Η χάρτινη βαρκούλα μας

Η χειροτεχνία πορεύεται μαζί με την εξέλιξη του ανθρώπου. Με τη χειροτεχνία παράγεται και τέχνη και πολιτισμός.
Το παιδί χειροτεχνεί και παίζει. Παίζει και χειροτεχνεί. Το παιχνίδι είναι βασικό συστατικό της ομαλής εξέλιξης και ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Ένας σοφός παιδαγωγός λέει: Αλίμονο στους μεγάλους που σαν παιδιά δεν έπαιξαν παιχνίδια. «Ό,τι χρειάζεται η ψυχή ενός παιδιού είναι το φως του ήλιου, τα παιχνίδια, το καλό παράδειγμα και λίγη αγάπη». (Φ. Ντοστογιέφσκυ) Στο video αυτό θα κατασκευάσουμε μια χάρτινη βαρκούλα με κατάρτι, σταυρό, πανί και … θάλασσα. Η χάρτινη βαρκούλα είναι από τις αγαπημένες χειροτεχνίες των παιδιών. Κατάλληλο για παιδιά από Β΄ δημοτικού και πάνω.

Ο υδροβιότοπος “Βουρκάρι Μεγάρων”

Το «Βουρκάρι» είναι ένας αβαθής όρμος στο νοτιοανατολικό άκρο του δήμου Μεγαρέων.
Πολύ σημαντικός υδροβιότοπος με ιδιαιτέρας σημασίας χλωρίδα και πανίδα, όπως έχει καταδειχθεί από μελέτες των Πανεπιστημίων Αιγαίου και Θεσσαλίας.
Ως προς τη χλωρίδα, η δυτική του ακτή αποτελεί ένα εκτεταμένο αλίπεδο («Αλμύρα») που καλύπτεται με αλοφυτική βλάστηση. Στις υπόλοιπες ακτές συναντάμε ασφόδελους, ασφάκες, πικραγγουριά, αρμυρίκια, σχίνο, κάπαρη, φλώμο κ.α.
Ως προς την πανίδα έχουν καταγραφεί 104 είδη πουλιών: αλκυόνες, λευκοτσικνιάδες, σταχτοτσικνιάδες, φλαμίνγκο, ασημόγλαροι, καστανοκέφαλοι και μαυροκέφαλοι γλάροι, γλαρόνια, χαλκόκοτες, βουτηχτάρια, ποταμότρυγγες, σπίνοι, κατσουλιέρηδες, νεροχελίδονα, γεράκια, σπουργίτια, καρδερίνες κ.α.
Όσο για την ιχθυοπανίδα το Βουρκάρι λειτουργεί ως λιμνοθάλασσα. Παλιά οι ψαράδες το χρησιμοποιούσαν σαν φυσικό ιχθυοτροφείο. Μέχρι πριν είκοσι χρόνια ψάρευαν μεγάλες ποσότητες από σάλπες, αθερίνα, κεφαλόπουλα, σαργούς, τσιπούρες, μελανούρια, κοτσομούρες, χταπόδια, μύδια. Σήμερα λόγω της υποβάθμισης η ιχθυοπανίδα έχει μειωθεί αρκετά.

Β1

Β2

Β3

Β4

Β5

Β6

Β7

ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ: Ένα μεγάλο πρόβλημα…

Γλάρος, ο καλύτερος ψαράς της Πάχης

«ΔΩΡΑΚΙΑ» ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΦΥΣΗ
(Έρχεται το καλοκαίρι, αρχίζουν οι διακοπές.)

Ξανάρθε τώρα το ζεστό,
γλυκό καλοκαιράκι
κι η θάλασσα η γαλανή
δεν είναι πια μονάχη.

Και το βουνό κι η εξοχή,
ο κάμπος και το κτήμα
από τα γέλια των παιδιών
γεμίσαν, πλημμυρίσαν.

Άρχισαν πάλι οι διακοπές,
οι άνθρωποι μακριά απ’ την πόλη.
Δούλεψαν όλη τη χρονιά…
καλύτεροι γινήκαν όλοι.

