Ο Γερμανός σκηνοθέτης Βέρνερ Χέρτσογκ, πρόεδρος της κριτικής  επιτροπής  της Μπερλινάλε, δώρισε τη μεγάλη συλλογή του από ταινίες και   κινηματογραφικά αντικείμενα στη Γερμανική Ταινιοθήκη του Βερολίνου- εδώ   με το ρολόι από τον θρυλικό «Νοσφεράτου» του

Η οικονομική κρίση πέρασε και στις ταινίες- και του Χόλιγουντ. Όχι στους προϋπολογισμούς.
Στα στόρι. Όλα γύρω κρίση και φυλακή…

Περιμένοντας την Τζούλιαν Μουρτελευταία μεγάλη σταρ στην Μπερλινάλε- πέφτουμε πάνω στην κρίση και στις χολιγουντιανές δευτεράντζες. Δηλαδή Κάθριν Κίνερ, Ρεμπέκα Χολ, Αμάντα Πιτ και Νικόλ Χόλοφκενερ, η οποία σκηνοθέτησε τη μοναδική, χτεσινή, αμερικανική παραγωγή «Ρlease Give». Περίπου «Ελεήστε τον φτωχό».

Η Κίνερ από τα πιο χρήσιμα «εργαλεία» του Χόλιγουντ. Η Αμάντα Πιτ μόνο για τα looks. Το λουκούμι της τριάδας. Το στόρι βαράει πλαγίως την ενοχική συνείδηση των βολεμένων του Μανχάταν. Γύρω τους άστεγοι. Στο σπίτι τους γιαγιάδες με καρκίνο. Δίπλα τους η υστερία από την εφηβεία της κορούλας τους. Και στο συζυγικό κρεβάτι ένας μαντράχαλος (Όλιβερ Πλατ) που για να σκοτώσει τη ρουτίνα του κάνει με την Αμάντα Πιτ αυτό που έδινε ο Κλίντον στη Μόνικα.

Όλα γύρω από την οικογένεια της Κίνερ. Η οποία αγοράζει έπιπλα κοψοχρονιά. Κυρίως από κληρονόμους διαμερισμάτων του μακαρίτη του μπαμπά. Και φυσικά τα πουλάει πανάκριβα. Έτσι, ας πούμε, το τραπέζι των εκατό δολαρίων καταλήγει χίλια, δύο χιλιάδες στην πώληση. Επειδή. όμως είναι ενοχική σε κάθε άστεγο προσφέρει μικρό μπαξίσι. Με πέντε δολάρια λυτρώνει την ψυχή της. Και παραλλήλως περιμένει εναγωνίως τον θάνατο μιας ενενηντάχρονης του διπλανού διαμερίσματος, ώστε να μεγαλώσει το δικό της και να το κάνει «big, very big». «Ανυπομονούμε πότε θα πεθάνει η γιαγιά»!

Εντάξει; Εντάξει. Έλα όμως που διακόσιοι δημοσιογράφοι, οι παρευρισκόμενοι στη συνέντευξη των τριών αυτών μεγαλοκοριτσιών δεν κατάλαβαν ντιπ για ντιπ.

Θάνατος, καρκίνος, γέροι, άστεγοι. Καταθλιπτικά όλα αυτά…

Νικόλ (σκηνοθεσία): «Μα όλα αυτά είναι αστεία. Παντού μπορείς να ανακαλύψεις την κωμική πλευρά».

Είστε ανταγωνιστικές μεταξύ σας;
Νικόλ: «Πάντως όλες κρυφοκοιτάμε την κιλότα της άλλης».

Ποιο ήταν το κίνητρο να παίξεις σ΄ αυτήν την ταινία;

Αμάντα Πιτ: «Ι am in love with the director» (ερωτευμένη με τη Νικόλ)

Όμως dark, very dark τα μαντάτα τα κινηματογραφικά. Από τη μία φυλακή βγαίνεις, στην άλλη μπαίνεις. Οι μισές ταινίες – καλές, κακές, αδιάφορο- μια απέραντη φυλακή. Ψυχιατρικό άσυλο στο «Νησί των καταραμένων» του Σκορσέζε. Σε απομονωμένο νησί, εντός πολυτελούς οικίας ο (ας πούμε) Τόνι Μπλερ από το «Ghost Writer» του Ρομάν Πολάνσκι. Ο οποίος Πολάνσκι παρέα με τον συγγραφέα του βιβλίου, επιθυμούν να προσκομίσουν τον Μπλερ στο δικαστήριο της Χάγης, ως εγκληματία πολέμου. Έτσι λέει η ταινία όχι οι ίδιοι. Και κόβω τον σβέρκο μου πως το Σάββατο στην απονομή των βραβείων, ο Ρόμαν θα κερδίσει κάτι μεγάλο κι έτσι θα πέσει το γέλιο της αρκούδας.

Φυλακή και στην αριστουργηματική «Submarino» του Τόμας Βίντερμπεργκ. Μεγαλύτερη φυλακή στη συναρπαστική ρουμάνικη «Αν γουστάρω θα σφυρίξω». Γελάτε; Η Ρουμανία- μου έλεγε Γερμανός συνάδελφος- διαθέτει υποδομή που θα τη ζήλευε και η Γερμανία. Φυλακή και στον «Gentleman» από Νορβηγία μ΄ έναν εξαιρετικό Στέλαν Σκάρσγκαρντ. Φυλακή και από το Ιράν.


«Κατάλαβα πως δεν κάνω για σκηνοθέτης»

«Κι εσύ εδώ;». «Κι εγώ!». Γερμανοί, Γάλλοι, Άγγλοι, Ολλανδοί, Αμερικανοί. Όλοι μα όλοι έχουν τρελαθεί με το ελληνικό παράδοξο. Εσείς οι αδέκαροι, οι καταχρεωμένοι, εσείς οι ζήτουλες, τα μιάσματα της ευρωπαϊκής οικονομίας, πώς διάολο καταφέρνετε και έρχεστε κατά κύματα στο Βερολίνο;

Θα σας εξηγήσω μετά. Πρώτα όμως η τυχαία συνάντηση με τον Ρένο Χαραλαμπίδη. «Λυτρώθηκα», μου λέει. «Γιατί τώρα κατάλαβα πως δεν κάνω για σκηνοθέτης. Πάει, τελείωσα μ΄ αυτό το σπορ. Με ξεπερνάει. Ουφ, ανακουφίστηκα. Και ξέρεις κάτι; Το Σινεμά είναι ένα μεγάλο ψέμα».

Καθόλου ψέμα για τον μικροσκοπικό πλην αποτελεσματικό Θάνο Καραθάνο. Γύρω στα σαράντα. Κοίτα λοιπόν που με την επιμονή, τις σωστές επιλογές και τις γνωριμίες, ένας απόφοιτος της ΑΣΟΕΕ (αν δεν κάνω λάθος) που ήρθε για μεταπτυχιακά στο Βερολίνο, μπορεί να κάνει καριέρα παραγωγού στην Ευρώπη. Παράδειγμα; «Sweet Ηome» του Φίλιππα Τσίτου (επίσημη συμμετοχή Γερμανίας στην Μπερλινάλε του 2001). Παράδειγμα; «Ο κυνηγός», η φετινή επίσημη, διαγωνιζόμενη ταινία του Ιράν στην Μπερλινάλε. Συμπαραγωγός κι εδώ. Ή «Σταυροδρόμια της ζωής» από Ισραήλ, υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσσης παραγωγής (προβάλλεται ήδη στο «Άστυ») που κατά 60% είναι δικής του παραγωγής. Συμπαραγωγός και στα «Μικρά εγκλήματα» του Χρήστου Γεωργίου που στη Γερμανία έκοψε 200.000 εισιτήρια. Το ίδιο και στην «Ακαδημία Πλάτωνος». Μα πώς γίνεται; (τον ρωτάω). Από την τσέπη σου τα λεφτά; «Αστειεύεσαι. Από funds, τηλεοπτικά κανάλια, αγοραστές, διανομείς. Όμως δεν έρχονται εξ ουρανού. Πρέπει να πείσεις. Με το σενάριο, με την αξία σου».

Και για να τελειώνω με την απορία. Φέτος το Κέντρο Κινηματογράφου έκανε οικονομία. Δηλαδή σε κάθε ενδιαφερόμενο (παραγωγούς κυρίως των ταινιών «4 μαύρα κοστούμια», «Ακαδημία Πλάτωνος», «45 τετραγωνικά», «Μπιλόμπα», «Μέσα στο δάσος», «Ψυχή βαθιά», «Διαχειριστής», «Χρυσόσκονη») έδωσε χίλια ευρώ. Τα εξακόσια απ΄ αυτά πάνε για την ενοικίαση μικρής αίθουσας προβολής στο Μarket (Αγορά). Κάθε ένας αναλαμβάνει το promotion. Έτσι το κόστος- λέει το Κέντρομειώθηκε κατά 16.000 από πέρυσι.

Ριμέικ του «Ταξιτζή», είπατε;

Το φαντάζεστε; Ο πανύψηλος Λαρς φον Τρίερ της Δανίας και του «Αντίχριστου» πέφτει πάνω στον Μάρτιν Σκορσέζε.

Ύψους 1,64. Μόλις.

Εδώ που τα λέμε οι κοντοί κάνουν θραύση στη σκηνοθεσία. Του Γούντι Άλεν πρωτοστατούντος. Η συνάντηση στην Μπερλινάλε.

Όπου ακούστηκε, μετά θορύβου ότι ο… αντίχριστος πρόκειται να σκηνοθετήσει το remake του «Ταξιτζή».

Φαντάζομαι ο δικός του να είναι και τρομοκράτης και serial killer και παιδεραστής και νεοναζί και ό,τι άλλο μπορεί κάποιος να φανταστεί. Εκεί λοιπόν που κάποιοι έκαναν όνειρα σκανδάλων, τσουπ πέφτει διάψευση από τον Δανό:

«Rubbish, δεν θα το κάνω». Όμως όπου καπνός και φωτιά!

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4560901&ct=4



Θα πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να υποβάλλετε σχόλιο.

Αφήστε μια απάντηση