Κωστής Παλαμάς

'Οι Ποιηταί' (1919). Πίνακας ζωγραφικής του Γεωργίου Ροϊλού (1867-1928)

Στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Κωστή Παλαμά στην ιστοσελίδα του Νίκου Σαραντάκου.

Άσκηση δημιουργικής γραφής

Νικόλαος Γύζης, το τάμα

Το τραγούδι του νεκρού αδελφού σε όλες τις παραλλαγές που εξετάσαμε έχει το ίδιο τραγικό τέλος. Μήπως θα θέλατε να δώσετε τη δική σας εκδοχή; Θα θέλατε να προχωρήσετε την ιστορία από το σημείο που τελειώνει και έπειτα;

Περιμένω τις προτάσεις σας.

Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, Μίκης Θεοδωράκης

Το τραγούδι του νεκρού αδελφού στα Βαλκάνια

Παρακάτω μπορείτε να δείτε την αντίστοιχη μορφή της παραλογής του νεκρού αδελφού σε μετάφραση από τα αλβανικά, όπως επίσης και αποσπάσματα του βουλγαρικού και του σερβικού αντίστοιχου τραγουδιού.  Τα ποιήματα δημοσιεύονται στο βιβλίο Αίμος, Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης, Οι φίλοι του περιοδικού «Αντί», Αθήνα, 2006.

α. Κωνσταντής και Δοκίνα (Αλβανία)

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα

σφάξαν βόδι στο χωριό,

πήγα πήρα μιαν οκά

το’ ριξα στον τέντζερη.

Βγήκα μέχρι την αυλή,

για να φέρω κούτσουρα,

να σου, ήρθε ένα στοιχειό

κι έπεσε στον τέντζερη

και φαρμάκωσε τους γιους μου,

εννιά γιους κι εννιά νυφάδες

κι εννιά με τα μωρά τους.

Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,

μου καήκαν εννιά προίκες,

εννιά όπλα βουβαθήκαν.

Κωσταντή, κακό ν’ ακούσεις

που την πάντρεψες στα ξένα

τη Δοκίνα μας, αλάργα

πέρα από τρία βουνά.

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα

η Δοκίνα χόρευε.

Ο Κωσταντής βγήκε απ’ τον τάφο,

άλογο του έγιν’ η πέτρα,

και το χώμα σέλα του,

τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.

—Καλώς ήρθες, αδερφέ μου.

Αν μου ήρθες για καλό,

να ντυθώ σαν γερακίνα,

κι αν μου ήρθες για κακό,

να ντυθώ σαν καλογριά.

—Έλα, αδερφή, ως είσαι.

Στ’ άλογο την ανεβάζει,

τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:

— Τσιλιβίου, βίου, βίου

τη Δοκίνα μας, αλάργα

ίσως να ‘ναι ο αγέρας.

—Είδατε; Δεν είδατε;

Περπατάει λευκή πουλάδα

η ζωντανή με τον νεκρό.

Φτάσανε στην εκκλησία:

—Πήγαινε εσύ, Δοκίνα,

εγώ πάω στο άγιο βήμα,

το ‘χω εκεί το σπίτι μου.

Πήγε χτύπησε την πόρτα:

—Ποιος να είναι που χτυπάει;

Μήπως μια κακιά γυναίκα,

μήπως η ίδια η χολέρα,

που μου πήρε τα παιδιά μου;

—Μάνα, άνοιξε την πόρτα,

η μοναχοκόρη σου είμαι.

—Και ποιος σ’ έφερε, Δοκίνα;

—Μ’ έφερε ο Κωνσταντίνος.

—Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,

τρία χρόνια μες στο χώμα

και δεν έλιωσε ακόμα;

Στο κατώφλι η μια κι η άλλη

σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.

(μτφρ. Ανδρέας Ζαρμπαλάς, σελ. 111-112)

β. Λαζάρ και Πετκάνα (Βουλγαρία)

Πού το ‘δαν και π’ ακούστηκε

γυναίκα να γεννάει

γιους τριδυμάρια τρεις φορές,

να κάμει εννιά αδέλφια,

εννιά αδέλφια τρίδυμα,

μια κόρη, την Πετκάνα.

Κι η μάνα όλα τα πάντρεψε

και νοικοκύρεψε τα

μόν’ η Πετκάνα έμεινε κι

ήρθαν να τη γυρέψουν,

για την Πετκάνα έρχονται,

δέκα χωριά απ’ αλάργα.