Τώρα είν’ η ώρα να χαρούν,
κάτω απ’ τα δέντρα να ξαπλώσουν,
στην αμμουδιά να κυλιστούν
και τον «εξοπλισμό» ν’ απλώσουν.

Ήρθανε τόσο βιαστικά
σαν να τους κυνηγούσαν.
Κι η θάλασσα και το βουνό
ένα μικρό «ευχαριστώ»
ποτέ τους δεν ακούσαν.

Τι πράγμα είν’ αλήθεια αυτό;
Ντροπή, ντροπή πολύ μεγάλη.
Ήταν και πέρυσι εκεί,
όλοι μαζί, νέοι και γέροι και μικροί
στο ραντεβού της φύσης ακριβείς,
πολλή δροσιά, γαλήνη μαγική
την είχαν νιώσει πάλι.

Μα στάσου, πως βιάστηκα θαρρώ!
Μπροστά μου κάτι βλέπω.
Είν’ αντικείμενα πολλά
στους θάμνους στα κλαδάκια,
ωραία και χρωματιστά.
Στη φύση ήταν «ΔΩΡΑΚΙΑ;»

Σακούλες νάιλον, πολλές,
κουτιά και μπουκαλάκια,
ξυλάκια από παγωτά,
μοντέρνα αντηλιακά,
κονσέρβες, ντενεκάκια,
λάστιχα, ξύλα, πλαστικά,
χαρτιά, πανιά, πιατάκια,
σίδερα σκούρια, μυτερά
και κοφτερά γυαλάκια.

Μα τι είν” αυτά καλέ,
πώς να τα πω;
Τα λέω με μια λέξη:
«ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ»,
αμέτρητα, πολλά,
κάθε λογής, απ” όλα τα υλικά
σ’ ακρούλες, τρύπες και γωνιές,
ακόμα και στη μέση.
Παρατημένα ήταν κει
όλη την περσινή χρονιά
και ποιος να τα μαζέψει;

Ίσως κανένας χριστιανός
της φύσης λάτρης ταπεινός
Ψαράς, Βοσκός, Φυσιοδίφης
να πήρε κανένα απ” αυτά
τα βρώμικα, σιχαμερά,
πολύχρονα, αηδιαστικά
ατέλειωτα σκουπίδια.

Μα στους πολλούς… ένας αυτός,
στους δέκα ο «Σαμαρείτης».

Έτσι δε φεύγει το κακό
κι ούτε είν” αυτό «ευχαριστώ»
στην έμορφη, ευλογημένη φύση.
Γιατί όπως πάμε βρε παιδιά
σε κάμποσα χρόνια, όχι πολλά,
των σκουπιδιών η «ευωδιά»
τη γη θα πλημμυρίζει.

Πρέπει επειγόντως στους δέκα κι οι εννιά
που γεύονται της φύσης τη χαρά
με πράξεις κι όχι με λόγια
ανούσια, κούφια, βαρετά,
«ευχαριστώ» να πούνε.

Σαν έρθουνε για διακοπές,
μες στα βουνά, στους κάμπους, στις ακτές,
να πάρουν ό,τι πέταξαν
μα κι ό,τι σκουπίδι βρούνε.

Κι αν γίνει φίλοι μου αυτό
– επιτρέψτε να τ” ονειρευτώ –
όλα της Πλάσης τα καλά
ζώα, ζουζούνια και φυτά
τραγούδι θε ν’ αρχίσουν.

Σαν συναυλία μαγική!

Σπάροι, σαρδέλες, κοκωβιοί,
γαρίδες, φύκια, χταποδάκια,
βότσαλα κι αμμουδιά χρυσή
κι απότομα βραχάκια,

θάμνοι, δεντράκια, ρεματιές,
πευκάκια, ελατάκια,
ποτάμια, πηγούλες δροσερές,
κρυστάλλινα ρυάκια,

πρόβατα, γίδια στη βοσκή,
άλογα, γαϊδουράκια,
αηδόνια, σπίνοι, αετοί,
λαγοί και χελωνάκια,

με τους ανθρώπους ένα θα γενούν,
πια δε θα τους φοβούνται.
Κι η γη θα “ναι παράδεισος,
γιατί όλοι θ” αγαπιούνται.

Η μάνα Φύση καθαρή,
ο αέρας ευωδία.
Η βρώμα πάει, θα χαθεί,
μαζί κι η δυσωδία.
Μικρόβια, αρρώστιες πουθενά,
όλα χαρά, ζωή, υγεία.

Και ο Θεός θα χαίρεται
με τα καμώματά μας
μιας κι όρισε διαχειριστές,
προστάτες κι εξουσιαστές
στην επί γης δημιουργία Του
εμάς, την αφεντιά μας.

Αμάν, τι όνειρο γλυκό!
μπορεί να γίνει αλήθεια;
Βεβαίως, φίλοι μου, μπορεί.
Αν κόψουμε όλοι παρευθύς,
την κάκιστη και εγωιστική
τη… σκουπιδοσυνήθεια.

Εμπρός λοιπόν στην ιερή,
άγια, σωτήρια αλλαγή
βαθιά μες στην καρδιά μας.

Η γη φωνάζει S.O.S.
Μην κλείνουμε τ” αυτιά μας.

Δρομπόνης Σωτήριος
Ιούνιος 2016  

Χρόνος που  χρειάζονται για να διαλυθούν στη θάλασσα
τα παρακάτω αντικείμενα:

Χάρτινη συσκευασία γάλακτος: 3 μήνες
Κόντρα πλακέ: 1 – 3 χρόνια
Μάλλινο ύφασμα : 1 – 5 χρόνια
Φίλτρο τσιγάρου: 1 – 5 χρόνια
Πλαστική σακούλα: 10 – 20 χρόνια
Νάιλον ύφασμα: 30 – 40 χρόνια
Κονσερβοκούτι: 50 χρόνια
Πλαστικό ποτήρι: 50 χρόνια
Λαστιχιένια σόλα: 50 – 80 χρόνια
Κουτάκι αλουμινίου: 80 – 200 χρόνια
Πλαστικό μπουκάλι: 450 χρόνια
Πετονιά: 600 χρόνια
Γυάλινο μπουκάλι: 1.000.000 χρόνια!!!

        

Η ΜΑΝΑ

Η ΜΑΝΑ

Λένε ότι πίσω από κάθε σπουδαίο αντρα κρύβεται μια σπουδαία γυναίκα.
Δεν ξέρω αν είμαι ή αν θα γίνω ποτέ σπουδαίος άνθρωπος αλλά ξέρω ότι εσύ είσαι μια σπουδαία μητέρα και είμαι ευλογημένος που είμαι γιος σου.
Σ’ ευχαριστώ που μου προσφέρεις κάθε μέρα με τόση αγάπη κι αυτοθυσία όλα τα εφόδια που χρειάζομαι για να είμαι σε θέση να κυνηγάω τα όνειρά μου και να κοιτώ τη ζωή στα μάτια.
Σ’ ευχαριστώ που με το παράδειγμά σου μου δείχνεις πώς πρέπει ένας άνθρωπος ν’ αγωνίζεται και να στέκεται όρθιος και θαρραλέος απέναντι στις δυσκολίες.
Σ’ ευχαριστώ που είσαι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου και του εαυτού μου.

Χρόνια Πολλά, μαμά!
Γιώργος


Απ’ όλα τ’ ακούσματα πάνω στη γη,
πιο γλυκό κι ωραίο, η δική σου φωνή.

Ομορφότερη εικόνα η γλυκιά σου μορφή,
η ματιά σου ωραία, η αγκαλιά σου ζεστή.

Μ΄ αγκαλιάζεις και νιώθω τ’ άγγιγμά σου σα χάδι,
η πολλή σου αγάπη της καρδιάς σου υφάδι.

Απ’ τα μικρά μου παιχνίδια ως την τρανή μου ζωή
παραστέκεις σιμά μου, στοργική, δυνατή.

Δεν περνάει μια μέρα ούτε καν μια στιγμή
που να μην είσαι μαζί μου συντροφιά μου πιστή.

Στη χαρά μου συγχαίρεις πρώτη απ’ όλους εσύ,
στα πικρά μου φαρμάκια υποφέρεις πολύ.

Σ’ έχω πάντα κοντά μου, στο μυαλό, στην καρδιά,
στις φουρτούνες, στις μπόρες, στην πικρή μοναξιά.

Κι όταν έρχονται ώρες πού ’ναι όλα θολά,
συ είσαι πάντα για μένα η γλυκιά ξαστεριά.

Αν της νιότης μου λάθη σε κεράσαν χολή
και παρέβηκα ’κείνη τη μεγάλη εντολή…

μη θυμάσαι μανούλα όσα σου ’πα κακά,
σβήστα όλα και δος μου καθαρή την καρδιά.

Σ’ έχω ανάγκη, σε θέλω να ’σαι πάντα κοντά,
όσο αν ψάξω δε θάβρω πιο ζεστή αγκαλιά.

Θα σε φέρνω στο νου μου, θα ζητώ την ευχή,
να με νοιάζει πάντα, να μ’ ακούς τη φωνή.

Ικετεύω τον Πλάστη, όταν κρίνει τη γη,
ν’ αναπαύσει κοντά Του την καλή σου ψυχή.

Να ’σαι ’κει και να χαίρεις με τους άγιους μαζί,
να πρεσβεύεις για μένα, ευλογημένη, καλή!

+ Αρχιμ. Δαμασκηνός Ζαχαράκης
    (Ηγούμενος Ι. Μ. Αγάθωνος)

Η ΑΛΦΑΒΗΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Α     Πήρα ένα Α και το έκαμα άστρο.

Β     Με το Β έγραψα Βηθλεέμ

Γ     και με το Γ τη γέννηση του Κυρίου.

Δ     Στο Δ βρήκα τη δόξα Του

Ε     και στο Ε την ελπίδα που μας έφερε στη γη.

Ζ     Με το Ζ θυμήθηκα τα ζώα που Τον ζέσταναν

Η     και με το Η τον Ηρώδη, τον κακό Βασιλιά.

Θ     Με το Θ είπα: «Θεέ μου».

Ι      Και με το Ι ψιθύρισα: Ιωσήφ.

Κ     Το Κ μου έφερε στο νου την καλοσύνη Του

Λ     και το Λ το λιβάνι και το Λυτρωμό.

Μ    Μέσα στο Μ είδα τους Μάγους

Ν     και στο Ν την άγια Νύχτα.

Ξ     Το Ξ σκόρπισε την ξαστεριά

Ο     και με το Ο γιόρτασε η Οικουμένη.

Π    Το Π γονάτισε μπροστά στην Παναγία.

Ρ     Το Ρ μου θύμισε τον Ραββί, το Δάσκαλο.

Σ     Μ’ ένα μεγάλο Σ ζωγράφισα το σπήλαιο,

Τ     μ’ ένα χαρούμενο Τ τραγούδησα τραγούδια,

Υ     το Υ ήταν για τους ύμνους

Φ     και το Φ για το φως που φώτισε την πλάση.

Χ     Ένα Χ είπε: Χριστέ μου!

Ψ    Οι άγγελοι έψελναν με το Ψ ψαλμούς

Ω     και το Ωσαννά, που αρχίζει από Ωμέγα.

                                                Αγγελική Βαρελά

Αληθινά σενάρια από τον πόλεμο του 1940

Κατοχή
Στην κατοχή οι Έλληνες δεν είχαν να φάνε. Έτρωγαν τα αποφάγια των Γερμανών για να μην πεθάνουν από την πείνα. Κάποια μέρα έμαθαν ότι οι Γερμανοί είχαν στρατοπεδεύσει στους Κουρμουλούς (περιοχή ΝΔ των Μεγάρων) με όλα τους τα εφόδια. Δέκα Μεγαρίτες πήγαν να κλέψουν τα εφόδια των Γερμανών νομίζοντας ότι αυτοί κοιμούνται. Ξεκίνησαν για τους Κουρμουλούς αλλά πριν φθάσουν εκεί κάποιοι άλλοι τους πρόδωσαν στους Γερμανούς οι οποίοι δεν κοιμήθηκαν αλλά τους περίμεναν. Μόλις έφθασαν οι Μεγαρίτες, οι Γερμανοί τους συνέλαβαν όλους. Στο τέλος τους σκότωσαν και τους δέκα.
Bίκτωρας Πανταζής

Η πείνα και τα αντίποινα
Το 1940 ξέσπασε ο πόλεμος κι έτσι αρχίζει το άγιο πάθος της Ελλάδας. Ο γερμανικός στρατός έχει κατακτήσει την Ελλάδα. Έτσι έφθασε και στα Μέγαρα ο Γερμανός κατακτητής. Είναι όλοι θλιμμένοι. Σιγά σιγά τα αποθέματα τροφίμων τελειώνουν. Ο κόσμος πεινάει. Οι εκκλησίες αρχίζουν να δίνουν συσσίτιο. Οι μέρες περνούν με πολλή δυστυχία κάτω από το γερμανικό ζυγό. Σε συμπλοκή σκότωσαν ένα Γερμανό στρατιώτη. Μόλις το έμαθε ο Γερμανός διοικητής αμέσως κάνει μπλόκο και μαζεύει όλους άνδρες των Μεγάρων στο Γυμνάσιο για εκτέλεση. Ο τότε δήμαρχος Θεόδωρος Τσεκές καλεί το βράδυ το Γερμανό διοικητή και του κάνει το τραπέζι. Του ζητάει  συγγνώμη και τον παρακαλεί να μην κάνει τέτοιο κακό. Γιατί ο Γερμανός διοικητής είχε πει αν πειράξει κανείς Γερμανό στρατιώτη, γι’ αντίποινα θα σκοτώσει 100 Μεγαρίτες. Ο δήμαρχος κατάφερε να του αλλάξει γνώμη και την επόμενη μέρα το πρωί δεν έγινε η εκτέλεση κι αφέθηκαν όλοι οι αιχμάλωτοι Μεγαρίτες ελεύθεροι.
Παρασκευή Γκέλη

Το 1940
Εκείνη τη χρονιά ζήτησε ο Μουσολίνι, ο υπουργός της Ιταλίας, να μας πάρει την Ελλάδα και είπαμε ΟΧΙ δε θα πάρετε τη χώρα μας. Ο στρατός μας ήταν έτοιμος και χτύπησε  το στρατό της Ιταλίας. Τους πήραμε τη Βόρεια Ήπειρο κι ο κόσμος είχε βγει στους δρόμους και χειροκροτούσε τους Έλληνες στρατιώτες, χτύπαγαν τις καμπάνες στις πόλεις που περνούσε ο ελληνικός στρατός. Κορυτσά, Τεπελένι κ.α. Οι Έλληνες χαίρονταν που έβλεπαν το τραίνο να περνάει γεμάτο με Ιταλούς αιχμαλώτους. Είχαμε και μια τραγουδίστρια, τη Σοφία Βέμπο που άρχισε να τραγουδάει το τραγούδι «Κορόιδο Μουσολίνι» κι έδινε χαρά και θάρρος στους στρατιώτες. Μετά μας επιτέθηκαν οι Γερμανοί με τανκς. Η Ελλάδα αντιστάθηκε και πάλι αλλά δε νικήσαμε και μας σκλαβώσανε για τέσσερα χρόνια. Μετά έφυγαν οι Γερμανοί και ξανάρθε η λευτεριά στην πατρίδα μας.

Δημήτριος Κάντας

Το 1940 που έγινε η εισβολή των Ιταλών στα Μέγαρα ήμουν πολύ μικρή στην ηλικία αλλά κάποιες αναμνήσεις μου έρχονται στο νου.
Οι Ιταλοί τα μαγειρεία τους πίσω από το σπίτι μου. Εγώ, σαν μικρή που ήμουνα, πήγαινα κι ανέβαινα στον τοίχο του σπιτιού μας κι αυτοί μ’ έβλεπαν και μου φώναζαν να μου δώσουν φαγητό. Μου έδιναν λάχανο με ρύζι κουραμάνα και γαλέτα που ήταν το αγαπημένο τους.
Μετά από λίγο καιρό ήρθαν οι Γερμανοί. Κάθε βράδυ απαγορευόταν η κυκλοφορία, γιατί έκαναν περιπολία. Εμείς δεν μπορούσαμε να βγούμε από τα σπίτια μας. Οι Γερμανοί ήταν πολύ πιο σκληροί από τους Ιταλούς. Μας έπαιρναν τις προμήθειες, επιτάσσανε τα σπίτια μας και παίρνανε τους άντρες.
Στο γειτονικό μου σπίτι είχαν το διοικητήριό τους. Πήγαινα και κρυφοκοίταζα κι έβλεπα ότι ήταν πολύ σκληροί. Φώναζαν πολύ δυνατά, είχαν μεγάλα σκυλιά, φόραγαν μπότες, είχαν μηχανές και τα όπλα τους που δεν τα αποχωρίζονταν ποτέ.
Πήγαινα με τους γονείς μου στη Λάκκα σ’ ένα περιβόλι που έπεφταν τα αλεξίπτωτα.
Όταν ήθελαν ν’ αποχωρήσουν οι Ιταλοί επίταξαν το σπίτι κι έμειναν ένα βράδυ και όταν έφυγαν, πάνω στο τραπέζι είχαν αφήσει μια σοκολάτα.
Αμαλία Παπασίδερη  

Ξημερώματα 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιταλός πρέσβυς στην Αθήνα Γκράτσι παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο και ζητούσε την ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων από την Ελλάδα. Ο Μεταξάς αρνήθηκε λέγοντας ΟΧΙ. Σε λίγες ώρες ξεκίνησε η ιταλική επίθεση. Ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια. Ολόκληρο το έθνος ενώθηκε ενάντια στους Ιταλούς. Οι άνδρες έτοιμοι να πιάσουν τα όπλα, είχαν γεμίσει τους δρόμους για να φύγουν για το αλβανικό μέτωπο. Πολλοί Μεγαρίτες πήγαν να πολεμήσουν στα βουνά της Αλβανίας, στην Κορυτσά στο Τεπελένι, στους Αγίους σαράντα.
Ο προπάππους μου που πολέμησε στα χιονισμένα βουνά έλεγε ότι ο λόχος τους είχε πολλά προβλήματα. Κάποιοι στρατιώτες είχαν πάθει κρυοπαγήματα και τους είχαν κόψει τα πόδια κι άλλοι ήταν γεμάτοι ψείρες και ξύνονταν συνέχεια σ’ όλο τους το σώμα. Τρώγανε λίγο καλαμπόκι κι ήταν πάντα πεινασμένοι. Ένα πρωί ο ταχυδρόμος τους μοίρασε ημερολόγιο της εποχής με το νεογέννητο βασιλιά Κωνσταντίνο.
Αφροδίτη Πέγκου

– Παππού, πες μου τι έκαναν οι Μεγαρίτες το 1940 όταν χτύπαγε η σειρήνα;
– Κρυβόντουσαν σε πηγάδια και σε δυο καταφύγια. Το ένα ήταν κάπου στο λόφο του Αγίου Δημητρίου και το άλλο δίπλα από το χρυσοχοείο του Φατούρου στα πατρικά του Σπύρου Μουρτζούκου.
– Πείνασαν  τότε οι Μεγαρίτες;
– Ναι, υπήρξε πείνα. Τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε μπροστά μας. Χόρτα, καλαμπόκι, πατάτες και 5 αυγά κι έτρωγαν 6–7 άτομα. Το σπίτι μου ήταν μαγειρείο των Ιταλών. Έχω ακούσει ιστορίες για μακαρονόζουμο και ότι μια μαμά έδωσε κάρβουνο στο παιδί της για φαγητό.
– Θυμάσαι κάποιο περιστατικό να μου πεις;
– Γυρνάγαμε από την Κινέττα, από τα χωράφια και τότε ήμουν οκτώ χρονών και ήμουν με τον αδερφό μου και ήθελαν να μας πάρουν το γαϊδούρι. Μας πήραν κι εμάς μαζί τους για να καθοδηγούμε το γαϊδούρι και μας άφησαν μετά από τρεις ημέρες.
Δημήτρης Κακαρίκος

– Γιαγιά, τι γνωρίζεις για τον πόλεμο του 1940;
– Μόλις άρχισε ο πόλεμος άλλαξε πολύ η ζωή μας. Δεν ήμασταν πια ελεύθεροι και ζούσαμε συνέχεια με τον φόβο των Ιταλών.
– Γιατί γιαγιά;
– Γιατί πολλοί στρατιώτες μας είχαν είχανε φύγει και πολεμούσανε στα βουνά της Πίνδου και δεν ξέραμε αν θα γυρίσουν.
– Μέσα στην πόλη πώς ζούσατε;
– Φοβισμένοι. Λίγες ώρες την ημέρα κυκλοφορούσαμε και το βράδυ στο σπίτι ήμασταν χωρίς φως. Υπήρχε πολύ φτώχεια και πείνα. Με το σφύριγμα της σειρήνας ο κόσμος έτρεχε να κρυφτεί στα καταφύγια και στα υπόγεια για να γλιτώσει από τις βόμβες που έριχναν τα αεροπλάνα.
Γιαγιά Ρίτσα

Ο παππούς του πατέρα μου υπηρέτησε στο στρατό στους εύζωνες, δηλαδή στους τσολιάδες. Το 1940 με την επιστράτευση κλήθηκε στο τάγμα ευζώνων για να πολεμήσει. Οι κορυφές της Πίνδου ήταν χιονισμένες. Το έδαφος κρύο, υγρό, χιονισμένο και λασπωμένο. Το φαγητό λίγο και η κούραση μεγάλη. Παρ’  όλα αυτά, οι εύζωνες προχωρούσαν πολεμώντας κι οι Ιταλοί οπισθοχωρούσαν.
Ο
προπάππους μου από εκείνον τον πόλεμο έπαθε στα πόδια κρυοπαγήματα από τα οποία υπέφερε μέχρι τα γεράματα.
Πόνιος Στέργιος

Αρχαίο ελληνικό θέατρο – Φ.Ε.

ΦΕ1

2. Σταυρόλεξο

ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ

2. Ύμνος που τραγουδούσαν πενήντα άνδρες γύρω από το βωμό του θεού Διονύσου.
5. Το ………. του θεάτρου ήταν πάντοτε υπαίθριο και αρμονικά ενταγμένο στο γύρω τοπίο.
6. Τα φορούσαν στα πόδια τους οι ηθοποιοί.
7. Κοντά σ’ αυτόν ήταν χτισμένα τα πρώτα αρχαία ελληνικά θέατρα.
8. Αυτή ήταν εξαιρετική χάρη στο ημικυκλικό σχήμα του θεάτρου.
10. Κατείχε σημαντική θέση στην κοινωνική ζωή των αρχαίων Ελλήνων.
12. Ισοπεδωμένος υπαίθριος κυκλικός χώρος. Εκεί τραγουδούσε ο χορός των πενήντα ανδρών.
13. Ήταν πολύ απλά και δεν άλλαζαν κατά τη διάρκεια της παράστασης.
14. Ο πρώτος ηθοποιός στον κόσμο.
16. Σχηματιζόταν με το σκάψιμο της πλαγιάς ενός λόφου. Χάρη στο ημικυκλικό σχήμα του, οι θεατές
έβλεπαν κι άκουγαν πολύ καλά τα θεατρικά δρώμενα.
17. Κι αυτό ήταν ένα συνηθισμένο φόντο στις θεατρικές παραστάσεις.

ΚΑΘΕΤΑ

1. Έτσι ονομάζονταν τα ρούχα των ηθοποιών.
3. Αυτές δεν επιτρεπόταν να παίζουν στο θέατρο.
4. Ο χώρος που έπαιζαν οι ηθοποιοί.
9. Τις φορούσαν πάντα οι ηθοποιοί. Έτσι είχαν έκφραση γελαστή, λυπημένη ή ειρωνική.
11. Έτσι λέγονταν οι πλούσιοι πολίτες της Αθήνας που χρηματοδοτούσαν μια θεατρική παράσταση.
14. Συνηθισμένο φόντο στα αρχαία ελληνικά θέατρα.
15. Τον αποτελούσαν πενήντα άνδρες.

ΦΕ2

ΦΕ3