Το «Γαϊτανάκι» μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από πρόσφυγες τού Πόντου και της Μικράς Ασίας ή κατ’ άλλους από τους Ενετούς και έδεσε απόλυτα με τα άλλα τοπικά έθιμα, αφού η δεξιοτεχνία των χορευτών αλλά και ο ιδιαίτερος χορευτικός χαρακτήρας του δεν άφηναν κανέναν αδιάφορο!
Χρειάζονται δεκατρία άτομα για να στήσουν τον ιδιότυπο χορό. Ο ένας κρατά ένα μεγάλο στύλο, κοντάρι, στο κέντρο από την κορυφή του οποίου ξεκινούν δώδεκα μακριές κορδέλες – όσες και οι μήνες του χρόνου – καθεμιά με διαφορετικό χρώμα.
Οι κορδέλες αυτές λέγονται γαϊτάνια και είναι αυτές που δίνουν το όνομά τους και στο έθιμο. Γύρω από τον στύλο δώδεκα χορευτές κρατούν από ένα γαϊτάνι και χορεύουν ταυτόχρονα ανά ζευγάρια.
Καθώς κινούνται γύρω από τον στύλο, κάθε χορευτής εναλλάσσεται με το ταίρι του κι έτσι όπως γυρνούν, πλέκουν τις κορδέλες γύρω από τον στύλο δημιουργώντας χρωματιστούς συνδυασμούς, με τον ίδιο τρόπο που έπλεκαν παλιά οι γυναίκες τα γαϊτάνια και στόλιζαν τις παραδοσιακές φορεσιές.
Όταν οι κορδέλες έχουν όλες τυλιχτεί και οι χορευτές χορεύουν όλο και πιο κοντά στο κοντάρι, αντιστρέφεται η φορά του χορού και αφού τα γαϊτάνια ξετυλιχτούν ο χορός τελειώνει.
Στις περισσότερες περιπτώσεις το γαϊτανάκι αποτελεί παραδοσιακή γιορτή αιώνων, διαφόρων αγροτικών κυρίως περιοχών, συμβολίζοντας το πνεύμα της συναδέλφωσης, της αγάπης και της ομόνοιας.
Το χορό παρουσίασε το Ε΄2.