gutenberg-t.jpgΠοιο είναι τελικά το διακύβευμα από μια τέτοια εξέλιξη; (Οχι για μας προσωπικά, όχι για τις εκδοτικές επιχειρήσεις, όχι για τα βιβλιοπωλεία, όπως τα ξέρουμε.) Μήπως ότι θα χάσουμε τη σαγήνη του έντυπου βιβλίου; Τι προδικάζει ότι θα τη χάσουμε; η διαφορά τιμής; Οσοι έχουμε πράγματι μια διαφορετική αίσθηση από τη σχέση μας με το έντυπο μπορούμε να συνεχίσουμε να προμηθευόμαστε τα βιβλία μας όπως και σήμερα. Θα υπάρξει πρόβλημα βιωσιμότητας των εκδοτικών οίκων; Πιθανότατα, οπότε αυτό ίσως έχει επιπτώσεις στην προσφορά. Τίθεται θέμα ποιότητας της εκδοτικής δραστηριότητας; Ισως, καθώς διαφορετικοί εκ δοτικοί οίκοι κινούνται σε διαφορετικά ποιοτικά εκδοτικά μονοπάτια. Αν κάποιες από τις επιλογές αυτές κινδυνεύουν να συρρικνωθούν ή να σαρωθούν, δεν είναι αδιάφορο.

Ετσι φθάνουμε σε ένα κρίσιμο ερώτημα: Επιδρά η αλλαγή της μορφής του βιβλίου στο περιεχόμενό του; Στο μήνυμα το ίδιο, στον τρόπο που σκεπτόμαστε και εκφραζόμαστε, στον τρόπο που μεταδίδουμε τη σκέψη μας και τα συναισθήματά μας, στο πόσο διεξοδικά παρουσιάζουμε τις αναλύσεις μας ή άλλα στοιχεία; Επιδρά η αλλαγή της τεχνολογίας στο τι θα προσφέρεται και τι θα εξαφανιστεί στο μέλλον από τον χώρο των ιδεών και της πνευματικής δημιουργίας σε σύγκριση με μια κατάσταση όπου απλώς θα εξελισσόταν η σημερινή δυναμική; Αυτό είναι το κεντρικό διακύβευμα, αλλά όποιος μπορεί να απαντήσει το ερώτημα αυτό διαθέτει πρωτόγνωρες ιδιότητες.

Προσωπικά δεν θα τολμούσα να φανταστώ ότι το εργαλείο ή η φόρμα δεν επηρεάζει το περιεχόμενο και ιδιαίτερα την επίδραση που το περιεχόμενο αυτό έχει στα συναισθήματά μας, στην αντίληψή μας, στη σχέση μας με όσα εκπέμπει ένα κείμενο. Αυτό όμως είναι μια γενική αίσθηση. Και αν δεν δει κανείς τη νέα πραγματικότητα στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά, μια τέτοια αίσθηση ελάχιστα χρησιμεύει. Ολοι όσοι έχουμε δημιουργήσει μια σχέση ζωής με την έννοια του βιβλίου ξέρουμε πόσο έχουμε επηρεαστεί από το ίδιο το αντικείμενο-βιβλίο. Αν, συνεπώς, η μετάβαση στον ψηφιακό κόσμο σημαίνει ένα διαφορετικό είδος – σε σύγκριση με τον έντυπο κόσμο – σκέψης και ανάλυσης, καθώς και μετάδοσης μηνυμάτων, συναισθημάτων, εντυπώσεων ή πληροφοριών, αυτό είναι ένα θέμα που μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό. Οπότε οδηγούμαστε στο επόμενο ερώτημα: Και τι σημασία έχει; Μπορούμε να κάνουμε τίποτα; Πρέπει να κάνουμε κάτι; Σίγουρα, αλλά όχι με την εναντίωση στο νέο. Πρέπει να προσπαθήσουμε ώστε να διατηρήσουμε ιδιότητες που συνδέονται ή ενσωματώνονται στο έντυπο βιβλίο και αξίζει τον κόπο να διασφαλιστεί ο τρόπος αναπαραγωγής και διάχυσής τους.

Ισως τις πιο μεγάλες ανησυχίες, αβεβαιότητες ή και ενοχές δημιουργεί το ψηφιακό βιβλίο στη λογοτεχνία, στην τέχνη ή σε ειδικές εκδόσεις. Εδώ είναι ο χώρος που αναπτύσσουμε μια στενότερη σχέση με το έντυπο βιβλίο: το μουντζουρώνουμε

εκεί που μας αρέσει, ξεφυλλίζουμε γρήγορα μπρος-πίσω να δούμε διάφορα σημεία, έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα ενοτήτων του καθώς ανοίγουμε τα φύλλα, βλέπουμε το πέρασμα του χρόνου ή αναζητάμε ειδικά σημάδια τα οποία μας θυμίζουν καταστάσεις που έχουμε ζήσει και συνδέθηκαν με συγκεκριμένα βιβλία. Ενας τεράστιος αριθμός βιβλίων όμως αφορά την επιστήμη, τις ιδέες και τη γνώση. Σε αυτό το πεδίο, ποιος ενοχλήθηκε τα τελευταία 50 χρόνια από την αλματώδη εξέλιξη της δυνατότητας φωτοτυπικής αναπαραγωγής και ανάγνωσης τέτοιων βιβλίων; Κανένας, τουλάχιστον ως χρήστης. Αντίθετα, προέκυψε ένα τεράστιο όφελος. Το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων αποτελεί, βέβαια, ένα κρίσιμο πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, καθώς μάλιστα έχει προεκτάσεις στην ίδια τη γένεση και την παραγωγή νέων πνευματικών δημιουργημάτων, ιδεών και γνώσεων.

Η ψηφιακή τεχνολογία σήμερα ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην παραγωγή και μετάδοση γνώσεων, όπως και στην επικοινωνία, με πολύ φθηνότερο και πιο γρήγορο τρόπο και σε πολύ ευρύτερα στρώματα ανθρώπων, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ας σκεφθούμε με τι ταχύτητα διαδίδονται οι νέες γνώσεις – η «τελευταία λέξη των ιδεών» – σε διεθνή κλίμακα μέσα από ψηφιακές τεχνολογίες και τι τεράστιες ανατροπές συνεπάγεται κάτι τέτοιο για τον τρόπο λειτουργίας κάθε κοινωνίας, της οικονομίας της, των επιχειρήσεων, των κοινωνικών ομάδων ή των ατόμων. Η ψηφιακή τεχνολογία συμβάλλει επίσης στην επίλυση άλλων περισσότερο «μπανάλ» θεμάτων, όπως η αποθήκευση βιβλίων, η γρήγορη και επιλεκτική ανατύπωση, η φθηνότατη αποστολή τους διεθνώς – και οι συνέπειες τέτοιων θεμάτων δεν είναι διόλου «μπανάλ».

Οι απαντήσεις στα παραπάνω προβλήματα δεν είναι απλές ούτε μονοσήμαντες. Πώς να επιλέξεις μεταξύ του κινδύνου να προσφέρεις λιγότερες γνώσεις, πληροφορίες ή πνευματικά έργα παρεμποδίζοντας την επέκταση των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων (κάτι που, έτσι κι αλλιώς, είναι ουτοπικό) και του κινδύνου ένα τμήμα της νέας υπερπληθωρικής ψηφιακής παραγωγής να είναι «σκουπίδια» που θα κυριαρχήσουν σε νέες κοινωνικές πραγματικότητες; Πόσα «σκουπίδια» όμως κυριαρχούν και σήμερα και ποιος μπορεί να κάνει την επιλογή για το αν ένα έργο είναι «σκουπίδι» χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο της βίαιης παρέμβασης στην παραγωγή και στη διάχυση ιδεών, γνώσης και πνευματικών έργων;

Η μετεξέλιξη των κοινωνιών και το πέρασμά τους σε νέες εποχές ιστορικά συνοδεύτηκαν πάντα από ευρύτερες αλλαγές ή ανατροπές, οριζόντια, σε όλο το σύστημα λειτουργίας τους. Δεν είναι λογικό να περιμένει κανείς ότι ένας πολίτης, π.χ. του 2025, που θα λειτουργεί κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες, στον χώρο του βιβλίου ειδικά θα μείνει προσκολλημένος σε μορφές που δημιουργήθηκαν στο απώτερο παρελθόν. Η μετάβαση στη βιομηχανική εποχή είχε ήδη εγκαταλείψει το είδος των βιβλίων που τυπώνονταν τον 15ο ή τον 17ο αιώνα. Ανέτρεψε την αισθητική σχέση που υπήρχε πριν για όσους μπορούσαν να αποκτήσουν τέτοια βιβλία αλλά δημιούργησε νέα δεδομένα στον χώρο της γνώσης και του βιβλίου, κοινωνικά και πολιτικά. Το ίδιο ισχύει και για τη μετεξέλιξη ως τη σημερινή εποχή. Σήμερα σκεπτόμαστε πόσο θα αλλάξουν τα δεδομένα μας από την υποχώρηση της σημερινής έντυπης παραγωγής σε όφελος της ψηφιακής αλλά δεν σκεπτόμαστε καθόλου τις αλλαγές που γνώρισαν προηγούμενες φάσεις οι οποί ες μας οδήγησαν στη σημερινή έντυπη πραγματικότητα ως μετεξέλιξη.

 Προσωπικά η ιδέα να περάσει η σχέση μου με τα έργα λογοτεχνικής ή καλλιτεχνικής υφής από την έντυπη μορφή στα ψηφιακά μέσα μού φαίνεται επώδυνη. Για άλλους, ιδίως τους νέους που δεν γνώρισαν το δικό μας σύστημα, πιθανόν να είναι μια απλούστατη επιλογή. Οι γενιές που ανέπτυξαν την ειδική σχέση με το έντυπο έργο θα συρρικνώνονται συνεχώς και οι νέες θα κάνουν τις επιλογές που τους πηγαίνουν χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις. Επειδή δεν ξεκινάει κανείς από αγνωστικιστική βάση, οφείλει να θυμάται ότι συστηματικά η εμμονή στο παλαιό ερχόταν σε σύγκρουση με το νέο: ευτυχώς η ανθρωπότητα μέσα από τους αιώνες πέρασε από τη λίθινη στη σημερινή εποχή μέσω μιας επιλεκτικής διαδικασίας συνεχών αλλαγών και ανατροπών που η έμφυτη τάση των ανθρώπων προς τη συντήρηση δεν ήταν ικανή να εμποδίσει.

Σήμερα περνάμε ξανά μια φάση μετάβασης. Σπάνια η πραγματικότητα είναι άσπρη ή μαύρη και πάντως το πώς είναι εξαρτάται σημαντικά από τις δικές μας (συλλογικές) ενέργειες και επιλογές. Βρισκόμαστε, ήδη από πολύ καιρό, στη μετα-γουτεμβέργια εποχή. Τώρα βαδίζουμε σε μια επόμενη. Ξέρουμε τι θέλουμε, πίσω από τη διαμάχη ή τον προβληματισμό, για το έντυπο απέναντι στο ψηφιακό; Αν ναι, ας δούμε πώς θα ρυθμίσουμε και θα οργανώσουμε το νέο. Αν όχι, ας προσπαθήσουμε να φθάσουμε στο σημείο που να γνωρίζουμε τι θέλουμε. Γιατί, χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς θέλουμε, δεν μπορούμε να ενεργήσουμε. Και το κενό μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος σύμμαχος. Στη συνεχή αλλαγή που συντελείται ιστορικά αυτό που πάντα μέτρησε είναι η ικανότητα διαχείρισης και μεταλλαγής των νέων στοιχείων και όχι η σπασμωδική αντίδραση που φαντάζεται ότι μπορεί να ανακόψει τη φύση της εξέλιξης.

Αρθρο του Τάσου Γιαννίτση στο Βήμα Ιδεών

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων