sntoumanis's blog

Αναδημοσίευση άρθρων για την εκπαίδευση

Αρχεία για 16 Ιουλίου 2010


«Εις εαυτόν»: περί κρίσης και κρίσεων

Από το www.tovima.gr

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ
Σε ώρες περισυλλογής αναρωτιέμαι πώς μπορεί η ελληνική Εκπαίδευση να μορφώσει σκεπτόμενους πολίτες με ανεπτυγμένη ικανότητα κρίσης που να μπορούν να αντιμετωπίσουν κρίσεις οικονομικές, όπως αυτή που μάς βρήκε,κρίσεις ηθικές σε σχέση με την ουσία και τις προτεραιότητες στη ζωή τού ανθρώπου, κρίσεις αξιών,κρίσεις…

Η απάντηση που μού βγαίνει σχεδόν αυθόρμητα είναι ότι για να δημιουργήσεις σκεπτόμενους πολίτες απαιτείται ένα ριζικά ανανεωμένο εκπαιδευτικό σύστημα που θα μετακινηθεί αμετάκλητα από την παθητική γνώση στην κριτική σκέψη. Σκέπτομαι πως αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν αλλάξει εκ βάθρων ο τρόπος διδασκαλίας στο σχολείο με αυτόν τον παιδευτικό στόχο. Αν ασκήσουμε τους μαθητές μας να αυτενεργούν: να αναζητούν οι ίδιοι (συνεργαζόμενοι κατά ομάδες) τις πληροφορίες για τα διδασκόμενα αντικείμενα, να ανατρέχουν σε βιβλία, να δουλεύουν σε σχολικές βιβλιοθήκες, να αξιοποιούν την εκπαιδευτική τεχνολογία (το Διαδίκτυο), να ψάχνουν, να συζητούν, να ρωτούν, να βρίσκουν. Αυτές τις πληροφορίες αν οι ίδιοι οι μαθητές δουλέψουν από κοινού να τις οργανώσουν, αν τις παρουσιάσουν και τις συζητήσουν μεταξύ τους και μέσα στην τάξη με διακριτικό ενορχηστρωτή πάντα τον δάσκαλο, τότε θα γίνει το θαύμα: θα μάθουν να κρίνουν, να συζητούν, να επιχειρηματολογούν, που σημαίνει να σκέπτονται. Τότε θα αλλάξει όλο το κλίμα στο σχολείο. Τότε μπορεί να έλθει η ευλογημένη ώρα που οι μαθητές θα εκτιμήσουν και θα αγαπήσουν το σχολείο. Τότε και ο δάσκαλος θα αλλάξει ρόλο, περνώντας από τη διδακτική ρουτίνα στην αληθινά δημιουργική διδασκαλία, μια διαδικασία που και τον ίδιο θα γεμίζει ψυχικά και που θα εμπνέει τους μαθητές του. Ολα αυτά, σκέπτομαι πάλι, προϋποθέτουν αλλαγή τού σχολικού («αναλυτικού») προγράμματος, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και συγκρότηση σχολικών βιβλιοθηκών. Ολα αυτά- παρηγοριέμαι- περιλαμβάνονται ήδη ρητά και αναλυτικά στο Πόρισμα τού Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία. Ολα αυτά, λέω στον εαυτό μου, μπορούν να γίνουν. Μπορούμε πράγματι να μορφώσουμε πολίτες σκεπτόμενους, υπεύθυνους, δημοκρατικούς, κοινωνικά ευαίσθητους, πολίτες που να μπορούν να οργανώσουν δημιουργικά τη ζωή και να προλάβουν ή να αντιμετωπίσουν τις όποιες κρίσεις. Γιατί μια κρίση δεν είναι ποτέ μόνο καθαρά οικονομική. Εχει σχέση με πολιτικές επιλογές και πράξεις, δηλαδή με τον τρόπο σκέψεως κυβερνώντων και πολιτών και, τελικά, έχει άμεση σχέση με την παιδεία τους.

Πάλι αναρωτιέμαι:Ολα αυτά δεν προϋποθέτουν ότι μάς ενδιαφέρει ο πολιτισμός, ότι μάς ενδιαφέρει μια παιδεία ουσίας, πραγματικής καλλιέργειας, και ιδιαίτερα μια ελληνική παιδεία; Μάς ενδιαφέρει πράγματι να γνωρίσουν τα παιδιά μας τον ελληνικό πολιτισμό, τις ρίζες τους, την κληρονομιά τους, την παράδοσή τους; Μπορούμε να πετύχουμε μια τέτοια παιδεία, μια δημιουργική επαφή με τον πολιτισμό μας;

Η απάντηση μού βγαίνει σκληρή: Ο ελληνικός πολιτισμός και η ελληνική παιδεία στη χώρα μας είναι υποτιμημένες αξίες! Κάποια στιγμή- από ακατανόητη και αδικαιολόγητη παρεξήγηση- το να μιλάς για ελληνικότητα, ελληνισμό, ελληνική παράδοση κ.λπ. θεωρήθηκε εθνικισμός, πατριδολατρία, προγονοπληξία κ.τ.ό. Εφτασε να θεωρείται κανείς υπερσυντηρητικός, δεξιός, αντιπροοδευτικός κ.λπ., αν υποστήριζε την ανάγκη συστηματικής διδασκαλίας τής διαχρονίας τής γλώσσας μας στο σχολείο, τη διδασκαλία τού αρχαίου λόγου και την άμεση επαφή των μαθητών με το κείμενο, με ό,τι ο Σεφέρης αποκαλούσε τα «παλαιότερα Ελληνικά μας». Αυτή η στάση μπορεί να ξεκίνησε καλοπροαίρετα ως αντίδραση σε ακραίες θέσεις που είχαν υπάρξει πράγματι στο παρελθόν, ως αντίθεση σε ξεπερασμένες μεθόδους διδασκαλίας και σε προσπάθειες υπερπροβολής τής ελληνικής αρχαιότητας εις βάρος τού Νέου Ελληνισμού, οδήγησε όμως στο άλλο άκρο: σε παραμέληση τής επαφής με τη διαχρονία τού Ελληνισμού και σε υπονόμευση τής συνέχειας που διακρίνει ιστορικά και πολιτισμικά τον Ελληνισμό, με αδιάψευστη μαρτυρία τη γλώσσα μας. Ετσι καλλιεργήθηκε μια, σε μεγάλη έκταση, τεχνητή ιδεολογική σύγκρουση ανάμεσα στον Νέο Ελληνισμό και στις παλαιότερες μορφές τού ελληνικού πολιτισμού (Αρχαιότητα και Βυζάντιο), τεχνητή γιατί στην πραγματικότητα ούτε οι μεν ούτε οι δε απέρριπταν ό,τι προηγήθηκε ή ό,τι ακολούθησε, απλώς το υπέτασσαν, δεν το προέβαλλαν ή, στη χειρότερη περίπτωση, το υποβάθμιζαν.

Οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα είναι σαφή δείγματα αυτού τού «πολιτισμικού ψευδοδιλήμματος», που παραβλέπει ότι Ελληνισμός και ελληνικότητα, εγγενώς και κατά ιστορική αναγκαιότητα, έχουν και τις δύο διαστάσεις, την παλαιότερη και τη νεότερη, με συνεκτικό στοιχείο ό,τι ονομάζουμε συνέχεια, η οποία είναι μια δυναμική έννοια που δεν σημαίνει στατικότητα ή έλλειψη μεταβολών και εξέλιξης. Ούτε η ελληνική γλώσσα λ.χ. μπορεί δημιουργικά να διδαχθεί ερήμην τής γλωσσικής μας διαχρονίας (μολονότι η έμφαση πρέπει να δίδεται στα σύγχρονα, βεβαίως, με συστηματική αναφορά στα παλαιότερα Ελληνικά μας) ούτε και η ιστορία μας μπορεί να διδαχθεί αποκομμένη από προηγηθείσες χρονικές φάσεις και πολιτισμικές καταβολές που φωτίζουν τα νεότερα. Ιδιαίτερα ο ιστορικός πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικός, ώστε στην προσπάθεια τής ιστορικής περιγραφής ή αποτίμησης των γεγονότων να μην τραυματίζει την ευαισθησία των ανθρώπων χωρίς και να θυσιάζει την αλήθεια. Πρόκειται για πολύ λεπτές προσεγγίσεις που απαιτούν και γνώση και μαστοριά. Η ιστορική αλήθεια, όταν είναι πράγματι αλήθεια και όταν δίδεται σωστά, δεν πληγώνει. Διδάσκει.

Ανεξαιρέτως όλοι οι αλλοδαποί μαθητές έχουν πρόβαση στα δημόσια σχολεία

Από www.tovima.gr

Νέα εγκύκλιο που καθιστά σαφές προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες της εκπαίδευσης ότι όλοι οι ανήλικοι υπήκοοι τρίτων χωρών που διαμένουν στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως καθεστώτος παραμονής, έχουν δικαίωμα εγγραφής στα δημόσια σχολεία, εξέδωσε το υπουργείο Παιδείας κατόπιν αλλεπάλληλων παρεμβάσεων του Συνηγόρου του Πολίτη.

Ο Συνήγορος του Πολίτη επισημαίνει ότι παρότι είχε εκδοθεί εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας το 2005 σχετικά με την πρόσβαση των ανήλικων υπηκόων τρίτων χωρών στην εκπαίδευση, η Αρχή εξακολουθούσε να δέχεται αναφορές πολιτών για το ίδιο ζήτημα, δηλαδή την άρνηση σχολείων να εγγράψουν αλλοδαπούς μαθητές που δεν διέθεταν άδεια παραμονής.

Έτσι, η ανεξάρτητη αρχή ζήτησε από το υπουργείο Παιδείας να υπενθυμίσει τη σχετική νομοθεσία προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες της εκπαίδευσης προκειμένου να γίνει σαφές ότι «όλοι οι ανήλικοι που διαμένουν στη χώρα, ανεξαρτήτως καθεστώτος παραμονής, έχουν δικαίωμα εγγραφής στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση».

Η ελληνική γλώσσα δίνει τη μάχη της στην Αυστραλία

Από το www.tovima.gr

Οι ομογενείς έχουν κινητοποιηθεί για την ένταξή της στο Εθνικό Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών
Εν αναμονή της επίσημης πρότασης της αυστραλιανής κυβέρνησης για τις γλώσσες που θα περιληφθούν στο νέο Εθνικό Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών για την πρώτη και τη δεύτερη βαθμίδα της εκπαίδευσης, οι Έλληνες της Αυστραλίας έχουν κινητοποιηθεί για ένταξη της ελληνικής γλώσσας στο πρόγραμμα.
Τα ελληνικά στην Αυστραλία διδάσκονται στα κρατικά σχολεία, σε ιδιωτικά σχολεία που στην πλειονότητά τους ανήκουν στην Αρχιεπισκοπή, και σε απογευματινά σχολεία. Αυτή τη στιγμή στα κρατικά σχολεία διδάσκονται δώδεκα ξένες γλώσσες, ανάμεσά τους και η ελληνική. Ο σχεδιασμός του Νέου Εθνικού Προγράμματος Διδασκαλίας Γλωσσών, στο οποίο οι διδασκόμενες γλώσσες θα μειωθούν στις οκτώ, ανησύχησε τον Ελληνισμό της Αυστραλίας.
«Οκτώ ξένες γλώσσες είχε ανακοινωθεί αρχικά ότι θα συμπεριληφθούν στο νέο πρόγραμμα: τέσσερις ευρωπαϊκές _ η ισπανική, η γαλλική, η γερμανική και η ιταλική _ και τέσσερις ασιατικές _ η ιαπωνική, η ινδονησιακή, η κινεζική και η κορεατική» λέει στο «Βήμα» ο κ. Μιχάλης Τσιανίκας, καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Φλίντερς της Αδελαΐδας. «Τα τελευταία 20 χρόνια η Αυστραλία διακηρύσσει ότι ανήκει στην Ασία και προωθεί την είσοδο των ασιατικών γλωσσών στο σχολικό πρόγραμμα. Μόνο για το διάστημα 2010-2011 η κυβέρνηση επένδυσε 65 εκατ. δολάρια για την προώθηση των γλωσσών αυτών, οι οποίες, όπως είναι ευνόητο, έχουν μεγάλο επιχειρηματικό και οικονομικό ενδιαφέρον για τη χώρα».
Ζητούμενο του Ελληνισμού της Αυστραλίας είναι η αύξηση του αριθμού των διδασκομένων γλωσσών σε εννέα ή δέκα, ώστε να συμπεριληφθεί και η ελληνική. Εχουν ήδη συγκεντρωθεί περίπου 30.000 υπογραφές υπέρ της ελληνικής γλώσσας. «Στόχος είναι η συγκέντρωση 150.000 υπογραφών ώστε να αναγκάσουμε την κυβέρνηση να εξετάσει το αίτημά μας και να αιτιολογήσει την όποια απόφασή της» λέει ο κ. Βρασίδας Καραλής, καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ.
Στην ερώτηση κατά πόσον έχει συνδράμει η ελληνική κυβέρνηση στις προσπάθειες, ο κ. Καραλής επισημαίνει τη στήριξη από την ελληνική πρεσβεία και τα προξενεία στην Αυστραλία, διευκρινίζοντας ότι «χρειάζονται λεπτοί διπλωματικοί χειρισμοί από την πλευρά της ελληνικής πολιτείας ώστε να μη θεωρηθεί ότι επιχειρείται παρέμβαση σε εσωτερικό θέμα».
«Από την πλευρά της ελληνικής πολιτείας αναμένουμε μια απόφαση στο ζήτημα των εκπαιδευτικών που βρίσκονται με απόσπαση στην Αυστραλία. Η
ανακοίνωση ότι πρόκειται να ανακληθούν οι αποσπάσεις, αφήνει τα σχολεία χωρίς διδάσκοντες, καθώς στην πλειονότητά τους οι εκπαιδευτικοί σε όλες τις βαθμίδες έρχονται από την Ελλάδα, και αυτό έχει δημιουργήσει μεγάλη ανησυχία» αναφέρει ο κ. Τσιανίκας, ενώ ο κ. Καραλής συμπληρώνει ότι «επρόκειτο για έμμεση οικονομική ενίσχυση που μας πρόσφερε η ελληνική κυβέρνηση με τη μορφή έμψυχου δυναμικού. Κατανοούμε τη δύσκολη οικονομική συγκυρία για την Ελλάδα, αλλά η άμεση απόσυρση όλων των εκπαιδευτικών με απόσπαση, ελλείψει σχεδίου για την αντικατάστασή τους, αποτελεί σοβαρό πρόβλημα σε αυτή την κρίσιμη εποχή για την ελληνική γλώσσα στην Αυστραλία».
Και οι δύο καθηγητές δηλώνουν αισιόδοξοι, τονίζουν όμως την ανάγκη για συνεχή και συγκροτημένη πίεση και κινητοποίηση. Η επίσημη πρόταση της αυστραλιανής κυβέρνησης για το θέμα επρόκειτο να γίνει τον Αύγουστο. Η πορεία του ζητήματος θα εξαρτηθεί τώρα από το αποτέλεσμα των αναμενόμενων εκλογών στη χώρα.
Τα βασικά επιχειρήματα της ομογένειας
Τέσσερα είναι τα βασικά επιχειρήματα της ελληνικής ομογένειας. Πρώτον, η ελληνική γλώσσα ομιλείται από σημαντικό μέρος του πληθυσμού της χώρας, το οποίο ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, επομένως αποτελεί γλώσσα με κοινωνική, οικονομική και εθνική σημασία για την Αυστραλία. Δεύτερον, η ελληνική έχει συνεισφέρει στο λεξιλόγιο της αγγλικής, επομένως η γνώση της θα βοηθήσει τους μαθητές να εμπλουτίσουν τα αγγλικά τους. Τρίτον, είναι λιγότερο δαπανηρό να διατηρηθεί στο νέο πρόγραμμα μια γλώσσα η οποία ήδη διδάσκεται στα σχολεία και για την οποία υπάρχει υποδομή, πανεπιστήμιο που εκπαιδεύει καθηγητές, διαθέτει δικό της Τύπο και η ενοποίηση σε παναυστραλιανό επίπεδο θα έχει μικρό κόστος. Τέλος, η άνθηση του ενδιαφέροντος για τις αρχαιοελληνικές σπουδές τα τελευταία χρόνια είναι ένας παράγοντας που σκοπεύει να αξιοποιήσει η ελληνική ομογένεια προβάλλοντας τη ζωντανή ομιλούμενη νέα ελληνική ως όχημα για την κατάκτηση της αρχαίας.


Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων