Ονομασία προέλευσης εκτός από… λάκκο απέκτησε η φάβα Σαντορίνης, μαζί με τη φέτα, τη γραβιέρα Κρήτης, το κατίκι Δομοκού και τα σύκα Κύμης.

Το παραδοσιακό τοπικό προϊόν του αιγαιοπελαγίτικου νησιού απέκτησε προστατευόμενη ονομασία προέλευσης και η αίτηση καταχώρησής του δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης- στο μητρώο για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων της Ε.Ε.

«Ήταν κάτι που το παλέψαμε και το πετύχαμε. Τώρα ήρθε η ώρα να γίνει η φάβα της Σαντορίνης γνωστή σε όλον τον κόσμο με την ονομασία αυτή», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Γιάννης Νομικός, παραγωγός και ιδιοκτήτης του Αγροκτήματος Γιάννη Νομικού. Μάλιστα είναι το 87ο ελληνικό προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης.

Σε περισσότερα από 1.200 στρέμματα στο νησί καλλιεργείται η φάβα, ενώ σε μία καλή χρονιά η παραγωγή μπορεί να ξεπεράσει τους 180 τόνους. Μάλιστα, η φάβα της Σαντορίνης είναι από τα προϊόντα- μαζί με το σταφύλι- των οποίων απομεινάρια έχουν βρεθεί σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Λέγεται ότι καλλιεργείται στο νησί από το 1.500 π.Χ., δηλαδή από την εποχή του Χαλκού.

Πώς μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τη φάβα Σαντορίνης; Σύμφωνα με τους παραγωγούς, το προϊόν έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η βασική διαφορά με τις άλλες είναι ότι προέρχεται από ένα άλλο είδος φυτού- Lathyrus clymenum L.- της οικογένειας των ψυχανθών. «Χαρακτηριστική όμως είναι και η ιδιαιτερότητα στη γεύση, καθώς η φάβα μας είναι υπόγλυκη. Επίσης, βράζει πολύ πιο γρήγορα από φάβες άλλων περιοχών, στο ένα τρίτο του χρόνου. Κι αυτό οφείλεται κυρίως στο μικρό μέγεθός της και στην περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες», λέει ο κ. Νομικός.

Οι παραγωγοί τον Δεκέμβριο φυτεύουν τους σπόρους και κατά τα τέλη Μαΐου- αρχές Ιουνίου γίνεται η συγκομιδή, «καθώς δεν μπορούμε να την αφήσουμε περισσότερο, αφού το φυτό είναι ευαίσθητο στον ήλιο», επισημαίνουν. Πάντως, αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι το κίτρινο χρώμα της η φάβα το οφείλει στη διαδικασία παλαίωσης την οποία υφίσταται. «Αφού τη μαζεύουμε, την καθαρίζουμε και τη φουρνίζουμε, προκειμένου να γίνει απεντόμωση. Έπειτα, την αφήνουμε να ξεραθεί, σε χώρους χωρίς υγρασία για έξι μήνες μέχρι και έναν χρόνο και μετά την αλέθουμε. Να φανταστείτε ότι τώρα αλέθουμε την περσινή φάβα», συμπληρώνει ο κ. Νομικός.

Πρώτη σε ζήτηση
«Υπάρχει μεγάλη ζήτηση της φάβας στη Σαντορίνη. Περίπου οκτώ στους δέκα, ντόπιοι και τουρίστες, την επιλέγουν στο βασικό μενού. Έχει δημιουργηθεί ένας μύθος γύρω από αυτήν, γιατί είναι μοναδική και ένα από τα λίγα προϊόντα που παράγει το νησί», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Νίκος Πουλιάσης, ιδιοκτήτης του εστιατορίου «Κoukoumavlos» στην περιοχή Θήρα της Σαντορίνης.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ

Ίχνη φάβας βρέθηκαν σε αρχαιολογικές ανασκαφές και εκτιμάται πως καλλιεργείται στο νησί από το 1.500 π.Χ.

Φαγητό με υψηλή διατροφική αξία

Η ΦΑΒΑ είναι από τα αγαπημένα όσπρια των Ελλήνων και βρίσκεται αρκετά συχνά στο τραπέζι. Σύμφωνα με τον διαιτολόγο Τάσο Παπαλαζάρου, «είναι πολύ καλή πηγή θρεπτικών συστατικών και γι΄ αυτό θα πρέπει να έχει συχνή θέση στο εβδομαδιαίο διαιτολόγιο». Συμπληρώνει δε ότι είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, και συμβάλλει στην καλή λειτουργία του εντέρου. «Βοηθάει επίσης στον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα καθώς και στη μείωση των επιπέδων χοληστερίνης και λιπιδίων».

Επιπλέον, σύμφωνα με τον διαιτολόγο, είναι πολύ καλή πηγή των βιταμινών του συμπλέγματος Β, όπως για παράδειγμα το φυλλικό οξύ και η θειαμίνη. «Οι βιταμίνες αυτές συμβάλλουν στην καλή ρύθμιση του μεταβολισμού μας καθώς και στη λειτουργία του νευρικού μας συστήματος», τονίζει ο διαιτολόγος και προσθέτει ότι η φάβα είναι και πολύ καλή πηγή πρωτεΐνης, χαμηλότερης, όμως, βιολογικής αξίας απ΄ ό,τι του κρέατος.

«Γι΄ αυτό τον λόγο αν συνδυαστεί με δημητριακά, όπως ψωμί, ρύζι, κριθαράκι, μπορεί να δώσει πρωτεΐνη υψηλότερης βιολογικής αξίας, σχεδόν εφάμιλλη με εκείνη του κρέατος», σημειώνει.

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4561057&ct=1



Θα πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να υποβάλλετε σχόλιο.

Αφήστε μια απάντηση