Ο καφές είναι ένα από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα ροφήματα στον κόσμο. Υπολογίζεται ότι η διαδικασία ετοιμασίας του ροφήματος επαναλαμβάνεται παγκοσμίως πάνω από 400 δισεκατομμύρια φορές τον χρόνο. Ο καφές έχει αναζωογονητική δράση, η οποία οφείλεται στο βασικό του συστατικό, την καφεΐνη.
Πιστεύεται ότι η κατανάλωσή του έχει πιθανούς κινδύνους και οφέλη για την υγεία. Η κατανάλωση καφέ έχει συσχετιστεί με ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων για την υγεία, όπως είναι οι καρδιαγγειακές, μεταβολικές και νευρογνωσιακές λειτουργίες. Η υπερκατανάλωση καφέ προκαλεί καρδιαγγειακές αντιδράσεις και επιφέρει αϋπνία. Από την άλλη η κατανάλωση καφέ έχει επίσης συσχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο πρόκλησης διαβήτη τύπου 2, καρκίνου του ενδομητρίου, και νευροεκφυλιστικών ασθενειών, όπως η νόσος του Πάρκινσον και η νόσος του Alzheimer.
Γονιδιωματικές μελέτες έχουν ιχνηλατήσει οκτώ γονίδια που έχουν επιρροή στην κατανάλωση καφέ, π.χ. το κυτόχρωμα P450.

Οι ωφέλιμες επιδράσεις στην υγεία μας έχουν αποδοθεί στην κατανάλωση καφέ, αλλά δεν είναι ακόμη γνωστό αν η επιγενετική μπορεί να έχει κάποιο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Ερευνητές υπέθεσαν (Coffeee consumption is associated with DNA methylation levels of human blood, EJHG 25: 608-616, Μάιος 2017) ότι η μεθυλίωση του DNA ίσως αποτελεί τον πιθανό ΕΠΙΓΕΝΕΤΙΚΟ* μεσολαβητή για την θετική επίδραση της καφεΐνης στην υγεία.
Οι ερευνητές, για πρώτη φορά, εντόπισαν μεθυλιωμένες θέσεις (CpG) σε 11 γονίδια στο γονιδίωμα (DNA) που σχετίζονται με την κατανάλωση καφέ στο γενετικό υλικό κυττάρων του αίματος, αλλά όχι σε δείγματα σάλιου, υποδηλώνοντας ότι ο καφές μπορεί να επηρεάσει τα επίπεδα μεθυλίωσης του DNA στα ανοσοκύτταρα του αίματος αλλά όχι στο σάλιο. Είναι, επίσης, ενδιαφέρον ότι συσχέτιση της μεθυλίωσης με την κατανάλωση καφέ παρατηρήθηκε μόνο σε γυναίκες που δεν υποβλήθηκαν σε ορμονοθεραπεία εμμηνόπαυσης. Τα αποτελέσματά της εργασίας δείχνουν πιθανούς μηχανισμούς (ρύθμιση της έκφρασης γονιδίων επιγενετικά) μέσω των οποίων η κατανάλωση η καφεΐνη μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα και πιθανόν να οδηγήσει σε μείωση του κινδύνου εκδήλωσης επιβλαβών συμπτωμάτων.

*Η ΕΠΙΓΕΝΕΤΙΚΗ είναι ένα ακόμα σύστημα κληρονομικό πέραν της κλασικής και μοριακής γενετικής. Μέχρι πρόσφατα, στη γενετική διδάσκαμε ότι οι πληροφορίες κληρονομούνται από τη μία γενιά στην άλλη, και ότι αλλαγές μπορεί να συμβούν στον φαινότυπο ενός ατόμου μόνο αν αλλάξει ο γενότυπος , δηλαδή το DNA του, τα γονίδιά του. Με τις μεταλλάξεις (αλλαγές στο DNA) αλλάζουν τα γονίδια και έτσι διαφοροποιείται ο φαινότυπος (τα χαρακτηριστικά) ενός ατόμου από τον φαινότυπο κάποιου άλλου ατόμου. Πριν μερικά χρόνια μάθαμε ότι πέραν αυτού του συστήματος κληρονόμησης, υπάρχουν πληροφορίες κληρονομήσιμες οι οποίες μπορεί να μεταφερθούν από τη μία γενιά στην άλλη, αλλά οι αλλαγές αυτές δεν περιλαμβάνουν αλλαγές (μεταλλάξεις) στο DNA, περιλαμβάνουν επιγενετικές μεταβολές στο DNA. Οι επιγενετικές μεταβολές δεν αποτελούν μέρος της αλληλουχίας του DNA, αλλά είναι επάνω (επί) ή προσδεδεμένες στο DNA και επιπλέον είναι ανατρέψιμες. Ο πιο κοινός τύπος επιγενετικής τροποποίησης είναι η μεθυλίωση της Κυτοσίνης. Η μεθυλίωση αφορά την πρόσδεση, συνήθως σε δινουκλεοτίδια Κυτοσίνης-Γουανίνης (CpG) μεθυλοομάδων (-CH3). Αυτή η προσθήκη έχει ως αποτέλεσμα τη συμπίεση της χρωματίνης και συνεπώς την καταστολή της έκφρασης του γονιδίου και την μη παραγωγή πρωτεΐνης από αυτό. Οι επιγενετικές μεταβολές δηλαδή καθορίζουν εάν ένα γονίδιο, θα επηρεάσει την παραγωγή ή όχι πρωτεΐνης. Με λίγα λόγια επιγενετική είναι η αλλαγές που συμβαίνουν στη γονιδιακή έκφραση χωρίς να αλλάζει το ίδιο το DNA του γονιδίου. Οι αλλαγές αυτές προκαλούνται από εξωτερικούς παράγοντες. ΄Υστερα από τα προηγούμενα, πολλοί υποστηρίζουν ότι η επιγενετική έχει τη δυνατότητα να εξηγήσει τους μηχανισμούς της γήρανσης, γιατί οι επιγενετικές μεταβολές μπορεί να ξαναεγγραφούν, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε να τροποποιήσουμε τις οδηγίες μας.έκ
του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη, Καθηγητή Γενετικής και Γενετικής του Ανθρώπου, ΑΠΘ