• φωτόδεντρο
  • Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων

    Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων
  • Aγ. Γραφή

    Aγ. Γραφή
  • kutsal kitap

    startmenu
  • τυπικόν

    content
  • γραφείο νεότητας Αρχιεπισκοπής

    γραφείο νεότητας Αρχιεπισκοπής
  • Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών

    Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών
  • Ι. Μ. Ν. Σμύρνης

    Ι. Μ. Ν. Σμύρνης
  • Συναξαριστής

    Συναξαριστής
  • EDUCATION AND religion

    religion
  • εθελουσία λήθη 2

    biz029
  • εθελουσία λήθη 3

    12 - 1.jpgPadraic MoodCollector
  • Π.Θ.Σ. ΚΑΙΡΟΣ

    foto kairos
  • ΠΑΝΣΜΕΚΑΔΕ

    logo
  • Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

    mesopelaga
  • religionslehrer.gr/

    religionslehrer.gr/
  • thriskeutikametaxi

    thriskeutikametaxi
  • θρησκευτικά αλλιώς

    θρησκευτικά αλλιώς
  • e- Θρησκευτικά.

    e- Θρησκευτικά.
  • Virtual School

    Virtual School
  • stavrodromi

    stavrodromi
  • δός μοι τοῦτον τὸν ξένον

    δός μοι τοῦτον τὸν ξένον
  • προφίλ

    SL384668

Η Ορθοδοξία δεν είναι εθνική ιδεολογία – Κυριακή της Ορθοδοξίας

eDDie TK   Montezuma Creek, UT – 3 Kiva’s Ruin_1054

Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Καλλιακμάνης, «Μαθητεύοντας στο Ευαγγέλιο της Κυριακής», Θεσσαλονίκη 2011, σσ. 135-139.

eDDie TK Montezuma Creek, UT - 3 Kiva's Ruin

1. Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα (Ιωάν. 1, 44-52)

Τώ καιρώ εκείνω, ηθέλησεν ο Ιησούς εξελθείν εις την Γαλιλαίαν· και ευρίσκει Φίλιππον και λέγει αυτώ· ακολούθει μοι. Ην δε ο Φίλιππος από Βηθσαϊδά, εκ της πόλεως Ανδρέου και Πέτρου. Ευρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ· όν έγραψε Μωϋσής εν τώ νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ. Και είπεν αυτώ Ναθαναήλ· εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι; λέγει αυτώ Φίλιππος· έρχου και ίδε. Είδεν ο Ιησούς τον Ναθαναήλ ερχόμενον προς αυτόν και λέγει περί αυτού· ίδε αληθώς Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι. Λέγει αυτώ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτώ· προ του σε Φίλιππον φωνήσαι, όντα υπό την συκήν είδόν σε. Απεκρίθη Ναθαναήλ και λέγει αυτώ· ραββί, σύ εί ο υιός του Θεού, σύ εί ο βασιλεύς του Ισραήλ. Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτώ· ότι είπόν σοι, είδόν σε υποκάτω της συκής, πιστεύεις; μείζω τούτων όψει. Και λέγει αυτώ· αμήν αμήν λέγω υμίν, απ άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα, και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον υιόν του ανθρώπου.

2. Νεοελληνική απόδοση

Την έπομένη ο Ιησούς θέλησε να μεταβεί στη Γαλιλαία. Βρίσκει λοιπόν εκεί το Φίλιππο. Και του λέει: «Ακολούθησε με». Ο Φίλιππος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. Πηγαίνει κατόπιν ο Φίλιππος και βρίσκει το Ναθαναήλ, και του λέει: «Αυτόν, για τον όποιο γράφει ο Μωυσης στο νόμο και οι προφήτες, τον βρήκαμε! Είναι ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, από τη Ναζαρέτ!». του είπε τότε ο Ναθαναήλ: «Είναι ποτέ δυνατό να βγει από τη Ναζαρέτ καλό;». του λέει ο Φίλιππος: «Έλα να δεις». Είδε ο Ιησούς το Ναθαναήλ να πηγαίνει προς το μέρος του και είπε γι’ αυτόν: «Να, ένας πραγματικά Ισραηλίτης, στον όποιο δεν υπάρχει δόλος». του είπε ο Ναθαναήλ: «Από πού με ξέρεις;». του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Σε είδα, που λίγο πριν σε φωνάξει ο Φίλιππος, καθόσουν κάτω από τη συκιά». Απάντησε ο Ναθαναήλ και είπε: «Δάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού. Έσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». του άποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Μόνο που σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά, πιστεύεις σ’ εμένα; θα δεις πολύ μεγαλύτερα από αυτό». Και πρόσθεσε: «Σου λέγω την αλήθεια, από τώρα και στο έξης θα βλέπετε τον ουρανό να ανοίγει και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν γύρω από τον Υιό του Ανθρώπου».

3. Θεολογική και κοινωνική προσέγγιση

α) Η σημερινή πρώτη Κυριακή των νηστειών έχει χαρακτηρισθεί ώς Κυριακή της Όρθοδοξίας. Ο αγώνας της άσκησης, της μετάνοιας, της προσευχής και της νη¬στείας δεν μπορεί να τελεσφορήσει, αν δε στηρίζεται στην ορθή πίστη. Η Όρθόδοξη Εκκλησία της Ανατολής έχει το προνόμιο να διασώζει την αλήθεια της πίστεως για το Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. Και η αλήθεια αυτη δεν ταυτίζεται με κάποια ιδεολογία, αλλά αποτελεί εμπειρία άγιοπνευματικής ζωής. Οι προφήτες, οι απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες βίωσαν την παρουσία του Θεού και έν συνεχεία την περιγράψουν στα θεόπνευστα κείμενα τους.

β) Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας (Ιωάν. 1, 44-52) αναφέρεται στη μοναδική έμπειρία δύο μαθητών να γνωρίσουν από κοντά το Σωτήρα Χριστό. Ο Ναθανα¬ήλ στην αρχή αμφισβητεί δσα του αναφέρει ο Φίλιππος για το πρόσωπο του Χριστού, αφού ύπάρχει η αντίληψη ότι από τη Ναζαρέτ δεν μπορεί να προέλθει κάτι καλό. Ο Φίλιππος άδυνατεί με λόγια να πείσει το φίλο του, γι’ αυτό και επιστρατεύει το πιο πειστικό επιχείρημα: «Έρχου και ίδε». Έλα και δες μόνος σου. Η σύντομη συνομιλία του Χριστού με το Ναθαναήλ τον έντυπωσιάζει και αυθόρμητα ομολογεί: «Διδάσκαλε έσύ είσαι ο Υιός του Θεού, έσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». Ο Σταυρωμένος βασιλιάς!

γ) Έκτοτε, στα ιερά κείμενα φαίνεται καθαρά ότι κεντρικό πρόσωπο και σημείο αναφοράς της Εκκλησίας είναι ο Σωτήρας Χριστός. Δευτερευόντως, κεντρικό πρόσωπο γίνεται εκείνο που στέκεται «εις τύπον Χριστού», μιμείται τον Χριστό και αίρει το μεγαλύτερο βάρος του σταυρού της ευθύνης, της διακονίας και της θυσίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μία, αγία, καθολική και α¬ποστολική Εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα είναι και Εκκλησία των Πατέρων. Διότι οι άγιοι Πατέρες σε Συνόδους σήκωσαν το σημαντικότερο βάρος της ευθύνης και διέσωσαν την ορθή πίστη για τον Χριστό. Και δίδαξαν απλανώς ότι, σ’ Αυτόν συνυπάρχουν το κτιστό και το ακτιστό, το όρατό και το αόρατο, το παθητό και το απαθές, το περιγραπτό και το απερίγραπτο.

δ) Ο εικονισμός του προσώπου του Χριστού στηρίζεται στα ιδιώματα της ανθρώπινης φύσης Του και στο γε¬γονός της σαρκώσεως. Γι’ αυτό και στην Παλαιά Διαθήκη δεν ήταν συνηθισμένη η χρήση εικόνων. Όμως, ο Θεός έγινε άνθρωπος και προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, «έθαυματούργησε, έπαθε, εσταυρώθη, ανέστη, ανελήφθη … και ωράθη ύπό των ανθρώπων» κατά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό. Όποτε, όλα αυτά τα γεγονότα μπορούν να ιστορούνται και να απεικονίζονται. Η ιστόρηση αυτή έχει παιδαγωγικό και αναγωγικό χαρακτήρα και συμβάλλει στη γνωριμία με το πρόσωπο τού Χριστού.

ε) Η σάρκωσή Του, ο σταυρός και η ανάστασή του έ¬χουν οικουμενικές διαστάσεις και έγιναν για όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ ώς τον τελευταίο που θα γεννηθεί από γυναίκα. Οπότε, και η Εκκλησία είναι οικουμενική και εύχεται «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου». Ο άσκητικός και ήσυχαστικός χαρακτήρας της πνευματικής ζωής δεν αναιρεί τον έκκλησιολογικό και οικουμενικό της χαρακτήρα, αλλά τον προϋποθέτει. Με κέντρο της πνευματικής ζωής την Ευχαριστία, οι χριστιανοί δεν ενώνονται για να διεγείρουν το μίσος τους εναντίον κάποιων «άλλων», άλλά για να ανανεώσουν την πίστη τους στον Χριστό και την αγάπη τους προς τους «άλλους». Γι’ αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να έχουν θέση τα «ορθόδοξα τόξα», που υπηρετούν άλλους σκοπούς. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μάλλον τοξεύεται και η δύναμή της «εν ασθενεία τελειούται» (Β’ Κορ. 12, 9).

στ) Ο περιορισμός τού προσώπου του Χριστού στο επίπεδο των εθνοτήτων αποτελεί μεγάλη έκπτωση, διδάσκει ο μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ. Με τον τρόπο αυτόν ανοίγει ο δρόμος προς το μίσος ανάμεσα στα έθνη, προς την έχθρα των κοινωνικών ομάδων. Γράφει: «Δεν γνωρίζω Χριστό Έλληνα, Ρώσο, Άγγλο, Άραβα, ο Χριστός είναι για μένα το πάν, το ύπερκόσμιο είναι». Όποιος μιμείται τον Χριστό, σημαίνει ότι πάσχει για να θεραπευτεί και να σωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η άσκητική ζωή πλατύνει τη συνείδηση του χριστιανού και επιτρέπει να κατανοηθεί η ψυχολογία των άλλων ανθρώπων. Όταν μάθουμε να ζούμε με ένα πρόσωπο, μαθαίνουμε να ζούμε με εκατομμύρια άλλα που του μοιάζουν. Έτσι σταδιακά εισχωρούμε σε βαθύ πόνο για δλη την ανθρωπότητα. Με τη μετάνοιά μας δε ζούμε μόνο το άτομικό μας δράμα• ζούμε μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας την τραγωδία όλου του κόσμου.

ζ) Έτσι βρίσκει νόημα και η ορθόδοξη ιεραποστολή. Οι ανιδιοτελείς ιεραπόστολοι, που μεταφέρουν την αλήθεια της ορθόδοξης ευαγγελικής πίστης σε όλα τα μέρη του κόσμου δε στηρίζονται στην κοσμική δύναμη, αλλά στη δύναμη της σταυρικής αγάπης. Εκεί η Εκκλησία προσλαμβάνει τα πράγματα του κόσμου, τα αγιάζει, τα άποκαθαίρει και δημιουργεί αυθεντικές χριστιανικές κοινότητες. Και ίσως από εκεί να προέλθει η αναγέννηση της χριστιανικής ζωής, που συμβατικοποιήθηκε στη δική μας κοινωνία. «Ισως οι χριστιανοί του Τρίτου Κό¬σμου ζήσουν πιο άδολα την πίστη στον Χριστό, χωρίς να τη μετατρέψουν σε εθνική ιδεολογία, και σε λίγα χρόνια να μας καλέσουν λέγοντας: «Έρχεσθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος».

Αμηχανία, αγώνας και ελπίδα

Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

α) «Πιεζόμαστε από παντού, αλλά δεν φτάνουμε σε αδιέξοδο. Βρισκόμαστε σε αμηχανία, όμως δεν απελπιζόμαστε. Μας καταδιώκουν, ο Θεός όμως δε μας εγκαταλείπει. Μας ρίχνουν κάτω, αλλά δε χάνουμε τον αγώνα». Οι παραπάνω λόγοι ανήκουν στον απόστολο Παύλο και περιέχονται στη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή και ειδικότερα στο αποστολικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Β΄ Κορ. 4, 6-15). Και οι λόγοι αυτοί έχουν διαχρονική αξία και δύναμη, αφού σε κάθε εποχή τόσο το έργο της διδαχής όσο και ο αγώνας βίωσης του ευαγγελίου της αγάπης συναντούν πλείστους κινδύνους και παγίδες του πονηρού. Αναλογικά όμως συνδέονται και με τον καθημερινό αγώνα της ζωής των ανθρώπων.

β) Ο θείος Απόστολος είχε κοπιάσει για την ίδρυση της Εκκλησίας της Κορίνθου, γι’ αυτό και με κάθε ευκαιρία ζητούσε να πληροφορηθεί για την πνευματική της πρόοδο. Όταν έμαθε ότι μετά την επίσκεψή του ξέσπασαν διαμάχες μεταξύ των μελών της και αμφισβητήσεις του αποστολικού του κύρους, τους γράφει από τη Μακεδονία με ζωντανό, πηγαίο και προσωπικό τόνο, προκειμένου να τους ειρηνεύσει. Και αυτά που γράφει δεν είναι ιδέες ευσεβούς στοχασμού, αλλά η αποθησαυρισμένη εμπειρία του ανθρώπου που ακολουθεί το δρόμο του Θεού.

γ) Κατεξοχήν άνθρωπος του Θεού είναι εκείνος που φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα, εκείνος που αντιφεγγίζει το φως του Χριστού, εκείνος που γίνεται ακηλίδωτος καθρέπτης και αντανακλά το θείο φως. Και το φως αυτό φωτίζει τον ίδιο και όσους βρίσκονται γύρω από αυτόν. Ο θησαυρός της θεογνωσίας και του θείου φωτισμού διασώζεται και μεταδίδεται με «οστράκινα σκεύη», ανθρώπους ασθενείς και ατελείς, οι οποίοι βέβαια δεν έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Στέκονται όμως με δέος και σεβασμό μπροστά στον αδαπάνητο πλούτο, τον οποίο τους εμπιστεύτηκε ο Θεός.

δ) Οι εξωτερικές πιέσεις και δυσκολίες του πνευματικού αγώνα εξοστρακίζονται από τη δύναμη του εσωτερικού φωτισμού αλλά και τη σχετικότητα των πραγμάτων του παρόντος κόσμου. Είναι ενδεικτικό ότι ο Απόστολος Παύλος στην προηγούμενη επιστολή, την Α΄ προς Κορινθίους, τόνισε τον εσχατολογικό χαρακτήρα του πνευματικού αγώνα. Όπως ο αθλητής προπονείται, προετοιμάζεται και αγωνίζεται τίμια έχοντας το μυαλό του στον τερματισμό, έτσι και ο χριστιανός αντιμετωπίζει τις δυσκολίες του παρόντος βίου μέσα από την προοπτική της αιωνιότητας και θείας μακαριότητας.

ε) Ως εξής περιγράφει τη δική του ουρανόδρομη πορεία: «Εγώ, λοιπόν, έτσι τρέχω, με τα μάτια στηλωμένα στο τέρμα· έτσι πυγμαχώ, όχι σαν κάποιον που δίνει γροθιές στον αέρα. Με σκληρές ασκήσεις ταλαιπωρώ το σώμα μου και το δουλαγωγώ, από φόβο μήπως, ενώ θα έχω κηρύξει στους άλλους, εγώ ο ίδιος κριθώ ακατάλληλος» (βλ. Α΄Κορ. 2, 24-25). Ο Απόστολος του Θεού δεν επαίρεται και δεν καυχιέται για την αξιοσύνη και τα προτερήματά του. Ό,τι καλό έχει, το αποδίδει στη θεία χάρη. Κατά τον ίδιο τρόπο στο σημερινό κείμενο γράφει: Έχουμε το θησαυρό σε «οστράκινα σκεύη», σε πήλινα δοχεία, ώστε να γίνεται φανερό πως η υπερβολική δύναμη ανήκει στο Θεό και δεν προέρχεται από μας.

στ) Οι δυσχέρειες που συναντά ο Απόστολος στο ιεραποστολικό του έργο είναι ποικίλες και συνδέονται αφενός με τον ιουδαϊκό νομικισμό και αφετέρου με τη θρησκεία των ειδώλων. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις μέρες μας. Όσοι θέλουν να ζήσουν με πιστότητα και συνέπεια τη χριστιανική ζωή, έχουν να αντιμετωπίσουν από τη μια μεριά τον ευσεβισμό και την προσκόλληση σε εξωτερικούς τύπους ορισμένων εριστικών ανθρώπων που κρίνουν τους πάντες και τα πάντα χωρίς αγάπη. Ενώ από την άλλη, έρχονται αντιμέτωποι με το πνεύμα του κόσμου, το οποίο είναι τόσο αλλοτριωτικό που χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, για να σταθεί κάποιος πνευματικά όρθιος.

ζ) Έτσι ο χριστιανός βρίσκεται εξαρχής σε ένα διαρκή αγώνα, ο οποίος αποτελεί την καλύτερη προπόνηση για τον αγώνα της ζωής. Και εδώ βρίσκεται το λεπτό σημείο σύνδεσης της πνευματικής ζωής με τις άλλες εκδηλώσεις του ανθρώπινου βίου. Εάν η μαρτυρία των χριστιανών εκφρασθεί ως βιωμένη αγάπη για τον «άλλο», διαρκές ενδιαφέρον για τον πλησίον, ανοχή στη διαφορετική αντίληψη, σεβασμός και έγνοια για κάθε πλάσμα του Μεγαλοδύναμου, τιμιότητα στην εργασία και τις διαπροσωπικές σχέσεις, τότε δεν «ρίχνονται γροθιές στον αέρα» και δεν μετατρέπεται η πίστη σε ιδεολόγημα. Εμπνέονται οι άνθρωποι από τη χριστιανική ελπίδα, αντιμετωπίζουν με θάρρος και τόλμη τις δύσκολες συγκυρίες, δίνουν νόημα στη ζωή τους και δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να περάσει από την αμηχανία στην απόγνωση.

πηγή: Εφημερίδα «Μακεδονία»

Βιοηθική καί κοινωνική – Προσέγγιση των όριων της ιατρικής

1. Εισαγωγικά

Τα τελευταία χρόνια γνώρισαν μεγάλη πρόοδο οι επιστήμες υγείας, λύθηκαν χρόνια ιατρικά προβλήματα, ανακαλύφθηκαν νέα φάρμακα, εφαρμόσθηκαν νέες θεραπευτικές μέθοδοι, αναπτύχθηκε η ιατρική τεχνολογία, δόθηκε μεγάλη βαρύτητα στην εξειδίκευση και έγινε πιο αποτελεσματικό το έργο των ιατρών. Η έρευνα βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη, ενώ «η επιστήμη διακατέχεται από αβέβαιη πίστη, ποτέ από απατηλή βεβαιότητα».*1 Παράλληλα ανεφύησαν πρωτόγνωρα ηθικά διλήμματα, τα οποία είναι δύσκολο να ξεπεραστούν μόνο από τους ιατρούς. Για την αντιμετώπισή τους ζητήθηκε η συνδρομή πολιτικών, φιλοσόφων, νομικών, θεολόγων, θρησκευτικών λειτουργών, κοινωνιολόγων, γενετιστών, βιολόγων κ.ά. Αυτό φαίνεται και από τον τρόπο συγκρότησης των επιτροπών βιοηθικής σε παγκόσμια κλίμακα.

Το άρθρο μας αυτό θα εστιάσει την προβληματική της στα παρακάτω ερωτήματα: Πώς βλέπει τον άνθρωπο και πώς ορίζει την υγεία του η ιατρική και πώς η θεολογία; Ενδείκνυται, κι αν ενδείκνυται, μπορούν να τεθούν όρια στην έρευνα και την άσκηση της ιατρικής; Πώς διαμορφώνεται και ποιο ρόλο παίζει η προσωπικότητα του ιατρού στην εν λόγω οριοθέτηση; Μήπως επειδή η κοινωνία έχει απεριόριστες προσδοκίες από την ιατρική και απόλυτη εμπιστοσύνη στην επιστήμη, ασκεί κάποια ιδιότυπη πίεση στους ιατρούς για θεραπεία με οποιοδήποτε ηθικό ή άλλο κόστος; ΄Εχουν όλοι οι ασθενείς δυνατότητα πρόσβασης στις νέες ιατρικές μεθόδους για την αποκατάσταση της υγείας τους; Ποιες προτάσεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν, προκειμένου να διαμορφωθούν κριτήρια δεοντολογίας στο χώρο της ιατρικής;

2. Υγεία και ασθένεια

Αρχίζοντας από το πρώτο ερώτημα να σημειωθεί ότι η υγεία είναι πολύτιμο αγαθό. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δέεται «υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας και σωτηρίας»*2όλων των ανθρώπων. Όμως, η υγεία δεν μπορεί να απολυτοποιηθεί και να γίνει αυτοσκοπός. Εξάλλου, πολλοί άνθρωποι στην παγκόσμια ιστορία έπασχαν από κάποια σωματική ή ψυχική ασθένεια, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε να διακριθούν και να πρωτεύσουν σε διάφορους τομείς. Για τη θεολογία της Εκκλησίας η υγεία τοποθετείται σε ευρύτερο πλαίσιο. Παράλληλα προς τη σωματική υγεία έχει μεγάλη αξία η ψυχική και η πνευματική υγεία. Τα ανθρώπινα πάθη λ.χ. χαρακτηρίζονται ως ασθένειες της ψυχής, οι οποίες έχουν πνευματική προέλευση και σωματικές επιπτώσεις. Ο όσιος Ισαάκ Σύρος γράφει: «Τα πάθη αρρωστία εστί της ψυχής, επισυμβάντα και υπεισελθόντα τη φύσει, και εξαγαγόντα της ιδίας υγείας».*3Σύμφωνα με τη θεολογία των Πατέρων, τα πάθη*4 χαρακτηρίζονται ως «παρά φύσιν» κατάσταση, ενώ οι αρετές ως «κατά φύσιν». Όταν δεν επισημαίνεται αυτή η διάσταση και τα πάθη θεωρούνται ως φυσιολογικές λειτουργίες, δημιουργείται σύγχυση για την ψυχοσωματική θεώρηση του ανθρώπου. Ας αναφερθεί ως παράδειγμα το πάθος της φιλαυτίας, που σχετίζεται άμεσα με αυτό που στη σύγχρονη γλώσσα αποκαλείται ναρκισσισμός. Φιλαυτία είναι «η προς το σώμα εμπαθής και άλογος φιλία»*5. Αυτή γεννά την οργή, τη μνησικακία, τη θρασύτητα*6, τη φιλαργυρία, τη γαστριμαργία και την κενοδοξία. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην έλλογη φροντίδα του σώματος και στην ειδωλοποίησή του, που γίνεται με διάφορους τρόπους και εμπεδώνει τη φιλαυτία. Επίσης, είναι άλλο πράγμα η λήψη υγιεινής και εύπεπτης τροφής και άλλο η γαστριμαργία, η πολυφαγία, η κραιπάλη και η μέθη, που οδηγούν και σε σωματικές ασθένειες.

Ο σύγχρονος πολιτισμός, αλλά μέχρις ενός σημείου και η σύγχρονη επιστήμη, βλέπουν τον άνθρωπο μονοδιάστατα. Με τη θεώρηση αυτή απολυτοποιείται η σωματική υγεία. Αγνοείται ή δε λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η πνευματική του υπόσταση. Το ανθρώπινο σώμα χάνει την ιερότητά του και αντιμετωπίζεται μηχανιστικά. ΄Εχει επισημανθεί ότι: «Η ανθρωπολογία, στην οποία θεμελιώνεται η σύγχρονη ιατρική, είναι ουσιαστικά ξένη προς τη χριστιανική»*7. Η διαπίστωση αυτή ίσως φαίνεται υπερβολική, αλλά, αν σκεφθεί κάποιος την αποσπασματικότητα της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης και την αδυναμία να δοθούν ικανοποιητικές απαντήσεις καθολικού χαρακτήρα για τη ζωή και το θάνατο, τον πόνο και την ασθένεια, κατανοεί την ανάγκη προσφυγής και σε άλλου είδους θεώρηση.

3. Ιατρική, βιοηθική και κοινωνιολογία

Η ιατρική ως επιστήμη είναι φυσικό να προτάσσει την αντικειμενική γνώση, η οποία έχει απόλυτο χαρακτήρα. Και ενώ στις άλλες λεγόμενες «θετικές επιστήμες» η πρόταξη της αντικειμενικής γνώσης δεν φαίνεται να έρχεται σε άμεση αντίθεση με το πρόσωπο, στην ιατρική, που καλείται να αντιμετωπίσει προσωπικά τους ανθρώπους, η πρόταξή της έχει άμεση επίπτωση στη σωστή θεώρηση του προσώπου. Αυτό άλλωστε γίνεται κάποτε αισθητό στην ιατρική κοινότητα, και έτσι ομιλεί για προσωπική αντιμετώπιση των ασθενών. Λέγεται συχνά ότι: «Δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά συγκεκριμένοι ασθενείς». Η αντίληψη αυτή βρίσκεται πιο κοντά στη θεολογία της Εκκλησίας, η οποία αντιμετωπίζει, εάν χρειασθεί, προσωποκεντρικά και εξατομικευμένα τα ποιμαντικά προβλήματα των ανθρώπων.

Το ζήτημα γίνεται πιο σύνθετο με την ανάπτυξη της βιοτεχνολογίας*8. Με αυτή τα ιατρικά διλήμματα αυξάνονται και γίνονται συχνά ανυπέρβλητα. ΄Ετσι γεννήθηκε και η βιοηθική, προκειμένου να συμβάλει στην άρση των αδιεξόδων που δημιουργήθηκαν με τις νέες συνθήκες άσκησης της ιατρικής.

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι και το γνωστικό αντικείμενο της βιοηθικής είναι τεράστιο και αφορά τρία επίπεδα*9, το προσωπικό, της φύσης και το κοινωνικό. Καταρχάς ασχολείται με τα προβλήματα του ανθρώπου σε προσωπικό επίπεδο: ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, προγεννητικός έλεγχος, προεμφυτευτική γενετική διάγνωση, γονιδιακή θεραπεία, βελτιωτικές παρεμβάσεις, θεραπευτικές αναβαθμίσεις, πειραματισμοί σε ανθρώπινα έμβρυα και εμβρυϊκά κύτταρα, μεταμοσχεύσεις, καθορισμός της αρχής και του τέλους της ζωής, ευθανασία, αυτοκτονία, γενετική συμβουλευτική, καταπραϋντική ιατρική είναι τα κυριότερα από αυτά.

Παρακάμπτοντας το επίπεδο της φύσης, το οποίο είναι τεράστιο, να αναφερθεί εν συντομία ότι τα ζητήματα που προκύπτουν σε κοινωνικό επίπεδο είναι εξίσου μεγάλα, διότι έχουν πολιτική, νομική και οικονομική διάσταση. Ορισμένα από αυτά είναι: η πολιτική της υγείας που συνδέεται άμεσα με την κοινωνική δικαιοσύνη στο χώρο της υγείας, η χρήση της πληροφορικής και ο σχηματισμός βάσεως προσωπικών δεδομένων, το πατεντάρισμα της ανθρώπινης ζωής, η ενημέρωση της κοινής γνώμης για τους κινδύνους της χρήσης των νέων τεχνολογιών ειδικά στις αναπαραγωγικές διαδικασίες, η βιοτεχνολογική ανισότητα μεταξύ ανεπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών ή ακόμη και η έλλειψη στοιχειωδών φαρμάκων και εμβολίων στις τρίτες χώρες*10 κ.ά.

Ακόμη δεν πρέπει να λησμονείται ότι και η ίδια η βιοηθική και οι κοινωνικές επιστημες, -ιδίως μάλιστα η κοινωνιολογία ως γεωμέτρηση της κοινωνικής πραγματικότητας- δεν είναι σε θέση να προσφέρουν τις καλύτερες υπηρεσίες τους για τον προσδιορισμό των ορίων της ιατρικής. Μπορούν ασφαλώς να βοηθήσουν από τη δική τους σκοπιά. Δεν μπορούν όμως να υπαγορεύσουν στην ιατρική τα όριά της, τα οποία τελικά οφείλει να μελετήσει η ίδια με βάση α) τις αρχές του Ιπποκράτη, β) την αριστοτελική μεσότητα, γ) την αρχή του προσώπου, δ) τη χριστιανική ανθρωπολογία και ε) την πατερική παράδοση.

4. Το φιλοσοφικό υπόβαθρο

Στα ιπποκρατικά κείμενα αναφέρεται ότι, δεν είναι δυνατόν κάποιος να γνωρίζει την ιατρική, εάν δε γνωρίζει «τι εστιν άνθρωπος», ποιες οι αιτίες της δημιουργίας του, ποια η σχέση με αυτά που τρώει και πίνει, αλλά και ποιες οι συνήθειές του και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.*11 Παράλληλα αποδίδεται μεγάλη σπουδαιότητα στην προσωπικότητα του ιατρού. «Ιητρός γαρ φιλόσοφος ισόθεος», ο οποίος διακρίνεται για «αφιλαργυρίην, εντροπήν, ερυθρίασιν, καταστολήν, δόξαν, κρίσιν, ησυχίην, απάντησιν, καθαριότητα,…αδεισιδαιμονίην, υπεροχήν θείην».*12 Φαίνεται ότι ο ιατρός έχει ανάγκη μια ευρύτερης ανθρωπιστικής παιδείας και πνευματικής καλλιέργειας, για να επιτελεί με νοητική διαύγεια το έργο του.

Στη διαμόρφωση κριτηρίων για τον προσδιορισμό των ορίων της ιατρικής μπορεί να διευκολύνει και η έννοια της αριστοτελικής μεσότητας. Ο Αριστοτέλης, πέρα από τις τέσσερις γενικές αρετές της δικαιοσύνης, της φρόνησης, της ανδρείας και της σοφίας κάνει λόγο για την αρχή της μεσότητας όχι με τη μαθηματική έννοια του όρου, (δηλ. το μισό του 100 είναι το 50), αλλά της πρακτικής φιλοσοφίας, δηλαδή της τελειότητας. Μεσότητα είναι η ισορροπία – συμμετρία, που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ακρότητες*13. Λ.χ. η αλαζονεία και η μικροπρέπεια είναι κακίες, ενώ η μετριοφροσύνη είναι μεσότητα – αρετή. Ανάμεσα στο θράσος και τη δειλία βρίσκεται η αρετή του θάρρους-ανδρείας. Ανάμεσα στην παρόρμηση και την αδράνεια βρίσκεται η σύνεση. Μεταξύ έκστασης και απάθειας η νηφαλιότητα. Η μεσότητα είναι υπέρβαση της έλλειψης και της υπερβολής, όχι κάτι μέτριο! Ως προς την ποιότητά της δηλαδή είναι κατά κάποιο τρόπο ακρότητα. ΄Εχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα μας ο ορισμός της αρετής ως μεσότητας, αφού ο Αριστοτέλης έφθασε σε αυτόν λαμβάνοντας υπόψη και την ιατρική σκέψη*14. Το «ορθώς πράττειν» συνδέεται με το πρόσωπο, το χρόνο, την έκταση, το σκοπό και τον τρόπο.

Η έννοια αυτή υιοθετείται από της Πατέρες της Εκκλησίας ως τελειότητα και ισορροπία και όχι ως μετριότητα. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος: «Μεσάτη δε κακών αρετή κατάκειται, ως ρόδον εν στυγερήσι και οξείησιν ακάνθαις»*15. Συναφής όρος στη θεολογία της Εκκλησίας και θεμελιώδης ποιμαντική αρχή είναι η διάκριση.

5. Στοιχεία χριστιανικής ανθρωπολογίας

Στη αναζήτηση των ορίων της ιατρικής συμβάλλει και η γνώση της ορθόδοξης χριστιανικής ανθρωπολογίας. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού, διαθέτοντας λογικό και αυτεξούσιο. Προέρχεται από τη δημιουργική αγάπη του Θεού και εκεί βρίσκεται και ο τελικός του προορισμός. Κάθε κίνηση διακοπής της κοινωνίας με την πηγή της ζωής, οδηγεί στην οδό του θανάτου. Ο Δημιουργός «εκ γης μεν το σώμα διαπλάσας, ψυχήν δε λογικήν και νοεράν δια του οικείου εμφυσήματος δους αυτώ, όπερ δη θείαν εικόνα φαμέν» γράφει ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Και συνεχίζει «το μεν γαρ «κατ’ εικόνα» το νοερόν δηλοί και αυτεξούσιον, το δε «καθ’ ομοίωσιν» την της αρετής κατά το δυνατόν ομοίωσιν»*16. Και υπάρχει θεία αρμονία και συμφυΐα μεταξύ ψυχής και σώματος. Όπως εύστοχα έχει επισημανθεί, «ο άνθρωπος δεν είναι μια μηχανή που λειτουργεί ή σβήνει, αλλά ένας πνευματικός οργανισμός με χυμούς αισθημάτων και αίμα αρχών, ιδεών και αξιών. Η ζωή του δεν είναι χημική εξίσωση με σύμβολα και παραμέτρους, αλλά μυστήριο με χάρη και απροσδιοριστία»*17. Στην Εκκλησία ο Χριστιανός γεύεται την μεταμόρφωση και τον αγιασμό δια των μυστηρίων ως ενιαία ψυχοσωματική οντότητα. Σώζεται ως μέλος του σώματος του Χριστού και σε κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Ακόμη και ο θάνατός του δεν αποτελεί ανεπίστροφη απώλεια, αλλά συνέχιση και αναβάθμιση σε άλλο επίπεδο.

6. Η συμβολή του Μ. Βασιλείου

Ο Μ. Βασίλειος, ο οποίος είχε ασθενικό σώμα και άλλοτε δεν μπορούσε να κινηθεί με ευκολία*18, ενώ άλλοτε αδυνατούσε να κοιμηθεί και βρισκόταν «στο μεθόριο ζωής και θανάτου»*19, ανέπτυξε τεράστιο ποιμαντικό και κοινωνικό έργο και μας κληροδότησε συγγραφικό έργο διαχρονικής εμβέλειας. Η ασθένεια δεν τον εμπόδισε και ίσως τον «διευκόλυνε» στο έργο του. Γνώριζε επίσης όχι μόνο τα φάρμακα που παρασκευάζονται από βότανα, αλλά και τα χημικά, «όσα από μετάλλων εξεύρηνται». Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη η συμβολή του στην αναζήτηση των ορίων της ιατρικής, αφού ο ίδιος είχε σπουδάσει καταρχήν ιατρική, υπήρξε ασθενής και ενδιαφερόταν για το κατά Χριστόν ήθος των ανθρώπων.

Στον Μ. Βασίλειο τέθηκε το εξής ερώτημα: Είναι σύμφωνο με τη χριστιανική ευσέβεια να χρησιμοποιούνται τα φάρμακα της ιατρικής;*20 Απαντώντας αναφέρει ότι, ο Θεός μετά την πτώση δώρισε την ιατρική, όπως και τις άλλες τέχνες, για να εξυπηρετούν επικουρικά την ασθένεια της ανθρώπινης φύσεως. Και δεν είναι σωστό, επειδή μερικοί δεν χρησιμοποιούν καλώς την ιατρική να αποφεύγουμε την ωφέλεια που προέρχεται από αυτή. Επισημαίνει όμως και τον κίνδυνο της ακρότητας, η οποία μπορεί να γίνεται με δύο τρόπους. Είτε στηρίζοντας την ελπίδα της υγείας μόνο στους ιατρούς, αποκαλώντας τους σωτήρες, είτε αποφεύγοντας κάθε ιατρική φροντίδα.*21 Η θέση αυτή του Μ. Βασιλείου θυμίζει την αριστοτελική μεσότητα.

Ο Χριστιανός δέχεται ως ευλογία Θεού τα αγαθά που παρέχει η ιατρική επιστήμη και τα συνδέει με την ευγνωμοσύνη προς το Θεό και την επιμέλεια της ψυχής του. Συνδέοντας τη σωματική με την πνευματική υγεία ο Μ. Βασίλειος αναφέρει το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος άλλοτε θεράπευσε κάνοντας πηλό και προτρέποντας για πλύσιμο στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, άλλοτε δώριζε την υγεία αμέσως με μόνη τη θέλησή του, ενώ σε άλλες περιπτώσεις άφηνε τους ασθενείς να αγωνίζονται με τις ασθένειές τους, για να γίνονται «δοκιμότεροι» απέναντι στο πειρασμό.*22 Πρόκειται δηλαδή για κάποιο είδος παιδαγωγίας, η οποία αφορά και τον τρόπο θεραπείας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο Μ. Βασίλειος επικαλείται τον ορθό λόγο για την αποδοχή των επίπονων ιατρικών μεθόδων, σημειώνοντας παράλληλα ότι δεν χρειάζονται όλες οι ασθένειες ιατρική βοήθεια. ΄Ετσι αποδίδει μεγάλη σημασία στην πνευματική ωφέλεια που μπορεί να προέλθει από την ασθένεια αλλά και τη χρήση της ιατρικής. Και καταλήγει: «…και ιατρόν εισάγοντες, ότε ο λόγος συγχωρεί, της προς τον Θεόν ελπίδος ουκ αφιστάμεθα». Σημειώνει επίσης ότι η ιατρική συμβάλλει στην εγκράτεια και πνευματική άσκηση των ασθενών, αφού «τρυφάς αποκόπτει, και πλησμονήν, και ποικιλίαν διαίτης, και περίεργον αρτυμάτων επίνοιαν, ως ασύμφορον αποπέμπεται». Σε κάθε περίπτωση «είτε ουν χρώμεθά ποτέ τοις της ιατρικής παραγγέλμασιν, είτε παραιτούμεθα, ο σκοπός της προς Θεόν ευαρεστήσεως σωζέσθω».*23

7. Σχεδίασμα κριτηρίων για τη διαμόρφωση των ορίων της ιατρικής

α. Για την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση υπάρχει αλληλεξάρτηση σωματικής, ψυχικής και πνευματικής υγείας. Κάθε πάθος και αμαρτία είτε ως αστοχία, είτε ως παράβαση του θείου θελήματος, είτε ως υπέρβαση της φυσικής τάξης διαβρώνει το εσώτατο είναι του ανθρώπου και έχει επιπτώσεις και στη σωματική υγεία.

β. Οι ιατροί γνωρίζουν καταρχήν τα ανυπέρβλητα όριά τους. Μπορούν να θεραπεύσουν ασθένειες, να απαλύνουν το σωματικό πόνο, να χειρουργήσουν και να χορηγήσουν αναλγητικά φάρμακα, να παρατείνουν τη ζωή. Όμως, αδυνατούν να νικήσουν το θάνατο. Ιδιαίτερα όσοι βρίσκονται στις Μ.Ε.Θ. ή παρακολουθούν ασθενείς τελικού σταδίου ομολογούν, πως συχνά δίδοντας μια μάχη για τη ζωή και χάνοντάς την, βιώνουν το αίσθημα της αποτυχίας. Αν αυτό συνδυασθεί με την οδύνη, συχνά το θυμό και την οργή των συγγενών, το βάρος που πέφτει στις πλάτες των ιατρών είναι δυσβάστακτο.

γ. Η ιατρική με βάση τα ιπποκρατικά κείμενα, την αριστοτελική μεσότητα, τις αρχές της σύγχρονης βιοηθικής και λαμβάνοντας υπόψη τη χριστιανική ανθρωπολογία καθώς και την πατερική παράδοση μπορεί να θέτει κάθε φορά από μόνη της τα όριά της. Σημαντικό ρόλο παίζει και η προσωπικότητα του ιατρού, η χριστιανική ή ακόμη και η ανθρώπινη συνείδησή του. ΄Ετσι δεν μπορεί να είναι «ορθολογιστής φιλελεύθερος»*24 και ουδέτερος σε σχέση με την πολιτιστική και πνευματική παράδοση του τόπου. Αφήνει χώρο και για την ιαματική χάρη του Θεού και δεν μπορεί να παραβλέπει τη χριστιανική πίστη των ασθενών.

δ. Η ιατρική έρευνα που συνδέεται και με άλλους κλάδους είναι δύσκολο να ελεγχθεί. Μάλλον είναι απεριόριστη. Ούτε οι αρχές της σύγχρονης βιοηθικής επαρκούν, ούτε οι κρατικοί νόμοι και οι διατάξεις, όσο αυστηροί κι αν είναι. Το πράγμα γίνεται πιο σύνθετο, όταν υπάρχει και οικονομική παράμετρος του θέματος. Παρόλα αυτά, με βάση όσα ειπώθηκαν και όσα υπαινικτικά εννοήθηκαν πιο πάνω, μπορεί ο ιατρός ως θεραπευτής αλλά και ερευνητής να διαμορφώσει κριτήρια, για να ασκεί το έργο του προς όφελος του ανθρώπου ως προσώπου.

ε. Στις μέρες μας τονίζεται από τους κορυφαίους επιστήμονες Χριστάκη και Φώουλερ η εκπληκτική δύναμη των «κοινωνικών δικτύων», των υγιών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των επιπτώσεών τους στην υγεία. Γράφουν: «Η υγεία μας δεν εξαρτάται μόνο από τη δική μας βιολογία, ούτε μόνο από τις δικές μας επιλογές και πράξεις. Εξαρτάται επίσης, κυριολεκτικά, από τη βιολογία, τις επιλογές και τις πράξεις αυτών που βρίσκονται γύρω μας… Δεν επηρεαζόμαστε μόνο από την υγεία και τη συμπεριφορά των συντρόφων μας και των φίλων μας, αλλά και από την υγεία και τη συμπεριφορά εκατοντάδων ή και χιλιάδων ανθρώπων του ευρύτερου κοινωνικού μας δικτύου. Ο περισσότερος κόσμος γνωρίζει ελάχιστα σχετικά με το πώς προστατεύεται η δημόσια υγεία. Κι όσα γνωρίζουμε τα σκεφτόμαστε με όρους πολύ ατομοκεντρικούς»,*25 δηλαδή φίλαυτους. Οπότε, γίνεται αντιληπτό, πόση αξία έχει η διάχυση στην κοινωνία της ανιδιοτελούς αγάπης, της κοινωνικής ευθύνης και αλληλεγγύης, της αλληλοβοήθειας, του αλληλοσεβασμού, της αδελφοσύνης, της κατανόησης, της ανοχής, της συγκατάβασης και της πρόκρισης του συλλογικού έναντι του ατομικού συμφέροντος, αλλά και της θερμής πίστης στο Θεό που «κάνει θαύματα».

———-

*1 (…) Ν. Ματσανιώτη, «Η έρευνα στην αρχή της ανθρώπινης ζωής», Έglise et Bioetique, La raison de la science et la raison de la religion, Εκκλησία και βιοηθική, ο λόγος της επιστήμης και ο λόγος της θρησκείας, εκδ. Ορθοδόξου Κέντρου Οικουμενικού Πατριαρχείου, Σαμπεζύ 2008, σ. 26.
*2 (…) Εκτενής, Θείας Λειτουργίας.
*3 (…) Ισαάκ Σύρου, Λόγος 83, έκδ. Ι. Σπετσιέρη, σ. 317.
*4 (…) Για το κακό και τα πάθη βλ. Γ. Ι. Μαντζαρίδη, Ηθική ΙΙ, εκδ. Πουρναρά, 22009, σ. 59 κ.ε.
*5 (…) Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια περί αγάπης, 3,8, PG 90, 1020A. Φιλοκαλία Β΄, σ. 28.
*6 (…) Θεοδώρου Εδέσσης, Κεφάλαια Ψυχοφελή, 93, Φιλοκαλία Α΄, σ. 322.
*7 (…) Γ. Ι. Μαντζαρίδη, «Θεολογική προβληματική των μεταμοσχεύσεων», Εκκλησία και μεταμοσχεύσεις, Ειδική Συνοδική Επιτροπή Βιοηθικής, έκδ. Κ.Ε.Ε.Μ.Υ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001, σ. 254.
*8 (…) Βλ. Jeremy Rifkin, Ο αιώνας της βιοτεχνολογίας, Γενετικό εμπόριο και η αυγή του θαυμαστού καινούριου κόσμου, μετάφρ. Αρ. Αλαβάνου, εκδ. «Νέα Σύνορα»- Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1998.
*9 (…) G. Hottios, Qu’ est-ce que bioethique?, Vrin, Paris 2004, σ. 10 κ.ε. Βλ. επίσης την μελέτη της Ελένης Καλοκαιρινού, «Η επίδραση της αρχαίας ελληνικής σκέψης στη σύγχρονη βιοηθική», στο συλλογικό τόμο, Βιοηθική: Αρχαίες θεματικές σε σύγχρονα προβλήματα, επιμ. Μark G. Kuczewski – Ronald Polansky, ελλην. επιμ. Ελένη Καλοκαιρινού, ελλην. μετάφρ. Μ. Κατσιμίτσης, εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2007, σ. 527 κ.ε.
*10 (…) Ελένη Καλοκαιρινού, ό.π., σ. 551-552.
*11 (…) Ιπποκράτους, Περί αρχαίης ιητρικής, 20, 1-36, εισαγ.- μετάφρ.- σχόλια Δαμιανός Τσεκουράκης, εκδ. Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 76.
*12 (…) Ιπποκράτους , Περί ευσχημοσύνης 5, Ιπποκράτης, Ιατρική δεοντολογία, Νοσολογία, μετάφρ.- εισαγ.- σχόλια, Δ. Λυπουρλής, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 114.
*13 (…) Αριστοτέλους,. Ηθικά Νικομάχεια ΙΙ, 6,1107a 2 κ.ε
*14 (…) Βλ. Γ. Μανταρίδη, Ηθική Ι, εκδ. Πουρναρά 22004, σ. 37-38.
*15 (…) Γρηγορίου Θεολόγου, ΄Επη Ηθικά 2, Υποθήκαι παρθένοις, 2, 2 PG37,594A.
*16 (…) Ιω. Δαμασκηνού, ΄Εκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 26, εκδ. Πουρναρά, επιμ. Ν. Ματσούκα, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 152.
*17 (…) Αρχιμ. Ν. Χατζηνικολάου (Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής), «Πνευματική ηθική και παθολογία των μεταμοσχεύσεων», Εκκλησία και μεταμοσχεύσεις, Ειδική Συνοδική Επιτροπή Βιοηθικής, έκδ. Κ.Ε.Ε.Μ.Υ. της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001, σ. 289.
*18 (…) Επιστολή Ρ΄, Ευσεβίω επισκόπω Σαμοσάτων, PG 32,504C.
*19 (…) Επιστολή ΡΛΗ΄, Ευσεβίω επισκόπω Σαμοσάτων, PG 32, 580Α.
*20 (…) Μ. Βασιλείου, ΄Οροι κατά πλάτος, 55, 3, PG 31,1044B κ.ε.
*21 (…) Μ. Βασιλείου, ό.π., 55, 3, PG 31,1048B.
*22 (…) Μ. Βασιλείου, ό.π., 55,2, PG 31, 1045BC.
*23 (…) Μ. Βασιλείου, ό.π., 55,4, PG 31, 1052BC.
*24 (…) Βλ. Ελένης Καλοκαιρινού, ό.π., σ. 547.
*25 (…) N. Christakis-J. Fowler, Συνδεδεμένοι, εκδ. Κάτοπρο, μετάφρ. Δ. Ξυγαλατάς-Ν. Ρουμπέκας, Αθήνα 2010, σ. 179-180.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

παπα Γιώργης Δορμπαράκηs

Δέκα ἡμέρες μετά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά ᾽Ιεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του ᾽Ανάληψη, ὁ ῾Οποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει ῾εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν᾽ (᾽Ιωάν. 16, 13).῎Ετσι τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο ῾ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας᾽ καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκή παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκή Πεντηκοστή. Ζωή λοιπόν στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.᾽Από τήν ἄποψη αυτή  ἡ ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχή κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, ῾ἀπό δόξης εἰς δόξαν᾽. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ – ῾Αγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό ῞Αγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς  πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. ῾Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν᾽ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: ῾Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ᾽ (Ρωμ. 8,9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός ῾ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας᾽.Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀπό ᾽Εκεῖνον ὡς ζωντανοῦ σώματός Του. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: ῾᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς᾽ (᾽Ιωάν. 16, 7).῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό – ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44) – καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι ῾οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι ῾οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ᾽ (᾽Ιωάν. 14,6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι ῾σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽. Γιατί ὅποιος ἔχει τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό. Τό ἐρώτημα λοιπόν τό ὁποῖο τίθεται εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό ῞Αγιον Πνεῦμα; Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. ᾽Αλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. ᾽Απαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν ῾εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα᾽. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. ῾Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ᾽ (Ρωμ. 9, 16).Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς κανείς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει – μέ τή βοήθεια βεβαίως τοῦ Θεοῦ – νά ἀρχίσει τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει, εἴπαμε, ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στή βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό ῾ἐλεύθερο᾽ νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τό φωτισμό καί τή θέωση.Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει ῾νάρκη᾽ στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι ὥστε ἐμεῖς νά Τόν ῾κανονίζουμε᾽ στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού ῾βιαζόταν᾽ ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.Ἡ ἑορτή λοιπόν τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μία ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε ῾συγκληρονόμοι Χριστοῦ᾽ (Ρωμ. 8, 17).

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

KRITIKES PROSEGGISEIS_COVER_final.indd
  • τα μεταβαλλόμενα πεδία εξουσίας και γνώσης

  • ​Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία απόπειρα διερεύνησης των μηχανισμών που χρησιμοποιεί η εξουσία για τη διαμόρφωση των συνειδήσεων μέσω της παρεχόμενης γνώσης από το εκπαιδευτικό σύστημα. Το κεντρικό ερώτημα που αναδύεται είναι το πώς ερμηνεύεται η αναντιστοιχία μεταξύ των διακηρυγμένων στόχων περί δημοκρατικού πολίτη και της ακολουθούμενης χειραγωγικής πρακτικής απανθρώπισης. Η μεταμοντέρνα κριτική παιδαγωγική ασχολείται και απαντά σε τέτοια ζητήματα πρακτικών εκπαιδευτικής πολιτικής.
  • ISBN: 978-960-08-0601-4
    Έτος έκδοσης:2012

ιδιοκτησία … αδικία…κοινωνικές ανισότητες.

images (21)

ΠΟΙΟΝ ΑΔΙΚΩ, λέει ο πλούσιος, προστατεύοντας αυτά που μου ανήκουν;


Πες μου λοιπόν, τι σου ανήκει; Από που τα πήρες και τα έφερες στη ζωή σου;

Δεν ήρθες στον κόσμο γυμνός; Γυμνός δεν θα επιστρέψεις στη γη; Που τα βρήκες αυτά που έχεις τώρα; Αν πιστεύεις ότι στα χάρισε η τύχη είσαι άθεος, δεν αναγνωρίζεις τον δημιουργό, δεν νοιώθεις ευγνωμοσύνη γι αυτόν που στα έδωσε· αν όμως παραδέχεσαι ότι προέρχονται απ τον Θεό, πες μου για ποιο λόγο στα έδωσε;

Μήπως είναι άδικος ο Θεός και μοιράζει άνισα τα απαραίτητα για τη ζωή; Γιατί εσύ είσαι πλούσιος κι εκείνος φτωχός; Όχι γι’ άλλο λόγο παρά για να ανταμοιφθείς εσύ για την καλοσύνη και τη σωστή διαχείριση της περιουσίας, κι εκείνος για να κερδίσει τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής.

Όμως εσύ τα έκρυψες όλα στους αχόρταγους κόλπους της πλεονεξίας· νομίζεις λοιπόν ότι κανένα δεν αδικείς όταν τόσους στερείς από τα αγαθά αυτά;

Ποιος είναι πλεονέκτης; Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα. Ποιος άρπαγας; Εκείνος που αφαιρεί την περιουσία των άλλων.

Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει αυτή την ονομασία;

Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις.

ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ!!!

«Κερκόπορτα; Αστεία πράγματα»



Η Ελένη Αρβελέρ διαλύει τους μύθους για την Αλωση

*
Το Φετιγιέ Τζαμί, πρώην ναός της Παναγίας της Παμμακάριστου
Η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρθυμάται παλαιότερα τους ξένους φοιτητές της στη Σορβόννη να της στέλνουν… συλλυπητήριο τηλεγράφημα κάθε 29η Μαΐου, την ίδια ώρα που τα περισσότερα Ελληνόπουλα αν τα ρωτούσες τι έγινε τη μέρα εκείνη δεν ήξεραν ακριβώς. Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση αντιστράφηκε. Στην Ελλάδα έγινε, λίγο έως πολύ, μόδα να θυμόμαστε κάθε χρόνο τέτοια μέρα την Αλωση της Πόλης- μερικοί από κεκτημένη ταχύτητα ή άγνοια μιλούν για «εορτασμό», αντί για επέτειο, και να μην αρκούμαστε στον εορτασμό της έναρξης της Επανάστασης, κάθε 25 του Μαρτίου. Μεγάλη η σημασία της Πόλης, θα πει κανείς, για τους Ελληνες. Σωστό. Οπότε και η συμβολική σημασία της Αλωσης είναι εξίσου μεγάλη. Εστω και αν η πολιορκία της από τους Οθωμανούς ήταν απλώς μία από τις πολλές, έστω και αν το κλίμα της εποχής ήταν τέτοιο, η κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τέτοια, που έκπληξη θα ήταν το να μην αλωθεί η Πόλη.

«Βρισκόμαστε στα μέσα του 15ου αιώνα, γύρω στο 1450. Η Πόλη είναι μια μικρή πόλη πια- έχει δεν έχει 70.000 κατοίκους, όταν άλλοτε είχε περάσει το μισό εκατομμύριο» αφηγείται στα «ΝΕΑ» η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, επιχειρώντας να βάλει για λογαριασμό μας τα πράγματα στη θέση τους, να καταγράψει αλήθειες και μύθους της Αλωσης έτσι όπως μόνο μία βυζαντινολόγος με τη δική της διαδρομή μπορεί να κάνει. «Η Πόλη έχει αποδεκατιστεί από την πανώλη και τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων. Αλλά και από τις διαμάχες των Δυτικών, αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονταν στο λιμάνι της μέσα. Υπήρχε και μια τάση ανεξαρτητοποίησης των λίγων χωρών που παρέμεναν ελεύθερες- όχι μόνο του Μυστρά που παρεμπιπτόντως έπεσε το 1460, επίσης στις 29 Μαΐου! Η κατάσταση ήταν μιας ανασφάλειας γενικής».
*
Ο διχασμός

*
Και σαν να μην έφθαναν αυτά, «υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ενωσης των Εκκλησιών. Οι αντίθετοι στην Ενωση συμμαχούσαν και με τους Τούρκουςήταν οι λεγόμενες παρά φύσιν συμμαχίες. Οι υπέρμαχοι της Ενωσης διακήρυσσαν: “Οταν οι δύο Ρώμες ήταν ενωμένες διαφεντεύαμε τον κόσμο. Οταν διχάστηκαν, χάσαμε τα πρωτεία”. Με αυτή την έννοια η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204 και μετά. Η ανθενωτική διαμάχη πήρε μάλιστα τεράστιες διαστάσεις μετά το 1438 και τη Σύνοδο της Φερράρας. Εκεί ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ξεσήκωσε την Εκκλησία σε μια τελευταία προσπάθεια Ενωσης, αλλά ενώ η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια κατά τρόπο φανατικό, αν όχι τίποτα παραπάνω», λέει χωρίς να μασάει τα λόγια της η Ελληνίδα βυζαντινολόγος, η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης στα 700 χρόνια ιστορίας του μεγάλου γαλλικού πανεπιστημίου.

Και συνεχίζει: «Υπήρχε όμως ακόμη ένας παράγοντας παρακμής. Ηταν η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες. Ηδη από τον 6ο αιώνα υπήρχαν προφητείες, τότε ήταν όμως αισιόδοξες. Τώρα προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής. Δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά. Οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη. Και στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου πολύ λίγα δωμάτια χρησιμοποιούνταν. Οπως λέει και ο Παλαμάς στον “Δωδεκάλογο του Γύφτου”: “Και ήταν οι καιροί που η Πόλη/ πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε/ και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε/ και καρτέραγ΄ ένα μακελάρη (…) Και καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει”».

*
«Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει πολύ νωρίτερα»

Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων πολύ νωρίτερα. «Ο λόγος που δεν έγινε αυτό και ανάσανε για πενήντα χρόνια ήταν ότι ο Βαγιαζίτέπεσε στα χέρια των Μογγόλων» λέει ηΕλένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. Ο Μανουήλέτρεχε να δει τους Καρόλους, οΙωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων. Πήγαιναν επαίτες στη Δύση, έστω και αν τους δέχονταν εκεί με τιμές και δόξες. Κάτι που συνήθως οι Ελληνες δεν δέχονται είναι ότι ο Πάπας προσπάθησε να βοηθήσει. Διέθεσε τις ιντουλγκέντσιες- τα επί πληρωμή συγχωροχάρτια- του 1450, που ως ιντουλγκέντσιες Ιωβηλαίου ήταν πιο προσοδοφόρες, στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Αλλο αν αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, αφού έδωσε τα χρήματα στους Αραγωνέζους που τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς.

Πολλοί λένε ότι η Δύση δεν βοήθησε. Οταν όμως μιλάμε για Δύση τι εννοούμε; Οι Βυζαντινοί ήταν όλη η Ανατολή. Η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους, ο Γεννάδιος– ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Αλωση τοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου. Και επίσης: μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί έτρεμαν. Οταν ανέλαβε Πάπας ο Ενιο Σίβλιο Πικολομίνι, δηλαδή ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Αλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι, που είναι μάλιστα φανατικοί ανθενωτικοί, δεν γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης. Πέρασαν χρόνια για να αρχίσουν οι σλαβικοί θρήνοι. Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα. “Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία”, έλεγαν».
*

Η συμφωνία του σουλτάνου με τον Πατριάρχη
*

Το Ρούμελι Χισάρ, το κάστρο που έχτισε ο Μωάμεθ το 1452 για να ελέγχει το πέρασμα ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τη Θάλασσα του Μαρμαρά, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην έκβαση της πολιορκίας, λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Διούλκησε και τον στόλο περνώντας τα πλοία του στον Κεράτιο. Από την άλλη πλευρά, μόνο 3-4 πλοία γενοβέζικα πέρασαν και αυτά για να φέρουν τροφή στους πολιορκημένους». Βέβαια, δεν ήταν μόνο αυτή η αιτία της ήττας των Βυζαντινών. «Ο Μωάμεθ είχε μαζέψει Σέρβους, Αλβανούς, Τούρκους. Απέναντι στους τουλάχιστον 100.000 άντρες του- μερικοί μιλούν για 120.000, άλλοι τους ανεβάζουν σε 200.000- αντιπαρατάσσονταν περίπου 4.500 άνθρωποι το πολύ, μαζί με τους ξένους. Και πολλοί ήταν παιδιά και γυναίκες που πολεμούσαν με αγκωνάρια. Μεγάλη ήταν η βοήθεια των Γενοβέζων, αλλά όταν σκοτώθηκε οΤζουστινιάνι έχασαν το ηθικό τους και υποχώρησαν. Οσοι πολέμησαν, πάντως, πολέμησαν ηρωικά. Οταν ο Μωάμεθέστειλε αποκρισάριο στον Παλαιολόγοζητώντας του να παραδώσει την Πόλη, πήρε την απάντηση ότι η Πόλη δεν είναι δικό του πράγμα και πως “με τη δική μας θέληση αποφασίσαμε να πεθάνουμε”. Ακόμη και ο περίφημος Νοταράς που είχε τρεις υπηκοότητες και όλη του την περιουσία στο εξωτερικό, και που είπε ότι είναι καλύτερο το τουρκικό καφτάνι από τη λατινική τιάρα, πολέμησε και εν τέλει εκτελέστηκε από τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό του ηρωισμού είναι ότι όταν στην Πύλη του Ρωμανού οι Τούρκοι άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω και πέρασαν μέσα, έψαχναν τους αντίπαλους πολεμιστές και δεν πίστευαν ότι ήταν τόσοι λίγοι. Και πρέπει να πούμε και για τον Μωάμεθ, που συνηθίζουμε να τον ταυτίζουμε με τη βαρβαρότητα, ότι δεν ήταν βάρβαρος ή δεν ήταν μόνο βάρβαρος. Ηταν από τους μεγαλύτερους μεταρρυθμιστές της Τουρκίας. Ηξερε τι ήθελε και πώς να το κάνει». Οσο για την Κερκόπορτα… «Ανοιγμένη ή ξεχασμένη. Αστεία πράγματα. Ηταν χιλιάδες έξω, τα καράβια τους στον Κεράτιο, οι Γενοβέζοι έφευγαν. Τι να πεις για την Κερκόπορτα; Σε συμβολικό επίπεδο μόνο μπορείς κάτι να πεις. Αλλά είναι σαν να λέμε ότι αντί να σκοτώνονταν τρεις Τούρκοι κατά την είσοδό τους στην Πόλη, θα σκοτώνονταν δέκα αν η πόρτα ήταν κλειστή. Και λοιπόν; Αφού είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν».

«Ο Μωάμεθ έδωσε το πατριαρχικό αξίωμα στον Γεννάδιο Σχολάριο, ορίζοντάς τον αμέσως αρχηγό του Μιλιέτ, δηλαδή όλων των ορθοδόξων. Κάπως έτσι ξέρουμε γιατί η Εκκλησία κράτησε όλα τα κτήματά της και η αυτοκρατορία τα έχασε», λέει δηκτικά η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Κάπως έτσι φτάσαμε και στα σημερινά βατοπεδινά βακούφια. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, σε αντίθεση με άλλες συμπεριφορές της πολιτείας, ότι όταν οΜανουήλ Παλαιολόγος είναι στη Θεσσαλονίκη και υπάρχει κίνδυνος καταστροφής, δημεύει όλα τα κτήματα του Αθω. Και ότι ο Κομνηνός δημεύει όλη την εκκλησιαστική περιουσία για να αντιμετωπίσει τους Σελτζούκους». Την εποχή της Αλωσης, εξάλλου, υπήρχε έξαρση του μοναχισμού. «Σε όλη τη διαμάχη των ανθενωτικών οι καλόγεροι στα μοναστήρια της Πόλης και του Αθω ήταν πρώτοι. Είναι πολλοί και δεν πολεμούν. Αντίθετα με τους δυτικούς μοναχούς που μπορούν να φέρουν όπλα, οι ορθόδοξοι δεν μπορούν», σημειώνει η ελληνίδα βυζαντινολόγος.

Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην Προκωνσταντίνεια εποχή

markosavr

Τού Αποστόλου Αθ. Γλαβίνα

Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Ο Μάρκος Αυρήλιος (161-180) από παιδί ακόμη είχε προορισθεί να γίνει αυτοκράτορας. Ο Αδριανός, που αναγνώρισε τις ικανότητες και το ήθος του, υιοθέτησε το θείο του Αντωνίνο με τον όρο να υιοθετήσει και αυτός τον Αυρήλιο. Το ήθος του, η μόρφωση του, η γενναιότητα του, η καλοσύνη του και η διορατικότητα του τον ανέδειξαν σε άριστο ηγεμόνα. Παρά το γεγονός ότι πέρασε τα περισσότερα χρόνια στους πολέμους εναντίον των Πάρθων στην Ανατολή και των Γερμανών στη Δύση εντούτοις έβρισκε πάντοτε καιρό να διαβάζει και να γράφει. Σπούδασε από μικρός Ελληνικά, έγραφε θαυμάσια τα Ελληνικά και μ’ αυτά πέρασε στην ιστορία ως συγγραφέας. Τις σκέψεις του τις εξέθεσε σε 12 βιβλία τα Εις εαυτόν. Στωικός φιλόσοφος, δηλαδή ταπεινός και αδιάφθορος προς τα αγαθά της καθημερινής ζωής, προσηλωμένος στην αιωνιότητα και στον κοσμοπολιτισμό, τον αντίπαλο της εθνικοφροσύνης, από το ένα μέρος. Και από το άλλο ηγεμόνας που με το κοντάρι στο χέρι αποκρούει από τη μεγάλη και ισχυρή επικράτεια (τη νέα Βαβυλώνα) τους επιδρομείς βαρβάρους-πως να συμβιβαστούν;… από την ιστορία έχουμε διδαχτεί ότι σπάνια, πολύ σπάνια συμφωνούν τα λόγια με τα έργα των ανθρώπων. Γιατί ν’ αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα οι φιλόσοφοι του θρόνου; (Ε. Π. Παπανούτσου, ένας λησμονημένος αυτοκράτορας, Το Βήμα, 8. 6. 1980). Ο Μάρκος Αυρήλιος δίωξε τους Χριστιανούς και η στάση του αυτή μπορεί να ερμηνευτεί αν ληφθεί υπόψη ότι ο σοβαρός και λάτρης της αλήθειας αυτός αυτοκράτορας ήταν θιασώτης της θρησκείας των Ρωμαίων, λαμπρός πατριώτης και εκλεκτός στωικός φιλόσοφος. Ο Αυρήλιος πίστευε ακράδαντα ότι οι ρωμαϊκοί θεοί υπάρχουν και γι’ αυτό τους σεβόταν. Στο ερώτημα που τους είδε τους θεούς και από που καταλάβαινε ότι υπάρχουν, ώστε να τους σέβεται, απαντούσε: πρώτον και όψει ορατοί εισίν· έπειτα μέντοι ουδέ την ψυχήν την έμαυτον εώρακα και όμως τιμώ· όντως ουν και τούς θεούς, εξ ων της δυνάμεως αυτών εκάστοτε πειρώμαι, εκ τούτων, ότι εισί, καταλαμβάνω και αιδούμαι (Εις εαυτόν, IB’ 28). Από την πείρα του γνώριζε ο αυτοκράτορας ότι οι θεοί με τα όνειρα έδιναν μέσα ιαματικά στους ασθενείς: παρά θεών δι’ όνειράτων βοηθήματα δοθήναι, άλλα τε, και ως μη πτύειν αίμα και μη ιλιγγιάν (Εις εαυτόν, Α’ 17). Ως στωικός φιλόσοφος ο Μάρκος Αυρήλιος αισθανόταν αποστροφή και μισούσε τους Χριστιανούς, γιατί πίστευε ότι ο ενθουσιασμός τους για το θάνατο ήταν αποτέλεσμα της πίστης τους και της ελπίδας σ’ ένα μελλοντικό κόσμο, ενώ, σύμφωνα με τη δική του πεποίθηση, η ετοιμότητα του ανθρώπου για το θάνατο πηγάζει από τη λογική και επιστημονική πεποίθηση. Με βάση τις σκέψεις αυτές ο Αυρήλιος χαρακτήριζε τον ενθουσιασμό των Χριστιανών ως δεισιδαιμονία και τους ίδιους, όταν τους έβλεπε να πορεύονται με τη θέλησή τους προς το θάνατο, δεισιδαίμονες: οία εστίν η ψυχή η έτοιμος, εάν απολυθήναι δέη του σώματος και ήτοι σβεσθήναι ή σκεδασθήναι ή συμμείναι: Το δε έτοιμον τούτο, ίνα από ιδικής κρίσεως έρχηται, μη κατά ψιλήν παράταξιν, ως οι Χριστιανοί, αλλά λελογισμένης και σεμνής και ώστε κατ’ άλλον πάσαι ατραγώδης (Εις εαυτόν, ΙΑ’ 3). Η ψυχή πρέπει να είναι έτοιμη, όταν χρειστεί να εγκαταλείψει το σώμα, ή να σβεσθεί ή να διαλυθεί ή να μείνει για ένα χρονικό διάστημα με το σώμα. Αυτή δε η ετοιμότητα πρέπει να προέρχεται από προσωπική κρίση και όχι από απλή ισχυρογνωμοσύνη, όπως συμβαίνει στους Χριστιανούς, (να προέρχεται) λογικά και με σωφροσύνη, ώστε να πείθει κάποιον χωρίς υπερβολές (με απλότητα). Ο Αυρήλιος πίστευε ότι ο άνθρωπος πρέπει να δείχνει μπροστά στο θάνατο, με στωική απάθεια, την ησυχία εκείνη και ηρεμία η οποία προέρχεται από τη λογική και επιστημονική πεποίθηση, και να διακατέχεται από την αυταπάρνηση εκείνη του σοφού ανθρώπου, ο οποίος υποκύπτει στον αδήριτο νόμο του θανάτου με σκέψη και πεποίθηση, όταν έρθει η μοίρα του. Δεν μπορούσε ο αυτοκράτορας να αντιληφθεί τον ενθουσιασμό των Χριστιανών, που ήταν αποτέλεσμα της πίστης στο Σωτήρα και της ελπίδας για τον κόσμο του μέλλοντα αιώνα. Γι’ αυτό ο ενθουσιασμός αυτός του φαινόταν ακατανόητος και τον απέδιδε μόνο στην ισχυρογνωμοσύνη τους. Ήταν επόμενο, αφού ο ενθουσιασμός των Χριστιανών ήταν προϊόν της πίστης τους και της ελπίδας, να στερείται φιλοσοφική βάση, που θα μπορούσε να πείσει και κάποιον άλλον. Εφόσον στερούνταν αυτή τη φιλοσοφική απόδειξη, ο Αυρήλιος χαρακτήριζε τον ενθουσιασμό ή την ετοιμότητα των Χριστιανών για το μαρτύριο ως δεισιδαιμονία. Επίσης η στάση του αυτοκράτορα απέναντι στους Χριστιανούς μπορεί να εξηγηθεί αν λάβει κανείς υπόψη το χαρακτήρα της εθνικής θρησκείας και το πνεύμα του Χριστιανισμού. Στο Ρωμαϊκό Κράτος η θρησκεία ήταν στενά δεμένη με την Πολιτεία, σε τέτοιο βαθμό που να ταυτίζονται και να φαίνεται ότι όλες οι εκδηλώσεις οι θρησκευτικές, όλα όσα αφορούσαν στη μορφή και τους τύπους της θρησκείας πήγαζαν από την Πολιτεία. Η ρωμαϊκή θρησκεία είχε, ως εθνική θρησκεία, πολιτικό χαρακτήρα και με βάση αυτή την εξάρτηση δεν ήταν δυνατό να ανεχθεί άλλη θρησκεία, που στηριζόταν σε άλλες αρχές, Η παγκοσμιότητα των αρχών του Χριστιανισμού αποτελούσε πρόκληση για τη ρωμαϊκή θρησκεία, αφού έμμεσα ή άμεσα αντιπαραθέτονταν στις αντιλήψεις του ρωμαϊκού κράτους, που θεωρούσε τη θρησκεία ως πολιτική διάσταση στην υπηρεσία των συμφερόντων του. Όταν ο Χριστιανισμός εμφανίζεται ως ανατροπέας της εθνικής θρησκείας των Ρωμαίων, αυτομάτως εκλαμβάνεται και ως ανατροπέας του επικρατούντος πολιτικού συστήματος. Και από τι στιγμή που ο Μάρκος Αυρήλιος επιδιώκει να αναβιώσει το αρχαίο ρωμαϊκό πνεύμα ώστε να αποκτήσει η ρωμαϊκή πολιτεία την παλιά της αίγλη, δεν ήταν δυνατό να ανεχθεί το Χριστιανισμό που ανέτρεπε την εθνική ρωμαϊκή θρησκεία, αφού, όπως είπαμε, η τελευταία ήταν άρρηκτα δεμένη με την πολιτεία. Ο Κικέρωνας εκφράζει το πνεύμα αυτό λέγοντας ότι δεν επιτρέπεται να έχει κανείς ιδιαίτερους θεούς και να λατρεύει ξένους θεούς ή νέους, που δεν έχουν καθιερωθεί από την Πολιτεία (Ciceronis, De legibus, XI, 8). Και ο Μαικήνας, σ’ ένα λόγο του, που απευθυνόταν στον αυτοκράτορα Αύγουστο, έλεγε: “Ώστε είπερ αθάνατος όντως επιθυμείς γενέσθαι, ταύτα τε ούτω πράττε και προσέτι το μεν θείον πάντη πάντως αυτός τε σέβου, κατά τα πάτρια, και τους άλλους τιμάν ανάγκαζέ· τους δε δη ξενίζοντας τι περί αυτό και μίσει και κόλαζε, μη μόνων των θεών ένεκα, ων καταφρονήσας ουδ’ άλλου αν τίνος προτιμήσειεν, αλλ’ ότι καινά τινα δαιμόνια οι τοιούτοι αντεισφέροντες, πολλούς αναπείθουσιν αλλοτριονομείν. Καν τούτου και συνωμοσίαι και συστάσεις εταιρειαί τε γίγνονται, όπερ ήκιστα μοναρχία συμφέρει (Δίων Κάσσιος, Ρωμαϊκή Ιστορία, 53,56). Συνεπώς, ο Μάρκος Αυρήλιος, βλέποντας ότι οι Χριστιανοί δεν ήθελαν να υποταχθούν στους νόμους της πολιτείας, έχοντας διαμορφώσει την ψευδή γνώμη ότι οι Χριστιανοί ήταν κάποιοι φανατικοί, που ο ηρωισμός τους στο μαρτύριο ήταν θεατρινισμός χωρίς αξιοπρέπεια, πιστεύοντας ότι ήταν επικίνδυνοι στην επιδίωξη του να ανορθώσει την εθνική θρησκεία και αναστήσει το αρχαιοπρεπές ρωμαϊκό πνεύμα, από το οποίο εξαρτούσε το μεγαλείο του κράτους, και συνδυάζοντας με τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας και της πολιτείας τις φιλοσοφικές του σκέψεις, κατέβαλε προσπάθειες να εξολοθρεύσει τους Χριστιανούς. Γι’ αυτό επαινείται από το βιογράφο του Ιούλιο Καπιτωλίνο (Ο βίος του Μάρκου Αντωνίνου, 21). Δυστυχώς ο θαυμάσιος αυτός στοχαστής, ο θερμός εραστής της ελληνικής φιλοσοφίας και του Ελληνικού πνεύματος και ο ακούραστος διώκτης της γυμνής, αυστηρής και αδιάφθορης αλήθειας, δε θέλησε να εισδύσει στην ουσία του Χριστιανισμού, να κατανοήσει το πνεύμα του, να αντιληφθεί τη ζωτικότητα της νέας θρησκείας και αντί να παρεξηγήσει τους Χριστιανούς και να οδηγηθεί στην απόφαση να τους εξοντώσει, να χρησιμοποιήσει τις ακατάβλητες ηθικές δυνάμεις τους για την ανάπλαση της ρωμαϊκής κοινωνίας. Οι διαθέσεις του αυτοκράτορα εναντίον των Χριστιανών εκδηλώθηκαν φανερά και έντονα από το 176 και ύστερα. Κατά το έτος 176 οι λεγεώνες, που είχαν επιστρέψει από τον πόλεμο εναντίον των Πάρθων, μετέδωσαν φοβερό λοιμό, που άρχισε να λυμαίνεται το ρωμαϊκό κράτος από την Αιθιοπία μέχρι τη Γαλλία. Αντί οι δεινές συμφορές του ρωμαϊκού λαού να στρέψουν την προσοχή των Ρωμαίων στις θεραπευτικές μεθόδους του περίφημου ιατρού Κλαυδίου Γαληνού, ο οποίος βρισκόταν τότε στη Ρώμη, στόχευσαν στους Χριστιανούς ως υπαίτιους της επίσκεψης του λοιμού. Οι διάφοροι γιατροί, που στηρίζονταν λιγότερο στις θεραπευτικές δυνατότητες των γνώσεων τους και περισσότερο στις διαδεδομένες δεισιδαιμονίες αλλά και οι ειδωλολάτρες ιερείς, τους οποίους κάλεσε στη Ρώμη από παντού, για να τελέσουν θρησκευτικές γιορτές με τις οποίες ήλπιζε ότι θα καταστρέψει το λοιμό, αποδείχτηκαν ανίκανοι να προσφέρουν θετικό έργο αφού ούτε ο ιατρικός κομπογιαννιτισμός ούτε η προσφυγή στους υπαγορευόμενους από τα θρησκευτικά βιβλία των ειδωλολατρών ιλασμούς καταπολέμησαν με επιτυχία το λοιμό. Μπορεί κανείς να φανταστεί ποια ήταν η κατάσταση της αυτοκρατορίας και πόσο μεγάλη ήταν η ανησυχία στη Ρώμη όταν προστεθεί ακόμη ότι ύστερα από το λοιμό πλημμύρισε και ο Τίβερης, που κατέκλυσε την πόλη και κατέστρεψε, εκτός από άλλα, και τις δημόσιες σιταποθήκες. Το εξαντλημένο από τους πολέμους κράτος πλήττονταν τώρα από το λοιμό και το λιμό και ο λαός ζητούσε όχι μόνο τη θεραπεία των κακών αλλά και τη διακρίβωση των αιτίων που τα προκάλεσαν. Οι συμφορές αυτές αποδόθηκαν τότε στους Χριστιανούς, εναντίον των οποίων, δήθεν, αγανακτούσαν οι θεοί για τα εγκλήματα που αυτοί διέπραπαν. Αφού ο λαός δημιούργησε αυτή την εντύπωση, ότι δηλαδή οι Χριστιανοί ήταν αίτιοι των συμφορών, ήταν επόμενο να απαιτήσει την τιμωρία τους για να εξιλεωθούν οι θεοί τους. Οι θυσίες, οι αγνισμοί, οι ποικίλες θρησκευτικές τελετές ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο το λαϊκό φανατισμό των ειδωλολατρών και ο φιλόσοφος αυτοκράτορας όχι μόνο δεν προσπάθησε να διασκεδάσει αυτές τις διαδομένες προλήψεις κατά των Χριστιανών αλλά φαίνεται ότι τις συμμεριζόταν έντονα. Ορισμένοι φιλόσοφοι, με κοσμοπολίτικες ιδέες, αποδοκίμαζαν τους διωγμούς εναντίον των Χριστιανών, η στωική όμως φιλοσοφία, όπως την ερμήνευε ο Μάρκος Αυρήλιος, δεν ήταν πρόθυμη να δείξει ανοχή απέναντι στους Χριστιανούς, όταν μάλιστα γνώριζε καλώς ότι ο Χριστιανισμός αύξανε και η ραγδαία αυτή αύξηση προκαλούσε φόβους και για πολιτειακές και κοινωνικές αλλαγές, πέρα από τις θρησκειακές. Το 176-177 ο αυτοκράτορας με διάταγμα, το οποίο στρεφόταν προφανώς εναντίον των Χριστιανών, απαγόρευσε με εξορία ή ποινή θανάτου την εισαγωγή και τη διάδοση νέων θρησκευμάτων και άγνωστες μέχρι τοτε θρησκευτικές τελετές, που θα δημιουργούσαν αναταραχές και θα προκαλούσαν τους ειδωλολάτρες. Τέτοιες διατάξεις εύκολα μπορούσαν να γίνουν ικανό όπλο στα χέρια του όχλου, που κατάλληλα υποθαλπόμενος, θα στρεφόταν με μανία εναντίον των Χριστιανών. Οι αιτίες υπήρχαν και η ευκαιρία δόθηκε με το διάταγμα αυτό. Η αγριότητα των ειδωλολατρών εκδηλώθηκε ευρύτατα. Στην πράξη ξεπεράστηκαν οι διατάξεις του Τραϊανού και Αδριανού και οι κατά τόπους διοικητές άρχισαν να αναζητούν πια και να καταδιώκουν τους Χριστιανούς και να τους υποβάλλουν σε φρικτά βασανιστήρια για να τους αναγκάσουν να αρνηθούν το Χριστό. Έρχονται μάλιστα στιγμές που παραβιάζουν και τους αρχαίους νόμους της ρωμαϊκής πολιτείας και υποβάλλουν σε βασανιστήρια τους δούλους και δέχονται από αυτούς καταγγελίες εναντίον των κυρίων τους. Ο Τερτυλλιανός στον Απολογητικό του αναφέρει ανάμεσα στους προστάτες των Χριστιανών και τον Αυρήλιο. Επιστολή μάλιστα απευθυνόμενη δήθεν στη ρωμαϊκή Σύγκλητο παρουσιάζει αυτόν να έχει μεταστραφεί στο Χριστιανισμό ή τουλάχιστον να έγινε πιο ήπιος προς τους Χριστιανούς, εξαιτίας δυο θαυμάσιων γεγονότων, που έσωσαν το ρωμαϊκό στρατό στη Γερμανία. Στον πόλεμο εναντίον των γερμανικών φύλων, των Μαρκομάννων και Κουάδων, το 172, ο ρωμαϊκός στρατός βρέθηκε σε πολλή μεγάλη ανάγκη, από την ανυπόφορη ζέστη και την έλειψη νερού λόγω της ανομβρίας. Η δωδέκατη λεγεώνα (legio duodecima), που την αποτελούσαν Χριστιανοί, έπεσε στα γόνατα, προσευχήθηκε στον Θεό και αμέσως έβρεξε. Το θαύμα αυτό της βροχής έσωσε τη ζωή των στρατιωτών ενώ ανεμοθύελλα, που ξέσπασε, έτρεψε σε φυγή τους βάρβαρους. Έτσι οι Ρωμαίοι νίκησαν και ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, για να τιμήσει τα θαυμαστά αυτά γεγονότα, έδωσε στη λεγεώνα εκείνη την επωνυμία legio fulminata ή fulminatrix (κεραυνοφόρος ή κεραυνοβόλος). Τότε έπαυσε να καταδιώκει το Χριστιανισμό και τιμωρούσε με σκληρές ποινές εκείνους οι οποίοι κατηγορούσαν τους Χριστιανούς μόνο και μόνο γιατί ομολογούσαν την πίστη τους στο Χριστό. Ημείς αντιθέτως, λέγει ο Τερτυλλιανός (Απολογητικός, κεφ. Ε’) δυνάμεθα να αναφέρωμεν μεταξύ αυτών ένα προστάτην των Χριστιανών. Εάν θέληση τις, να αναδίφηση τας επιστολάς του Μάρκου Αυρηλίου, του αξιολογωτάτου εκείνου αυτοκράτορος, θα ανεύρη, ότι ούτος εν τίνι εξ αυτών επιβεβαιοί, ότι η γνωστή εκείνη δίψα, ήτις εταλαιπώρει τον εν Γερμανία στρατόν κατηυνάσθη υπό τυχαίας τινός βροχής, ήτις ίσως παρεχωρήθη δια των προσευχών των στρατιωτών Χριστιανών. Εάν ούτος δεν ανεκάλεσε το διάταγμα του διωγμού, είχεν όμως δημοσία, κατ’ άλλον τρόπον εξουδετερώσει τα επακολουθήματα τούτον, απειλών τους κατηγόρους δια ποινής και μάλιστα έτι αυστηριοτέρας (παράβαλλε ακόμη Τερτυλλιανού, Ad Scapulam, κεφ. IV: Marcus quoque Aurelius ingermanica expeditione, Christianorum militum orationibus ad Deum factis, imbes in siti ilia impetravit). Την επιστολή του Μάρκου Αυρηλίου, που δέχεται ως γνήσια ο Τερτυλλιανός, την αναφέρει και ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος στηρίζεται επίσης στον Απολινάριο Ιεραπόλεως (Ευσεβίου, εκκλησιαστική Ιστορία, Ε’ 5). Στην ίδια διήγηση ο Ευσέβιος αναφέρει και εθνικές παραδόσεις για τη θαυμαστή βροχή, σύμφωνα με τις οποίες δεν οφειλόταν αυτή στις προσευχές των Χριστιανών. (Τις αμφισβητήσεις για τη γνησιότητα της διήγησης και τη δωδέκατη λεγεώνα. Ιδές στο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Η Ρωμαϊκή Πολιτεία και ο Χριστιανισμός, ο. π, τόμ. 2, 1924, σσ. 6-8). Αυτό που λέγει ο Τερτυλλιανός, ότι δηλαδή ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος απείλησε τους κατηγόρους των Χριστιανών με ποινή αυστηρότατη, στη γραφίδα του Ευσεβίου Καισαρείας γίνεται πιο σαφές: Τούτον δε φησίν και θάνατον απειλήσει τοις κατηγορείν ημών επιχειρούσιν (λέγει ο Τερτυλλιανός ότι ο Αυρήλιος απείλησε και με θάνατο εκείνους που επιχειρούν να μας κατηγορήσουν). Οι συνθήκες όμως, κάτω από τις οποίες ζούσαν οι Χριστιανοί την εποχή αυτή, δεν μπορούν να δικαιώσουν το περιεχόμενο της επιστολής του Αυρηλίου προς τη Σύγκλητο, αφού στα τελευταία έτη του Μάρκου Αυρηλίου ο διωγμός έλαβε πιο έντονη μορφή. Για τη δωδέκατη λεγεώνα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι είναι υπερβολή να χαρακτηρισθεί Χριστιανική. Ότι στο ρωμαϊκό στρατό την εποχή του Αυρηλίου υπήρχαν αρκετοί Χριστιανοί δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι όμως ο αριθμός τους ήταν τόσο μεγάλος ώστε να συγκροτούν λεγεώνα, οδηγεί αναμφίβολα τη σκέψη στην απόρριψη της γνησιότητας της είδησης. Ότι ο Μάρκος Αυρήλιος δεν εξέδωκε το φερόμενο ευνοϊκό για τους Χριστιανούς διάταγμα, λέγει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και καθηγητής της εκκλησιαστικής Ιστορίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, καταφαίνεται από τις αναντίρρητες ειδήσεις για έκδοση αντιθέτων διαταγμάτων, με τα οποία έγινε πιο δύσκολη η θέση των Χριστιανών ιδίως της Μικράς Ασίας. Ο Επίσκοπος Σάρδεων Μελίτων βλέποντας ότι οι Χριστιανοί, που ζούσαν στην Ασία, συκοφαντούνταν και καταδιώκονταν από τους Εθνικούς, απηύθυνε Απολογία στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο και τον παρακαλούσε να σταματήσουν οι συκοφαντίες και οι διωγμοί κατά των Χριστιανών: Το γαρ ουδεπώποτε γενόμενον, νυν διώκεται το των θεοσεβών γένος καινοίς έλαυνόμενον δόγμασι κατά την Ασίαν. Οι γαρ αναιδείς συκοφάνται και των αλλότριων ερασταί την εκ των διαταγμάτων έχοντες αφόρμην, φανερώς ληστεύουσι, νύκτωρ και μεθ’ ημέραν διαρπάζοντες τους μηδέν αδικούντας «και μεθ’ έτερα φησι»· και ει μεν σου κελεύοντος τούτο πράττεται, έστω καλώς γινόμενον δίκαιος γαρ βασιλεύς ουκ αν αδίκως βουλεύσαιτο πώποτε, και ημείς ηδέως φέρομεν του τοιούτου θανάτου το γέρας· ταύτην δε σοι μόνην προσφέρομεν δέησιν ίνα αυτός πρότερον επιγνούς τους της τοιαύτης φιλονεικίας εργάτας, δικαίως κρίνειας ει άξιοι θανάτου και τιμωρίας ή σωτηρίας και ησυχίας εισίν. Ει δε και παρά σου μη είη η βουλή αυτή και το καινόν τούτο διάταγμα, ο μηδέ κατά βαρβάρων πρέπει πολεμίων, πολύ μάλλον δεόμεθά σου μη περιιδείν ημάς εν τοιαύτη δημώδει λεηλασία (Ευσεβίου, εκκλησιαστική Ιστορία, Α΄ 26). Στην αρχή του κειμένου αυτού ο Μελίτων αναφέρει ότι για πρώτη φορά τώρα διώκονται στην Ασία οι Χριστιανοί, ενώ πιο κάτω ο ίδιος ο Μελίτων αναφέρει την επιστολή του αυτοκράτορα Αδριανού, πάππου του Αυρηλίου, προς τον ανθύπατο της Ασίας Μινούκιο Φουνδανό. Από το κείμενο φαίνεται ότι, με βάση το διάταγμα του Μάρκου Αυρηλίου, οι Χριστιανοί συκοφαντούνταν και οι καταγγέλλοντες τους Χριστιανούς ειδωλολάτρες λάβαιναν την περιουσία των καταγγελλομένων. Έτσι είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς την καλπάζουσα αύξηση των συκοφαντιών και καταγγελιών αλλά και την ανάλογη διαρπαγή των περιουσιών των Χριστιανών από τους καταγγέλλοντες, οι οποίοι νύχτα και ημέρα φανερά καταλήστευαν τους αναίτιους και κανένα μην αδικούντες Χριστιανούς. Ο Μελίτων, θέλοντας να επηρεάσει ευνοϊκά τον αυτοκράτορα υπέρ των Χριστιανών, τον αποκαλεί δίκαιο βασιλιά και αν ακόμη το διάταγμα εναντίον των Χριστιανών ήταν δικό του έργο, ενώ στη συνέχεια προσπαθεί να τον πείσει να το αποσύρει, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ένας δίκαιος βασιλιάς, όπως ο Μάρκος, δεν θα μπορούσε να εκδόσει τέτοιο διάταγμα, το οποίο δεν ταιριάζει ούτε εναντίον βαρβάρων εχθρών. Ο μεγάλος καημός του Μελίτωνα ήταν βέβαια να αποσυρθεί το διάταγμα για να παύσουν έτσι διωκόμενοι αλλά δεν κατηγορεί ευθέως τον αυτοκράτορα παρά «τους της τοιαύτης φιλονεικίας εργάτας». Τον αυτοκράτορα τον παρακαλεί να μην αφήσει τους Χριστιανούς στο έλεος της λεηλασίας από τον όχλο. Στη συνέχεια ο Μελίτων προσθέτει και ταύτα: η γαρ καθ’ ημάς φιλοσοφία πρότερον μεν εν βαρβάροις ήκμασεν, επανθήσασα δε τοις σοις έθνεσι κατά την Αύγουστου του σου προγόνου μεγάλην αρχήν, εγενήθη μάλιστα τη ση βασιλεία αίσιον αγαθόν. Έκτοτε γαρ εις μέγα και λαμπρόν το Ρωμαίων ηυξήθη κράτος· ου συ διάδοχος ευκταίος γεγονός τε και έση μετά του παιδός, φυλάσσων της βασιλείας την συντροφον και συναρξαμένην Αυγούστω φιλοσοφίαν, ην και οι προγονοί σου προς ταις άλλαις θρησκείαις ετίμησαν, και τούτο μέγιστον τεκμήριον του προς αγαθού, τον καθ’ ημάς λόγον συνακμάσαι τη καλώς αρξαμένη βασιλεία, εκ του μηδέν φαύλον από της Αυγούστου αρχής απαντήσαι, αλλά τουναντίον άπαντα λαμπρά και ένδοξα κατά τας πάντων ευχάς. Μόνοι πάντων, αναπεισθέντες υπό τίνων βασκάνων ανθρώπων, τον καθ’ ημάς εν διαβολή καταστήσαι λόγον ηθέλησαν Νέρων και Δομετιανός, αφ’ ων και το της συκοφαντίας αλόγω συνήθεια περί τους τοιούτους ρυήναι συμβέβηκε ψεύδος· αλλά την εκείνων άγνοιαν οι σοι ευσεβείς πατέρες επηνωρθώσαντο, πολλάκις πολλοίς επιπλήξαντες εγγράφως, όσοι περί τούτων νεωτερίσαι ετόλμησαν· εν οις ο μεν πάππος σου Αδριανός πολλοίς μεν και άλλοις, και Φουνδανώ δε τω ανθυπάτω, ηγουμένω δε της Ασίας, γράφων φαίνεται, ο δε πατήρ σου, και σου τα πάντα συνδιοικούντος αυτώ, ταις πόλεσι περί του μηδέν νεωτερίζειν περί ημών έγραψεν, εν οις και προς Λαρισαίους και προς Θεσσαλονικείς και Αθηναίους και προς πάντας Έλληνας. Σε δε και μάλλον περί τούτων την αυτήν εκείνοις έχοντα γνώμην και πολύ γε φιλανθρωποτέραν και φιλοσοφωτέραν, πεπείσμεθα πάντα πράσσειν όσα σου δεόμεθα (Ο’ 26, 7-11). Την εποχή του Μάρκου Αυρηλίου γράφηκε η Β΄ Απολογία του Ιουστίνου. Ο έπαρχος της Ρώμης Ούρβικος διέταξε να φυλακισθεί ο Πτολεμαίος που είχε κατηχήσει στο Χριστιανισμό κάποια γυναίκα εθνική. Στη συνέχεια ο Πτολεμαίος καταδικάστηκε σε θάνατο, αφού ομολόγησε ότι είναι Χριστιανός. Κάποιος Χριστιανός, Λούκιος ονομαζόμενος, διαμαρτυρήθηκε για την καταδίκη αυτή, που τη θεώρησε παράλογη, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί και ο ίδιος σε θάνατο. Μαζί του θανατώθηκε και ένας ακόμη Χριστιανός, ανώνυμος. Αυτά τα γεγονότα έδωκαν αφορμή στον Ιουστίνο να απευθύνει στο Μάρκο Αυρήλιο τη Β΄ Απολογία, χωρίς να συγκινήσει όμως το φιλόσοφο διώκτη. Θύμα των διωγμών του Μάρκου Αυρηλίου υπήρξε και ο Ιουστίνος μαζί με μια ομάδα έξι μαθητών του, πιθανώς το 165, όταν έπαρχος στη Ρώμη ήταν ο Ιούνιος Ρουστικός. Σύμφωνα με τη σύντομη απόφαση του έπαρχου: Οι μη βουληθέντες θύσαι τοις θεοίς και είξαι τω του αυτοκράτορος προστάγματι μαστιγωθέντες απαχθήτωσαν, κεφαλικήν αποτιννύντες δίκην, κατά την των νόμων ακολουθίαν, όπως αναφέρεται στο μαρτύριο του, το οποίο φέρνει όλα τα χαρακτηριστικά των γνησίων μαρτυρίων της εποχής των διωγμών. Για τα συμβάντα στην Εκκλησία της Γαλλίας πληροφορούμαστε από την περίφημη επιστολή, την οποία έστειλαν οι Χριστιανοί των γαλλικών πόλεων Βιέννης (Vienne) και Λουγδούνου (Λυών Lyon) στους Χριστιανούς της Ασίας και Φρυγίας (Ευσεβίου, εκκλησιαστική Ιστορία, Ε’ 1, 3-63). Η αξία της επιστολής αυτής είναι μεγάλη, γιατί σ’ αυτή εικονίζονται με αρκετές λεπτομέρειες τα δραματικά γεγονότα της Λυών, εξαίρεται η αδάμαστη καρτερία των πιστών και αναδεικνύεται το ηθικό μεγαλείο των Χριστιανών μαρτύρων αλλά και των άλλων Χριστιανών, οι οποίοι γράφουν ότι τόση ήταν η θλίψη τους και τόσα πολλά υπέμειναν οι γενναίοι μάρτυρες, ώστε δεν εύρισκαν λόγια κατάλληλα και ικανά να περιγράψουν τα παθήματα αυτά. Στη Λυών οι Χριστιανοί κηρύχτηκαν έξω από κάθε νόμο, στερήθηκαν από κάθε δικαίωμα πολιτικό και έγινε απρόσιτος γι’ αυτούς κάθε δημόσιος χώρος (λουτρά, αγορά, κ. λ. π.)· στους δημόσιους χώρους βρίζονταν και χλευάζονταν· τα σπίτια τους λεηλατούνταν· ληστεύονταν και λιθοβολούνταν οπουδήποτε και αν εμφανίζονταν στους δρόμους· οι πιο γνωστοί συλλαμβάνονταν, οδηγούνταν στις πολιτικές αρχές, ρίχνονταν στα δεσμωτήρια και βασανίζονταν· πολλές φορές συκοφαντούνταν και από τους Εθνικούς δούλους τους, οι οποίοι φοβούμενοι τα βασανιστήρια, κατηγορούσαν τους Χριστιανούς κυρίους τους ως ενόχους εγκλημάτων όπως ήταν τα ανόσια και αθέμιτα θυέστεια δείπνα και οι οιδιπόδειες μίξεις: συνελαμβάνοντο δε και εθνικοί τίνες οικέται των ημετέρων, επεί δημοσία εκέλευσεν ο ηγεμών αναζητείσθαι πάντας ημάς· οι και κατ’ ενέδραν του σατανά, φοβηθέντες τας βασάνους ας τους Αγίους έβλεπον πάσχοντας, των στρατιωτών επί τούτο παρορμώντων αυτούς, κατεψεύσαντο ημών θυέστεια δείπνα και οιδιπόδειους μίξεις και όσα μήτε λαλείν μήτε νοειν θέμις ημίν, αλλά μηδέ πιστεύειν ει τι τοιούτο πώποτε παρά ανθρώποις εγένετο. Τούτων δε φημισθέντων, πάντες απεθηριώθησαν εις ημάς, ώστε και ει τίνες το πρότερον δι’ οικειότητα εμετριάζον, τότε μεγάλως εχαλέπαινον και διεπρίοντο εφ’ ημών· επληρούντο δε το υπό του Κυρίου ημών ειρημένον ότι ελεύσεται καιρός εν ω πας ο αποκτείνας υμάς δόξει λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ (Ε’ 1,13-15). Φυσικά, δεν έλειψαν στις περιπτώσεις αυτές και οι Χριστιανοί που ήταν ανέτοιμοι και αγύμναστοι και αδύναμοι να υποφέρουν την ένταση του μεγάλου αυτού αγώνα και γι’ αυτό υπήρξαν αρκετοί που δεν άντεξαν και με την υποχώρηση τους αυτή ανέκοψαν την προθυμία άλλων, που δεν είχαν ακόμη συλληφθεί, βοηθούσαν όμως τους συλληφθέντες μάρτυρες (Ε’ 1,11). Οι πεπτωκότες ήταν το μεγάλο πρόβλημα της Λυών (Ε’, 1,12). Όταν άρχισαν οι διωγμοί στη Λυών έλειπε ο ανθύπατος και την επικρατούσα αναρχία αποφάσισαν να τη σταματήσουν οι δημοτικές αρχές της πόλης. Με πρωτοβουλία τους συνελήφθησαν πολλοί Χριστιανοί αδιακρίτως κοινωνικής θέσης και τάξης και ύστερα από την προκαταρκτική ανάκριση κλείστηκαν στις φυλακές και βασανίστηκαν. Όταν ήρθε ο ανθύπατος οι Χριστιανοί ανακρίθηκαν και πάλι και βασανίστηκαν φρικτά. Εξαιτίας των βασάνων αυτών ορισμένοι αρνήθηκαν την πίστη τους και άλλοι δήλωσαν ότι οι αποδιδόμενες στους Χριστιανούς κατηγορίες και τα εγκλήματα αλήθευαν. Τόση ήταν η αγριότητα των διωκτών ώστε δεν αποφυλάκισαν ούτε και εκείνους από τους Χριστιανούς που έγιναν πεπτωκότες, κατά παράβαση των διατάξεων του Τραϊανού, σύμφωνα με τις οποίες οι αρνησίθρησκοι κρίνονται επιεικώς και τους παρέχεται συγγνώμη. Αυτοί ξαναεξετάστηκαν ιδιαιτέρως, μήπως και θα έδιναν αφορμή να απολυθούν από τη φυλακή, αυτοί όμως οι αρνητές μετανόησαν και επανήλθαν στην Εκκλησία (Ε’ 1,48). Τα φρικτά βασανιστήρια τόσο πολύ φόβισαν τον κόσμο, ώστε και συγγενείς ακόμη των Χριστιανών, που προηγουμένως τους φέρονταν με μετριοπάθεια, τώρα ήταν αγανακτισμένοι και έτριζαν τα δόντια εναντίον τους (πάντες απεθηριώθησαν εις ημάς, ώστε και ει τίνες το πρότερον δι’ οικειότητα εμετρίαζον τότε μεγάλως εχαλέπαινον και διεπρίοντο εφ ημών (Δ’1,15). Οι διώκτες ήταν επινοητικοί σε βασανιστήρια. Αφού το πρώτο στάδιο των κολασμών άντεξαν οι Χριστιανοί, οι Εθνικοί διώκτες έθεσαν σε εφαρμογή νέου είδους βασανιστήρια, όπως ήταν ο ομαδικός εγκλεισμός σε κατασκότεινη φυλακή και στο χειρότερο χώρο της και η διάταση των ποδιών σε ξύλο. Ήταν οικτρό το θέαμα να βλέπει κανείς νεαρούς Χριστιανούς, που δεν μπορούσαν να υποφέρουν αυτό το καινούργιο μαρτύριο, τη «σύγκλειση», να πεθαίνουν μέσα στη φυλακή κάτω από το βάρος του σκότους, του αδιαχώρητου και της έλλειψης αέρα: Καταργηθέντων δε των τυραννικών κολαστηρίων υπό του Χριστού δια της των μακαρίων υπομονής, ετέρας μηχανάς ο διάβολος επενόει, τας κατά την ειρκτήν εν τω σκότει και τω χαλεπωτάτω χωρίω συγκλείσεις και τας εν τω ξύλω διατάσεις των ποδών, επί πέμπτον διατεινομένων τρύπημα, και τας λοιπάς αΐκίας, όσας ειώθασιν όργιζόμενοι υπουργοί και ταύτα διαβόλου πλήρεις διατιθέναι τους έγκλειομένους’ ώστε αποπνιγήναι τους πλείστους εν τη ειρκτή, όσους γε ο Κύριος ούτως εξελθείν ηθέλησεν, επιδεικνύων την αυτού δόξαν. Οι μεν γαρ βασανισθέντες πικρώς ώστε δοκειν μηδέ της πάσης θεραπείας τυχόντας έτι ζήσαι δύνασθαι, παρέμενον εν τη ειρκτη, έρημοι μεν της παρά ανθρώπων επιμελείας, αναρρωννύμενοι δε υπό Κυρίου και ενδυναμούμενοι και σώματι και ψυχή και τους λοιπούς παρορμώντες και παραμυθούμενοι οι δε νεαροί και άρτι συνειλημμένοι, ων μη προκατήκιστο τα σώματα, το βάρος ουκ έφερον της συγκλείσεως, αλλ’ ένδον εναπέθνησκον (Ε’ 1,27-28). Ανάμεσα σ’ αυτούς που μαρτύρησαν ήταν και ο Επίσκοπος της Εκκλησίας της Λυών Ποθεινός, ο οποίος ήταν τότε γέροντας, πάνω από ενενήντα χρόνια. Δεν είναι απίθανο οι Εκκλησίες της Μικρός Ασίας να έστειλαν τον Ειρηναίο στη Γαλλία όχι μόνο για να ενισχύσει και διαδόσει εκεί το Χριστιανισμό αλλά και να διαδεχθεί στον επισκοπικό θρόνο το γέροντα Ποθεινό, που ήταν επίσης Μικρασιάτης. Πράγματι, ύστερα από το μαρτυρικό θάνατο του Ποθεινού, ο Ειρηναίος τον διαδέχθηκε στο θρόνο. Φαίνεται ότι υπήρχε στενός δεσμός ανάμεσα στις Εκκλησίες της Μικράς Ασίας και στις Εκκλησίες της Γαλλίας (Λυών Βιέννης) που ίσως να ανάγει την αρχή του στην πρώτη εμφάνιση του Χριστιανισμού στη Γαλλία, πιθανώς από εμπόρους Χριστιανούς από τη Μικρά Ασία. Ο Ποθεινός αν και υπέργηρος με ασθενικό σώμα και ασθενής, διέθετε ανυπέρβλητο ψυχικό σθένος να απαντήσει στον ανθύπατο, όταν τον ρώτησε τιςεστίν Χριστιανών ο Θεός, «εάν ης άξιος γνώση» (Ε’ 1,29-31). Παρότι θα περίμενε κανείς, ύστερα από τόσα μαρτύρια, να κορεσθεί η θηριωδία των Εθνικών και να ικανοποιηθεί με το θάνατο τόσων Χριστιανών η μανία τους, εντούτοις το μίσος τους εκδηλώθηκε και κορυφώθηκε με μια νέα ανόσια απόφαση να βεβηλώσουν τώρα τα νεκρά σώματα των Χριστιανών. Πέταξαν στα σκυλιά τα σώματα όσων πνίγηκαν από ασφυξία στη φυλακή και φύλαγαν νύχτα μέρα μήπως κηδευτεί κανένας από τους Χριστιανούς. Τότε επίσης έβγαλαν στα φανερά τα υπολείμματα των μαρτύρων, που είχαν αφήσει τα θηρία και η φωτιά, των δε άλλων τα κεφάλια και τα μέρη του σώματος τους τα φύλαγαν επίσης με στρατιωτικές φρουρές για να μείνουν άταφα για πολλές ημέρες. Έξι ημέρες κράτησε η ύβρη αυτή των μαρτυρικών σωμάτων από το μαινόμενο ειδωλολατρικό όχλο χωρίς οι Χριστιανοί να μπορούν να θάψουν τα σώματα. Σ’ αυτή την προσπάθεια ούτε η νύχτα βοηθούσε τους Χριστιανούς ούτε τα χρήματα που πρόσφεραν στους ειδωλολάτρες ούτε και οι παρακλήσεις. Τέλος, οι Εθνικοί έκαψαν τα λείψανα των Χριστιανών και τη στάχτη την πέταξαν στο Ροδανό ποταμό για να μη υπάρξει ούτε ένα υπόλειμμα του στη γη. Και τα έκαμαν αυτά με την ιδέα ότι μπορούσαν να νικήσουν τον Θεό και να αφαιρέσουν από τους Χριστιανούς την αναγέννηση, έτσι ώστε, όπως έλεγαν οι Εθνικοί, να μην έχουν ούτε ελπίδα ανάστασης, στην οποία πίστευαν. Ας δούμε τώρα, έλεγαν οι Εθνικοί, αν θα αναστηθούν και αν μπορεί ο Θεός τους να τους πάρει από τα χέρια μας (Ε’, 1,57-63· ασφαλώς στο τελευταίο αυτό σημείο η Εκκλησία μπορεί να στηρίξει την καύση των νεκρών): «Αλλ’ ουδ’ ούτω κόρον ελάμβανεν αυτών η μανία και η προς τους Αγίους ωμότης. Υπό γαρ αγρίου θηρός άγρια και βάρβαρα φυλα ταραχθέντα δυσπαύστως είχε, και αλλην ιδίαν αρχήν επί τοις σώμασιν ελάμβανεν η ύβρις αυτών· το γαρ νενικήσθαι αυτούς ουκ εδυσώπει δια το μη έχειν ανθρώπινον επιλογισμόν, μάλλον δε και εξέκαιεν αυτών την οργήν καθάπερ θηρίου, και του ηγεμόνος και του δήμου ομοίως εις ημάς άδικον επιδεικνυμένων μίσος, ίνα η γραφή πληρωθή ο άνομος ανομησάτω έτι, και ο δίκαιος δικαιωθήτω έτι. Και γαρ τους εναποπνιγέντας τη ειρκτή παρέβαλλον κυσίν, επιμελώς παραφυλάσσοντες νύκτωρ και μεθ’ ημέραν μη κηδευθή τις υφ’ ημών· και τότε δη προθέντες τα τε των θηρίων τα τε του πυρός λείψανα, πη μεν εσπαραγμένα, πη δε ηνθρακευμένα, και των λοιπών τας κεφάλας συν τοις αποτμήμασιν αυτών ωσαύτως άταφους παρεφύλαττον μετά στρατιωτικής επιμελείας ημέραις συχναίς. Και οι μέν ενεβριμούντο και έβρυχον τους οδόντας επ’ αυτοίς, ζητούντες τινα περισσοτέραν εκδίκησιν παρ’ αυτών λαβείν, οι δε ενεγέλων και επετώθαζον, μεγαλύνοντες άμα τα είδωλα αυτών και εκείνοις προσάπτοντες την τούτων τιμωρίαν, οι δε επιεικέστεροι και κατά ποσόν συμπαθείν δοκούντες ωνείδιζον πολύ, λέγοντες ‘που ο Θεός αυτών και τι αυτούς ώνησεν η θρησκεία, ην και προ της εαυτών είλαντο ψυχής;’ Και τα μεν απ’ εκείνων τοιαύτην είχε την ποικιλίαν, τα δε καθήμας εν μεγάλω καθειστήκει πένθει δια το μη δύνασθαι τα σώματα κρύψαι τη γη ούτε λιτανεία εδυσώπει, παντί δε τρόπω παρετήρουν, ως μέγα τι κερδανούντες, ει μη τύχοιε ταφής». Τούτοις εξής μεθ’ έτερα φασι «τα ουν σώματα των μαρτύρων παντοίως παραδειγματισθέντα και αίθριασθέντα επί ημέρας εξ, μετέπειτα καέντα και αιθαλωθέντα υπό των άνομων κατεσαρώθη εις τον Ροδανόν ποταμόν πλησίον παραρρέοντα, όπως μηδέ λείψανον αυτών φαίνηται επί της γης έτι. Και ταύτ’ έπραττον ως δυνάμενοι νικήσαι τον Θεόν και αφελέσθαι αυτών την παλιγγενεσίαν, ίνα, ως έλεγον εκείνοι, ‘μηδέ ελπίδα σχώσιν αναστάσεως, εφ’ η πεποιθότες ξένην τινά και καινήν εισάγουσιν ημίν θρησκείαν και καταφρονούσι των δεινών, έτοιμοι και μετά χαράς ηκοντες επί τον θάνατον· νυν ίδωμεν ει αναστήσονται και εί δύναται βοηθήσαι αυτοίς ο Θεός αυτών και εξελέσθαι εκ των χειρών ημών’». Η περιγραφή της επιστολής αυτής για τα δραματικά γεγονότα της Λυών του 177, κατά τα οποία μαρτύρησαν μέχρι θανάτου για την πίστη τους στο Χριστό πενηνταριά ή πιο πιθανό σαρανταριά πρόσωπα, είναι συγκλονιστική στις λεπτομέρειες της, θαυμάσια στη λυρική της έξαρση και αποκαλυπτική της θηριωδίας των διωκτών. Από την επιστολή αυτή, που την έστειλαν οι επιζήσαντες Χριστιανοί στους αδελφούς της Ασίας και της Φρυγίας, καθώς και από τα σχόλια του Ευσεβίου Καισαρείας, δεν μπορούμε ασφαλώς να έχουμε τον ακριβή αριθμό των μαρτύρων, πληροφορούμαστε όμως ότι οι Χριστιανικές κοινότητες της Λυών και της Βιέννης συνέχισαν τη ζωή τους και ευημερούσαν από την επόμενη ημέρα των διωγμών. Και σ’ άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας έλαβε χώρα ο απάνθρωπος και ωμός αυτός διωγμός, που παρατάθηκε μέχρι το τέλος της βασιλείας του Μάρκου Αυρηλίου, πολλοί δε Χριστιανοί θυσίασαν τη ζωή τους και αναδείχτηκαν καλλίνικοι μάρτυρες. Η Ρώμη, η Αθήνα, η Σμύρνη, η Λαοδίκεια και άλλες πόλεις σεμνύνονται για τους μάρτυρες τους, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ηγέτες των Εκκλησιών τους. Πολλοί όμως ήσαν και οι Χριστιανοί, οι οποίοι στάλθηκαν στην εξορία, όπου έχασαν τη ζωή τους από τις στερήσεις και τις κακουχίες σε βαριά καταναγκαστικά έργα, όπως ήταν οι εν μετάλλοις αδελφοί, αυτοί που εργάζονταν στα μεταλλεία, για τους οποίους κάμει λόγο ένα απόσπασμα της επιστολής του Επισκόπου Κορίνθου Διονυσίου προς τον επίσκοπο της Ρώμης Σωτήρα: Εξ αρχής γαρ υμίν έθος εστίν τούτο, πάντας μεν αδελφούς ποικίλως ευεργετείν Εκκλησίαις τε πολλοίς ταις κατά πάσαν πόλιν εφόδια πέμπειν, ώδε μεν την των δεομένων πενίαν αναψύχοντας, εν μετάλλοις δε αδελφοίς υπάρχουσιν επιχορηγούντας, δί’ ων πέμπεται αρχήθεν εφοδίων πατροπαράδοτον έθος Ρωμαίων Ρωμαίοι φυλάττοντες, ο ου μόνον διατετήρηκεν ο μακάριος υμών Επίσκοπος Σωτήρ, αλλά και ηύξηκεν, επιχορηγών μεν την διαπεμπομένην δαψίλειαν την εις τους αγίους, λόγοις δε μακαρίοις τους ανιόντας αδελφούς, ως τέκνα πατήρ φιλόστοργος παρακαλών (Ευσεβίου, εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’, 23,10). Ο Μάρκος Αυρήλιος στην προσπάθεια του να εξοντώσει τους Χριστιανούς, που αποτελούσαν την πιο ευγενή, εύρωστη και ηθικώς ισχυρότερη μερίδα του κράτους του, σε μια απελπιστική προσπάθεια να αναπτερώσει τα αρχαία ρωμαϊκά ήθη και να επαναφέρει έτσι τη Ρώμη στο αρχαίο μεγαλείο της, απέτυχε παταγωδώς. Ο διωγμός, τον οποίο κίνησε κατά των Χριστιανών, απέτυχε στο σκοπό του και εκράτυνε ακόμη περισσότερο την Εκκλησία. Όσο πλήθυναν οι θάνατοι των Χριστιανών τόσο περισσότερο η ρωμαϊκή πολιτεία έφθινε και οδηγούνταν στη δύση της. Οι Χριστιανοί κεφαλοτομούμενοι και σταυρούμενοι, και θηρίοις παραβαλλόμενοι, και δεσμοίς και πυρί και πάσαις ταις άλλαις βασάνοις (Ιουστίνου, προς Τρύφωνα Ιουδαίον διάλογος, 110) έμεναν ασάλευτοι στην πίστη τους και κλόνιζαν τα θεμέλια της ειδωλολατρείας. Η βασιλεία του Θεού σιγά σιγά έθετε στο περιθώριο το βασίλειο του Καίσαρα και η μαρτυρία των Χριστιανών διακήρυττε κάθε στιγμή την παρουσία και τη δύναμη του Χριστού, που εμψύχωνε τους μάρτυρες ως αγωνοθέτης των παλαισμάτων: ουχ δρας παραβαλλομένους θηρίοις, ίνα αρνήσωνται τον Κύριον, και μη νικωμένους; ουχ οράς, όσω πλείονες κολάζονται, τοσούτω πλεονάζοντας άλλους; ταύτα ανθρώπου ου δοκεί έργα, ταύτα δύναμις εστί θεού· ταύτα της παρουσίας αυτού δείγματα (Η προς Διογνητον επιστολή, 11,7)· και το του Τερτυλλιανού (Απολογητικός, κεφ. 37): Είμεθα μόλις χθεσινοί και όμως επληρώσαμεν την γην και παν ό,τι σας ανήκει: τας πόλεις, τας νήσους, τα φρούρια, τας αυτόνομους πόλεις, τους τόπους των συνελεύσεων, αυτά τα στρατόπεδα, τους συλλόγους των πατρικίων, τας δεκαρχίας, το ανάκτορον, την σύγκλητον και την αγοράν. Δεν αφήσαμεν εις σας άλλο τι ειμί τους ναούς.

Ο ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ (1848-2008)

Π Ρ Ο Σ Κ Λ Η Σ Η

Η Ομοσπονδία Δωδεκανησιακών Σωματείων Αθηνών – Πειραιώς

και η Δωδεκανησιακή Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία (Δ.Ι.Λ.Ε)

σας προσκαλούν στην παρουσίαση του τρίτομου έργου

του Μιλτιάδη Λογοθέτη

Ο ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ (1848-2008)

την Τετάρτη 30 Μαϊου 2012 και ώρα 7μμ,

στη Δωδεκανησιακή Εστία

(Υψηλάντου 143-145, Πειραιάς, τηλ. 210-4118425).

Το έργο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές Πανεπιστημίου

Δρ Αντώνης Αντάπασης

Δρ Μηνάς Αλεξιάδης

Δρ Εμμανουήλ Περσελής

Δρ Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης

Παρακαλούμε να τιμήσετε με την παρουσία σας την εκδήλωση

Ο Πρόεδρος

Ο

Γιάννης Φραγκούλης                                                                         Εμμανουήλ Κωνσταντινίδης

Εκδηλώσεις Wikipedia

alice_underwater

Αγαπητοί,

Παρά την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, οι εκδηλώσεις για τη Wikipedia συνεχίζονται
και αξίζουν συγχαρητήρια στους φίλους και τις φίλες που συνεχίζουν τη δράση σε όλη την Ελλάδα.

Οι εκδηλώσεις που πρόκειται να γίνουν το αμέσως επόμενο διάστημα,
(μία ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη), είναι οι εξής:

1.Διπλό workshop στο 2ο και 5ο Δημοτικά σχολεία στη Νέα Αλικαρνασσό στο Ηράκλειο Κρήτης,
με πρωτοβουλία του κ. Μιχάλη Κλεισαρχάκη
Το Workshop θα πραγματοποιηθεί 24 και 25 Μαϊου στους Μαθητές 5ης και 6ης τάξης
των δημοτικών σχολείων 2ο και 5ο Νέας Αλικαρνασσού.
Συνολικά θα πραγματοποιηθούν 6 ομάδες 24 ατόμων ανά ομάδα από 2 ώρες μαθήματος
για κάθε ομάδα.(Βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη)

2.Λάρισα:Workshop, σε συνεργασία με το ΤΕΙ ΛΑΡΙΣΑΣ
και με πρωτοβουλία του κ. Γιώργου Μπλάνα
Σάββατο 26 Μαΐου 2012, ώρα 09:30-11:30
στο πλαίσιο του Διεθνούς Ελληνικού Συνεδρίου Διοίκησης και Οικονομίας 2012

3.Δράμα:Workshop στο 6ο Γυμνάσιο Δράμας
Τρίτη 5 Ιουνίου 2012, ώρα 17.00
Με πρωτοβουλία του κ. Άγγελου Κωνσταντινίδη

4.Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Το μηνιαίο workshop στη βιβλιοθήκη του Μεγάρου
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012, ώρα 16.00-18.00

5.Ζάκυνθος:Workshop στην Ξενοπούλειο Βιβλιοθήκη
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012, ώρα 18.00-21.00
Με πρωτοβουλία της Κας Ξανθής Χουλιάρα

6.Αττική-Πεντέλη:Παρουσίαση και workshop
στο Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος
Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012, ώρα 18.30-20.30
Με πρωτοβουλία της Κας Ιωάννας Κομνηνού

Όλες οι εκδηλώσεις αναρτώνται στη σχετική σελίδα στη Wikipedia
με τίτλο:

Θέματα συνεργασίας με την “πρωτοβουλία για τον εμπλουτισμό της Βικιπαίδειας”

Και φυσικά στην ιστοσελίδα της “πρωτοβουλίας” www.mywikipedia.gr,
όπου γίνεται και αναλυτική παρουσίαση της κάθε εκδήλωσης

Παρακαλούμε τους φίλους και τις φίλες που οργανώνουν εκδηλώσεις, μετά από κάθε εκδήλωση
να μας στέλνουν την ανασκόπηση-παρουσίαση με δικό τους άρθρο και με οπτικό ή και ακουστικό υλικό,
το οποίο θα ανεβάζουμε στην ιστοσελίδα mywikipedia.gr

Να είστε όλοι καλά
Φιλικά
Μπάμπης Εγγλέζος

Copyright © …για το Μάθημα των Θρησκευτικών          Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση