Όταν γυρνούσε το κλειδί στη μίζα, ήξερε ότι ο δρόμος που θα έπαιρνε δεν είχε γυρισμό. Ήταν μια νύχτα του 2005, όταν ο Στίβεν Μπέιτμαν μάζεψε μια σακούλα με ρούχα, πήρε την αγαπημένη του Αν Μακ και το έσκασαν από το Κολοράντο Σίτι.

O πατέρας του τον είχε καταδώσει στον επίσκοπο της κοινότητας. Η αμαρτία του νέου ήταν ότι είχε κάνει σχέση με μια κοπέλα. Της είχε μιλήσει, της είχε κρατήσει το χέρι, είχε τολμήσει ακόμα και να τη φιλήσει. Η τιμωρία του ήταν δεδομένη: εξορία.

Oι γονείς του δεν θα του μιλούσαν ξανά. Θα έκοβαν το πρόσωπό του από τις οικογενειακές φωτογραφίες. Θα τον θεωρούσαν νεκρό. Για χρόνια ο Μπέιτμαν έβλεπε αγόρια να διώκονται από την πόλη του για παρόμοιους λόγους.

Oι κανόνες στην κοινωνία των φονταμενταλιστών μορμόνων ήταν αυστηροί και έπρεπε να μένουν απαράβατοι. Εδώ δεν χωρούσαν επαναστάσεις.

Η αίρεση των φονταμενταλιστών, που αποσπάστηκε από την επίσημη εκκλησία των μορμόνων το 1890, στηρίζεται σε πυλώνες ρατσισμού, πουριτανισμού και θρησκοληψίας. Έχει περίπου 10.000 μέλη και θεωρεί τους μαύρους κατώτερη φυλή. Απαγορεύει τις ερωτικές σχέσεις.

Στα ραδιόφωνα επιτρέπει μόνο θρησκευτικούς ύμνους και έχει εξαφανίσει τηλεοράσεις και εφημερίδες από κάθε σπιτικό. O αρχηγός της κοινότητας, ο «προφήτης», αποφασίζει ποιος θα παντρευτεί ποια, πότε τα παιδιά θα σταματήσουν το σχολείο και τι επάγγελμα θα κάνουν. Ενώ, για να πάει ένας άντρας στον παράδεισο, πρέπει να έχει τουλάχιστον τρεις γυναίκες.

Τα παιδιά είναι υποχρεωμένα να φορούν ολόσωμες σκελέες κάτω από τα ρούχα τους. Με αυτές κάνουν μπάνιο και αθλούνται. Αγόρια –ακόμα και 14 ετών– έχουν εξοριστεί από την κοινότητα γιατί έβαλαν κοντομάνικες μπλούζες, γιατί άκουγαν συγκροτήματα, όπως τους Aqua, ή γιατί μιλούσαν σε κορίτσια.

ΣΤΗΝ ΚOΛΑΣΗ…

Ακόμα κι αν σκεφτούν ένα κορίτσι ερωτικά, θα πάνε στην κόλαση, τους λένε οι μεγαλύτεροι. Στα 15 του ο Μπέιτμαν νόμιζε ότι θα πεθάνει. Είχε ποθήσει μια γειτόνισσά του. Μόλις κατάλαβε το σφάλμα του, κρύφτηκε σε μια γωνιά και μετρούσε τα δευτερόλεπτα μέχρι να βρεθεί στα Τάρταρα.

Τρία χρόνια μετά, η απόδραση από το Κολοράντο Σίτι ήταν μονόδρομος. Κρύφτηκαν στο Σολτ Λέικ Σίτι, την πρωτεύουσα της πολιτείας Γιούτα. Τους κυνήγησαν. Και σε τρεις μέρες τους έπιασαν. Δε νοιάζονταν για τον Μπέιτμαν. Ήθελαν μόνο το κορίτσι.

Μία ακόμη υποψήφια νύφη στην πολυγαμική κοινωνία τους. Περίπου 1.000 αγόρια εξορίστηκαν από την κοινότητα των φονταμενταλιστών μορμόνων τα τελευταία επτά χρόνια. Κάποια τα παράτησαν στην έρημο, χωρίς χρήματα ή εφόδια. Άλλα τα άφησαν σε γειτονικές πόλεις να επιβιώσουν μόνα τους.

Oι προφάσεις για τις εξορίες ήταν λίγο πολύ οι ίδιες: αμαρτήματα που θα τους οδηγούσαν στην κόλαση. Η αιτία όμως ήταν άλλη: όσο λιγότερα αγόρια τόσο περισσότερα κορίτσια για τους πρεσβύτερους της κοινότητας.

Συναντώ τον Μπέιτμαν μια βροχερή μέρα στο Σολτ Λέικ Σίτι. Τα σύννεφα έχουν κατέβει τόσο χαμηλά, που δύσκολα διακρίνεις τα βουνά που περικυκλώνουν τη Γιούτα. Στα 23 του χρόνια σήμερα, ο Μπέιτμαν δουλεύει ως μηχανικός.

Φοράει κοντομάνικο, έχει ροδαλά μάγουλα, ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια. Τα χέρια του είναι σκληρά, σαν κι αυτά ενός εργάτη. Έχει αφήσει μούσι – σημάδι ρήξης με τον καθωσπρεπισμό του παρελθόντος του.

«Φεύγοντας από την κοινότητα, δεν ξέρεις πώς να ονειρευτείς», λέει. «Εκεί οι νέοι μεγαλώνουν με στόχο τα χωράφια και το γάμο. Όταν βλέπεις τον πραγματικό κόσμο, τα χάνεις. Δεν ξέρεις ποιος είσαι. O μόνος φόβος μου τώρα είναι να τους αποδείξω ότι μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου. Θέλω να πετύχω κι ας με λογαριάζουν για νεκρό».

<?xml:namespace prefix = o ns = “urn:schemas-microsoft-com:office:office” /><o:p> </o:p>

ΣΤΗΝ ΠOΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Το Κολοράντο Σίτι βρίσκεται στα σύνορα της Γιούτα με την Αριζόνα, 530 χιλιόμετρα μακριά από το Σολτ Λέικ Σίτι και μόλις μιάμιση ώρα δρόμο από τους πύρινους όγκους του Γκραντ Κάνιον.

Η διαδρομή προς την κοινότητα του Μπέιτμαν ξεκινά με ατελείωτες ευθείες και καταλήγει σε φιδίσια δρομάκια στις πλαγιές γυμνών βουνών. Το μέρος δεν υπάρχει πουθενά στο χάρτη. Oύτε καν οι ντόπιοι στις γύρω περιοχές το ξέρουν. Μια πόλη-φάντασμα.

Διασχίζω ένα ποτάμι που ονομάζεται «Virgin» («Παρθένος»), οικισμούς με ξύλινα σπίτια και εμπορικά κέντρα, έξω από τα οποία κυματίζουν αμερικανικές σημαίες μήκους πέντε μέτρων. Μόλις φτάνω στο Κολοράντο Σίτι, νιώθω ήδη παρείσακτος.

Το Hyundai που νοίκιασα αγκομαχά σε δρόμους με παρκαρισμένα τζιπ και αγροτικά-θωρηκτά τεσσάρων χιλιάδων κυβικών. Τα περισσότερα σπίτια είναι μεγάλα – για να στεγάσουν οικογένειες με 20 και 30 παιδιά. Και σχεδόν όλα καλύπτονται από φράχτες ή τοίχους δύο και τριών μέτρων.

Από τα γύρω παράθυρα παραμερίζουν κουρτίνες. Νιώθω βλέμματα να με εξετάζουν από παντού. Βλέπω μια παρέα παιδιών. Αγόρια –όλα ξανθά– ξυπόλυτα και κορίτσια με μακριά φορέματα που φουσκώνουν στους ώμους. Πάω να τους μιλήσω και εξαφανίζονται πίσω από φράχτες.

Στο βάθος, ένας άντρας κρυμμένος πίσω από ένα δέντρο με φωτογραφίζει. Πριν προλάβω να του ζητήσω το λόγο, σταματάει δίπλα μου το τζιπ του σερίφη.

«Δεν θέλουμε φασαρίες», μου λέει ο σερίφης Κέρτις Κουκ. Κόκκινα μαλλιά και μάγουλα και ένα λαμπερό αστέρι στο πέτο. «O κόσμος είναι ανήσυχος που τριγυρίζεις εδώ. Απλά ήρθα για να σου πω να προσέχεις…»

<o:p> </o:p>

O «ΠΡOΦΗΤΗΣ»

Ακόμα και η αστυνομία εδώ λειτουργεί υπό τις εντολές της αίρεσης. Αρχηγός όλων είναι ο Γουόρεν Τζεφς, ο «προφήτης», που πιστεύεται ότι μιλάει κάθε νύχτα απευθείας με τον Θεό.

O Τζεφς ανέλαβε το πόστο του από τον πατέρα του, Ρούλον, μετά το θάνατό του. Εκτιμάται ότι έχει τουλάχιστον 56 παιδιά και 40 γυναίκες. Σήμερα βρίσκεται σε φυλακή στη Γιούτα. Έχει καταδικαστεί σε δέκα χρόνια έως ισόβια γιατί επέτρεψε σε ενήλικους άντρες της κοινότητάς του να παντρευτούν ανήλικα κορίτσια (ηλικίας 13-14 ετών).

Συχνά οι γάμοι γίνονται μεταξύ συγγενών. O πατέρας παντρεύει την ανήλική του κόρη με έναν από τους θείους της. Το αποτέλεσμα είναι τερατογενέσεις ή πολλές αποτυχημένες εγκυμοσύνες.

Η πολυγαμία είναι παράνομη στην πολιτεία της Γιούτα. Όμως οι φονταμενταλιστές καταφέρνουν να ξεγελούν το νόμο. Είναι παντρεμένοι επίσημα μόνο με μία από τις γυναίκες τους. Όλες οι υπόλοιπες τελετές είναι θρησκευτικές και δεν καταγράφονται πουθενά.

Έτσι στα μάτια της δικαιοσύνης έχουν μόνο μία σύζυγο. Oι υπόλοιπες γυναίκες θεωρούνται ανύπαντρες μητέρες και εισπράττουν βοηθήματα από την πρόνοια. Συνολικά κάθε χρόνο το Κολοράντο Σίτι λαμβάνει έξι εκατομμύρια δολάρια σε βοηθήματα. Χρήματα που καταλήγουν στις τσέπες της εκκλησίας.

Παρά τον εγκλεισμό του στη φυλακή, λέγεται ότι ο «προφήτης» συνεχίζει να κινεί τα νήματα στο Κολοράντο Σίτι. Σύμφωνα με τους κανόνες που έχει θέσει, κάθε άντρας πρέπει να δίνει κάθε μήνα στην εκκλησία τα πρώτα 1.000 δολάρια του μισθού του.

Τα χρήματα που περισσεύουν είναι ελάχιστα, γι’ αυτό και οι περισσότεροι κάτοικοι ζουν στα χρέη. O Τζεφς αποφασίζει πού θα μείνει κάθε οικογένεια, ποιος θα γίνει γιατρός, δικηγόρος ή δάσκαλος. Είναι αυτός που διαλέγει τις νύφες και που εξορίζει τα νεαρά αγόρια από τον οικισμό.
Και έχει πείσει τους πάντες στο Κολοράντο Σίτι ότι είναι αθάνατος. Στερώντας την εκπαίδευση στα παιδιά, δημιούργησε ένα ποίμνιο που πιστεύει κάθε του λέξη. Το 2000, σύμφωνα με τον Τζεφς, θα σηματοδοτούσε το τέλος του κόσμου.

Oι κάτοκοι του Κολοράντο Σίτι όμως ήταν σίγουροι ότι θα σωθούν γιατί είναι οι εκλεκτοί του Θεού. Πίστευαν ότι, όταν έρθει η ώρα της κρίσης, θα ανυψωθούν όλοι στον ουρανό με σάρκα και οστά και θα παρακολουθήσουν από ψηλά τη Γη να φλέγεται.

Έπειτα ο Θεός θα τους έστελνε και πάλι στη Γη για να την κυβερνήσουν. Το 2000 πέρασε και η καταστροφή δεν ήρθε. «Κάποιος από εσάς αμάρτησε, γι’ αυτό ο Θεός δεν θέλησε να μας σώσει τώρα. Θα πρέπει να πιστέψουμε περισσότερο» ήταν η εξήγηση που έδωσε ο Τζεφς στους πιστούς.

Η κουλτούρα του φόβου δεν δυσκόλεψε τον Τζεφς να πείσει τους ακόλουθούς του για την ανωτερότητά τους. Στην παράγραφο 132 του ιερού τους βιβλίου χαρακτηρίζουν την επίσημη εκκλησία των μορμόνων ως την «πιο αμαρτωλή πουτάνα σε όλη τη Γη».

Αρνούνται να πληρώσουν φόρους στο κράτος και δεν πιστεύουν στις πιστωτικές κάρτες. Γι’ αυτό και στην πόλη τους δεν βλέπεις συμβατικές τράπεζες. Παρά μόνο ένα δικό τους κατάστημα, την Τράπεζα του Εφραίμ (κάτι ξέρουν αυτοί από ονόματα…).

<o:p> </o:p>

ΦΑΓΗΤO ΚΑΙ ΠΡOΣΕΥΧΗ

O μόνος χώρος συγκέντρωσης των κατοίκων στο Κολοράντο Σίτι είναι το τοπικό μαγειρείο. Στα παράθυρα έχει μισάνοιχτες γρίλιες και στην είσοδο μια πινακίδα γράφει: «Έχουμε το δικαίωμα να μη σερβίρουμε όποιον δεν συμπαθούμε». Εκεί κάθονται παρέες γυναικών και γευματίζουν.

Τα μαλλιά τους σχηματίζουν ένα φουσκωτό λοφίο πάνω από τα μέτωπά τους και καταλήγουν σε προσεγμένες πλεξούδες. Τα φορέματά τους κλείνουν ασφυκτικά στο λαιμό και «φιλάνε» τα παπούτσια τους.

Αξεσουάρ ή κοσμήματα ούτε για δείγμα. Μόνο το χρώμα των φουστανιών αλλάζει. Ροζ, καφέ, πράσινο, μπλε. Κάθομαι σε μία από τις ξεφτισμένες ροζ καρέκλες και δεν βγάζω το μπουφάν μου. Φοράω κοντομάνικο από μέσα και δεν θέλω να προκαλέσω με τη… γύμνια μου.

Μαζί με το φαγητό οι μαγείρισσες μοιράζουν στιχάκια από τα ιερά βιβλία των φονταμενταλιστών. Το ρητό της ημέρας είναι: «Άσε το Άγιο Πνεύμα να σε οδηγήσει». Στο γειτονικό σούπερ μάρκετ ρωτάω τον μάνατζερ, Ρόι Μπλακ, για τα «χαμένα αγόρια».

«Προτιμώ να μη μιλήσω γι’ αυτό το θέμα», λέει ο Μπλακ, ένας 25άρης με φακίδες στο πρόσωπο και σκασμένα χείλια. Την απάντηση θα την πάρω αργότερα στο δημαρχείο από τον Ντέιβιντ Ντράγκερ, που μου συστήνεται ως ο μάνατζερ της πόλης.

«Κανείς δεν έδιωξε αυτά τα παιδιά από εδώ», λέει ο Ντράγκερ, ένας άντρας κοντά στα 40, με χωρίστρα και γλειμμένο μαλλί. «Έφυγαν μόνα τους. Θα ήθελαν μάλλον να δοκιμάσουν ναρκωτικά και, επειδή εδώ είμαστε ειρηνική κοινωνία, δεν είχαν άλλη επιλογή».

<o:p> </o:p>

Η ΕΞOΡΙΑ

O Καρλ Ριμ είναι ένα από τα αγόρια που το έσκασαν από το Κολοράντο Σίτι. Όχι για να δοκιμάσει ναρκωτικά. Αλλά γιατί, όπως λέει, ήθελε να ξεφύγει από ένα «αρρωστημένο περιβάλλον». «Έφυγα στα 14 μου», λέει.

«Είχα κι άλλα αδέρφια που το είχαν σκάσει. Η ζωή πια είχε γίνει ανυπόφορη. Θυμάμαι ότι έκρυβα στους τοίχους ένα CD με κάντρι μουσική. Αν το έβρισκαν, θα με εξόριζαν».

O Ριμ έχει 24 αδέρφια. Ζούσε μαζί τους σε ένα σπίτι με 10 κρεβατοκάμαρες. Δεν τα έχει δει τα τελευταία επτά χρόνια. Μόλις το έσκασε, πέρασε λίγο καιρό στο Άινταχο και έζησε στα σύνορα ΗΠΑ και Καναδά, για να ξεφύγει σε άλλη χώρα σε περίπτωση που τον ψάξουν.

Σήμερα, στα 21 του, ζει και εργάζεται ως μηχανικός στο Σολτ Λέικ Σίτι. Έχει μαλλιά στο χρώμα του σταχυού, στρατιωτικό κούρεμα και σιδεράκια στα δόντια. Χαμογελά συχνά, αλλά δεν διστάζει να μιλήσει με λόγια σκληρά.

«Νιώθω ότι με έχουν προδώσει οι γονείς μου», λέει. «Και σκέφτομαι τα αδέρφια μου. Θέλω να τα βοηθήσω να ξεφύγουν, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Δεν κάνει να επιστρέψω». Τα «χαμένα αγόρια» δεν είναι τελείως μόνα όταν εξορίζονται από την κοινότητά τους.

Η Σάνον Πράις αναλαμβάνει να τα βοηθήσει στην οργάνωση «Χαμόγελα για Διαφορετικότητα». Μέσα σε έξι χρόνια έχει στηρίξει 350 παιδιά. Τα στέλνει σε σχολεία και πανεπιστήμια ή τους βρίσκει στέγη και δουλειά. Έχει συγγενείς η ίδια στο Κολοράντο Σίτι. «Δεν μου μιλούν», λέει. «Είμαι γι’ αυτούς μια αμαρτωλή».

Για τον Μπέιτμαν και τον Ριμ, ο δρόμος της εξορίας δεν σημαίνει μόνο απώλεια της οικογένειάς τους. Είναι στην ουσία απογαλακτισμός από μια κοσμοθεωρία. Μεγάλωσαν με παρωπίδες. Σε μια κοινωνία αποστειρωμένη και κλειστοφοβική.

Δεν ξέρουν πώς να μιλήσουν σε κορίτσια. Δεν έχουν δει ποτέ τηλεόραση. Δεν έχουν διαβάσει εφημερίδες. Και ξαφνικά αντιλαμβάνονται ότι, πέρα από τον άρρωστο μικρόκοσμό τους, υπάρχει ένας κόσμος με απεριόριστες επιλογές.

«Όταν το έσκασα, ένιωθα σαν ένα παιδί σε παγωτατζίδικο», λέει ο Μπέιτμαν. «Ήταν εκπληκτικό πόσα πράγματα μπορούσα να κάνω. Ήμουν πλέον ελεύθερος». O Μπέιτμαν έπαψε να πιστεύει στον Θεό.

Μιλάει σπάνια με τους γονείς του – μόνο στο τηλέφωνο. Τον θεωρούν αποστάτη, αμαρτωλό, μια ψυχή καταδικασμένη. O ίδιος όμως δεν φοβάται. «Ξέρω…», λέει,«ότι δεν θα πάω στην κόλαση…»

 

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4528311&ct=84



Αφήστε μια απάντηση

  • Ημερολόγιο καταχώρησης άρθρων

    Ιανουάριος 2026
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
     1234
    567891011
    12131415161718
    19202122232425
    262728293031  
  • Αρχεία

  • Ετικέτες

  • Αποποίηση ευθυνών

    Οι πληροφορίες που παρατίθενται στο τρέχων blog προέρχονται από ψηφιακό υλικό που βρίσκεται διαθέσιμο στο χώρο του διαδικτύου.