Πολυάριθμες μελέτες αποδεικνύουν ότι η ενσυναίσθηση δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του ανθρώπου. Είναι αντίθετα μια ικανότητα που εμείς οι άνθρωποι μοιραζόμαστε από κοινού με άλλα θηλαστικά.

 

Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η έρευνα της ενσυναίσθησης στο ζωικό βασίλειο παραγνωρίστηκε ή παρανοήθηκε συστηματικά. Κύριος υπαίτιος ήταν οι συμπεριφοριστικές και ανθρωποκεντρικές προκαταλήψεις που αντιστάθηκαν με κάθε τρόπο σε κάθε προσπάθεια να αποδοθούν ανθρώπινα συναισθήματα σε άλλους ζωικούς οργανισμούς.

 

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο έχει αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των μελετών που υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού συναισθηματικών αντιδράσεων κάποιων θηλαστικών που παρουσιάζουν εντυπωσιακή ομοιότητα με αυτές των ανθρώπων. Για παράδειγμα, κάποιες έρευνες πάνω σε ποντίκια έδειξαν ότι αυτοί οι οργανισμοί, όταν βλέπουν όμοιούς τους να αντιμετωπίζουν δυσμενείς και επώδυνες καταστάσεις, επιδεικνύουν σαφώς μεγαλύτερη ευαισθησία στον πόνο των άλλων. Αραγε πρόκειται για μια στοιχειώδη μορφή ζωικής ενσυναίσθησης παρόμοια αλλά όχι ταυτόσημη με αυτήν που επιδεικνύουμε εμείς οι άνθρωποι σε ανάλογες καταστάσεις;

 

Μολονότι αυτές οι μελέτες δεν μπορούν να αποδείξουν με βεβαιότητα την ύπαρξη ενσυναίσθησης σε απλούς ζωικούς οργανισμούς, όπως τα ποντίκια, γεννούν παρ’ όλα αυτά την υποψία ότι τέτοιες σύνθετες συναισθηματικές αντιδράσεις και συμπεριφορές θα πρέπει να αποδοθούν σε στοιχειώδεις νευρικές διεργασίες που στη διάρκεια της εξέλιξης θα πρέπει να αποτέλεσαν τις θεμέλιες λίθους για την οικοδόμηση των πιο σύνθετων συναισθηματικών αντιδράσεων του ανθρώπου.

 

Πράγματι, οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι στα πρωτεύοντα θηλαστικά η ενσυναίσθηση προκύπτει από την οργάνωση εγκεφαλικών κυκλωμάτων που περιέχουν «νευρώνες-κάτοπτρα». Και το γεγονός ότι όλα τα πρωτεύοντα διαθέτουν τέτοια νευρωνικά κυκλώματα οδηγεί με σχετική βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη των συγκεκριμένων εγκεφαλικών δομών οφείλεται όχι μόνο στην κοινή καταγωγή αλλά και στο ότι εξυπηρετούν ανάλογες λειτουργικές ανάγκες.

 

Αν όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς δείγματα ενσυναίσθησης σε μικρά τρωκτικά, τα πράγματα γίνονται σαφώς πιο εύκολα όταν πρόκειται για ανθρωποειδή πρωτεύοντα θηλαστικά όπως οι χιμπαντζήδες. Σε ό,τι αφορά τη μελέτη της συμπεριφοράς των ανθρωποειδών πιθήκων, οι αποδείξεις είναι σχεδόν αναμφισβήτητες. Σε αυτούς τους οργανισμούς συναντάμε όλη την γκάμα των τυπικά ανθρώπινων συναισθημάτων: αγάπη, μίσος, φόβο, αλτρουϊσμό και … ενσυναίσθηση.

 

Με μεγάλη ευκολία κάποιοι ερευνητές απορρίπτουν τη δυνατότητα ύπαρξης τέτοιων συναισθημάτων στους πιθήκους επειδή ερμηνεύουν την αλτρουϊστική ή εμφανώς συμπονετική συμπεριφορά αυτών των ζώων ως καθαρά εγωιστική στρατηγική που εξυπηρετεί την επιβίωσή τους. Τέτοια πρότυπα ερμηνείας της ζωικής ενσυναίσθησης ή του ζωικού αλτρουισμού όχι ως επιλογής του ζώου αλλά ως τυφλής εξελικτικής αναγκαιότητας είναι δείγματα ανεπαρκούς ενσυναίσθησης απέναντι στους πιο στενούς ζωικούς μας συγγενείς.

 

Οταν εμείς οι άνθρωποι ισχυριζόμαστε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς θεωρητικές ή παρατηρησιακές ενδείξεις υπέρ της άποψης ότι τα ανώτερα ζώα διαθέτουν έναν δικό τους αρκετά πλούσιο «συναισθηματικό κόσμο», απλώς εθελοτυφλούμε. Εξάλλου, αν η ιστορία της επιστήμης μάς διδάσκει κάτι, αυτό είναι ότι η απουσία ενδείξεων δεν είναι σχεδόν ποτέ ένδειξη απουσίας.

Ανακτήθηκε από: http://www.enet.gr



Θα πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να υποβάλλετε σχόλιο.

Αφήστε μια απάντηση