Στον άνθρωπο έχει διαπιστωθεί ότι περιοχές του DNA που έχουν το δινουκλεοτιδίο Κυτοσίνης-Γουανίνης (CpG) είναι μεθυλιωμένες και το πλήθος τους έχει συσχετιστεί με την ηλικία. Αυτές οι συσχετίσεις έχουν χρησιμοποιηθεί για να διαμορφωθούν μαθηματικά μοντέλα, που ονομάζονται επιγενετικά ρολόγια, που επιτρέπουν να γίνουν ποσοτικές προβλέψεις της ηλικίας ενός ατόμου ανάλογα με τον συνολικό αριθμό CpG θέσεων. Έτσι, οι προβλέψεις της «επιγενετικής ηλικίας» μπορεί να είναι μία ένδειξη της βιολογικής κατάστασης γήρανσης ενός ατόμου. Διαπιστώθηκε π.χ. ότι η παχυσαρκία, οι ιικές μολύνσεις και το σύνδρομο Down επιταχύνουν το μοριακό ρολόι γήρανσης.

Εξυπακούεται, ότι ερευνητές προσπαθούν να ιχνηλατήσουν εξωτερικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να επιβραδύνουν το επιγενετικό ρολόι γήρανσης, για να επιμηκυνθεί το προσδόκιμο της ζωής μας. Στα ποντίκια διαπιστώθηκε (Genome Biology 2017: 18:57) ότι περιορισμός των θερμίδων και η χρήση τη ραπαμυκίνης πράγματι επιβραδύνουν το μοριακό ρολόι της γήρανσης και προσθέτουν κάποια χρόνια ζωής. Τα πειράματα με ραπαμυκίνη στον άνθρωπο έδειξαν ότι πράγματι επιβραδύνουν το επιγενετικό ρολόι γήρανσης (γι’ αυτό ονομάστηκε ελιξίριο της ζωής), αλλά δυστυχώς παρατηρήθηκαν παράπλευρες παρενέργειες, όπως δημιουργία καταρράκτη. ΄Υστερα από τα προηγούμενα μπορούμε να πούμε ότι επιστήμονες διερευνούν κατά πόσο μπορούν να επηρεαστούν οι ανατρέψιμες επιγενετικές αλλαγές πάνω στο DNA προς όφελος της νεότητας, της ομορφιάς, αλλά και της υγείας. Οι ερευνητές προσδοκούν ότι «καθοδηγώντας» το DNA μας θα μπορέσουν να καθυστερήσουν το γήρας.

*Η ΕΠΙΓΕΝΕΤΙΚΗ είναι ένα ακόμα σύστημα κληρονομικό πέραν της κλασικής και μοριακής γενετικής. Μέχρι πρόσφατα, στη γενετική διδάσκαμε ότι οι πληροφορίες κληρονομούνται από τη μία γενιά στην άλλη, και ότι αλλαγές μπορεί να συμβούν στον φαινότυπο ενός ατόμου μόνο αν αλλάξει ο γενότυπος , δηλαδή το DNA του, τα γονίδιά του. Με τις μεταλλάξεις (αλλαγές στο DNA) αλλάζουν τα γονίδια και έτσι διαφοροποιείται ο φαινότυπος (τα χαρακτηριστικά) ενός ατόμου από τον φαινότυπο κάποιου άλλου ατόμου. Πριν μερικά χρόνια μάθαμε ότι πέραν αυτού του συστήματος κληρονόμησης, υπάρχουν πληροφορίες κληρονομήσιμες οι οποίες μπορεί να μεταφερθούν από τη μία γενιά στην άλλη, αλλά οι αλλαγές αυτές δεν περιλαμβάνουν αλλαγές (μεταλλάξεις) στο DNA, περιλαμβάνουν επιγενετικές μεταβολές στο DNA. Οι επιγενετικές μεταβολές δεν αποτελούν μέρος της αλληλουχίας του DNA, αλλά είναι επάνω (επί) ή προσδεδεμένες στο DNA και επιπλέον είναι ανατρέψιμες. Ο πιο κοινός τύπος επιγενετικής τροποποίησης είναι η μεθυλίωση της Κυτοσίνης. Η μεθυλίωση αφορά την πρόσδεση, συνήθως σε δινουκλεοτίδια Κυτοσίνης-Γουανίνης (CpG) μεθυλοομάδων (-CH3). Αυτή η προσθήκη έχει ως αποτέλεσμα τη συμπίεση της χρωματίνης και συνεπώς την καταστολή της έκφρασης του γονιδίου και την μη παραγωγή πρωτεΐνης από αυτό. Οι επιγενετικές μεταβολές δηλαδή καθορίζουν εάν ένα γονίδιο, θα επηρεάσει την παραγωγή ή όχι πρωτεΐνης. Με λίγα λόγια επιγενετική είναι οι αλλαγές που συμβαίνουν στη γονιδιακή έκφραση χωρίς να αλλάζει το ίδιο το DNA του γονιδίου. Οι αλλαγές αυτές προκαλούνται από εξωτερικούς παράγοντες. ΄Υστερα από τα προηγούμενα, πολλοί υποστηρίζουν ότι η επιγενετική έχει τη δυνατότητα να εξηγήσει τους μηχανισμούς της γήρανσης, γιατί οι επιγενετικές μεταβολές μπορεί να ξαναεγγραφούν, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε να τροποποιήσουμε τις οδηγίες έκφρασης των γονιδίων μας.
του Κωνσταντίνου Τριανταφυλλίδη, Καθηγητή Γενετικής και Γενετικής του Ανθρώπου, ΑΠΘ