Μα την Πετκάνα η μάνα της

μακριά πολύ δε δίνει.[…]

Κι ο Λάζαρ ο τρανός της γιος

της μάνας του της λέγει:

—Για δώσ’ την μάνα, δώσ’ τηνα

κι είμαστε εννιά αδέλφια

κι αν μια φορά ο καθένας μας

σε πάει στην Πετκάνα,

εννιά φορές θε να τη δεις

κι εννιά φορές θα γίνει. […]

Σαν βγήκε η Πέτκα απ’ την αυλή

μαύρη πανούκλα μπήκε.

Τους σκότωσε, τα ξέκανε

και τα εννιά αδέλφια

κι εννιά νυφάδες, όλες νιες—

αφήκ’ εννιά αγγόνια.

Σαν ήρθε ψυχοσάββατο

χύν’ το κρασί η μάνα, […]

στου Λάζαρου τα χώματα

κρασί δε χύν’ η μάνα,

δε χύν’ η μάνα το κρασί,

δέν τονε μνημονεύει,

βαριά πολύ η μάνα του

τον Λάζαρ καταριόταν. […]

Πήγαιναν όπου πήγαιναν,

περνούν πράσινο δάσος

κι ένα πουλάκι λάλησε:

—Θεούλη μ’, Κύριε Ύψιστε,

πού το ‘δαν και π’ ακούστηκε

να περπατεί αντάμα

ο ζωντανός ο άνθρωπος

με τον αποθαμένο! […]

Πήγ’ η Πετκάνα σπίτι τους,

κλαίγαν εννιά εγγόνια,

η μάνα της τα ‘σύχαζε

κι η Πέτκα τής φωνάζει:

—Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε. […]

Κι οι δυο αντάμα κλαίγανε

ώσπου κι οι δυο απόθαναν.

(μτφρ. Δημήτρης Άλλος, σελ. 258-261)

γ. Η κόρη και τ’ αδέρφια της (Σερβία)

Μάνα με τους εννιά τους γιους και με τη μια την κόρη

την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη

τους τάιζεν και τους πότιζεν, ώσπου να μεγαλώσουν.

Φτάσαν οι γιοι της για γαμπροί κι η κόρη της για νύφη,

κι ήρθαν να τη γυρέψουνε οι τρεις προξενητάδες. […]

Στο κοιμητήρι είδεν εννιά και νιόσκαφτους τους τάφους

και το μαντάτο το πικρό δαγκάει τα σωθικά της,

που ο Γιόβαν πάει στου Χάροντα, με τ’ άλλα της τ’ αδέρφια.

Ευθύς κι αμέσως κίνησε στο σπίτι της να φτάσει,

κι έφτασε μόνη κι έρημη στη θύρα την κλεισμένη

κι ακούει κοράκους κρώζουνε, κοράκους και θρηνούνε.

Κι ουδέ κοράκοι κρώζουνε, κοράκοι ουδέ θρηνούνε

μόν’ είναι ο θρήνος ο γοερός της γερασμένης μάνας. […]

«Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα,

δεν είμαι ο πικροχάροντας, η θυγατέρα σου είμαι

κι ήρθα κοντά σου, η Γέλιτσα, από τους ξένους τόπους. […]

Κατέβηκεν η μάνα της, την πόρτα της ανοίγει […]

κι οι δυο στη γης επέσανε, κι οι δυο ξεψυχισμένες.

(μτφρ. Ηλίας Λάγιος – Ισμήνη Ραντούλοβιτς, σελ. 411-414)]

Του νεκρού αδελφού

Του νεκρού αδελφού (παραλλαγή Β.Ηπείρου)

ΜΑΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΝΝΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΟΥΣ

Μάνα με τους εννιά τους γιους και τις εννιά νυφάδες,
είχε και την Αρετώ της μοναχοθυγατέρα,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη
την είχε δώδεκα χρονών και ο ήλιος δεν την είδε.

Στα σκοτεινά την έλλουζε, στα άφεγγα τη χτενίζει
στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Νύφη την εζητήσανε πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλανε κι η μάνα της  δε θέλει.
Ο Κώστας ο μικρότερος θέλει για να τη δώσει.

-Μάνα μου κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
να χω κι εγώ παρηγοριά, να χω κι εγώ κονάκι,
κι αν πάμε εμείς στην ξενιτιά ξένοι να μην περνούμε.
-Φρόνιμος είσαι Κωνσταντή, μα άσχημα απεκρίθης!

Κι αν μο ρθει γιε μου θάνατος, κι αν μο ρθει γιε μ’ αρρώστια
Κι αν τύχει πίκρα ή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
-Βάνω τον ουρανό κριτή και τους άγιους μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα ή χαρά εγώ θα σου τη φέρω,
το καλοκαίρι τρεις φορές και το χειμώνα πέντε!

Και δώσανε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
Ήρθανε χρόνοι δίσεχτοι, πικροί, φαρμακωμένοι,
Ήρθανε μήνες οι κακοί κι εβδομάδες μαύρες
Απέθαναν οι εννιά οι γιοι και οι εννιά νυφάδες.

‘Έμεινε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογούσε,
στου Κωνσταντίνου το μνημείο τραβούσε τα μαλλιά της:
-Ανάθεμα σε, Κωνσταντή, και τρισανάθεμά σε,
που μο ‘δωκες την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα,

το τάξιμο που μο ‘δωσες πότε θα το πληρώσεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγίους μαρτύρους,
Αν τύχει πίκρα ή χαρά να πας να μου τη φέρεις.
Από τα τρισανάθεμά κι απ τη βαριά κατάρα,
η γη ανατινάχτηκε κι ο Κωνσταντίνος βγήκε.

Ρίχνει την πέτρα σε μεριά, το χώμα από την άλλη,
Κάνει το σύννεφο άλογο και το άστρο χαλινάρι
και το φεγγάρι συντροφιά να πάει να τη φέρει.
Παίρνει τα όροι πίσω του και τα βουνά μπροστά του
πολλά ποτάμια πέρασε και κάμπους με λουλούδια.

Στο δρόμο όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει
παρακαλούσε κι έλεγε, παρακαλεί και λέγει:
Να έβρισκα την Αρετή εκεί που να χορεύει,
τρεις δίπλες να ναι ο χορός κι η Αρετή στη μέση.
Κι όπως επαρακάλεσε έτσι και πάει την ήβρε:

Τρεις δίπλες ήταν ο χορός κι η Αρετή στη μέση.
Από μακριά τη χαιρετά και από κοντά της λεει:
-Άιντε αδερφή να φύγομε στη μάνα μας να πάμε!
-Αλίμονο αδερφάκι μου και τ είναι τούτη ώρα;
Κώστα μ αν ήρθες για καλό, να έρθω όπως είμαι,

αν ήρθες για παρηγοριά, τα μαύρα να φορέσω
-Έλα, Αρετή να φύγομε κι ας είσαι όπως είσαι.
Κοντολυγίζει το άλογο στα κάπουλα τη βάνει
.Βέργα δίνει στο άλογο κι αυτό το δρόμο παίρνει.
Στο δρόμο που πηγαίνανε πουλάκια κελαηδούσαν,

δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά κι ούδε σα χελιδόνια,
μωρ κελαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη κουβέντα:
-Για ιδείτε εκεί τι γίνεται, παράξενο μεγάλο,
πως περπατούν οι ζωντανοί με του απεθαμένους!
Κι η Αρετή σαν τ άκουσε πολύ παραξενεύτη.

-Άκουσε, Κωνσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-Πουλάκια ειν΄ και κελαηδούν, πουλάκια ειν΄κι ας λένε!
Παρέκει που πηγαίνανε κι άλλα πουλιά τους λένε:
-Ποιος είδε κόρη όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος;
-Παρέκει όπου διάβαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:

-Δεν είναι κρίμα και άδικο, παράξενο μεγάλο
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;
-Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους;
-Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλιάζουν.

-Κώστα μου μυρίζεις γη, μυρίζεις χωματέλες.
Φοβάμαι αδερφάκι μου, τις λιβανιές μυρίζεις.
-Εχτές βράδυ επήγαμε πέρα στον Αι-Γιάννη
και μας θυμιάτισε ο παπάς με περισσό λιβάνι.
Και παρεμπρός που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:

-Για δες θάμα-πανάθεμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!
Το άκουσε πάλι η Αρετή και ρίγησε η καρδιά της .
-Άκουσες Κωνσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-Άσε Αρέτω τα πουλιά και ας λένε ότι θέλουν.

-Πες μου που είν τα κάλλη σου, που ειν η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και το όμορφο μουστάκι;
-Έχω καιρό που αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου.
Εκεί κοντά εκεί σιμά στην εκκλησία ζυγώνουν.
Γυρίζει τότε ο Κωνσταντής και λεει της αδερφής του:

-Ξέχασα το μαντήλι μου πίσω στο Άγιο-Βήμα.
Σείρε Αρέτω μ’, αμπροστά κι εγώ έρχομαι πίσω!
Βαριά χτυπάει τ άλογο κι από μπροστά τις εχάθει.
Κι ακούει την πλάκα να βροντά, το χώμα να βουίζει.
Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.

Βλέπει του κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα,
βρίσκει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα,
βλέπει το βάλσαμο ξερό, το καριοφίλι μαύρο,
βλέπει και το βασιλικό πολύ μαραγκιασμένο,
βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα
και τα σπιτοπαράθυρα βαριά μανταλωμένα.

Χτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν,
Τη μάνα της εφώναξε, τη μάνα της φωνάζει.
-Ποιος είσαι εσύ που μου χτυπάς και μου φωνάζεις μάνα;
Αν είσαι φίλη διάβαινε κι αν είσαι εχθρός μου φύγε.
Κι αν είσαι ο πικροχάροντας άλλα παιδία δεν έχω.

Κι η δόλια η Αρετούλα μου είναι μακριά στα ξένα.
-Σήκου, μανούλα, μ άνοιξε, σύκου, γλυκιά μου μάνα
.-Ποιος είναι αυτός που μου χτυπά και μου φωνάζει μάνα;
-Άνοιξε μάνα μου γλυκιά κι εγώ είμαι η Αρετή σου.
-Αρετώ μου ποιος σε έφερε και ποιος θα λα σε πάρει;
– Ο Κώστας, όπου μ έφερε αυτός θα λα με πάει!
– Ο Κώστας μου απέθανε και γυρισμό δεν έχει
.Ο Κώστας μου απέθανε και τα παιδιά μου όλα,
αυτά τα πήρε ο χάροντας μαζί με τις νυφάδες……
Κατέβηκε αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δυο.

Του νεκρού αδελφού ( κρητική παραλλαγή)


Μια μάνα είχ’ εννιά τσι γιους και μια τη θυγατέρα,
Στα σκοτεινά την έλουγε, στο φέγγος τη χτενίζει,
Στο φεγγαράκι τ’ αργυρό τήνε σουραδοπλέκει.
Κι η γειτονιά δεν το ξερε πως είχε θυγατέρα
Και προξενιά τση μπέψανε από τη Σαλονίκη.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος  θέλει:
«Δως τηνε, μάνα, δως τηνε την Αρετή στα ξένα,
να’ χω κι εγώ παρηγοριά στα ξένα να γυρίζω».
«Κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, ποιος πα να τήνε φέρει;»
«Δως τηνε, μάνα, δωσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, εγώ πα να τη φέρω».
«Δεν τηνε, δούδω, Κωνσταντή, την Αρετή στα ξένα,
κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, ποιος πα να μου τη φέρει;»
«Δως τηνε, μάνα, δωσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
μ’ αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, εγώ πα να τη φέρω».
Και δούδει την η μάναν τση την Αρετή στα ξένα.
Τυχαίν’ ο χρόνος βίσεκτος, οι εννιά αδερφοί ποθαίνουν.
Και εις των οχτώ τα μνήματα βιόλες και μαντζιοράνες
Κι εις του καημένου Κωνσταντή στράτες και μονοπάτια.
Κι επέρασε κι η μάνα του κι αναθεμάτισέν τον:
«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή, κι εσέ και το καλό σου,
απού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα».
Και πάλι ξαναπέρασε κι αναθεμάτισέ τον:
«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή, κι εσέ και το καλό σου,
απού μου την εξέριζες την Αρετή στα ξένα».
Το τόσο μυριανάθεμα ο Κωνσταντής βαρέθη,
Κάνει το μνήμαν τ’ άλογο και το λαζάρι σέλα
Και τα κιβουροχάλικα σκάλες και χαλινάρια.
Παίζει του μαύρουν του βιτσιά, στο Σαλονίκι φτάνει,
Βρίστει την κόρη στο χορό με τρεις παπαδοπούλες:
«Καλώς τονε τον Κωνσταντή που φέρνει το μαντάτο.
Αν είναι θλίψη, να θλιφτώ, κι αν είν’ χαρά, ν’ αλλάξω,
Κι αν είναι για το γάμο σου, ολόχρυσα να βάλω».
«Δεν είναι θλίψη να θλιφτείς μηδέ χαρά ν’ αλλάξεις
μηδέ και για το γάμο μου ολόχρυσα να βάλεις.
Η μάνα σου σ’ εζήτησε και θέλει σε να πάεις».
Απού τη χέρα την αρπά, στο μαύρο την καθίζει,
Παίζει βιτσιά τ’ αλόγου του, σαν τον αέρα πάει.
Και όντεν επερνούσανε κοντά στον Αι-Γιώργη,
Γροικά η κόρη μια μιλιά παράξενη και λέει:
«Για ιδέ κοράσιον όμορφον το σέρν’ αποθαμένος».
«Γροικάς το, Κωνσταντίνο μου, τ’ αηδόνι είντα λέει;»
«Γροικώ το, Αρετούσα μου, και το γνωρίζω κιόλας».
Και όντεν επερνούσανε στα μνήματ’ αποπάνω:
«Κατές τώρ’ , Αρετούσα μου, στο σπίτι μας να πάεις;
Γιατί χρωστώ τ’ Αγιού κερί, του μάκρους μου λαμπάδα».
«Κατέχω, Κωνσταντίνο μου, στο σπίτι μας να πάω,
μα γιάντα, αδερφάκι μου, μ’ αφήνεις εις το δρόμο;»
Η κόρη δεν επρόφταξε να πει ‘ναν άλλο λόγο
Κι ο Κωνσταντής εχάθηκε στη μέση τω μνημάτω.
Παίρνει την παραπόνεση, στο σπίτιν τση και πάει.
Βρίστει τσι πόρτες σφαλιχτές και τα κλειδιά παρμένα
Και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά περατωμένα.
Φωνιάζει τση μανούλας τση ογιά να της ανοίξει.
«Αν είσ’ αέρας, πήγαινε, κι αν είς ο Χάρος, διάβα,
αν είσ’ ο πικροχάροντας, δεν έχω μπλιο παιδάκια,
όξω την Αρετούσα μου, κι είναι μακριά στα ξένα».
«Άνοιξε, μάνα, άνοιξε, μα η γι Αρετούσα σου ‘μαι».
«Αν εισ’ αέρας, πήγαινε, κι αν εις ο Χάρος, διάβα,
αν είσ’ ο πικροχάροντας, δεν έχω μπλιο παιδάκια,
όξω την Αρετούσα μου, κι είναι μακριά στα ξένα».
«Άνοιξε, μάνα, άνοιξε, μα η γι Αρετούσα σου ‘μαι»
«Δείξε τον αρραβώνα σου απού την κλειδωνιάστρα,
κι αν είσ’ η γι Αρετούσα μου, εγώ θα σε γνωρίσω».
Δείχνει τον αρραβώναν τση απού την κλειδωνιάστρα
Κι η μάναν τσ’ ώστε να το ιδεί άνοιξ’ ευτύς την πόρτα
Κι εσφιχταγκαλιαστήκανε κι ευτύς εξεψυχήσαν.


Του νεκρού αδελφού, δημοτικό τραγούδι

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,

την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,

την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!

Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,

στ’ άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.

Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,

να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.

Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.

«Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα,

στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,

αν πάμ’ εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.

– Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.

Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια,

κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;

– Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,

αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω».
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,

κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι

κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,

βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.

Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,

στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.

«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,

οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!

το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;

Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,

αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις».

Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,

η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε.

Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,

και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.

Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.

Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:

«Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε.

– Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;

Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να ‘ρθω,

κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να ‘ρθω.

– Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι».

– Κοντολυγίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν,

δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,

μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:

«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!

– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

– Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε».

Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε:

«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,

να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!

– Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;

πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.

– Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.

– Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.

– Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη,

κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι».

Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε:

«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,

τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»

Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της.

«Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;

– Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ’ ας λέγουν.

– Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,

και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;

– Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου».

Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν.

Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.

Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.

Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.

Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα

βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,

βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.

Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,

και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.

Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.

«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,

κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,

κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.

– Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα.

– Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;

– Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου».

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

Τι είναι ποίηση;

Βαδίζεις σε μια έρημο.

Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει.

Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο,

ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο.

Αυτό είναι το ποίημα.

Κική Δημουλά


Καλή σχολική χρονιά!

Μια νέα σχολική χρονιά ξεκινάει!

Καλωσορίζω τους νέους μαθητές στο μάθημα της λογοτεχνίας και της νεοελληνικής γλώσσας.

Ελπίζω να έχουμε όλοι τη φετινή χρονιά ένα όμορφο και δημιουργικό ταξίδι στη γνώση.