδρίας στο σύνολο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Αποτέλεσμα αυτής της θεμελιώδους αρχής της οργάνωσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι η ύπαρξη των τεσσάρων πρεσβυγενών Πατριαρχείων, τα οποία πριν από το χωρισμό Ανατολής και Δύσης, αποτελούσαν μαζί με το Πατριαρχείο της Ρώμης, την Πενταρχία.

Αργότερα έχουμε τις πιο πρόσφατα συσταθείσες Εκκλησίες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες γενικά βρίσκονται σε χώρες παραδοσιακά ορθόδοξες. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο παντού στον κόσμο.

Στη Δυτική Ευρώπη, για παράδειγμα, καθώς και στην Αμερική και στην Αυστραλία, δηλαδή ηπείρους όπου οι ορθόδοξες κοινότητες δεν εγκατεστάθηκαν σε κάποια σημαντική κλίμακα, παρά μόνο κατά τον 20ό αιώνα, οι επισκοπές εξακολουθούν να στηρίζονται σε εθνικά κριτήρια και να συνυπάρχουν στην ίδια την εδαφική περιοχή, υπαγόμενες στις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες της χώρας καταγωγής τους.»

http://www.orthodoxia.be/GRkerk/10orthekklisiakosmos.html

Η Ορθόδοξη Εκκλησία: ενότητα και συνοδικότητα

«Βασική προτεραιότητα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου υπήρξε η διακήρυξη της ενότητος της ορθοδόξου Εκκλησίας. Στηριγμένη στη θεία Ευχαριστία και την Αποστολική Διαδοχή των Επισκόπων, η υφισταμένη ενότητα είναι ανάγκη να ενισχύεται και να φέρνει νέους καρπούς. Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία είναι Θεανθρώπινη κοινωνία, πρόγευση και βίωση των εσχάτων εντός της Θείας Ευχαριστίας. Ως μία διαρκής Πεντηκοστή είναι ασίγαστη προφητική φωνή, παρουσία και μαρτυρία της Βασιλείας του Θεού της αγάπης. Πιστή στην ομόφωνη αποστολική Παράδοση και μυστηριακή εμπειρία η ορθόδοξος Εκκλησία αποτελεί την αυθεντική συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, όπως ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως και επιβεβαιώνεται από τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. Η Εκκλησία μας βιώνει το μυστήριο της θείας Οικονομίας στη μυστηριακή της ζωή με επίκεντρο τη θεία Ευχαριστία.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και καθολικότητά της Συνόδου. Η συνοδικότητα διαπνέει την Οργάνωση, τον τρόπο πού λαμβάνονται οι αποφάσεις και καθορίζεται η πορεία της. Οι ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν συνομοσπονδία Εκκλησιών αλλά την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Κάθε τοπική Εκκλησία, προσφέρουσα την θεία Ευχαριστία, είναι η εν τόπω παρουσία και φανέρωση  της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.»

https://www.holycouncil.org/-/message?inheritRedirect=true

Το πρόσωπο του Χριστού εικονιζόμενο ανά τον κόσμο

Νοέ 201624

Η αχειροποίητη εικόνα του Χριστού στον βασιλιά της Έδεσσας Άβγαρο (Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική ιστορία, «Ἱστορία περὶ τοῦ τῶν Ἐδεσσηνῶν δυνάστου» και Μηναίο Αυγούστου)

  1. «Ο βασιλιάς της Έδεσσας, Άβγαρος, ήταν λεπρός. Άκουσε για τα θαύματα του Χριστού και έστειλε προς Αυτόν τον αρχειοφύλακά του, Ανανία, με επιστολές στις οποίες παρακαλούσε τον Χριστό να πάει στην Έδεσσα να τον θεραπεύσει. Ο Ανανίας ήταν ζωγράφος, γι’ αυτό ο Άβγαρος τον επιφόρτισε να φτιάξει το πορτραίτο του Σωτήρα σε περίπτωση που ο Χριστός αρνείτο να πάει. Ο Ανανίας βρήκε τον Χριστό περιστοιχισμένο από ένα μεγάλο πλήθος και δεν μπορούσε να τον πλησιάσει. Γι’ αυτό ανέβηκε σ’ ένα βράχο από όπου μπορούσε να τον βλέπει καλύτερα. Προσπάθησε να φτιάξει ένα πορτραίτο του Σωτήρα, αλλά δεν μπορούσε «εξ αιτίας της απερίγραπτης δόξας του προσώπου Του, το οποίο άλλαζε δια της χάριτος». Βλέποντας ότι ο Ανανίας ήθελε να φτιάξει το πορτραίτο Του, ο Χριστός ζήτησε νερό, νίφτηκε, σκούπισε το πρόσωπο Του σ’ ένα κομμάτι λινό ύφασμα, και τα χαρακτηριστικά του έμειναν αποτυπωμένα σ’ αυτό το λινό ύφασμα. Είναι γι’ αυτό που η εικόνα αυτή είναι επίσης γνωστή με το όνομα Μανδήλιον. ( Η Ελληνική λέξη μανδήλιον προέρχεται από τη σημιτική λέξη mindil). Ο Χριστός το έδωσε στον Ανανία, και του είπε να το πάρει, με μία επιστολή, στο πρόσωπο που τον είχε στείλει. Στην επιστολή, ο Χριστός αρνείτο να πάει ο ίδιος στην Έδεσσα, επειδή είχε μια αποστολή να εκπληρώσει. Υπόσχετο στον Άβγαρο ότι, όταν θα εκπληρώνετο αυτή η αποστολή, θα έστελλε ένα από τους μαθητές Του προς αυτόν.
  2. Όταν ο Άβγαρος πήρε το πορτραίτο, θεραπεύθηκε από την αρρώστια του, αλλά έμειναν στο πρόσωπό του αρκετά σημάδια. Μετά την Ανάληψη, ο απόστολος Άγιος Θαδδαίος, ένας από τους εβδομήκοντα, πήγε στην Έδεσσα και θεράπευσε το βασιληά πλήρως προσηλυτίζοντάς τον στο Χριστιανισμό. Πάνω στο θαυματουργό πορτραίτο του Χριστού, ο Άβγαρος έγραψε αυτά τα λόγια: «Ω Χριστέ Θεέ, αυτός που ελπίζει σε Σένα δεν θα πεθάνει». Αφαίρεσε ένα είδωλο από το κοίλωμά του πάνω από μία πύλη της πόλης και το αντικατέστησε με την αγία εικόνα. Ο Άβγαρος έκανε πολλά για τη διάδοση του Χριστιανισμού στους υπηκόους του. Αλλά ο δισέγγονός του επέστρεψε στην ειδωλολατρεία και ήθελε να καταστρέψει την εικόνα του Αγίου Μανδηλίου. Γι’ αυτό ο επίσκοπος της πόλης την εντείχισε στο κοίλωμα αφού προηγουμένως τοποθέτησε μία αναμμένη κανδήλα μπροστά της. Έτσι η εικόνα διασώθηκε.

                                                                                           Μηναίο Αυγούστου

αρχείο λήψης

Ερμηνεία της Εικόνας:

Η εικόνα η «αχειροποίητος» είναι πρωτίστως ο ίδιος ο Χριστός, ο σαρκωθείς Λόγος αποκαλυφθείς δια «του ναού του σώματος αυτού» (Ιωάν. 2:21). Είναι γι’ αυτό που η εικόνα του Χριστού αποτελεί μία αδιάψευστη μαρτυρία της θείας ενσαρκώσεως. Δεν είναι μία εικόνα που δημιουργήθηκε σύμφωνα με μια ανθρώπινη επινόηση• αντιπροσωπεύει το αληθινό πρόσωπο του Υιού του Θεού που έγινε άνθρωπος, και προέρχεται, σύμφωνα με την παράδοση, από μία άμεση επαφή με το πρόσωπά Του. Είναι αυτή την πρώτη εικόνα του Θεού που έγινε άνθρωπος που τιμά η Εκκλησία την ημέρα του Αγίου Μανδηλίου.( Ουσπένσκυ Λ.)

 

ΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

« Παλιότερα άρθρα

Translate

Σαν σήμερα

  1. 27/01/: Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος
    Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφάσισε στις 2 Νοεμβρίου 2005 να ανακηρύξει την 27η Ιανουαρίου Διεθνή Ημέρα μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος από το ναζιστικό καθεστώς κατά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ημερομηνία επιλέχθηκε επειδή στις 27 Ιανουαρίου 1945 τα προελαύνοντα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο ʼουσβιτς-Μπίρκεναου στην Πολωνία.

Σκακιστική άσκηση



Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων