Εξουσία για τον εαυτό της

exousiaΣ​​ε ένα κατ’ ουσίαν ταξίδι αυτογνωσίας στα βάθη της ζούγκλας της Καμπότζης, όπου καταλήγει ο ήρωας της ταινίας του Φράνσις Φορντ Κόπολα «Αποκάλυψη τώρα» (1979), στα χρόνια του πολέμου του Βιετνάμ, συναντά έναν Αμερικανό συνταγματάρχη (Μάρλον Μπράντο) που έχει αυτονομηθεί, έχοντας φτιάξει εκεί ένα δικό του μικρό βασίλειο του τρόμου. Πρόκειται για ένα φρικτό εγκληματία, ένα κάθαρμα ολκής, κυνικό και εξαθλιωμένο. Ο λόγος του, ένας λόγος μυστικιστικός, που αντλεί από την ποίηση του T.S. Elliot αλλά είναι εντέλει ακατάληπτος, προσπαθεί στην ουσία να κρύψει τη μεγαλομανή παράνοιά του. Και κυρίως τα εγκλήματά του. Η παρακμή είναι πανταχού παρούσα. Σάπια όλα και άρρωστα σε αυτήν τη γελοία κόλαση του Δάντη.

Ας μου επιτραπεί για μια στιγμή ένας πιο προσωπικός τόνος. Ολα αυτά τα χρόνια της κρίσης, σε έναν άνθρωπο της δικής μου ηλικίας και γενιάς θύμιζαν πολύ έντονα μια παρόμοια καταβύθιση στα βάθη τόσο της ελληνικής Ιστορίας όσο και στις πιο απόκρυφες πλευρές του εαυτού μας. Ηταν όντως ένα ταξίδι συλλογικής αυτογνωσίας, για όσους τέλος πάντων αντέχουν να κοιτάζουν πότε πότε το πρόσωπό τους και τις ατέλειές τους στον καθρέφτη. Με μια τόσο βεβαρυμένη «ιστορικότητα» –όπου η Ιστορία είναι διαρκώς παρούσα στο εκάστοτε παρόν της– η Ελλάδα της κρίσης ανέσυρε συχνά μια παθολογία αναγνωρίσιμη και σε άλλες στιγμές της, πίσω στον χρόνο. Εθνικισμός, λαϊκισμός, λόγος του μίσους, εμφυλιοπολεμικές φαντασιώσεις, και μαζί ο συνακόλουθος «ακτιβισμός», τα δημόσια λιντσαρίσματα, οι χειροδικίες και οι διαπομπεύσεις, ακόμη και σε εκπομπές ΜΜΕ, το διαδικτυακό μπούλινγκ, οι ad hominen επιθέσεις και τόσα άλλα.

Αυτά όλα ήταν στο φως της δημοσιότητας, δεν έμειναν κρυφά. Εκείνο που έμεινε κρυφό ήταν η ψυχική μας αναστάτωση. Κάποιοι, βέβαια, στην προσπάθειά τους να πολιτικοποιήσουν ακόμη και τα ψυχικά φαινόμενα, έσπευσαν, π.χ., να συνδέσουν τις αυτοκτονίες με τις περικοπές μισθών και συντάξεων. Η υπερπολιτικοποίηση των πάντων, η πολιτικοποίηση ακόμη και των πιο ιδιωτικών πλευρών του σύγχρονου ατομικού υποκειμένου, πλευρών που αφορούν τις προσωπικές αναζητήσεις του ή και τα αδιέξοδά του, ήταν από τις πιο επικίνδυνες διαστάσεις της πολιτικής παράνοιας που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια. Αλλά πέραν αυτής της εργαλειοποίησης, οι άνθρωποι πράγματι «αρρώστησαν», αν και με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που προέβαλαν οι συνήθεις υπερασπιστές του λαού και των αδυνάτων.

Ολα «γράφουν» κάπως, καμία αρρώστια δεν περνάει χωρίς να αφήνει τις πληγές της. Οσο κι αν η ελληνική κοινωνία επέδειξε αξιοθαύμαστες άμυνες και αντοχές απέναντι στην πλήρη διάλυση (κάτι που δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι θα το είχαν αποφύγει άλλες βορειοευρωπαϊκές κοινωνίες), είναι σίγουρο ότι χρειαζόταν ένα ισχυρό αντίδοτο για να αντέξει σε έξι χρόνια διαρκών ανατροπών και ανασφάλειας ακόμη και για τα θεμελιώδη. Και το βρήκε στην αφασία και στον κυνισμό.

Εκεί είμαστε σήμερα. Χωρίς πλέον υστερίες και φωνασκίες, η ελληνική κοινωνία μοιάζει να βιώνει την περιρρέουσα παρακμή των πάντων με μια στωικότητα που τρομάζει. Και αυτό αποτελεί βούτυρο στο ψωμί κάθε εξουσίας. Ετσι, χωρίς εμπόδια και ιδιαίτερη κριτική, δημόσιοι θεσμοί απαξιώνονται πλήρως, οι χώροι των πανεπιστημίων γίνονται τόποι κατασκήνωσης αναρχικών με τις ευχές της πολιτείας, το ψέμα και η κυβερνητική προπαγάνδα οργιάζουν, η ενημέρωση τείνει να ελεγχθεί από την εκτελεστική εξουσία, τα δε εκλογομαγειρέματα που θα εξασφαλίσουν τη μακροημέρευση των κυβερνώντων γίνονται τόσο απροκάλυπτα, που συνειδητοποιείς ότι όντως δεν έχουν να φοβούνται κανέναν.

Μια πολιτική εξουσία που υπάρχει και λειτουργεί εντέλει για τον εαυτό της, με βασικότερη έγνοια της την αναπαραγωγή της, την ίδια ώρα που με την κοινωνία μοιάζει να τη χωρίζει άβυσσος. Επιχειρήσεις κλείνουν η μία πίσω από την άλλη, οι άστεγοι και οι φτωχοί έχουν πολλαπλασιαστεί ιδίως τον τελευταίο χρόνο, όπως πιστοποιούν οι στατιστικές, πάνω από 400.000 μορφωμένοι και νέοι άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα διότι αυτή δεν έχει μέλλον, το κέντρο της Αθήνας, εγκαταλελειμμένο, αφιλόξενο, βρωμερό από τα σκουπίδια, με το μικροέγκλημα να κάνει πάρτι, ζει τη χειρότερη περίοδό του εδώ και δεκαετίες. Δεν υπάρχει απλώς κάτι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας, δεν υπάρχει καν βασίλειο πια, παρά μόνον κάποιοι που υποκρίνονται τους μονάρχες, αφού φρόντισαν προηγουμένως να εξευτελίσουν το αξίωμα αυτό.

Είναι άραγε μόνον η έλλειψη χρημάτων η αιτία; Δεν νομίζω. Ακόμη και μειωμένοι, οι υπάρχοντες πόροι επαρκούν για να μπορεί το κράτος να λειτουργεί αξιοπρεπώς. Εκείνο που λείπει είναι το όραμα διακυβέρνησης, η έγνοια για τους πολίτες και την ποιότητα της ζωής τους, μια ρεαλιστική πρόταση για την ανόρθωση με προοπτική. Η κοινωνία είναι πολύ κουρασμένη και απογοητευμένη για οτιδήποτε – φυσιολογικό έπειτα από έξι χρόνια κρίσης. Μια εξουσία όμως δεν νοείται να είναι ποτέ κουρασμένη. Ούτε να υπάρχει μονάχα για να εξυπηρετεί την αλαζονεία της δύναμής της. Κι όμως ποτέ άλλοτε σε όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε αυτονομηθεί τόσο η πολιτική από την κοινωνία και δεν λειτουργούσε σε τόσο μεγάλο βαθμό ερήμην της. Και ποτέ άλλοτε δεν έδειχνε τόσο μακάρια και ευτυχισμένη στον απρόσιτο πύργο της.

Πηγή: Η Καθημερινή  / Άρθρο του κ. Δημήτρη Π. Σωτηρόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντή του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτη της «Νέας Εστίας».

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων