Αρχική » αρχική » Ο κύριος και ο δούλος στη Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ

Ο κύριος και ο δούλος στη Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ

Ο κύριος και ο δούλος στη Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ

(Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη)

και σε αρχείο doc

[α) Η κυριαρχία.]

§ 190

Ο κύριος είναι η διεαυτήν ούσα συνείδηση, και όχι πλέον η έννοια μόνο αυτής της συνείδησης. Είναι μάλλον η διεαυτήν και ούσα συνείδηση, η οποία διαμεσολαβείται με τον εαυτό της μέσω μιας άλλης συνείδησης, δηλ. μιας τέτοιας, η ουσία της οποίας συνίσταται στο να συναρμόζεται με ένα ανεξάρτητο Είναι ή με την πραγμότητα εν γένει. Ο κύριος αναφέρεται σ’ αυτά τα δυο στοιχεία, σε ένα πράγμα ως τέτοιο, το αντικείμενο της επιθυμίας, και στη συνείδηση, για την οποία η πραγμότητα είναι το επουσιώδες. Και αφού ο κύριος α) ως έννοια της αυτοσυνείδησης είναι μια άμεση αναφορά του διεαυτό-Είναι, αλλά β) εφεξής είναι ταυτόχρονα διαμεσολάβηση ή ένα διεαυτό-Είναι, το οποίο μόνο μέσω ενός Άλλου είναι διεαυτό, τότε αυτός αναφέρεται α) άμεσα σε αμφότερα και β) έμμεσα στο καθένα μέσω του άλλου.

Ο κύριος αναφέρεται στο δούλο έμμεσα μέσω του ανεξάρτητου Είναι· γιατί αυτό ακριβώς καθιστά το δούλο δέσμιο· αυτό είναι η αλυσίδα του, από την οποία δεν μπόρεσε να απαλλαγεί στον αγώνα [για αναγνώριση], και γι’ αυτό αποδείχθηκε ότι είναι εξαρτημένος, ότι η ανεξαρτησία του είναι υποθηκευμένη στην πραγμότητα. Αλλά ο κύριος είναι η δύναμη που εξουσιάζει αυτό το Είναι, γιατί αυτός απέδειξε στον αγώνα [για αναγνώριση] ότι αυτό το Είναι ισχύει γι’ αυτόν μόνο ως κάτι αρνητικό· αφού ο κύριος είναι η εξουσιάζουσα αυτό το Είναι δύναμη, τούτο δε η δύναμη που εξουσιάζει τον άλλον [τον δούλο], έπεται ότι ο κύριος υποτάσσει αυτόν τον άλλο.

Παρόμοια ο κύριος αναφέρεται έμμεσα στο πράγμα μέσω του δούλου. Ο δούλος ως αυτοσυνείδηση εν γένει, κρατά και αυτός μια αρνητική στάση απέναντι στο πράγμα και αναιρεί αυτό· αλλά αυτό συνάμα είναι ανεξάρτητο για το δούλο, και ως εκ τούτου ο τελευταίος, με το να το αρνείται, δε μπορεί να τελειώνει μ’ αυτό εκμηδενίζοντας το· μ’ άλλα λόγια ο δούλος το επεξεργάζεται. Απεναντίας, μέσω αυτής της διαμεσολάβησης, η άμεση αναφορά για τον κύριο αποκτά το νόημα της καθαρής άρνησης του ίδιου του πράγματος ή το νόημα της απόλαυσης· ό,τι δεν ήταν κατορθωτό με την επιθυμία, το κατορθώνει αυτός [με την απόλαυση του πράγματος]· δηλ. να τελειώνει μ’ αυτό και να βρίσκει ικανοποίηση στην απόλαυση του πράγματος. Αυτό δεν κατέστη δυνατό με την επιθυμία λόγω της αυτοτέλειας του πράγματος· αλλά ο κύριος, που έχει παρεμβάλει το δούλο μεταξύ του πράγματος και του εαυτού του, συνδέεται μόνο με την εξαρτημένη όψη του πράγματος και είναι κύριος της καθαρής απόλαυσης αυτού. Την όψη της αυτοτέλειας του πράγματος την καταλείπει στο δούλο, ο οποίος το επεξεργάζεται.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 336-339.

 

§ 191

Σ’ αυτές τις δύο φάσεις [= πλευρές διεργασίας] ο κύριος επιτυγχάνει την αναγνώριση του μέσω μιας άλλης συνείδησης, γιατί σ’ αυτές η άλλη συνείδηση κατακυρώνεται ως μη-ουσιώδης, τη μια φορά στην επεξεργασία του πράγματος, την άλλη στην εξάρτηση της από μια ορισμένη ύπαρξη. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί η άλλη τούτη να επιβληθεί πάνω στο Είναι και να φθάσει στην απόλυτη άρνηση του. Εδώ λοιπόν είναι παρούσα η φάση της αναγνώρισης, όπου η άλλη συνείδηση αναιρείται ως διεαυτό-Είναι, και έτσι η ίδια πράττει ό,τι η πρώτη πράττει επ’ αυτής. Παρομοίως είναι παρούσα και η άλλη φάση, όπου αυτό το ενεργείν της δεύτερης συνείδησης είναι το ιδιαίτερο ενεργείν της πρώτης- γιατί ό,τι πράττει ο δούλος, είναι ουσιαστικά το ενεργείν του κυρίου. Σ’ ετούτον ανήκει μόνο το διεαυτό-Είναι, η ουσία· αυτός είναι η καθαρή αρνητική δύναμη, για την οποία το πράγμα είναι ένα μηδέν, και κατά ταύτα το καθαρό ουσιώδες ενεργείν σε τούτη την σχέση, ενώ ο δούλος είναι ένα μη-καθαρό, επουσιώδες ενεργείν. Αλλά για την αυθεντική αναγνώριση ελλείπει εκείνο το στάδιο, όπου ο κύριος θα έπραττε σε βάρος του εαυτού του ό,τι πράττει επί του άλλου, και ο δούλος θα έπραττε σε βάρος του άλλου, ό,τι πράττει επί του εαυτού του. Έχουμε λοιπόν ως αποτέλεσμα μια μονόπλευρη και άνιση αναγνώριση.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 339-340

 

§ 192

Σε τούτη την αναγνώριση η μη ουσιώδης συνείδηση είναι για τον κύριο το αντικείμενο, το οποίο συνιστά την αλήθεια της βεβαιότητας του ίδιου του εαυτού του. Αλλ’ είναι αποδεδειγμένο ότι αυτό το αντικείμενο δεν αντιστοιχεί στην έννοιά του· απεναντίας εκεί όπου ο κύριος πραγματοποίησε την κυριαρχία του, αποδείχθηκε πράγματι ότι πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό από μία ανεξάρτητη συνείδηση· ό,τι είναι γι’ αυτόν, είναι μάλλον μια εξαρτημένη συνείδηση και όχι μια ανεξάρτητη τοιαύτη. Ο κύριος επομένως δεν είναι βέβαιος για το διεαυτό του-Είναι ως την αλήθεια του. Αντίθετα η αλήθεια του είναι μάλλον η μη ουσιώδης συνείδηση και το μη ουσιώδες ενεργείν εκείνης της συνείδησης.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 340

 

 

§ 193

Η αλήθεια της ανεξάρτητης συνείδησης είναι συνεπώς η δουλική συνείδηση. Αυτή φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι πράγματι εκτός εαυτού και σε καμία περίπτωση δεν περνάει για αλήθεια της αυτοσυνείδησης. Αλλ’ όπως ακριβώς έδειξε η κυριαρχία, ότι δηλαδή η ουσία της είναι το ανάστροφο αυτού το οποίο αυτή θέλει να είναι, έτσι και η δουλεία στην ολοκλήρωση της θα μεταστραφεί στο αντίθετο από αυτό που η ίδια είναι άμεσα’ ως μία συνείδηση απωθημένη πίσω στον εαυτό της θα εισδύσει στον εαυτό της και θα μεταπλασθεί σε μια αληθινή ανεξάρτητη συνείδηση.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 341

 

[β) Ο φόβος.]

§ 194

Είδαμε μόνο τι είναι η δουλεία σε σχέση με την κυριαρχία. Αλλ’ αυτή είναι αυτοσυνείδηση, και πρέπει τώρα να εξετάσουμε τι είναι απ’ αυτή την άποψη η δουλεία καθεαυτήν και διεαυτήν. Εν πρώτοις η δουλεία έχει για ουσία της τον κύριο· άρα η αλήθεια είναι yι’ αυτή η ανεξάρτητη διεαυτήν ούσα συνείδηση· αλλ’ ετούτη η γι’ αυτή ούσα αλήθεια δεν είναι ακόμα σ’ αυτή. Η δουλεία ωστόσο φέρει πράγματι μέσα της την αλήθεια της καθαρής αρνητικότητας και του διεαυτό-Είναι, γιατί βίωσε εμπειρικά μέσα της τούτη την ουσιαστική πραγματικότητα. Αυτή η συνείδηση δηλαδή βίωσε την αγωνία της όχι για τούτο ή εκείνο το στοιχείο, γι’ αυτή ή για κείνη τη στιγμή, αλλά για την ολότητα της ουσίας της, γιατί αισθάνθηκε το φόβο του θανάτου, τον απόλυτο κύριο. Σε τούτη την εμπειρία αυτή αποσυντέθηκε εσωτερικά, δονήθηκε στα ενδότερα του εαυτού της, σείσθηκε καθετί το σταθερό μέσα της. Αυτή όμως η καθαρή καθολική κίνηση, η απόλυτη ρευστοποίηση κάθε σταθερής ύπαρξης είναι η απλή ουσία της αυτοσυνείδησης, η απόλυτη αρνητικότητα, το καθαρό διεαυτό-Είναι, το οποίο συνακόλουθα ενυπάρχει σε τούτη τη συνείδηση. Αυτή η πλευρά του καθαρού διεαυτό — Είναι [ = της καθαρής αυθυπαρξίας] είναι και για το δούλο’ γιατί αυτή, όπως υπάρχει στον κύριο, αποτελεί το αντικείμενο του. Και ακόμη η συνείδηση του δούλου δεν είναι μόνο αυτή η καθολική αποσύνθεση εν γένει· στην υπηρεσία απεναντίας ετούτος ολοκληρώνει πραγματικά αυτή την αποσύνθεση· μ’ αυτή εδώ ο δούλος αναιρεί σε όλες τις ενικές εκφάνσεις την προσκόλληση του στο φυσικό Είναι· και με την εργασία, το καταργεί.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 341-342

 

 

[γ) Το (δια)μορφώνειν (Das Bilden).]

§ 195

Το αίσθημα όμως της απόλυτης δύναμης, εν γένει και στην επί μέρους μορφή της υπηρεσίας, είναι μόνο η αποσύνθεση καθεαυτήν και, μολονότι ο φόβος του κυρίου είναι πράγματι η αρχή της σοφίας, η συνείδηση [ωστόσο] εκεί μέσα δεν έχει επίγνωση ότι αυτή είναι ένα διεαυτό-Είναι. Με την εργασία όμως ο δούλος συνειδητοποιεί την αληθινή του φύση. Φαίνεται πως, όταν στη συνείδηση του κυρίου αναλογεί η επιθυμία, στην υπηρετική συνείδηση έλαχε η πλευρά ακριβώς της επουσιώδους αναφοράς στο πράγμα, αφού το πράγμα σε τούτη την αναφορά διατηρεί την ανεξαρτησία του. Η επιθυμία επεφύλαξε στον εαυτό της την καθαρή άρνηση του αντικειμένου και κατά συνέπεια το αμιγές αίσθημα του εαυτού. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος που αυτή η ικανοποίηση καθεαυτήν είναι κάτι το παροδικό, γιατί στερείται της πλευράς της αντικειμενικότητας ή της ανθυπόστασης (Bestehen).

Η εργασία αντίθετα είναι χαλιναγωγημένη (απωθημένη) επιθυμία, συγκρατημένη εξαφάνιση· μ’ άλλα λόγια η εργασία (δια)μορφώνει. Η αρνητική αναφορά στο αντικείμενο μεθίσταται σε μορφή αυτού, και σε κάτι το διαρκές και σταθερό· γιατί είναι σαφές για τον εργαζόμενο ότι το αντικείμενο έχει μία αυθυπαρξία. Αυτός ο αρνητικός μέσος όρος ή η μορφοποιητική πράξη είναι συνάμα η ενικότητα ή το καθαρό διεαυτό-Είναι της συνείδησης, το οποίο τώρα στην εργασία εξωτερικεύεται για να μεταβεί στο στοιχείο της παραμονής. Έτσι η εργατική συνείδηση φθάνει στην εποπτεία του ανεξάρτητου Είναι [του αντικειμένου2] σαν στην εποπτεία του ίδιου του εαυτού της.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 343-344

§ 196

Αλλά η μορφοποιητική δραστηριότητα (Forniiercn) δεν έχει μόνο τη θετική σημασία, σύμφωνα με την οποία το καθαρό διεαυτό-Είναι της υπηρετικής συνείδησης γίνεται ον αλλά έχει επίσης, σε αντίθεση προς την πρώτη της όψη, και την αρνητική σημασία του φόβου. Γιατί στη διαμόρφωση του πράγματος η ιδιαίτερη αρνητικότητα [της συνείδησης], το διεαυτό της-Είναι, γίνεται αντικείμενο γι’ αυτή μόνο με το ν’ αναιρεί την υπάρχουσα αντιθετική μορφή. Αλλά αυτό το αντικειμενικό αρνητικό στοιχείο είναι ακριβώς η ξένη ουσία, προ της οποίας η συνείδηση κυριεύτηκε από αγωνία. Τώρα όμως αυτή ξεριζώνει τούτο το ξένο αρνητικό, εγκαθιστά τον εαυτό της ως ένα αρνητικό μέσα στο στοιχείο της μονιμότητας και σταθερότητας και γίνεται έτσι διεαυτήν, ένα διεαυτό-ον. Στον κύριο το διεαυτό-Ειναι είναι ένα άλλο για τη δουλική συνείδηση ή είναι μόνο γι’ αυτήν στο φόβο το διεαυτό-Είναι υπάρχει μέσα στην ίδια τη δουλική συνείδηση· στη διαδικασία μόρφωσης του πράγματος η τελευταία τούτη αποκτά επίγνωση του γεγονότος ότι το διεαυτό-Είναι ανήκει σ’ αυτή, και φθάνει να συνειδητοποιήσει ότι η ίδια είναι καθεαυτήν και διεαυτήν. Επειδή η μορφή εξωτερικεύεται, δεν σημαίνει ότι αυτή γίνεται κάτι άλλο για τη δουλική συνείδηση απ’ ό,τι είναι τούτη εδώ· γιατί αυτή η μορφή ακριβώς είναι το καθαρό διεαυτό της-Είναι, το οποίο σε τούτη την εξωτερίκευση υψώνεται για το δούλο σε αλήθεια. Ακριβώς λοιπόν στην εργασία, όπου φαινόταν ότι η δουλική συνείδηση είχε ένα ξένο προς τον εαυτό της νόημα, με το να επανευρίσκει τον εαυτό της μέσω του ίδιου του εαυτού της1, προσλαμβάνει το προσιδιάζον σε αυτή νόημα. Γι’ αυτή την ανασκόπηση [του εαυτού μέσα του] είναι αναγκαίες οι δύο φάσεις του φόβου και της υπηρεσίας εν γένει, καθώς και εκείνη του μόρφωνειv και συνάμα αμφότερες [πρέπει να υπάρχουν] κατά ένα καθολικό τρόπο.

§ 196

[…] Χωρίς την πειθαρχία της υπηρεσίας και της υπακοής ο φόβος μένει στάσιμος στη μορφική έκφανση και δεν διασπείρεται σε όλο το φάσμα της συνειδητής πραγματικότητας της ύπαρξης. Χωρίς το μορφώνειν ο φόβος παραμένει εσωτερικός και βουβός και η συνείδηση δε γίνεται συνείδηση για τον εαυτό της.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 344-345

§ 196

[…] Αν η συνείδηση διαμορφώνει [το πράγμα] χωρίς τον πρωταρχικό απόλυτο φόβο, τότε αυτή είναι μόνο μια κενόδοξη εγωκεντρική συνείδηση, γιατί η μορφή ή η αρνητικότητά της δεν είναι η αρνητικότητα καθεαυτήν και γι’ αυτό η μορφοποιητική της δραστηριότητα δε μπορεί να της προσδίδει τη συνείδηση του εαυτού ως ουσίας. Αν αυτή δε δοκίμασε τον απόλυτο φόβο, παρά μερική αγωνία, τότε η αρνητική ουσία παρέμεινε γι’ αυτή κάτι το εξωτερικό και η υπόσταση της δεν προσβλήθηκε απ’ αυτή πέρα για πέρα.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 345

§ 196

[…] Εφόσον η ολότητα του περιεχομένου της φυσικής συνείδησης δεν έχει εκτεθεί σε κλονισμούς, αυτή η συνείδηση καθεαυτήν ανήκει ακόμα στο προσδιορισμένο Είναι• το ίδιον αυτής πνεύμα είναι απλώς ισχυρογνωμοσύνη. μια ελευθερία που είναι ακόμα παγιδευμένη μέσα στη δουλεία. Όσο λίγο μπορεί η καθαρή μορφή να γίνει η ουσία της, τόσο λίγο είναι εκείνη η μορφή, θεωρημένη ως εξάπλωση πάνω στο ενικό, καθολική μορφωτική διεργασία, απόλυτη έννοια• αυτή είναι μάλλον μια επιδεξιότητα, που ασκεί εξουσία πάνω σε μερικά ενικά πράγματα, αλλά όχι πάνω στην καθολική δύναμη και στην ολότητα της αντικειμενικής ουσίας.

Χέγκελ, Γκ. 1993. Φαινομενολογία του πνεύματος, τ. 1 μτφ Δ. Τζωρτζόπουλου, Δωδώνη, σ. 345

 


Σχολιάστε