screenshot1.jpgΟ κ. Βαγγέλης Κάσσος είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει ένα κείμενο από το βιβλίο του Ατελεύτητο τέλος  (κείμενα για την ποίηση), Εκδόσεις «Ίνδικτος» 2007, σελ. 63-70:

«Η τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η δεκαετία των «προφητών του τέλους»: το τέλος της Ιστορίας, το τέλος της εργασίας, το τέλος του βιβλίου, το τέλος της λογοτεχνίας κ.ο.κ.
Ειδικότερα, όσον αφορά την προφητεία για το τέλος του παραδοσιακού βιβλίου, η αιτία της σχετικής εσχατολογίας, κατά κύριο λόγο, υπήρξε το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, τα πολυμέσα (multimedia), έχοντας εμφανισθεί ως εμπορικά προϊόντα μερικά χρόνια πριν, αρχίζουν πλέον να έχουν σημαντικότατη διάδοση. Ως ισχυρό ανταγωνιστικό προϊόν του παραδοσιακού βιβλίου προβάλλει τώρα το CD-Rom.
Θα ήταν, όμως, μεγάλο λάθος το να θεωρήσει κανείς ότι η εξάπλωση του CD-Rom πρόκειται να εξοστρακίσει το παραδοσιακό βιβλίο. Στη χειρότερη περίπτωση, η ανταγωνιστική σχέση του παραδοσιακού βιβλίου προς το CD-Rom θα είναι ανάλογη προς τη σχέση που διαμορφώθηκε μεταξύ του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Και τούτο, βέβαια, από τις γενιές των παιδιών που γεννήθηκαν ταυτόχρονα με τα πολυμέσα και μετά.
Θα είναι, επίσης, μεγάλο λάθος το να θεωρήσει κανείς ότι η πιθανή υποχώρηση του λογοτεχνικού λ.χ. βιβλίου έναντι του CD-Rom θα είναι ενιαία για όλα τα είδη του λόγου.
Εκείνη που ίσως βρεθεί σε δύσκολη θέση θα είναι η πεζογραφία και ειδικότερα το μυθιστόρημα που είναι ο κατεξοχήν νεοπαγής πλανήτης του «Γουτεμβεργιανού γαλαξία».
Δεν πρόκειται να συμβεί το ίδιο με την ποίηση. Η ποίηση υπήρχε πριν από τον Γουτεμβέργιο και θα υπάρχει και μετά το τέλος της κυριαρχίας του. Κατά πάσα δε πιθανότητα, θα είναι η ευνοημένη της ηλεκτρονικής εποχής. Και τούτο, γιατί θα ξαναβρεί τη «φωνή» που της στέρησε η τυπογραφία.
Ο Μακλούαν, αληθινός προφήτης αυτός, εδώ και πολλά χρόνια, μίλησε για τη «διάσπαση της ανθρώπινης ψυχής» από τον τυπογραφικό πολιτισμό (Marshall McLuhan, The Cutenberg Galaxy: the making of Typographic Man, University of Toronto Press 1962).
Με την τυπογραφία, ισχυρίζεται ο Μακλούαν, επέρχεται ένας «έντονος διαχωρισμός της όρασης από τις άλλες αισθήσεις», η όραση, δηλαδή, αποκτά κυρίαρχο ρόλο στη γλώσσα και στην τέχνη, καθώς και σε ολόκληρη την κλίμακα της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής.
Για την ποίηση, ο αισθητηριακός αυτός ακρωτηριασμός ήταν και ακρωτηριασμός υποστασιακός, αφού η προφορικότητα που αντιστοιχεί στην αίσθηση της ακοής ήταν όρος συστατικός της εκφραστικής της.
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει, όπως το έχει κάνει η Ζακλίν ντε Ρομιγύ, ότι ο αισθητηριακός ακρωτηριασμός, όσον αφορά την πρόσληψη της ποίησης, επέρχεται ήδη από τη στιγμή που καταγράφονται τα Ομηρικά έπη (6ος αιώνας π.Χ.). Αποσπάται έτσι, ισχυρίζεται η ντε Ρομιγύ, η ποίηση από την προφορικότητα και εγκαινιάζεται η «βασιλεία της γραπτής λογοτεχνίας» (Jacqueline de Romilly, Homère, P.U.F. 1985/ Όμηρος, μτφρ. Βρανίκου Φλώρα, Εκδόσεις «Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος» 1994).
Όμως, εκτός από το γεγονός ότι τα χειρόγραφα αποτελούν το προνόμιο μιας πολύ μικρής ελίτ και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνολική απόσπαση της ποίησης από την πρωτογενή προφορικότητα, δεν πρέπει να παραβλέπει κανείς αυτό που ο Μακλούαν τονίζει με επιμονή: τόσο στον αρχαίο κόσμο, όσο και στο μεσαιωνικό, «διαβάζω» σήμαινε «διαβάζω φωναχτά».
Η προφορικότητα, επομένως, εξακολουθούσε μέχρι την εμφάνιση της τυπογραφίας να παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό – όπου δεν υπήρχαν χειρόγραφα – ή συμπρωταγωνιστικό με εκείνον της γραφής – στις περιπτώσεις που υπήρχαν χειρόγραφα.
Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, πρόκειται για μια προφορικότητα «στατική», αφού αυτή μένει προσηλωμένη στο γραπτό κείμενο. Ο Πωλ Ζυμθόρ αποκαλεί τη «στατική» αυτή προφορικότητα «δευτερογενή», για να την αντιδιαστείλει προς την «πρωτογενή προφορικότητα» στην ποίηση, όπου υπάρχει πλήρης ανεξαρτησία από τη γραφή (Paul Zumthor, Introduction à la poésie orale, Seuil 1983).
Η διάκριση που κάνει ο Ζυμθόρ μεταξύ «πρωτογενούς» και δευτερογενούς» προφορικότητας έχει ιδιαίτερη σημασία. Απηχεί τα αποτελέσματα μιας σπουδαίας έρευνας που πραγματοποίησε, κατά το μεσοπόλεμο, στα βουνά της Γιουγκοσλαβίας, ο προικισμένος Αμερικανός φιλόλογος Μίλμαν Πάρρυ (1902-1935).
Αναζητώντας εκεί τη διαδικασία δημιουργίας και μετάδοσης των προφορικών επών, ο Πάρρυ συνάντησε αγράμματους βάρδους να τραγουδούν ηρωϊκά έπη σε εξίσου αγράμματο ακροατήριο. Η ανακάλυψη που έκανε, καταγεγραμμένη σε 3.500 περίπου ηχογραφήσεις, τις οποίες προσκόμισε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ήταν εκπληκτική: αντίθετα από την άποψη, η οποία μέχρι τότε επικρατούσε και ήθελε τους βάρδους να απαγγέλλουν στίχους, που είχαν αποστηθίσει, ο Πάρρυ ανακάλυψε ότι οι βάρδοι αυτοί, για κάθε καινούργιο ακροατήριο, συνέθεταν και μια διαφορετική εκδοχή του έπους που απάγγελναν! (Albert Lord, The singer of tales, Harvard University Press 1960).
Θα μπορούσαμε, λοιπόν, κάπως σχηματικά, να θεωρήσουμε ότι η «πρωτογενής προφορικότητα» τοποθετείται χρονικά πριν από τη «γραφή» ή – σε νεότερες ιστορικά κοινωνίες – ερήμην της «γραφής», ενώ η «δευτερογενής προφορικότητα» αναπτύσσεται χρονικά μεταξύ της «γραφής» και της «τυπογραφίας».
Ωστόσο, και αυτή η δεύτερη μορφή προφορικότητας είναι εξαιρετικά ζωτική για την ποίηση, γιατί δεν την καθηλώνει στην αίσθηση της όρασης, αλλά την αφήνει ανοιχτή στις αισθήσεις. Τούτο αποτελεί ζήτημα κρίσιμο για τον αποδέκτη του ποιητικού μηνύματος, γιατί, καθώς πολύ ωραία το διατύπωσε ο Γουόλτερ Όνγκ, η όραση τοποθετεί τον παρατηρητή έξω από αυτό που βλέπει, σε απόσταση, ενώ ο ήχος ξεχύνεται μέσα στον ακροατή (Walter J. Ong, Orality and Literacy-The Technologizing of the Word, Routledge 1990/Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη, μτφρ. Κώστα Χατζηκυριάκου, «Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης» 1997).
Το 1488, έχουμε την πρώτη τυπωμένη έκδοση του Ομήρου, που έγινε στη Φλωρεντία, με τη φροντίδα του Βυζαντινού λογίου Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (1423-1511).
Θα μπορούσαμε, πάλι σχηματικά, να θεωρήσουμε ότι, από το χρονικό αυτό σημείο και ύστερα, η προφορικότητα της ποίησης εξοστρακίζεται και ότι αυτή η τελευταία εισέρχεται σε μια βουβή περίοδο πέντε αιώνων. Τόσο ο ποιητής, όσο και ο αποδέκτης της ποίησης, γίνονται κανονικοί «τυπογραφικοί άνθρωποι».
