Η ζωή και το έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη
Στην ιστοσελίδα του Ν.Σαραντάκου μπορείτε να βρείτε πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη.
Εμμανουήλ Ροΐδης, “η πιο τραγική μορφή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού”
Στο χρονογράφημά του “Ο ευφυής και οι ξύπνιοι” ο Νίκος Δήμου μιλά για τον Εμμανουήλ Ροΐδη με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.
Ο ΕΥΦΥΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΞΥΠΝΙΟΙ
Δεν ξέρω γιατί κάθε φορά που σκέπτομαι τον Εμμανουήλ Ροΐδη τον βλέπω σαν την πιο τραγική μορφή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.
Τραγικός ο Ροΐδης; Πιο τραγικός από τον Καρυωτάκη, τον Γιαννόπουλο, ή τον Χαλεπά;
Τολμώ να πω, ναι. Γιατί ενώ οι άλλοι βρήκαν καταφύγιο στην αυτοκτονία ή την τρέλα, αυτός επέμεινε. Μια ζωή αγωνίστηκε μόνος. Καταξεσκίστηκε πάνω στα ελληνικά αγκάθια. Όλο του το σκώμμα και η σάτιρα είναι πληγωμένη ευαισθησία. Ήταν φοβερή η μοίρα που του όρισε να ζήσει εξόριστος, αυτός ο πραγματικά έξυπνος, στη χώρα των “ξύπνιων”.
Ο Έλληνας θαυμάζει την εξυπνάδα. Λάθος! Πρόκειται για τραγική παρεξήγηση. Αυτό που ονομάζουμε εξυπνάδα δεν είναι η βαθιά, καθαρή ματιά, αλλά η επιπόλαιη ετοιμολογία. Την πραγματική εξυπνάδα ο Έλληνας ούτε καν την αναγνωρίζει… Και όχι μόνο αυτό! Όταν τη διαισθάνεται, την πολεμάει. Ο πραγματικά ευφυής σ’ αυτή τη χώρα υφίσταται εξευτελισμούς, ταπεινώσεις, καταπιέζεται, βρίσκεται σε διωγμό. Η υποψία πως ο άλλος μπορεί να είναι εξυπνότερος, αρκεί για να κάνει τον κάθε Έλληνα εχθρό του.
Ο Ροΐδης ήταν σατιρικός — τον είπαν ευθυμογράφο. Ήταν στοχαστής — τον είπαν ευφυολόγο.
Ήταν διδάσκαλος ύφους — τον είπαν δημοσιογράφο. Ήταν διδάσκαλος ήθους — τον απέλυσαν δύο φορές στα μαύρα γεράματα οι Δεληγιαννικοί επειδή ήταν Τρικουπικός (κι ας είχε κάνει έργο εθνικό στην Εθνική Βιβλιοθήκη). Κερδοσκόποι εξαφάνισαν την περιουσία του (οι έξυπνοι εμπιστεύονται, οι πονηροί φυλάγονται). Η Εκκλησία αφόρεσε το πρώτο βιβλίο του, από το οποίο πλούτισαν μόνον οι απατεώνες της εποχής, κυκλοφορώντας κλεψίτυπα.
Ο Ροΐδης παρουσίαζε στους Έλληνες τον Σολωμό, τον Μπωντλαίρ, τον Δοστογιέφσκυ— οι Έλληνες δοξολογούσαν τους Σούτσους, τον Ζαλοκώστα και τον Βασιλειάδη. Εκατό χρόνια μπροστά, στο γούστο, στη σκέψη, στην ευαισθησία, προσπαθούσε να επιβιώσει στην επαρχιακή Αθήνα του 1870. Δύσκολα. Η σκόνη και η λάσπη της μικρόψυχης πόλης κατάτρωγαν τη ζωή του.
Μετά την αστραφτερή λάμψη της “Πάπισσας”, δέκα χρόνια σιωπή. Δέκα χρόνια χρειάστηκε για να συνέλθει από την υποδοχή. Οι Έλληνες είδαν το σκάνδαλο άλλα δεν είδαν το βιβλίο. Είδαν τις αιχμές άλλα δεν κατάλαβαν τους στόχους. Γέλασαν — εκεί που έπρεπε να κλάψουν.
Κάθε γραφτό του, μετά τη σιωπή, είναι σαρκασμός και παράπονο. Ο πιο μοναχικός Έλληνας γράφει και φωνάζει μέσα στην έρημο. Είναι ο πρώτος μας “πλήρης νους”. Ο πρώτος μας λογοτεχνικός κριτικός, ο πρώτος σωστός αποτιμητής του γλωσσικού μας προβλήματος, ο πρώτος πολιτικός σχολιαστής, ο πρώτος αισθητικός στοχαστής (με θεωρητικό εξοπλισμό αλλά και πρακτική άσκηση στη μουσική, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία), ο πρώτος μας διηγηματογράφος, ο πρώτος σατιρικός — και ο πρώτος μας Ευρωπαίος. Όλα αυτά άλλον θα τον είχαν αναδείξει σε εθνικό πρότυπο.
Εδώ ούτε ζωντανός αναγνωρίστηκε, ούτε και πεθαμένος. Η Ελλάδα είχε αποκτήσει τον Βολτέρο της — αλλά της έλειπαν οι Γάλλοι.
Επειδή φοβάται την εξυπνάδα ο Έλληνας αρνείται να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στη σάτιρα και το ευθυμογράφημα. Η σάτιρα —το πιο δύσκολο, το πιο σοβαρό, το πιο τραγικό είδος λόγου— συγχέεται σκόπιμα με το καλαμπούρι, την εξυπνάδα και το ανέκδοτο. Η σάτιρα, που είναι κριτική και ανατομία και πίκρα και αντεστραμμένη ευαισθησία, μπαίνει στο ίδιο ράφι με την εύκολη διασκεδαστική ελαφρογραφία.
Ωστόσο, τεράστια απόσταση χωρίζει τον σατιρικό από τον ευθυμογράφο: Ο ένας είναι στην κορυφή της αισθητικής πυραμίδας, ο άλλος στη βάση.
Το αν ο σατιρικός χρησιμοποιεί το γέλιο για να μαστιγώσει (και δεν είναι ποτέ απλό γέλιο, αλλά κλαυσίγελως) δεν δικαιολογεί τη σύγχυση. Όμως σ’ αυτή τη χώρα τα πάντα χωρίζονται σε “αστεία” και “Σοβαρά”. Η σάτιρα λοιπόν πάει με τα αστεία (μαζί με τον “χιουμορίστα κονφερανσιέ”) και η τραγωδία με τα Σοβαρά. Η φιλοσοφία, η πολιτική και η κριτική είναι επίσης Σοβαρές. Αλλά ο Ροΐδης δεν ήταν. Διότι έγραψε κείμενα διανθισμένα με χιούμορ. Αγνόησε τη σοβαροφάνεια των Ελλήνων. Και οι Έλληνες τον τιμώρησαν.
Αυτόν τον σοφό, βαθυστόχαστο και υπερευαίσθητο, τον κατέταξαν ανεπανόρθωτα στους “αστείους”. (Και ακόμη εκεί τον έχουν). Το ξέρει. Μόνος του περιγράφει το αδιέξοδο. Αν γράψει “σοβαρά” δεν θα τον διαβάσει κανείς, θα γίνει σαν τους “Βαουμγάρτας και Βολφίους”, “ων το μεν όνομα είναι μέγα, οι δε βαρείς τόμοι εις μόνους τους διδάκτορας και τους σκώληκας των βιβλιοθηκών προσιτοί”. Γι’ αυτό ντύνει τη σιδερένια πανοπλία με μετάξι και εισπράττει την επιτυχία του λάθους : “Αλλά αν δια της τοιαύτης μεθόδου ηδυνήθημεν εν ιδρώτι του πρόσωπου ημών ν’ αγρεύσωμεν αναγνώστας-τινάς, την άγραν ταύτην επληρώσαμεν ακριβά, ονομασθέντες ευφυολόγοι, και παν ό,τι δήποτε εκ του στόματος ημών έξεπορεύθη ευφυολογία…”.
Ναι, η ρετσινιά είναι άλλο προσφιλές όπλο των Νεοελλήνων. Όπλο αμύνης. Γιατί, είναι καιρός να το πούμε, οι Έλληνες φοβήθηκαν τον Ροΐδη. Ο τρόμος τους είναι ίδιος με το άγχος του ενόχου που βλέπει τον αστυνομικό να πλησιάζει στην κρυψώνα των κλοπιμαίων. Μια ζωή απάτη, οι “ξύπνιοι” Έλληνες — και ξαφνικά βρίσκονται μπροστά σ’ έναν πραγματικά βαθιά έξυπνο, που βλέπει μέσα τους σαν να’ χει στα μάτια ακτίνες “Χ”. Τρόμος, γιατί αυτός καταλαβαίνει, νιώθει, μετράει και μπορεί ν’ αποδείξει την απάτη. Εξουδετερώστε τον!
Ακόμη και σήμερα οι Έλληνες φοβούνται τον Ροΐδη. Ακόμη δεν αντέχουν να τον διαβάσουν (και είναι τόσο καυτά επίκαιρος). Ακόμη τον κρίνουν επιπόλαια (διαβάστε τι γράφουν γι’ αυτόν οι “έγκυρες” ιστορίες της λογοτεχνίας μας: η απόλυτη παρεξήγηση!). Αν υπάρχει ένας Έλληνας συγγραφέας που θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία —σαν υπόδειγμα ύφους, ήθους, κρίσης και γνώσης— είναι ο Ροΐδης. Αλλά ούτε λέξη από αυτόν στα αναγνωστικά μας.
Μνήμη Εμμανουήλ Ροΐδη. Ήρθε στον κόσμο έξυπνος, ευαίσθητος, όμορφος, προικισμένος. Έφυγε μόνος, άνεργος, κουφός, φτωχός, μισάνθρωπος. Αλλά φιλόζωος. Κι αυτό τεκμηριώνει περισσότερο την ευαισθησία του — και την ανάγκη του για αγάπη:
“Εξ όσων ηυτύχησα ή δυστύχησα να γνωρίσω είμαι, πιστεύω, ο μόνος άνθρωπος όστις, αν τον ωνόμαζαν ζώον, δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν”.
Πέθανε, έχοντας κοντά του την αγαπημένη του γάτα. Που τον ακολούθησε —από τη στενοχώρια της— μετά λίγες μέρες.
Εμμανουήλ Ροΐδης, Μονόλογος ευαισθήτου
Μεγάλη δυστυχία εἶναι νὰ ἔχει κανεὶς πολὺ καλὴν καρδίαν. Τὸ ἠξεύρω ἐκ πείρας, διότι μ᾿ ἔκαμεν ὁ Θεὸς πάρα πολὺ εὐαίσθητον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ ἄνθρωπον νὰ πάσχῃ καὶ νὰ κλαίει, χωρὶς νὰ γίνουν τὰ νεῦρα μου ἄνω κάτω, οὔτε νὰ ἐννοήσω πὼς κατορθώνουν ἄλλοι νὰ παρευρίσκωνται εἰς λυπηρὰ θεάματα. Ἂν τύχη ν᾿ ἀποθάνη γνώριμός των, τρέχουν εἰς τὴν κηδείαν, ἀκόμη καὶ ἂν χιονίζῃ. Ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἰδῶ ἀποθαμένον ἄνθρωπον ὅπου ἐγνώρισα ζωντανόν, χωρὶς νὰ μὲ ταράξη ἡ σκέψις ὅτι κι ἐγὼ θ᾿ ἀποθάνω. Ἔπειτα ἂν οἱ συγγενεῖς του ἐφαίνοντο φρόνιμοι καὶ παρηγορημένοι, τοῦτο θὰ μ᾿ ἐπείραζε, διότι δὲν ἀγαπῶ τοὺς ἐγωιστάς. Ἂν πάλιν ἔκλαιαν καὶ ἐθρήνουν, τὸ θέαμα θὰ μοῦ ἔκοπτε τὴν ὄρεξιν ἢ θὰ χαλοῦσε τὴν χώνεψίν μου. Τὸ στομάχι μου εἶναι κι ἐκεῖνο εὐαίσθητο καὶ δυὸ πράγματα δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωνέψη, τὸν ἀστακὸν καὶ τὰς συγκινήσεις. Τᾶς συγκινήσεις εὔκολον εἶναι νὰ τὰς ἀποφύγω, νὰ μὴν τρώγω ὅμως ἀστακὸν θὰ ἦτο θυσία τόσόν μεγάλη, ὥστε μου συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ ξεχάσω πὼς εἶμαι βαρυστόμαχος καὶ νὰ θυμηθῶ ὅτι πρέπει κανεὶς νὰ συγχωρᾷ εἰς ὅσους ἀγαπᾷ τὰ ἐλαττώματά των.
Ἄλλο πρᾶγμα ὅπου δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω εἶναι νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι τόσον σκληρόκαρδοι, ὥστε νὰ δέχωνται νὰ παρασταθοῦν φίλοι τῶν εἰς μονομαχίαν. Ἀλλ᾿ ἐγὼ εἶμαι εὐαίσθητος, καὶ μόνη ἡ ἰδέα ὅτι ἠμπορεῖ ὁ φίλος μου ἢ ὁ ἀντίπαλός του νὰ πάθη, μὲ κάμει νὰ ἀνατριχιάζω. Πρὸ πάντων ὅταν συλλογίζομαι, ὅτι τὴν ἡμέραν τῆς μονομαχίας πρέπει νὰ σηκωθῶ εἰς τὰς ἑπτά, ἂς εἶναι καιρὸς ἄσχημος, νὰ χασομερέψω εἰς τρεχάματα, συνεντεύξεις καὶ συντάξεις πρωτοκόλλων, καὶ ἴσως νὰ πληρώσω καὶ ἁμαξιάτικα μὲ κίνδυνο νὰ τὰ χάσω, ἂν τύχῃ, Θεὸς φυλάξοι, ὁ φίλος μου νὰ σκοτωθῇ.
Μεγάλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀναισθησία καὶ ἐκείνων ὅπου δανείζουν εἰς τοὺς φίλους των χρήματα, χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ δυνηθῆ νὰ τὰ ἀποδώση εἰς τὴν προθεσμίαν, νὰ τοὺς ἐντρέπεται καὶ νὰ τοὺς ἀποφεύγῃ. Τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ φανῆ μικρὸν κακὸν εἰς ὅσους δὲν ἔχουν καρδιάν, ἀλλ᾿ ἡ ἰδική μου θὰ ἐῤῥαγίζετο, ἂν παλαιός μου φίλος, μ᾿ ἀπαντοῦσεν εἰς τὸν δρόμον καὶ ἐκαμώνετο πὼς δὲν μὲ εἶδεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ μ᾿ ἔκανε νὰ πάρω τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ δανείσω ποτὲ εἰς φίλον μου ἑκατὸ δραχμᾶς, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ σωθῆ μὲ αὐτὰς ἡ τιμὴ καὶ ἡ ζωή του. Παρὰ νὰ τῶν ἰδῶ ἀχάριστον, καλύτερα νὰ τὸν κλάψω ἀποθαμένον, ἀφοῦ μάλιστα θὰ μ᾿ ἐμπόδιζεν ἡ εὐαισθησία μου νὰ ὑπάγω εἰς τὴν κηδείαν του (…)
Ἄλλη σκληρότης καὶ κουταμάρα εἶναι ἐκείνων ὅπου δίδουν ἐλεημοσύνη εἰς τοὺς πτωχούς, χωρὶς νὰ συλλογισθοῦν ὅτι ἂν μὲν εἶναι ὁ ἐλεούμενος ἱκανὸς νὰ ἐργασθῆ, ἐνθαῤῥύνουν τὴν ὀκνηρίαν του, ἂν δὲ τύχη χωλός, στραβός, κουλοχέρης ἢ λωβιασμένος, τὸ ψωμὶ ποὺ τοῦ δίδουν προμακραίνει ζωὴν ἀθλίαν καὶ βσανισμένην. Τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγουν οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ὁ Σπένσερ καὶ ὁ Δαρβίνος, ποὺ ἀπέδειξαν πόσον ἀπάνθρωπα εἶναι τὰ λεγόμενα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, τὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων, τὰ γηροκομέια καὶ τὰ λεπροκομεῖα. Ἐσημάδεψα εἰς τὰ βιβλία τῶν τὰ μέρη ὅπου τὸ λέγουν, καὶ τὰ δείχνω εἰς ὅσους ἔχουν τὴν ἀδιακρισίαν νὰ μοῦ ζητοῦν χρήματα, διὰ νὰ ἐμποδίσουν ν ἀποθάνουν μὲ τὴν ἡσυχίαν τῶν δυστυχισμένα πλάσματα, ποὺ θὰ ἦτο δὶ αὐτὰ ὁ θάνατος εὐεργεσία.
Πρὸ μερικῶν μηνῶν μοῦ ἔστειλεν ὁ ἁγιοχώματος μητροπολίτης Γερμανὸς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ μοῦ ζητήσῃ νὰ συνεισφέρω, ὡς μεγάλος κτηματίας, διὰ νὰ συστηθῇ εἰς κάθε τμῆμα τῶν Ἀθηνῶν ἕνα «λαϊκὸν μαγειρεῖον», ὅπου θὰ εὑρίσκαν οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι μὲ μόνον δεκαπέντε λεπτὰ ἕνα φλυτζάνι ζουμὶ κι ἕνα κομμάτι κρέας. Ἂν ἤμουν ἄκαρδος καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι, θὰ ἔδιδα κι ἐγὼ τὰς εἴκοσι δραχμάς μου χωρὶς δυσκολίαν. Ἡ εὐαισθησία μου ὅμως δὲν μοῦ συγχωρεῖ οὔτε κἂν νὰ συλλογισθῶ ὅτι τρέφονται εἰς τὸ πλάγι μου δυστυχεῖς ἄνθρωποι μὲ νερόζουμο καὶ κοιλιές, ἐνῷ τρώγω ἐγὼ μπαρμπούνια καὶ φιλέτο.
Τρανὴ ἀπόδειξις τῆς ὑπερβολικῆς μου εὐαισθησίας εἶναι καὶ ὁ τρόπος ὁποῦ ὑπανδρεύθην. Ὅταν ἐπλησίασαν νὰ μὲ πλακώσουν τὰ γεράματα, νὰ μὲ κουράζουν οἱ διασκεδάσεις καὶ νὰ μ᾿ ἐνοχλοῦν οἱ ῥευματισμοί, αἰσθάνθηκα τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχω ἕνα σπιτικὸν καὶ μίαν γυναῖκα δική μου νὰ μὲ περιποιῆται. Καθὼς πᾷς ἄλλος, ἀγαπῶ κι ἐγὼ τὶς εὔμορφες καὶ πλούσιος καθὼς εἶμαι, εὔκολον ἦτο νὰ εὕρω ἕνα νόστιμο κορίτσι, ἂν δὲν ἐζητοῦσα προῖκα. Ἄλλος εἰς τὴν θέσιν μου θὰ τὸ ἔκαμνεν, ἀλλ᾿ ἐγὼ συλλογίσθηκα πόσον θὰ ἐβασάνιζε τὴν εὐαισθησίαν μου ἂν ὑπανδρευόμην εὔμορφην πτωχοκόρην, ἡ ἰδέα ὅτι μ᾿ ἐπῆρεν ὄχι διὰ τὰ εὐγενῆ μου, ἀλλὰ διὰ τὰ ἑπτά μου σπίτια. Παρὰ ταύτην τὴν ἀνυπόφορην ἐπροτίμησα νὰ θυσιασθῶ καὶ νὰ πάρω πλουσίαν ἀσχημομούραν. Ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς μου εἶναι τόση, ὥστε ἡ μεγάλη της μύτη καὶ τὰ ψεύτικά της δόντια δὲ μὲ ἐμπόδισαν, ὄχι μόνον νὰ φέρωμαι καλὰ μαζί της, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἀγαπῶ, περισσότερον ἴσως ἀπ᾿ ὅτι πρέπει. Ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀγάπης μου ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω πώς, ὅταν ἔτυχε πέρυσι ν ἀῤῥωστήση δὲν κατόρθωσα ποτὲ νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ. Ὁ βῆχας καὶ τὸ γλού-γλοὺ τῆς γαργάρας της μοῦ ἔσχιζε τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ἀκοήν, καὶ ἡ μυρωδιὰ τῆς ἀῤῥωστοκάμεράς μου ἔφερνε ζάλη. Ἡ ἀνικανότης μου νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ μὲ ἀνάγκαζε νὰ μένω ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι ἀπὸ τὸ πρωὶ ἕως τὸ βράδυ καὶ καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸ βράδυ ἕως τὸ πρωί. Αὐτὴ ἡ ἀῤῥώστια τῆς γυναίκας μου μ᾿ ἔκαμε νὰ ἐξοδέψω πάρα πολλὰ χρήματα εἰς ἁμάξια, θέατρα, γεύματα εἰς τὴν Μεγάλην Βρετανίαν καὶ ἐκδρομᾶς μὲ φίλους μου εἰς τὴν Κηφισσιάν καὶ τὴν Πεντέλην. Τὸ μεγαλύτερο ὅμως ἔξοδο ἦτο ὅτι τὰς ἡμέρας ποὺ ἡ γυναῖκα μου δὲν ἐφαίνετο διόλου καλά, ἡ ἀνησυχία καὶ ἡ λύπη μου ἦτον τόσο μεγάλη, ὥστε ἀναγκάσθηκα νὰ πάρω διὰ παρηγορήτραν μίαν Γαλλίδα τοῦ Φαλήρου. Περιττὸν εἶναι νὰ προσθέσω ὅτι ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς καὶ τῶν τρόπων μου μ᾿ ἐμπόδισαν νὰ εἴπω τίποτε δι᾿ αὐτὰ τὰ ἔξοδα εἰς τὴν γυναῖκα μου, ὅταν ἔγινε καλά.
Ἐναντίον της δὲν ἔχω κανένα σπουδαῖο παράπονο. Προσπαθεῖ εἰς ὅλα νὰ μ᾿ εὐχαριστήσῃ καὶ ποτὲ δὲν ἐρωτᾷ οὔτε ποὺ ἤμουν οὔτε τί κάμνω. Εἶναι φρόνιμη, ἥσυχη νοικοκυρὰ καὶ μὲ κάμνει νὰ καλοπερνῶ χωρὶς νὰ ἐξοδεύῃ πολλά. Τὸ σπίτι λάμπει, ποτὲ δὲν ἔλειψε κουμπὶ ἀπὸ τὰ πουκάμισά μου καὶ εἶμαι πάντοτε βέβαιος νὰ εὕρω εἰς τὸ τραπέζι τὸ φαγὶ ποὺ μ᾿ ἀρέσει. Ἐκατάφερε μάλιστα νὰ μαγειρεύει καὶ τὸν ἀστακὸν μὲ μία ἀμερικάνικη σάλτσα ποὺ ἠμπορεῖ τώρα νὰ τὸν τρώγω χωρὶς νὰ μοῦ πειράζει τὸ στομάχι. Αὐτὰ εἶναι βέβαια μεγάλα προτερήματα. Ἕνα μόνον τῆς λείπει, ἡ εὐαισθησία. Αὐτὸ τὸ ἐκατάλαβα ὅταν ἦλθεν ἡ σειρά μου ναῤῥωστήσω!
Ἐνῷ ἐγὼ εἰς τὴν ἰδικήν της ἀῤῥώστιαν δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὴν βλέπω νὰ ὑποφέρῃ καὶ ἀναγκαζόμουν νὰ φεύγω καὶ νὰ ζητῶ παρηγορίαν εἰς τὸ ξεφάντωμα, αὐτὴ οὔτε στιγμὴν δὲν ἔλειψεν ἀπὸ κοντά μου. Ἀγρύπνησε δέκα νύχτες εἰς τὸ προσκέφαλό μου. Ἤθελεν ἡ ἴδια νὰ μοῦ δίνη τὰ γιατρικά, νὰ μ᾿ ἀλλάζῃ καὶ νὰ μὲ μεταγυρίζη, χωρὶς νὰ μὲ συνερίζεται διὰ τὸν κακόν μου τρόπο, χωρὶς νὰ σιχαίνεται τὰ καταπλάσματα οὔτε νὰ ἐνοχλῆται ἀπὸ τὴ ἀῤῥωστομυρωδιὰν τοῦ δωματίου. Αὐτὸ μ᾿ ἔκαμεν νὰ ὑποπτευθῶ, ὅτι ἡ γυναῖκα μου δὲν ἔχει οὔτε καλὴν ὄσφρησιν οὔτε μεγάλην εὐαισθησίαν. Πῶς τῷ ὄντι θὰ ἠμποροῦσε, ἂν ἦτο εὐαίσθητη, νὰ μὲ βλέπῃ νὰ ὑποφέρω, νὰ βασανίζωμαι, νὰ μὲ καίουν οἱ συνασπισμοὶ καὶ νὰ μὲ δαγκάνουν αἱ βδέλλαι; Κατάντησα νὰ πιστεύω πὼς ἔχουν κάποιον δίκαιον ὅσοι θεωροῦν τὴν ὑπερβολικὴν τρυφερότητα τῶν γυναικῶν ὡς πρόληψιν καὶ παραμύθι. Ἄδικον ὅμως θὰ ἦτο καὶ ν᾿ ἀπαιτήσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὴν ἰδική μου ἔκτακτον καὶ μοναδικὴ εὐαισθησία.
Οι δρόμοι της μουσικής…
Χθες στο μάθημα της λογοτεχνίας μας δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσουμε τους κοινούς μουσικούς δρόμους του δημοτικού τραγουδιού και της βυζαντινής υμνογραφίας.
Πώς θα σας φαινόταν αν προχωρούσαμε σε πιο τολμηρές συγκρίσεις;
Το βίντεο που ακολουθεί νομίζω πως είναι ο καλύτερος τρόπος για να αναζητήσουμε νέους δρόμους μέσα από παλιά μονοπάτια που ίσως και να μην υποψιαζόμασταν καν ότι υπάρχουν.
Τα τραγούδια του κάτω κόσμου-μοιρολόγια
Στη Μυριόβιβλο μπορείτε να βρείτε αρκετά τραγούδια του κάτω κόσμου.
Για τα ποντιακά μοιρολόγια διαβάζουμε στη βικιπαίδεια
Τα μοιρολόγια δεν εξεδήλωναν μόνο τον πόνο των βαρυπενθούντων, αλλά και την πεποίθηση στην ύπαρξη μεταθανάτιας ζωής. Γι’ αυτό έστελναν «χαιρετίας», με το νεκρό σε φιλικά και συγγενικά πρόσωπα που είχαν πεθάνει. Συχνά οι μοιρολογήτριες ενδιαφέρονταν για τη μεταθανάτια τύχη του μεταστάντος. Ένα μοιρολόγι της Τριπόλεως :
- -Ντο είδες και ν’εζέλεψες;
- ντο είδες κι επλανέθες ;
- -Γιαμ’ είδες ουρανόν ση γην,
- γιαμ’ είδες φως σον άδην;
- Γιαμ’ είδες το ξημέρωμαν
- ση φυλακής την πόρταν;
- -Και μούδε ουρανόν σην γην
- και μούδε φως σον άδην
- και μούδε το ξημέρωμαν
- ση φυλακής την πόρταν.
- Αδά η νύχτα νύχτα έν
- κι ημέρα πάλου νύχτα.
- Αδά λαχτόριν ΄κι λαλεί,
- ποτές ΄κι ξημερώνει.
- Αδά η φρούχνα πιθαμήν
- και το νερόν χερέαν,
- η φρούχνα σύρει το νερόν
- και το νερόν τη φρούχναν,
- και ΄σεπεται το σάβανο μ’,
- και κόφκεται το ράμμα μ’,
- και ρούζουν τα ματόφρυδα,
- τα φύλλα του προσώπου,
- και ρούζουν τα κουλάκια μου
- απάν’ σ’ ωμοπλατίτζα μ’.
Μερικά μοιρολόγια, αν και αυτοσχέδια, ήταν συγκλονιστικά, και μάλιστα πολλά από αυτά είχαν και μεταφυσικό περιεχόμενο:
- Αντώντς, όνταν επέθανεν,
- εκράτνεν δύο μήλα,
- κλαίγ’ ν ατόν τ’ άστρα τ’ ουρανού
- και τη δεντρού τα φύλλα.
- Τ’ Αντών’ η Κάλη κι η αδελφή
- ση στράταν ελυγούσαν
- θ’ εφτάν’ ατόν παράταξιν
- σο τσόλ’ Ελεούσαν.
Αν πέθαινε η μάνα, οι κόρες της μοιρολογούσαν κι έλεγαν:
- Μανίτσα μ’, μανίτσα μ’, μανίτσα μ’,
- μερ εφέκες μας και πας, μανίτσα μ’,
- μικράν ορφανάν εφέκες μας, μανίτσα μ’,
- εμνοστέσα μανίτσα μ’ όόόόόι.
- Μάναν νέα εσύ έσνε,
- και μικρά είμεσε
- μερ εφέκες μας και πας, μανίτσα μ’,
- τον πατέρα μ’ κι ελογαρίασες,
- μανίτσα μ’ όόόόόι.
Ο Άδης, ο θεός του κάτω κόσμου αναφέρεται συχνά στα ποντιακά μοιρολόγια ή στα δίστιχα.
- Εσύ σον Άδην ΄κι έπρεπες,
- σον Άδην ντ’ έργον είχες.
- Σον Άδην πρέπνε γέροντοι
- και ταλαιπωρημένοι…
Ή
- Σον ουρανόν χρωστώ την ψή μ’,
- σον Άδην το κορμόπο μ’,
- Σ’ εσέν, τρυγόνα μ’, ντο χρωστώ
- και τυρανιείς το ψόπο μ’.
Η λυγερή στον Άδη
Καλά τό χουνε τα βουνά, καλόμοιρ’ ειν’ οι κάμποι,
που Χάρο δεν παντέχουνε, Χάρο δεν καρτερούνε,
το καλοκαίρι πρόβατα και το χειμώνα χιόνια.
Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη.
Ο ένας να βγη την άνοιξη, κι’ ο άλλος το καλοκαίρι,
κι’ ο τρίτος το χινόπωρο, οπού είναι τα σταφύλια.
Μια κόρη τους παρακαλεί, τα χέρια σταυρωμένα.
Γϊα πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνου κόσμου.
-Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε, κόρη.
Βροντομαχούν τα ρούχα σου κι’ αστράφτουν τα μαλλιά σου,
χτυπάει το φελλοκάλιγο και μας ακούει ό Χάρος.
-Μα γω τα ρούχα βγάνω τα και δένω τα μαλλιά μου,
κι’ αυτό το φελλοκάλιγο μέσ’ ‘ς τη φωτιά το ρηχνω.
Πάρτε με, αντρειωμένοι μου, να βγω ‘ς τον Πάνω κόσμο,
να πάω να ιδώ τη μάννα μου ως χλίβεται για μένα.
-Κόρη μου, εσένα η μάννα σου ‘ς τη ροϋγα κουβεντιάζει.
-Να ιδώ και τον πατέρα μου πως χλίβεται για μένα.
-Κόρη μου, κι’ ο πατέρας σου ‘ς το καπελειό ειν’ και πίνει.
-Να πάω να ιδώ ταδέρφια μου πως χλίβονται για μένα.
-Κόρη μου, εσέν’ ταδέρφια σου ριχτούνε το λιθάρι.
-Να ιδώ και τα ξαδέρφια μου πως χλίβονται για μένα.
-Κόρη μου, τα ξαδέρφια σου μέσ’ ‘ς το χορό χορεύουν.”
Κ’ η κόρη ναναστέναξε βαθιά ‘ς τον Κάτω κόσμο,
κι’ ανάψανε τα καπελειά, κ’ εκάησαν οι ρούγαις,
εκάη και το λιθόρεμα, πόρριχταν το λιθάρι,
εκάη κ’ η δίπλη του χορού, π’ εχόρευε η γενιά της.
Νόμπελ λογοτεχνίας 2010
Το νόμπελ λογοτεχνίας 2010 απονεμήθηκε στον περουβιανό συγγραφέα Μάριο Βάργκας Γιόσα.
Διαβάζουμε στην εφημερίδα το Βήμα
H Επιτροπή Νόμπελ επιτέλους βράβευσε ένα αναγνωρισμένο συγγραφέα. Το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας πήγε στον περουβιανό συγγραφέα Μάριο Βάργκας Γιόσα. Ο Γιόσα γεννήθηκε το 1936 στην Αρεκίπα του Περού.
Ήδη με το πρώτο του μυθιστόρημα Η πόλη και τα σκυλιά έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο. O Γιόσα είναι ένας μάχιμος συγγραφέας και οι απόψεις του επηρεάζουν την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. Αν και έχει απομακρυνθεί κάπως από την πολιτική – ως γνωστόν το 1990 είχε διεκδικήσει την προεδρία του Περού, χωρίς επιτυχία – παραμένει πάντα εν εγρηγόρσει έχοντας μετακινηθεί σε ένα πιο συντηρητικό σημείο του πολιτικού φάσματος, από οπαδός της ένοπλης πάλης σε έναν φιλελεύθερο δημοκράτη.
Ο ίδιος έχει πει για την τέχνη του «Eίναι σίγουρο πως γράφεις, για να ζήσεις όσα δεν μπορείς στην πραγματική σου ζωή, είναι ένας τρόπος να ζεις πολλά πεπρωμένα, πολλές εμπειρίες, να υποδύεσαι πολλούς ρόλους. Ο λόγος ύπαρξης της λογοτεχνίας είναι να προσφέρει στη ζωή σου, όλες αυτές τις εμπειρίες που δεν μπορείς να έχεις στην πραγματικότητα, ενώ συγχρόνως το μυαλό σου τις αποζητά. Tο να γράφεις σήμερα είναι η αναζήτηση μιας ασφάλειας μέσα στην ανασφάλεια. Eνα είδος μαγικού κλειδιού, ικανού να δώσει μια λογική συνοχή σε αυτό που διαφορετικά θα ήταν απόλυτα»
«Η πόλη και τα σκυλιά» (μτφρ. Aγγελική Aλεξοπούλου,1999, Καστανιώτης) παραμένει κορυφαίο έργο του. Η υπόθεση εκτυλίσσεται σεμια στρατιωτική σχολή της Λίμας, η οποία λειτουργεί περίπου σαν αναμορφωτήριο. Οι έφηβοι τρόφιμοι φτιάχνουν το δικό τους σύστημα κανόνων «συνενοχής», «συντροφικότητας», «τιμής». Αρκεί όμως μια κλοπή, ένας θάνατος κι ένας έρωτας για να τιναχτούν όλα στον αέρα.
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματα Μια ιστορία για τον Μαύτα (μτφρ. Aγγελική Aλεξοπούλου, 1997), Τα τετράδια του δον Ριγοβέρτο (μτφρ. Bιβή Φωτοπούλου, 2001), Η γιορτή του τράγου (μτφρ. Aγγελική Aλεξοπούλου, 2002), Το πράσινο σπίτι (μτφρ. Kατερίνα Tζωρίδου, 2005). Επίσης κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία του με τον τίτλο Το ψάρι στο νερό (μτφρ. Λήδα Παλλαντίου, 1999) και το δοκίμιό του Επιστολές σ’ ένα νέο συγγραφέα (μτφρ. Mαργαρίτα Mπονάτσου, 2001).Όλα τα βιβλία του έχουν εκδοθεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.
Επίσης κυκλοφορούν στα ελληνικά, τα «Μητριάς εγκώμιον (Πατάκης), «Η θεία Χούλια και ο γραφιάς» (Οδυσσέας), «Ο πόλεμος της συντέλειας του κόσμου» (Εξάντας), «Πότε πήραμε την κάτω βόλτα» (Εξάντας), «Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες» (Εξάντας) κ.ά
Στη χώρα μας παίζεται φέτος για δεύτερη χρονιά το θεατρικό του έργο «La Chunga» (1985),στο θέατρο «Επί Κολωνώ», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκώττη, με πρωταγωνίστρια την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.
Σε ανακοίνωσή της η Ακαδημία αναφέρει ότι τιμά τον 74χρονο συγγραφέα για «την χαρτογράφηση των δομών εξουσίας και τις καυστικές εικόνες της αντίστασης του ατόμου, της επανάστασης και της ήττας».
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=359129&ct=4&dt=07/10/2010#ixzz12YC7KZz3
Πολλαπλές αναγνώσεις
Η διαφορετική ματιά πάνω σε ένα λογοτεχνικό κείμενο αποτελεί ουσιαστικά μια διαφορετική ανάγνωση…
Μπορείτε να δείτε παρακάτω μια προσπάθεια δραματοποίησης του δημοτικού τραγουδιού του νεκρού αδελφού με πολύ χιούμορ από μαθητές ενός πειραματικού σχολείου
Μια διαφορετική… ανάγνωση μπορείτε επίσης να παρακολουθήσετε στο επόμενο βίντεο
Τι λέτε; Θα θέλατε να δημιουργήσετε τη δική σας εκδοχή;





