Ξεκινώ από δύο απλές διαπιστώσεις, που νομίζω ότι –λίγο ώς πολύ– έχουν γενική ισχύ: Κατ’ αρχάς, ότι, κατά κανόνα, στις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, όλα τα μεγάλα πανεπιστήμια στεγάζονται σε μεγαλοπρεπή, μνημειακά κτίρια και, δεύτερον, ότι κάθε πανεπιστήμιο αντάξιο του τίτλου του διαθέτει μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά εκφράζουν τη θέση των συγκεκριμένων ιδρυμάτων στην κοινωνική οργάνωση, καθώς και τη λειτουργία τους. Το πανεπιστήμιο διαθέτει βιβλιοθήκη (και ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, στην εποχή του Διαδικτύου), επειδή, πέρα από τις ειδικές γνώσεις που παρέχει και θα κάνουν έναν απόφοιτό του νομικό ή μηχανολόγο, η διαδικασία ώς την απόκτηση του πτυχίου τον μαθαίνει να σκέπτεται και να ερευνά. Στεγάζεται, δε, σε εγκαταστάσεις λαμπρές και περίοπτες, επειδή αυτό που προσφέρει είναι εξαιρετικά σημαντικό για την κοινωνία που υπηρετεί: παράγει την πνευματική ελίτ του τόπου.

Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, τίποτε από αυτά τα δύο δεν ισχύει πλέον. Ξεκινώντας από τα κτίρια, ώς πριν από μερικά χρόνια ήταν σύνηθες το φαινόμενο της κατάληψης και του βανδαλισμού του ιστορικού κτιρίου του Καποδιστριακού ή του Μετσοβίου από τα πάσης φύσεως «παιδιά». Αλλά και ουδείς (εκ των αρχών) ενοχλείται όταν Αφρικανοί μετανάστες χρησιμοποιούν τον χώρο των Προπυλαίων ως υπαίθριο παζάρι για τις μαϊμούδες που εμπορεύονται. (Τολμά κανείς να κάνει το ίδιο μπροστά από το University College του Λονδίνου;) Δείτε, επίσης, το κτίριο της Νομικής Σχολής στη Σόλωνος. Κάθε χρόνο, στις αρχές Αυγούστου, υπάρχει ένα διάστημα όπου καθαρίζεται από αφίσες και συνθήματα, βάφεται και ευπρεπίζεται. Πάντα, όμως, το διάστημα αυτό διαρκεί ελάχιστα. Σύντομα αρχίζει και πάλι η διαδικασία της «ελεύθερης έκφρασης» επάνω στους τοίχους, ώσπου έρχεται και το ανέκδοτο των φοιτητικών εκλογών (ανέκδοτο, διότι ποτέ δεν βγάζει κοινώς αποδεκτά αποτελέσματα) και το κτίριο εξαχρειώνεται εντελώς. Οσον αφορά τις βιβλιοθήκες, μπορεί να υπάρχουν – δεν αμφιβάλλω. Αλλά δεν έχουν κεντρικό ρόλο στην καθημερινότητα της πανεπιστημιακής ζωής ούτε είναι πολλοί αυτοί που τις χρησιμοποιούν. Ως επί το πλείστον, οι φοιτητές βασίζονται σε προκαθορισμένα συγγράμματα και σημειώσεις.

Με λίγα λόγια, το πανεπιστήμιο έχει καταντήσει προέκταση του Λυκείου, χωρίς την υποχρεωτική παρακολούθηση. Είναι μια διαδικασία αλλεπάλληλων εξετάσεων, βασισμένων στην αποστήθιση, σε θέματα «SOS» και σημειώσεις που τις μοιράζουν κομματικές οργανώσεις, με σκοπό την απόκτηση πτυχίου με επαγγελματικά δικαιώματα. (Σχεδόν σαν προθάλαμος του Δημοσίου…) Ως και τα φροντιστήρια έχουν παρεισφρήσει στη διαδικασία της απόκτησης του πτυχίου! Μου έγραφε, τις προάλλες, αναγνώστης της στήλης, για φίλο του που γύρεψε δουλειά σε ένα από αυτά και του ζήτησαν να ετοιμάζει «κορμούς», δηλαδή σκελετούς για να φτιάχνουν επάνω σε αυτούς τις εργασίες τους οι φοιτητές. (Και θυμήθηκα ένα φίλο, που διδάσκει στο εξωτερικό, και του έτυχε κάποτε μεταπτυχιακός φοιτητής Ελληνας, ο οποίος τον ρωτούσε: «Τι θέλετε να γράψω στην εργασία;». «Ο,τι εσύ νομίζεις», του απαντούσε ο καθηγητής, αλλά ο μεταπτυχιακός επέμενε: «Ναι, αλλά εσείς τι θέλετε να γράψω;»…)

Η παρακμή του πανεπιστημίου στην Ελλάδα οφείλεται στον κομματισμό, που διέβρωσε τα ιδρύματα, αφότου, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο νόμος του Απόστολου Κακλαμάνη παρέδωσε τη διοίκηση τους στις κομματικές νεολαίες. Εκτοτε, ξεκίνησε το δούναι και λαβείν με τους καθηγητές: Η ψήφος για την πρυτανεία ή την προεδρία του τμήματος έγινε αντικείμενο συναλλαγής έναντι βοήθειας για την απόκτηση του πτυχίου, δικαιώματος για την εκμετάλλευση του κυλικείου, ακόμη και για θέσεις στο πάρκινγκ, κ.ο.κ. Περίπου τριάντα χρόνια μετά, τα συμφέροντα που διαμορφώθηκαν έχουν παγιωθεί, σε βαθμό ώστε, κάθε φορά που επιχειρείται η μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου, αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο και οι κομματικές νεολαίες (με, περιέργως, σχεδόν ταυτόσημες θέσεις, παρά τις άλλες διαφορές τους) και το καθηγητικό κατεστημένο.

Αφότου την τελευταία δεκαετία άρχισε να γίνεται συνείδηση ότι κοινωνία χωρίς διεθνώς ανταγωνιστικά πανεπιστήμια είναι κοινωνία χωρίς μέλλον, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των κυβερνήσεων επικεντρώθηκαν στην επινόηση θεσμών, που υποτίθεται ότι θα άλλαζαν τα πανεπιστήμια από έξω προς τα μέσα ή από επάνω προς τα κάτω. Επί Κώστα Καραμανλή, λ.χ., η κυρία Μαριέττα Γιαννάκου πέρασε –διά πυρός και σιδήρου– την καθολική ψηφοφορία, με την πεποίθηση ότι η μάζα των φοιτητών στις εκλογές θα υπερίσχυε των οργανωμένων κομματικών μειοψηφιών. Αμ δε! Με μια πανεπιστημιακή ζωή τόσο φτωχή, τελικά οι κομματικές νεολαίες έχουν το πάνω χέρι. Το απέδειξαν οι τελευταίες πρυτανικές εκλογές: Μόνον οι κομματικοί ψήφισαν οργανωμένα και η ψήφος τους καθόρισε τα αποτελέσματα.

Τώρα, η κυρία Αννα Διαμαντοπούλου επιχειρεί μία ανάλογη παρέμβαση εκ των άνω, προτείνοντας διοικητικά συμβούλια εκ προσωπικοτήτων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρυτανικές αρχές όλων των ιδρυμάτων απέκρουσαν ομοθύμως και μετά βδελυγμίας την ιδέα αμέσως μόλις διατυπώθηκε. Ακόμη και αν κατορθώσει να την περάσει, είναι αμφίβολο αν θα λειτουργήσει στην πράξη. Η εφαρμογή της θα προσκρούσει στις αντιδράσεις του συμπαγούς κατεστημένου καθηγητών και κομματικών νεολαιών. (Σήμερα, λ.χ., οι νεολαίες παρεμποδίζουν ή επηρεάζουν διαδικασίες, στις οποίες τυπικά δεν έχουν καμία θέση! Θα διστάσουν να κάνουν το ίδιο με τα διοικητικά συμβούλια; Και από πού θα αντλήσουν τα διοικητικά συμβούλια το σθένος για να αντισταθούν στις πιέσεις; Θα συνεδριάζουν μήπως στους Κορυσχάδες της Ευρυτανίας;) Ευγενείς οι προθέσεις της υπουργού, αλλά ας μην αυταπατώμεθα. Το πανεπιστήμιο θα συνεχίσει να παρακμάζει όσο η ζωή του θα καθορίζεται από τις κομματικές νεολαίες. Μακάρι κάποτε ο πολιτικός κόσμος να συναινέσει στην απαγόρευση της λειτουργίας τους…

Αρθρο του Στέφανου Κασιμάτη στην Καθημερινή

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων