Η ανάλυση του πατροπλευρικά κληρονομούμενου DNA, δηλ. δεικτών του χρωμοσώματος Υ, αποκάλυψε ότι οι Ελληνοκύπριοι (GCy) και οι Τουρκοκύπριοι (TCy) προέρχονται από κοινή πρωταρχική κοινή προ-οθωμανική γενετική δεξαμενή, ή με άλλα λόγια, Η ΠΛΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΕΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
Στο απόγειο της ακμής της Μυκηναϊκής Ελλάδας πολυπληθείς πληθυσμιακές ομάδες από Αχαιούς και Αρκάδες εγκαταστάθηκαν (1230-1050 π.Χ.) στην Κύπρο. Οι Αχαιοί ίδρυσαν ελληνικά βασίλεια στο νησί κατά το Μυκηναϊκό πρότυπο και εισήγαγαν την ελληνική γλώσσα και θρησκεία καθώς και τον ελληνικό τρόπο ζωής. Η εγκατάσταση των Αχαιών/Αρκάδων στην Κύπρο ήταν ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα στην ιστορία του νησιού και επηρέασε αποφασιστικά την μετέπειτα πορεία των κατοίκων του. Η επιρροή αυτή προφανώς είχε τέτοια έκταση και διάρκεια καθώς και πολιτισμική δυναμική που οι ιθαγενείς του νησιού, που οι σύγχρονοι μελετητές ονόμασαν Ετεοκύπριους, εξελληνίστηκαν. Είναι εντυπωσιακό το ότι οι Κύπριοι υιοθέτησαν και διατηρούν για σχεδόν 3.500 χρόνια την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό, παρόλο που η Κύπρος κατακτήθηκε ή εποικήθηκε κατά καιρούς από πολλούς άλλους λαούς, π.χ. Ασσυρίους, Πέρσες, διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ρωμαίους, ΄Αραβες, Σταυροφόρους, Λουζινιανούς Γάλλους και Ενετούς. Η Κύπρος κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1571, και ακολούθησε η εγκατάσταση στο νησί πληθυσμιακών ομάδων, η οποία είχε αλληλεπίδραση με τους Ελληνοκυπρίους. Ο πληθυσμός της Κύπρου, το 1571, αριθμούσε 200.000 περίπου άτομα. Βέβαιο επίσης ιστορικό γεγονός είναι ότι πολλοί Ελληνοκύπριοι εξισλαμίσθηκαν για διάφορους λόγους. Την περίοδο 1878-1960 μ.Χ. το νησί αποτελούσε μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ενώ απέκτησε την ανεξαρτησία του το 1960 μ.Χ. Σήμερα, η βόρεια πλευρά του νησιού βρίσκεται υπό κατοχή από την Τουρκία από το 1974, ενώ το 1/3 του πληθυσμού των Ελληνοκυπρίων έχει μετακινηθεί από το βόρειο τμήμα του νησιού, στο νότιο τμήμα του νησιού. Οι κάτοικοί της εντάσσονται — με βάση την καταγωγή, τη γλώσσα, την πολιτιστική παράδοση και το θρήσκευμα — σε μία από τις δύο κοινότητες, την Ελληνική (Χριστιανοί ορθόδοξοι) και την Τουρκική (Μουσουλμάνοι). Με βάση συνεπώς την ιστορική και αρχαιολογική μαρτυρία, η παρουσία Ελληνοκυπρίων στο νησί αρχίζει την εποχή του Χαλκού (περίπου στα 1200 π.Χ.) και των Τουρκοκυπρίων την Οθωμανική περίοδο (16ος αιώνας μ.Χ.).

Η γενετική σύσταση των κατοίκων της Κύπρου μελετήθηκε με ποικίλους γενετικούς δείκτες. Πρόσφατη γενετική μελέτη (Heraclides A. et al., Y-chromosomal analysis of Greek Cypriots reveals a primarily common pre-Ottoman paternal ancestry with Turkish Cypriots), που δημοσιεύτηκε στις 16 Ιουνίου 2017 στο επιστημονικό περιοδικό PLoS One, διενεργήθηκε από πολυμελή και πολυεθνική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Μάριο Καριόλου του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Στη μελέτη συμμετείχαν οι: Αλέξανδρος Ηρακλείδης, Ήβη Πασιαρδή, Eva Fernandez-Dominguez, Stefania Bertoncini, Μάριος Χειμωνάς, Βασίλης Χριστοφής, Jonathan King, Bruce Budowle, Παναγιώτης Μανώλης και Μάριος Καριόλου. Οι πιο πάνω ερευνητές προέρχονται από: το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, τη Σχολή Μοριακής Ιατρικής Κύπρου, το Πανεπιστήμιο Durham της Αγγλίας, το Πανεπιστήμιο Pisa της Ιταλίας, το Πανεπιστήμιο North Texas και το Κέντρο Αριστείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου King Abdulaziz της Σαουδικής Αραβίας. Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε δείγματα DNA που έλαβε από 344 Ελληνοκύπριους άνδρες, και τα συνέκρινε με τα δείγματα 380 Τουρκοκυπρίων ανδρών που είχαν Κυπριακή καταγωγή (δηλαδή όχι έποικοι από το 1974 και εντεύθεν). Αν και το πληθυσμιακό δείγμα των Ελληνοκυπρίων αναλύθηκε για 23 δείκτες του χρωμοσώματος Υ, η σύγκριση με τους Τουρκοκυπρίους αφορούσε 17 κοινούς γενετικούς δείκτες που μελετήθηκαν και στα δύο πληθυσμιακά δείγματα. Η σύγκριση ανάμεσα στα δύο πληθυσμιακά δείγματα έγινε τόσο στο επίπεδο των απλοτύπων*, όσο και των απλοομάδων** προκειμένου να ελεγχθεί ποιο από τα δύο ακόλουθα σενάρια υποστηρίζεται από τα αποτελέσματα της γενετικής: Σενάριο 1: Οι TCy και οι GCy προέρχονται από την ίδια τοπική πατρική γονιδιακή δεξαμενή/ομάδα, και ότι μέρος του αρχικού πληθυσμού του νησιού (κατά την Οθωμανική κατοχή) εξισλαμίστηκε και βαθμιαία διαμορφώθηκε σε μια ξεχωριστή κοινότητα TCy. Σενάριο 2: Οι TC προέρχονται πρωτίστως από την ηπειρωτική τουρκική πατροπλευρική γονιδιακή δεξαμενή, δηλαδή πληθυσμιακές ομάδες από την Τουρκία μετανάστευσαν στην Κύπρο κατά την οθωμανική κατοχή του νησιού.
Η ανάλυση του φάσματος των ΑΠΛΟΤΥΠΩΝ που παρατηρήθηκε στα δύο πληθυσμιακά δείγματα αποκάλυψε ότι οι πατροπλευρικές γραμμές τόσο των GCy, όσο και των TCy προέρχονται πρωτίστως από μια ενιαία γονιδιακή δεξαμενή και παρουσιάζουν πολύ στενή γενετική συγγένεια (χαμηλή γενετική διαφοροποίηση) με πατροπλευρικές γραμμές της Καλαβρίας (Ιταλία) και του Λιβάνου. Όσον αφορά τις πιο πρόσφατες γενετικές καταβολές (δηλαδή μέχρι πριν μια χιλιετία) των δύο πληθυσμιακών δειγμάτων, οι GCy και οι TCy μοιράζονται πολύ περισσότερους απλοτύπους (7-8% των συνολικών απλοτύπων) μεταξύ τους από ό, τι με οποιονδήποτε γειτονικό πληθυσμό. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι το 7-8% του πληθυσμού των δύο κοινοτήτων είναι μεταξύ τους κοντινοί συγγενείς εκ πατρός.
Επιπρόσθετα, οι Τουρκοκύπριοι εμφανίζονται επίσης να έχουν σε ένα ποσοστό 3% κοινούς απλοτύπους με τους κατοίκους της Τουρκίας και ένα μικρότερο ποσοστό με κατοίκους διαφόρων χωρών της Βόρειας Αφρικής, κυρίως της Λιβύης. Στους Τουρκοκύπριους, η επιμιξία με τον τουρκικό πληθυσμό (βάσει πάντα του ανδρικού χρωμοσώματος Υ) είναι μικρή και φαίνεται να ήρθε αργά, πιθανότατα μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Οθωμανούς τον 16ο αιώνα.
Ανάλυση της προέλευσης 24 κοινών απλοτύπων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων έδειξε ότι κανείς από αυτούς δεν συναντάται στην Τουρκία, επομένως δεν προκύπτει τουρκική καταγωγή. Επιπρόσθετα, 20 από τους 24 κοινούς απλοτύπους δεν υπάρχουν ούτε στη διεθνή βάση δεδομένων, δείχνει ότι συναντώνται μόνο στον τοπικό πληθυσμό της Κύπρου.
Η ανάλυση των συχνοτήτων των ΑΠΛΟΟΜΑΔΩΝ του χρωμοσώματος Υ στα δύο πληθυσμιακά δείγματα επιβεβαίωσε τα προηγούμενα συμπεράσματα, δηλ. οι GCy και TCy παρουσιάζουν πολύ παρόμοιες κατανομές. Συνολικά, οι GCy παρουσιάζουν παρόμοια κατανομή συχνοτήτων των απλοομάδων του χρωμοσώματος Υ σε μη-τουρκικούς ανατολικούς και νοτιοδυτικούς πληθυσμούς του Καυκάσου, καθώς και με τους κατοίκους της Κρήτης. Αντίθετα, οι TCy δείχνουν μια μικρή μετατόπιση/συγγένεια προς τους Τούρκους, ίσως λόγω της παρουσίας μερικών απλοομάδων του χρωμοσώματος Υ Ανατολικής Ευρασίας (μερικές εκ των οποίων πιθανής υποδεικνύουν Οθωμανική προέλευση από την Κεντρική Ασία.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. Α) Η ανάλυση του φάσματος τόσο των απλοτύπων, όσο και των απλοομάδων του χρωμοσώματος Y των δύο πληθυσμιακών δειγμάτων έδειξε ότι οι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι προέρχονται από την ίδια γενετική δεξαμενή, η οποία άρχισε να διαφοροποιείται μόνο τους τελευταίους αιώνες, δηλαδή από την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου και μετά. Το επιστημονικό εύρημα της πληθυσμιακής γενετικής μελέτης είναι ότι η πατροπλευρική καταγωγή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων προέρχεται κυρίως από την ίδια γενετική δεξαμενή, σε βαθμό τέτοιο ώστε να θεωρείται περίπου πως πρόκειται για τον ίδιο πληθυσμό. Με απλά λόγια, η πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων είναι εξισλαμισμένοι ΄Ελληνες (κάτοικοι της Κύπρου). Ως εκ τούτου τα αποτελέσματα όσον αφορά τη γενετική σύσταση των GCy και των TCy συνάδουν με το πρώτο σενάριο. Θα μπορούσε κάποιος να διατυπώσει αντιρρήσεις όσον αφορά τα αποτελέσματα λέγοντας: Οι πατροπλευρικά κληρονομούμενοι δείκτες να μην είναι κατάλληλοι για να αποκαλύψουν την πιθανή γενετική ετερογένεια ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και στους Τουρκοκύπριους. Απλώς δίνεται το παρακάτω στοιχείο.
Η κ. Σιμιτοπούλου-Κοτζαμάνη1 εξέτασε στη διδακτορική της διατριβή τη γενετική σύσταση τυχαίων και αντιπροσωπευτικών πληθυσμιακών δειγμάτων Χριστιανών και Πεδινών Μουσουλμάνων του Νομού Ροδόπης. Τα συνολικά αποτελέσματα, στο επίπεδο του DNA, δεν καταδεικνύουν σημαντικές διαφορές στη γενετική σύσταση των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί και πεδινοί Μουσουλμάνοι) του Νομού Ροδόπης. Προφανώς σε αυτές τις περιπτώσεις οι διαφορές στη θρησκεία ή και στη γλώσσα δεν αντιστοιχούν σε γενετικές διαφορές, αλλά οφείλονται σε προσηλυτισμό μέρους του Χριστιανικού πληθυσμού στη Μωαμεθανική θρησκεία κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Από γενετικής δηλαδή άποψης ο εξισλαμισμός αυτός αποτελεί μια πρόσφατη εξέλιξη η οποία διατηρείται σήμερα, ως παρόμοια συχνότητα γενετικών δεικτών¬ μεταξύ των δύο ομάδων πληθυσμού που διαμένουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.
Β) Οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι μοιράζονται μια πολύ στενή γενετική συγγένεια με τους κατοίκους του Λιβάνου αλλά και της Καλαβρίας στην Ιταλία. Τα γενετικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η γενετική σύσταση των κατοίκων της Κύπρου βρίσκεται στη μέση μιας διαβάθμισης συχνοτήτων που εκτείνεται από τη Λεβαντίνη και φθάνει μέχρι τη Νότια Ιταλία.
Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα πρόσφατης εργασίας (Sarno S., Boattini A., Pagani L., et al., 2017, Ancient and recent admixture layers in Sicily and Southern Italy trace multiple migration routes along the Mediterranean. Scientific Reports 7: 1984), ότι υπάρχει κοινή γενετική κληρονομιά στους κατοίκους μιας γεωγραφικής περιοχής που εκτείνεται από τη Σικελία και φθάνει μέχρι την Κύπρο και τη Λεβαντίνη.
Γ) Τόσο Ελληνοκύπριοι όσο και Τουρκοκύπριοι φανερώνουν στενές γενετικές καταβολές και με τον ελληνικό πληθυσμό. Η γενετική ομοιότητα με τους πληθυσμούς που κατοικούν στην Ελλάδα είναι μεγάλη, όχι όμως τόσο όσο με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, διότι από τον εξελληνισμό του νησιού με την κάθοδο των αχαϊκών φύλων μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει 3.500 χρόνια και στο μεταξύ οι απλότυποι-Υ μεταλλάχθηκαν, έτσι είναι αδύνατο να εντοπιστεί μεγάλος αριθμός κοινών απλοτύπων. Ειδικότερα, η ύπαρξη στη γενετική σύσταση των Ελληνοκυπρίων σε σχετική υψηλή συχνότητα την απλοομάδα E-V13 θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει την είσοδο πληθυσμιακών ομάδων Αχαιών/Αρκάδων στο νησί κατά την εποχή του Χαλκού/Εποχή Σιδήρου.
Δ) Το γενικό γενετικό προφίλ των Κυπρίων (ιδιαίτερα των Ελληνοκυπρίων) όσον αφορά την πατρική καταγωγή μοιάζει με αυτό γηγενών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και του νοτιοδυτικού Καυκάσου (π.χ. Αρμένιοι), καθώς και με τους Έλληνες της Κρήτης. Θεωρητικώς αναμενόμενο αποτέλεσμα, μια και από τη Νεολιθική εποχή υπήρχε μετακίνηση γεωργών από τη Λεβαντίνη στην Κύπρο, την Κρήτη ή τα Δωδεκάνησα και μια μετά στην Ελλάδα και τη Νότια Ευρώπη.
Συνολικά, η ανάλυση του χρωμοσώματος Υ δείχνει ότι οι Κύπριοι βρίσκονται στη μέση μιας γενετικής εξάπλωσης που εκτείνεται από τη λεκάνη της Λεβαντίνης ως τη νοτιοανατολική Ευρώπη και αποκαλύπτει ότι, παρά τις επιμέρους διαφορές στους απλοτύπους, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μοιράζονται μια κοινή πατρική καταγωγή από την περίοδο πριν από την οθωμανική κυριαρχία στο νησί. Έτσι, αυτή η μεταξύ τους γενετική ομοιότητα (μεγαλύτερη από ό,τι με οποιονδήποτε άλλο πληθυσμό της γύρω περιοχής) θα μπορούσε να αποδοθεί στην κοινή προ-οθωμανική καταγωγή και των δύο κοινοτήτων που διαφοροποιήθηκε (αλλά ακόμη διατηρούνται σημαντικές ομοιότητες) μετά την Οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου.
*ΑΠΛΟΤΥΠΟΣ. Συνδυασμός συγκεκριμένων αλληλομόρφων που είναι στενά συνδεδεμένα στο χρωμόσωμα. Συνήθως συγκληρονομούνται ως κοινή κληρονομική μονάδα. Ως εκ τούτου ο απλότυπος είναι η γενετική ταυτότητα του κάθε άνδρα στο χρωμόσωμα Υ, η οποία χρησιμοποιείται για ταυτοποιήσεις ατόμων που είναι συγγενικά μεταξύ τους.
**ΑΠΛΟΟΜΑΔΑ. Στη μελέτη της μοριακής εξέλιξης, μία απλοομάδα είναι μία ομάδα παρόμοιων απλότυπων που μοιράζονται έναν κοινό πρόγονο με κοινό απλό νουκλεοτιδικό πολυμορφισμό ή πολυμορφισμό ενός μόνον νουκλεοτιδίου (SNPs).
του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη, Καθηγητή Γενετικής ΑΠΘ
