Το τραγούδι του νεκρού αδελφού στα Βαλκάνια

Παρακάτω μπορείτε να δείτε την αντίστοιχη μορφή της παραλογής του νεκρού αδελφού σε μετάφραση από τα αλβανικά, όπως επίσης και αποσπάσματα του βουλγαρικού και του σερβικού αντίστοιχου τραγουδιού.  Τα ποιήματα δημοσιεύονται στο βιβλίο Αίμος, Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης, Οι φίλοι του περιοδικού «Αντί», Αθήνα, 2006.

α. Κωνσταντής και Δοκίνα (Αλβανία)

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα

σφάξαν βόδι στο χωριό,

πήγα πήρα μιαν οκά

το’ ριξα στον τέντζερη.

Βγήκα μέχρι την αυλή,

για να φέρω κούτσουρα,

να σου, ήρθε ένα στοιχειό

κι έπεσε στον τέντζερη

και φαρμάκωσε τους γιους μου,

εννιά γιους κι εννιά νυφάδες

κι εννιά με τα μωρά τους.

Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,

μου καήκαν εννιά προίκες,

εννιά όπλα βουβαθήκαν.

Κωσταντή, κακό ν’ ακούσεις

που την πάντρεψες στα ξένα

τη Δοκίνα μας, αλάργα

πέρα από τρία βουνά.

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα

η Δοκίνα χόρευε.

Ο Κωσταντής βγήκε απ’ τον τάφο,

άλογο του έγιν’ η πέτρα,

και το χώμα σέλα του,

τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.

—Καλώς ήρθες, αδερφέ μου.

Αν μου ήρθες για καλό,

να ντυθώ σαν γερακίνα,

κι αν μου ήρθες για κακό,

να ντυθώ σαν καλογριά.

—Έλα, αδερφή, ως είσαι.

Στ’ άλογο την ανεβάζει,

τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:

— Τσιλιβίου, βίου, βίου

τη Δοκίνα μας, αλάργα

ίσως να ‘ναι ο αγέρας.

—Είδατε; Δεν είδατε;

Περπατάει λευκή πουλάδα

η ζωντανή με τον νεκρό.

Φτάσανε στην εκκλησία:

—Πήγαινε εσύ, Δοκίνα,

εγώ πάω στο άγιο βήμα,

το ‘χω εκεί το σπίτι μου.

Πήγε χτύπησε την πόρτα:

—Ποιος να είναι που χτυπάει;

Μήπως μια κακιά γυναίκα,

μήπως η ίδια η χολέρα,

που μου πήρε τα παιδιά μου;

—Μάνα, άνοιξε την πόρτα,

η μοναχοκόρη σου είμαι.

—Και ποιος σ’ έφερε, Δοκίνα;

—Μ’ έφερε ο Κωνσταντίνος.

—Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,

τρία χρόνια μες στο χώμα

και δεν έλιωσε ακόμα;

Στο κατώφλι η μια κι η άλλη

σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.

(μτφρ. Ανδρέας Ζαρμπαλάς, σελ. 111-112)

β. Λαζάρ και Πετκάνα (Βουλγαρία)

Πού το ‘δαν και π’ ακούστηκε

γυναίκα να γεννάει

γιους τριδυμάρια τρεις φορές,

να κάμει εννιά αδέλφια,

εννιά αδέλφια τρίδυμα,

μια κόρη, την Πετκάνα.

Κι η μάνα όλα τα πάντρεψε

και νοικοκύρεψε τα

μόν’ η Πετκάνα έμεινε κι

ήρθαν να τη γυρέψουν,

για την Πετκάνα έρχονται,

δέκα χωριά απ’ αλάργα.

Μα την Πετκάνα η μάνα της

μακριά πολύ δε δίνει.[…]

Κι ο Λάζαρ ο τρανός της γιος

της μάνας του της λέγει:

—Για δώσ’ την μάνα, δώσ’ τηνα

κι είμαστε εννιά αδέλφια

κι αν μια φορά ο καθένας μας

σε πάει στην Πετκάνα,

εννιά φορές θε να τη δεις

κι εννιά φορές θα γίνει. […]

Σαν βγήκε η Πέτκα απ’ την αυλή

μαύρη πανούκλα μπήκε.

Τους σκότωσε, τα ξέκανε

και τα εννιά αδέλφια

κι εννιά νυφάδες, όλες νιες—

αφήκ’ εννιά αγγόνια.

Σαν ήρθε ψυχοσάββατο

χύν’ το κρασί η μάνα, […]

στου Λάζαρου τα χώματα

κρασί δε χύν’ η μάνα,

δε χύν’ η μάνα το κρασί,

δέν τονε μνημονεύει,

βαριά πολύ η μάνα του

τον Λάζαρ καταριόταν. […]

Πήγαιναν όπου πήγαιναν,

περνούν πράσινο δάσος

κι ένα πουλάκι λάλησε:

—Θεούλη μ’, Κύριε Ύψιστε,

πού το ‘δαν και π’ ακούστηκε

να περπατεί αντάμα

ο ζωντανός ο άνθρωπος

με τον αποθαμένο! […]

Πήγ’ η Πετκάνα σπίτι τους,

κλαίγαν εννιά εγγόνια,

η μάνα της τα ‘σύχαζε

κι η Πέτκα τής φωνάζει:

—Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε. […]

Κι οι δυο αντάμα κλαίγανε

ώσπου κι οι δυο απόθαναν.

(μτφρ. Δημήτρης Άλλος, σελ. 258-261)

γ. Η κόρη και τ’ αδέρφια της (Σερβία)

Μάνα με τους εννιά τους γιους και με τη μια την κόρη

την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη

τους τάιζεν και τους πότιζεν, ώσπου να μεγαλώσουν.

Φτάσαν οι γιοι της για γαμπροί κι η κόρη της για νύφη,

κι ήρθαν να τη γυρέψουνε οι τρεις προξενητάδες. […]

Στο κοιμητήρι είδεν εννιά και νιόσκαφτους τους τάφους

και το μαντάτο το πικρό δαγκάει τα σωθικά της,

που ο Γιόβαν πάει στου Χάροντα, με τ’ άλλα της τ’ αδέρφια.

Ευθύς κι αμέσως κίνησε στο σπίτι της να φτάσει,

κι έφτασε μόνη κι έρημη στη θύρα την κλεισμένη

κι ακούει κοράκους κρώζουνε, κοράκους και θρηνούνε.

Κι ουδέ κοράκοι κρώζουνε, κοράκοι ουδέ θρηνούνε

μόν’ είναι ο θρήνος ο γοερός της γερασμένης μάνας. […]

«Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα,

δεν είμαι ο πικροχάροντας, η θυγατέρα σου είμαι

κι ήρθα κοντά σου, η Γέλιτσα, από τους ξένους τόπους. […]

Κατέβηκεν η μάνα της, την πόρτα της ανοίγει […]

κι οι δυο στη γης επέσανε, κι οι δυο ξεψυχισμένες.

(μτφρ. Ηλίας Λάγιος – Ισμήνη Ραντούλοβιτς, σελ. 411-414)]

Αφήστε μια απάντηση