Φεβ 09
3
Η καρδιακή συχνότητα
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ | 3 Φεβρουαρίου, 2009 | Γράψτε σχόλιο
Η καρδιακή συχνότητα, δηλαδή ο αριθμός των καρδιακών παλμών ανά λεπτό, μεταβάλλεται συνεχώς, ανάλογα με τους πολλαπλούς παράγοντες που την επηρεάζουν. Μεταβάλλεται στην ηρεμία και στην κόπωση. Διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Διαφέρει και ανάμεσα στα διαφορετικά είδη των ζώων, των αμφίβιων και των πτηνών.
Η συχνότητα ηρεμίας φαίνεται ότι έχει σημαντική σχέση με τη διάρκεια της ζωής. Ζώα όπως η χελώνα και ο ελέφαντας, με μέση καρδιακή συχνότητα ηρεμίας μικρότερη των 50 παλμών ανά λεπτό, ζουν σημαντικά περισσότερο από τα όντα με ταχεία καρδιακή συχνότητα (μεγαλύτερη των 150 π.α.λ.) όπως τα ποντίκια και τα πτηνά.
Η ερμηνεία αυτής της παρατήρησης είναι αναμφίβολα σύνθετη. Οπωσδήποτε σχετίζεται με την κατανάλωση οξυγόνου από την καρδιά και την τοιχωματική καταπόνηση των αγγείων από την αιματική ροή.
Οι ταχείες καρδιακές συχνότητες συνεπάγονται μεγάλη αύξηση της κατανάλωσης οξυγόνου από τον καρδιακό μυ και σημαντικές καταπονήσεις στις υποκυτταρικές δομές οξυγόνωσης και καύσεων.
Παρόμοια, φαίνεται διαφορετική η καταπόνηση των τοιχωμάτων των αγγείων στις περιπτώσεις βραδυκαρδίας σε σχέση με τις ταχυκαρδίες. Είναι γνωστό ότι περιοχές με πλευρικές χαμηλές πιέσεις είναι σχετικά περισσότερο αθηρογενείς.
Στον άνθρωπο η σχετική βραδυκαρδία ηρεμίας (50-60 π.κ.λ.), που μεταβάλλεται ικανοποιητικά στην κόπωση (120 – 150 π.α.λ.) φαίνεται ωφέλιμη και για έναν πρόσθετο λόγο: το αντιαρρυθμικό της αποτέλεσμα. Είναι γνωστό ότι στις χαμηλές καρδιακές συχνότητες, αναπτύσσεται δυσκολότερα μία δυνητικά θανατηφόρα αρρυθμία, όπως η κοιλιακή ταχυκαρδία και η κοιλιακή μαρμαρυγή.
Με βάση τα προηγούμενα, η θεραπευτική πολιτική, ιδιαίτερα στην περίπτωση ασθενών με ισχαιμική καρδιακή νόσο και ασθενείς που εξαιτίας στεφανιαίας νόσου έχουν υποβληθεί σε αγγειοπλαστική ή εγχείρηση για παρακαμπτήρια στεφανιαία μοσχεύματα (by pass), είναι να χορηγούμε φάρμακα με βραδυκαρδιακή δράση.
Μέχρι πρόσφατα μοναδικά αντίστοιχα φάρμακα ήταν οι β-αποκλειστές. Σήμερα στη φαρμακευτική μας φαρέτρα προστέθηκε ένα ακόμη σημαντικό φάρμακο, η ιβαμπραδίνη (Procoralan).
Οι β-αναστολείς είναι όντως αποτελεσματικά και δοκιμασμένα σκευάσματα, που προφυλάσσουν την καρδιά από τα δυσμενή αποτελέσματα των κατεχολαμινών. Δυστυχώς, τα αποτελεσματικά αυτά φάρμακα, οι β-αναστολείς, έχουν ως κύριες παρενέργειες το βρογχόσπασμο (όταν υπάρχει ασθματική προδιάθεση), την κόπωση και ενίοτε την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη. Συχνά επίσης ενοχοποιούνται για μείωση της στυτικής ικανότητας στους άνδρες.
Η ιβαμπραδίνη έχει διαφορετική φαρμακευτική δράση και καμία με τις προηγούμενες παρενέργειες.
Χορηγείται στους ασθενείς με ισχαιμική καρδιακή νόσο όταν αντενδείκνυνται οι β-αναστολείς ή ενίοτε σε συνδυασμό με αυτούς.
Πρόσφατα, μία σημαντική μελέτη, η Beautiful, έδειξε ότι η ιβαμπραδίνη μειώνει τη συχνότητα επανεγχείρησης σε ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό εγχειρητικής επαναγγείωσης και ότι είναι ωφέλιμη για τους ισχαιμικούς ασθενείς με συχνότητα ηρεμίας μεγαλύτερη των 70 παλμών ανά λεπτό.
Τα ευρήματα της μελέτης επιβεβαίωσαν επίσης το βραδυκαρδιακό αποτέλεσμα του φαρμάκου.
Με βάση τα προηγούμενα, τα κύρια μηνύματα για τους ασθενείς με στεφανιαία νόσο, και ιδιαίτερα γι’ αυτούς με ιστορικό αγγειοπλαστικής ή εγχείρησης με παρακαμπτήρια μοσχεύματα, θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:
* Προσοχή στον συνολικό τρόπο ζωής. Δίαιτα, λογική άσκηση και ασφαλώς αποφυγή καπνίσματος.
*Χρήση των σύγχρονων συσκευασμάτων, των στατινών για τον έλεγχο των λιπιδίων.
*Χρήση β-αναστολέων ή ιβαμπραδίνης για τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας εκεί όπου η συχνότητα ηρεμίας είναι μεγαλύτερη των 70 παλμών ανά λεπτό.
Ανακτήθηκε από: http://www.enet.gr

Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.