Ιαν 09
5
Οι τρεις απόψεις για τα «παιδιά»
ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ | 5 Ιανουαρίου, 2009 | Γράψτε σχόλιο
Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων ταραχών στον χώρο της εκπαίδευσης ακούσαμε να διατυπώνονται τρεις απόψεις για τα «παιδιά».
Η πρώτη βλέπει τα παιδιά ως «μικρούς σατανάδες»: το μόνο που τα ενδιαφέρει είναι να αλητεύουν στον δρόμο και να την κάνουν «κοπάνα» από το σχολείο.
Η δεύτερη τα βλέπει ως «πιόνια»: τα παιδιά είναι άβουλα όργανα είτε των καθηγητών και ορισμένων πολιτικών δυνάμεων που τα χρησιμοποιούν για να προωθήσουν τους δικούς τους συντεχνιακούς και πολιτικούς στόχους είτε των «σκοτεινών δυνάμεων» που θέλουν να ρίξουν τον Καραμανλή επειδή είναι θαυμαστής του Πούτιν.
Η τρίτη τα βλέπει ως «αγγελούδια»: τα παιδιά είναι πλήρως ορθολογικά όντα με ανεπτυγμένη κρίση, που έχουν καταλήξει σε ορισμένα σοφά συμπεράσματα σχετικά με τη φύση παιδείας-κοινωνίας και αντιδρούν ανάλογα. Στόχος λοιπόν των διαδηλώσεων-καταλήψεων, πάντα σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι η προσπάθεια βελτίωσης κοινωνίας-παιδείας.
Κάθε άποψη βασίζεται σε μια διαφορετική, βαθύτερη φιλοσοφία και εικόνα για το παιδί. Και οι τρεις απόψεις-φιλοσοφίες έχουν μακρές ιστορικές ρίζες και επηρέασαν σημαντικά τη διαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος των δυτικών χωρών.
Η πρώτη άποψη κυριαρχούσε στην κοινωνία μέχρι περίπου τον 18ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτήν, τα παιδιά είναι από τη φύση τους άγρια και απολίτιστα, και πολλές φορές συνεργάζονται με τον Σατανά. Ο ρόλος της εκπαιδευτικής αποστολής είναι να τα «εξημερώσει» και να τα φέρει στον δρόμο του Θεού.
Η δεύτερη άποψη έχει τις ρίζες της στον 18ο αιώνα και κυρίως στις αντιλήψεις του Αγγλου φιλοσόφου Τζον Λοκ. Σύμφωνα με αυτήν, τα παιδιά δεν είναι από τη φύση τους ούτε καλά ούτε κακά. Είναι μια «λευκή κόλλα χαρτί» πάνω στην οποία ο δάσκαλος και οι γονείς μπορούν να γράψουν ό,τι θέλουν. Αρα, στόχος του εκπαιδευτικού συστήματος είναι να διαπλάσει το παιδί, ενώ οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά οφείλεται σε τελική ανάλυση στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς.
Η τρίτη άποψη είναι πιο πρόσφατη και έχει τις ρίζες της στο ρομαντικό κίνημα των αρχών του 19ου αιώνα. Τα σχολεία που συνδέονται με π.χ. τη φιλοσοφία του Ρούντολφ Στάινερ και τα σχολεία Μοντεσόρι πηγάζουν από αυτή την αντίληψη. Το παιδί εδώ θεωρείται ότι είναι από τη φύση του «καλό» και πως κατέχει μια εγγενή σοφία. Στόχος, λοιπόν, του εκπαιδευτικού συστήματος δεν είναι τόσο να διδάξει το παιδί, όσο να το βοηθήσει να αναδείξει τις εγγενείς δυνατότητες και ικανότητές του. Μια σύγχρονη παραλλαγή αυτών των απόψεων αποτελούν οι γλωσσολογικές θεωρίες του Νόαμ Τσόμσκι. Σύμφωνα με αυτές, ο ρόλος του εκπαιδευτικού δεν είναι π.χ. να μάθει στο παιδί τη γραμματική και γενικά τη γλώσσα, γιατί αυτή βρίσκεται ήδη στις δομές του εγκεφάλου του παιδιού μόλις γεννηθεί. Απλώς ο ρόλος του είναι να βοηθήσει το παιδί να «εξωτερικεύσει» αυτή τη γνώση την οποία ήδη κατέχει.
Οι τρεις αυτές φιλοσοφίες δεν επηρέασαν απλώς την εικόνα για το παιδί αλλά, όπως δείχνει η καθηγήτρια του Χάρβαρντ Αλισον Λιούρι σε μελέτη της, και το εκπαιδευτικό σύστημα και την αρχιτεκτονική των σχολείων. Η αντίληψη της γνώσης ως «αποστήθισης» ταυτίζεται με τις πρώτες δύο φιλοσοφίες. Αντίθετα, η ρομαντική αντίληψη τονίζει περισσότερο την ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας. Επίσης οι αντιλήψεις αυτές επηρέασαν τη διαμόρφωση του χώρου διδασκαλίας. Η κλασική αίθουσα διδασκαλίας με τα θρανία στη σειρά και την υπερυψωμένη έδρα πηγάζει από την πρώτη φιλοσοφία, στην οποία ο ρόλος του δασκάλου είναι να επιτηρεί και να επιβλέπει τα παιδιά. Αντίθετα, στον χώρο διδασκαλίας σχολείων που έχουν επηρεαστεί από τον ρομαντισμό τα παιδιά κάθονται σε τετράγωνα ή εξάγωνα τραπέζια και εκτελούν ομαδικές εργασίες ενώ ο δάσκαλος περιφέρεται από τραπέζι σε τραπέζι και τα βοηθάει. Υπάρχει, επίσης, μια τεράστια διαφορά μεταξύ των σχολείων όπου κυριαρχεί το τσιμέντο και δεν φυτρώνει ούτε τσουκνίδα και σχολείων που κάνουν συστηματική προσπάθεια να ενσωματώσουν στο ντιζάιν τους το φυσικό περιβάλλον (δένδρα, λουλούδια, πράσινο, ακόμα καμιά φορά και ζώα).
Η διαμάχη λοιπόν σχετικά με το πώς βλέπει κανείς τα παιδιά -ως «μικρούς σατανάδες», ως «αγγελούδια» ή απλώς ως «πιόνια» -έχει μακρά προϊστορία και θα συνεχίζεται για πολύ καιρό ακόμα. Στο μεταξύ, η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι όλα τα προοδευτικά εκπαιδευτικά κινήματα τελικά κατέληξαν να ωφελούν κυρίως τα παιδιά των εύπορων οικογενειών. Ο λόγος ήταν το κόστος.
«Δυστυχώς», γράφει η Αλισον Λιούρι, «όλα τα καλά πράγματα ήταν ακριβά και αυτό είχε ως συνέπεια ότι τα περισσότερα σχολεία τα οποία βασίζονταν στις προοδευτικές αρχές τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη δεν ήταν δωρεάν. Ετσι, συνήθως το εκπαιδευτικό τους μήνυμα μεταδιδόταν μόνο στα παιδιά που είχαν εύπορους γονείς».
Ανακτήθηκε από τον ιστότοπο: http://www.enet.gr

Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.