Οι ζωντανές απαγγελίες των ποιητών ενώπιον μικρών ή μεγάλων ακροατηρίων, οι καταγραφές των φωνών τους στο βινύλιο, στις μαγνητοταινίες ή στους ψηφιακούς δίσκους δεν είναι παρά σύντομα διαλείμματα δευτερογενούς προφορικότητας που απλώς επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση του Πωλ Ζυμθόρ ότι η «επιθυμία της φωνής» κατοικεί σε κάθε ποίηση, όμως η προφορικότητα παραμένει ουσιαστικά εξόριστη. Και τούτο, γιατί ο υποτιθέμενος ακροατής της ποίησης παραμένει στην πραγματικότητα ένας «τυπογραφικός άνθρωπος» που, ακούγοντας, πάντοτε διαβάζει εντός του.
Το καθεστώς αυτό της «τυπογραφικής ομηρείας», υπό το οποίο διάγει η φωνή του ποιητή, φαίνεται ότι έρχονται να ανατρέψουν τα πολυμέσα, δίνοντας στην ποίηση μια καινούργια μορφή επικοινωνιακής δυνατότητας.
Η νέα αυτή επικοινωνιακή δυνατότητα για την ποίηση προκύπτει ως ευτυχές παράγωγο από τη σύζευξη της τυπογραφικής με την ηλεκτρονική τεχνολογία. «Ο νέος ηλεκτρονικός γαλαξίας έχει ήδη κινηθεί βαθιά μέσα στο γαλαξία του Γουτεμβέργιου», έγραφε στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 ο Μακλούαν. Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι η συγχώνευση των δύο τεχνολογιών δεν προσθέτει απλώς νέα προϊόντα στην αγορά, αλλά θεραπεύει σε μεγάλο βαθμό τον αισθητηριακό ακρωτηριασμό του «τυπογραφικού ανθρώπου».
Όσον αφορά ειδικότερα την ποίηση, το CD-Rom επαναφέρει τη φωνή του ποιητή στο προσκήνιο. Και δεν την επαναφέρει ως «δευτερογενή προφορικότητα», αλλά ως ταυτόχρονο, παράλληλο και ισοδύναμο προς τη «γραφή» συντελεστή της ποιητικής επικοινωνίας . Αν θέλαμε να είμαστε ακριβείς, θα έπρεπε να μιλάμε για μια νέα μορφή προφορικότητας, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «σύστοιχη προφορικότητα».
Στην αρχή, η νέα αυτή μορφή προφορικότητας ενδεχομένως να φανεί ως απλώς συμπληρωματική του ποιητικού κειμένου. Ο αληθινός της χαρακτήρας θα φανεί, όταν σιγά-σιγά θα αρχίσει να υποχωρεί η «ειδωλολατρία της τυπωμένης σελίδας», ειδωλολατρία που μάλλον έβλαψε την ποίηση (Daniel Boorstin, The creators, Eκδόσεις «Random House», Νέα Υόρκη 1992).
Η παθολογική προσήλωση του «τυπογραφικού ανθρώπου» στο τυπωμένο κείμενο θα πρέπει να ήταν ο λόγος που ανάγκασε τον Ιταλό ποιητή Τζιουζέπε Ουνγκαρέττι (1888-197ο) να υποστηρίξει ότι μόνον η φωνή στερεώνει το κείμενο, το κύρος του οποίου προκύπτει περισσότερο από την ηχητική εγγραφή παρά από τη «γραφή».
Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη ότι ο Ουνγκαρέττι έχει χαρακτηρισθεί ως κατεξοχήν «ερμητικός ποιητής», ιδρυτής μάλιστα του ποιητικού κινήματος που έμεινε στα γράμματα γνωστό ως Σχολή του Ερμητισμού, είμαστε υποχρεωμένοι να σταθούμε με μεγαλύτερη προσοχή στην άποψή του περί του σπουδαίου ρόλου που παίζει η προφορικότητα τόσο στην ανακοίνωση, όσο και στην πρόσληψη της ποίησης.
Υπονοεί άραγε ο Ιταλός ποιητής ότι η «ερμητικότητα», για την οποία κατηγορείται συλλήβδην η σύγχρονη ποίηση, παύει να υπάρχει, όταν μεσολαβεί η προφορικότητα; Και αν αυτό ισχύει για μια «δευτερογενή προφορικότητα», στην οποία κατ’ ανάγκην αναφέρεται ο Ουνγκαρέττι, δεν θα ισχύσει πολύ περισσότερο για την περίπτωση της «σύστοιχης προφορικότητας», την οποία εισάγουν τα πολυμέσα;
Απομένει να το δούμε. Ή, μάλλον, ακριβέστερα, να το ακούσομε και να το δούμε.»

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων