Μέγαρα – Ελιά, το ευλογημένο δέντρο

Ελιά, το ευλογημένο δέντρο

Επίσκεψη στο λιατρίβι
του αγροτικού συνεταιρισμού Μεγάρων
στις 14 Δεκ. 2011

Ο ελαιώνας των Μεγάρων

Ο ελαιώνας των Μεγάρων

Το λιατρίβι

Το λιατρίβι

Το αναβατόριο

Το αναβατόριο

Οι ελιές πλένονται

Οι ελιές πλένονται

Έτοιμο το αγνό κίτρινο λαδάκι

Έτοιμο το αγνό κίτρινο λαδάκι

Στη δυτική Αττική, ανάμεσα όρος «Πατέρας» βόρεια και το Σαρωνικό κόλπο νότια, βρίσκεται ένας μεγάλος κάμπος. Είναι ο ελαιώνας των Μεγάρων. Έχει αμέτρητες, καταπράσινες ελιές. Στη μέση του ωραίου αυτού κάμπου βρίσκονται τα Μέγαρα, πόλη αρχαία, με μεγάλη ιστορία. Δυτικά της πόλης  είναι το όρος «Γεράνεια». Αν ανέβεις στους πρόποδες του όρους αυτού, στην περιοχή «Καβελλάρης», βλέπεις από μακριά την πόλη των Μεγάρων που ’ναι χτισμένη πάνω στα δυο γραφικά λοφάκια της Αλκάθους και Καρία, το Σαρωνικό κόλπο, το μικρό ψαροχώρι μας την Πάχη, τη θάλασσα και μακριά στο βάθος τη Σαλαμίνα.

Είναι τόσο όμορφη μια βόλτα στο μεγάλο ελαιώνα. Οι παλιοί Μεγαρίτες έλεγαν: «Αν βγεις μια βόλτα στον κάμπο με τις ελιές, δε σου κάνει καρδιά να γυρίσεις στην πόλη». Περπατάς ανάμεσα στις αιωνόβιες ελιές που την ηλικία τους μαρτυρά ο τεράστιος, γέρικος και κουφαλιασμένος κορμός τους. Τις αγγίζεις και τις ευχαριστείς. Είναι τόσο χρήσιμα δένδρα.

Το ευλογημένο δένδρο της ελιάς μας δίνει τους καρπούς του από τα αρχαία χρόνια και συμβάλλει σημαντικά στην οικονομία των Μεγάρων. Είναι το ίδιο δένδρο που έδωσε, σύμφωνα με το μύθο, τη νίκη στη θεά Αθηνά στον αγώνα της με τον Ποσειδώνα για την ονοματοθεσία της πόλης των Αθηνών.  Αυτό δείχνει την αξία του. Μας δίνει τις ελιές και το λάδι, τροφές υγιεινές και πολύ ωφέλιμες για τον οργανισμό μας, απαραίτητες στην καθημερινή διατροφή μας.

Μόλις μπει ο Νοέμβρης, οι Μεγαρίτες ελαιοπαραγωγοί αρχίζουν να ετοιμάζονται. Παίρνουν σκάλες, τσουγκράνες, τσουβαλάκια, δίχτυα, φορτηγάκια ή τρακτέρ, βρίσκουν εργάτες, αγγαρεύουν και όλη την οικογένεια και ξεκινούν για το μάζεμα της ελιάς. Κόπος και μόχθος. Κι ο καρπός ευλογημένος. Τώρα τελευταία βοηθάει και η τεχνολογία με σύγχρονα εργαλεία που κάνουν το μάζεμα λιγότερο κοπιαστικό. Ξεκινούν απ’ το πρωί και τελειώνουν αργά το απόγευμα. Και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Ώσπου να μαζευτεί όλος ο καρπός περνούν πολλές μέρες. Άλλος έχει πεντακόσιες ελιές, άλλος χίλιες, άλλος δυο χιλιάδες…

Ο καρπός μαζεύτηκε. Σειρά έχει τώρα το λιατρίβι. Κρατούν πρώτα τις ελιές που θα αλατίσουν για να τις φάνε στο τραπέζι και τις υπόλοιπες τις φορτώνουν στο φορτηγάκι  για να τις λιατριβίσουν και να βγάλουν το αγνό, κίτρινο λαδάκι.

Το φορτηγάκι φθάνει στον αγροτικό συνεταιρισμό. Μπαίνει πάνω στη μεγάλη πλάστιγγα για να ζυγιστεί. Πρέπει να δουν πόσο είναι το καθαρό βάρος, δηλαδή οι ελιές που θα λιατριβίσουν.

Ακολουθεί το άδειασμα στη μεγάλη χοάνη. Οι ελιές με τα φυλλαράκια τους πέφτουν μέσα κι αυτή τις ρουφάει σιγά σιγά κι εξαφανίζονται.

Αν κοιτάξεις όμως δίπλα στο αναβατόριο, τις βλέπεις ν’ ανεβαίνουν ψηλά και να κατευθύνονται στον απορροφητήρα που θα τραβήξει τα ασημοπράσινα φυλλαράκια, που είναι ανακατεμένα με τον καρπό.

Σειρά έχει το πλυντήριο. Οι ελιές πλένονται και κοσκινίζονται. Έτσι αφαιρούνται κι άλλα φύλλα ή κλαράκια και υπολείμματα που δεν έφυγαν στον απορροφητήρα. Τώρα είναι καθαρές κι έτοιμες για ν’ αρχίσει η διαδικασία παραγωγής λαδιού.

Πέφτουν σε μια μικρότερη χοάνη. Απορροφώνται, ανεβαίνουν και πάλι ψηλά με άλλο αναβατόριο και πηγαίνουν στο σπαστήρα. Εκεί οι ελίτσες σπάνε και γίνονται σαν χυλός. Ακολουθεί ο μαλακτήρας. Μαλάσσονται για μισή ώρα, ενώ γύρω γύρω στο μαλακτήρα κυκλοφορεί νερό σε θερμοκρασία 30ο βαθμών Κελσίου, όχι παραπάνω, γιατί το λάδι δε θα ’ναι καλής ποιότητος. Η δουλειά αυτή είναι πολύ σημαντική γιατί εδώ αποδεσμεύονται τα κύτταρα του λαδιού από τον υπόλοιπο καρπό.

Επόμενο βήμα είναι ο διαχωριστήρας. Θα χωριστεί το στερεό μέρος του καρπού, δηλαδή η ελαιόπαστα, από το υγρό, που είναι λάδι ανακατεμένο με νερό. Η ελαιόπαστα θα χρησιμοποιηθεί στην πυρηνουργία για να βγουν μετά από χημική επεξεργασία κι άλλα προϊόντα, όπως σαπούνια, πυρηνέλαιο  και άλλα έλαια κατώτερης ποιότητας.

Το αγνό, υγρό λάδι θα περάσει τώρα στους διαχωριστήρες για να ξεχωρίσει από το νερό. Ήρθε η στιγμή που ο ελαιοπαραγωγός περίμενε. Ένα χαμόγελο φαίνεται στο πρόσωπό του. Μυρωδάτο και κίτρινο σαν χρυσάφι αρχίζει να τρέχει το καθαρό κι αγνό λάδι. Τροφή πλούσια και υγιεινή. Προϊόν έτοιμο προς κατανάλωση και πώληση. Το αποτέλεσμα μιας ολόχρονης καλλιέργειας της ελιάς και πολλών ημερών επίπονου αγώνα ελαιομαζέματος.

Ο παραγωγός χαρούμενος βάζει το λάδι στα δοχεία, ενώ δεν ξεχνάει ν’ αφήσει ένα μέρος από την παραγωγή του στο λιατρίβι. Είναι τα δικαιώματα του λιατριβιού, η πληρωμή του. Τέλος τα δοχεία φορτώνονται στο μικρό φορτηγάκι. Επιστροφή στο σπίτι. Όλοι είναι χαρούμενοι. Η νέα σοδειά έχει έρθει. Το λάδι μπαίνει σε μεγάλα δοχεία. Άλλο θα καταναλωθεί από την οικογένεια κι άλλο θα πουληθεί.

Στις μέρες της χρονιάς που θα ’ρθει, ο ελαιοπαραγωγός έχει να κάνει πολλές και σημαντικές δουλειές. Θ’ αγοράσει λίπασμα για να ρίξει στα δέντρα του, ώστε να τραφούν, θα τα κλαδέψει παίρνοντας έτσι και ξύλα για το τζάκι του, θα καθαρίσει τα άχρηστα κλαδάκια που πετάγονται κοντά στις ρίζες, θα ραντίσει για να σκοτωθούν επικίνδυνα ζιζάνια που απειλούν την καρποφορία και θα περιμένει μέχρι την επόμενη συγκομιδή.

Όσες φορές θα πάει στα δεντράκια του για να τα δει και να τα φροντίσει, τόσες φορές μυστικά θα τα ευχαριστήσει για τον καρπό που του δίνουν ακούραστα κάθε χρόνο. Οι αιωνόβιες, ευλογημένες ελιές.

Τραγούδι: Οι ελιές

Στα χωράφια στις πλαγιές
σκορπισμένες οι ελιές
γύρω απλώνουν τα κλαδιά
με τα φύλλα τ’ ασημιά.

Οι ελιές, οι ελιές
στα χωράφια στις πλαγιές.
Οι ελιές, οι ελιές
ασημένιες φουντωτές.

Κάντε κλικ για ν΄ ακούσετε το τραγούδι: Οι ελιές

Ευχαριστούμε πολύ τους ανθρώπους του λιατριβιού για την ωραία ξενάγηση.
Οι μαθητές της Β΄ και Δ΄ τάξης.

Φύση, Δημιουργία, Χρώμα

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ

Λουλούδια όμορφα παντού!

Σε κάμπους, όρη και βουνά,
στων βράχων τις σχισμάδες,
μες σε χαράδρες τρομερές,
απόκρημνες, κοφτές, βαθιές.

Σε δροσερές πηγούλες,
μικρά ρυάκια, ποταμάκια,
σ’ όμορφους κήπους και αυλές,
παραθυριών περβάζια,
τοίχους, πανύψηλες σκεπές
και στις γωνιές των δρόμων.

Σε δύση και ανατολή,
κι από βορρά σε νότο,
σ’ άνυδρα μέρη, ξερικά,
στης θάλασσας τα βάθη.

Λουλούδια αμέτρητα,
μεγάλα και μικρά,
πανέμορφα, μαγευτικά,
με μύρια χρώματα,
φανταστικά αρώματα,
σχήματα πάμπολλα,
παράξενα, τρελά.

Είναι της φύσης η ομορφιά,
στο μαγικό της γης τον πίνακα
η τελευταία, ωραία πινελιά.

Μπορεί κανείς να συναγωνιστεί
της φύσης την τρελή μαγεία;

Απ’ τους μεγάλους όχι, φίλοι μου, κανείς.
Μας λείπει η αγάπη, η καλή καρδιά
κι όλα τα βλέπουμε μουντά,
μαύρα και γκρι, καθόλου χαρωπά.

Μόν’ τα παιδιά μπορούν,
γιατί έχουν φαντασία.
Άδολη κι αγνή καρδιά,
ελπίδα, αισιοδοξία.

Των λουλουδιών την ομορφιά,
βάζουνε στη ζωή μας
μ’ ένα χαρτί, μολύβια και μπογιές
της φύσης άξιοι συναγωνιστές
δημιουργούν αριστουργήματα,
χρωματιστά… ποιήματα.

Αυτή είναι των παιδιών
μοναδική ικανότητα,
δύναμη ξεχωριστή.
Μπορούν να ντύσουν τη ζωή,
το κάθε τι πάνω στη γη
μ’ όμορφα, χρωματιστά λουλούδια.

Και μες στην τόση ομορφιά,
χρωμάτων πανδαισία,
θλίψη και πόνος χάνονται,
παντού ανάσταση, δημιουργία.
Και πλημμυρίζει όλη η γη
μ’ αγάπης ευωδία.

Sotirios

ΣΚ34

ΣΚ35

 

Ηλεκτρονικό γλωσσάριο

Ηλεκτρονικός υπολογιστής (Η/Υ): Ηλεκτρονική συσκευή με την οποία χειρίζεται και επεξεργάζεται κανείς πληροφορίες και δεδομένα με υψηλή ταχύτητα και ακρίβεια. Η συσκευή συνδέεται και με επιμέρους συσκευές όπως π.χ. η οθόνη, ο εκτυπωτής, το πληκτρολόγιο, το «ποντίκι» κ.α.

Σκληρός δίσκος: Είναι ένας κυκλικός δίσκος με ειδικό μαγνητικό υλικό σε ειδικό περίβλημα προστασίας και αποτελεί τον αποθηκευτικό χώρο των δεδομένων του υπολογιστή.

Οθόνη: Επιμέρους συσκευή του υπολογιστή στην οποία εμφανίζονται τα δεδομένα (εικόνες, κείμενα, Video). Μοιάζει στην εμφάνιση με την τηλεόραση.

Πληκτρολογώ: Γράφω γράμματα, αριθμούς, σύμβολα στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή εισάγοντας έτσι δεδομένα για επεξεργασία.

Ηχείο: Συσκευή που είναι συνδεδεμένη με τον υπολογιστή και από την οποία ακούγονται οι διάφοροι ήχοι που βρίσκονται μέσα σ’ αυτόν σαν αρχεία ήχου.

Ποντίκι: Εξάρτημα του υπολογιστή που μοιάζει με «ποντίκι». Μας δίνει τη δυνατότητα να χειριστούμε δεδομένα που παρουσιάζονται στην οθόνη δίνοντας διάφορες εντολές.

Διαδίκτυο: Πρόκειται για το γνωστό και ως internet, τον παγκόσμιο ιστό (www) μέσω του οποίου συνδέονται υπολογιστές και δίκτυα υπολογιστών που βρίσκονται σε πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες, επιχειρήσεις, ιδρύματα, οργανισμούς, ιδιώτες και επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ παράλληλα παρέχονται στο χρήστη διάφορες υπηρεσίες.

Ηλεκτρονική διεύθυνση: Κάθε υπολογιστής που συνδέεται στο internet έχει και μια «ηλεκτρονική διεύθυνση» μοναδική και συγκεκριμένη (κάτι ανάλογο με τη διεύθυνση του σπιτιού μας). Έτσι καθένας επικοινωνεί με τους άλλους χρησιμοποιώντας την ηλεκτρονική τους διεύθυνση.

Ιστοσελίδα: Ηλεκτρονική σελίδα στο διαδίκτυο η οποία συνήθως έχει κείμενα εικόνες, ήχους, Video. Οι ιστοσελίδες εμφανίζονται στον υπολογιστή μας όταν μέσω του internet επισκεπτόμαστε μια ηλεκτρονική διεύθυνση.

Δικτυακή πλοήγηση: Η περιπλάνησή μας (περιήγηση) στο διαδίκτυο όταν επισκεπτόμαστε διάφορες ιστοσελίδες ή ιστολόγια (Blogs) για να βρούμε διάφορες πληροφορίες.

Ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια: Εγκυκλοπαίδεια σε ηλεκτρονική μορφή. Μπορεί να βρίσκεται σε κάποιο CD-ROM ή σε κάποια ιστοσελίδα στο διαδίκτυο και μπορούμε να τη διαβάσουμε μέσω του υπολογιστή μας.

Επιμέλεια πληροφοριών: Ειρήνη, Ελένη, Βαγγέλης, Παρασκευή

Ανέκδοτα

– Πήγες, Γιαννάκη, να δεις αν ο χασάπης έχει μοσχαρίσια πόδια;
– Πήγα μαμά, αλλά δεν μπόρεσα να δω, γιατί φορούσε κάλτσες.

Ο μπαμπάς: Περίεργο! Το ξυράφι μου δεν κόβει καθόλου.
Τοτός: Τι λες μπαμπά; Το πρωί που έξυσα το μολύβι μου έκοβε περίφημα!…

 

– Ξέρεις μικρέ, γιατί οι μέρες προς το τέλος του χρόνου όλο μικραίνουν;
– Μάλιστα. Για να έρθουν πιο γρήγορα τα δώρα!

Χτυπά το τηλέφωνο του διευθυντή του σχολείου:
– Ο κύριος διευθυντής; Ακούστε, ο μαθητής Παπαδόπουλος
δε θα έρθει στο μάθημα σήμερα. Έχει σαράντα πυρετό.
– Ποιος στο τηλέφωνο;
– Ο μπαμπάς μου, κύριε!

Η κυρία τηλεφωνεί στο γιατρό.
-Γιατρέ, τρέξτε! Ο γιος μου κατάπιε την πέννα μου!…
-Τώρα δεν μπορώ! Θα έρθω σε μια ώρα!
-Και στο μεταξύ τι να κάνω;
-Να γράψετε με μολύβι!…

ΤΟ ΒΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΑΝΤΡΙ

Φώτης Κόντογλου: Το βλογημένο μαντρί

Φώτης Κόντογλου

Κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης τις παραμονές της Πρωτοχρονιάς γυρίζει από χώρα σε χώρα κι από χωριό σε χωριό, και χτυπά τις πόρτες για να δει ποιος θα τον δεχτεί με καθαρή καρδιά. Μια χρονιά λοιπόν, πήρε το ραβδί του και τράβηξε. Ήτανε σαν καλόγερος ασκητής, ντυμένος με κάτι μπαλωμένα παλιόρασα, με χοντροπάπουτσα στα ποδάρια του και μ’ ένα ταγάρι περασμένο στον ώμο του. Γι αυτό τον παίρνανε για διακονιάρη και δεν του ανοίγανε την πόρτα. Ο Άγιος Βασίλης έφευγε λυπημένος, γιατί έβλεπε την απονιά των ανθρώπων και συλλογιζότανε τους φτωχούς που διακονεύουνε, επειδής έχουνε ανάγκη, μ’ όλο που αυτός ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από κανέναν, κι ούτε πεινούσε, ούτε κρύωνε.

Αφού βολόδειρε (1) από δω κι από κει, κι αφού πέρασε από χώρες πολλές κι από χιλιάδες χωριά και πολιτείες, έφταξε στα ελληνικά τα μέρη, πού ‘ναι φτωχός κόσμος. Απ’ όλα τα χωριά πρόκρινε τα πιο φτωχά, και τράβηξε κατά κει, ανάμεσα στα ξερά βουνά που βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη λεμπεσουριά (2). Περπατούσε νύχτα κι ο χιονιάς βογκούσε, η πλάση ήτανε πολύ άγρια. Ψυχή ζωντανή δεν ακουγότανε, εξόν από κανένα τσακάλι που γάβγιζε. Αφού περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ’ ένα απάγκιο που έκοβε ο αγέρας από ‘να μικρό βουνό, κι είδε ένα μαντρί κολλημένο στα βράχια. Άνοιξε την αυλόπορτα που ήτανε κανωμένη από άγρια ρουπάκια (3) και μπήκε στη μάντρα. Τα σκυλιά ξυπνήσανε και πιάσανε και γαβγίζανε. Πέσανε απάνω του να τον σκίσουνε, μα, σαν πήγανε κοντά του, σκύψανε τα κεφάλια τους και σερνόντανε στα ποδάρια του, γλείφανε τα χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα και κουνούσανε παρακαλεστικά τις ουρές τους. Ο Άγιος σίμωσε στο καλύβι του τσομπάνου και χτύπησε την πόρτα με το ραβδί του και φώναξε: «Ελεήστε με, χριστιανοί, για τις ψυχές των αποθαμένων σας! Κι ο Χριστός μας διακόνεψε σαν ήρθε σε τούτον τον κόσμο!». Η πόρτα άνοιξε και βγήκε ένας τσομπάνης, παλικάρι ως εικοσιπέντε χρονώ, με μαύρα γένια και δίχως να δει καλά καλά ποιος χτυπούσε την πόρτα, είπε στο γέροντα: «Πέρασε μέσα στ’ αρχοντικό μας να ζεσταθείς! Καλή μέρα και καλή χρονιά!». Αυτός ο τσομπάνης ήτανε ο Γιάννης ο Μπάικας, που τον λέγανε Γιάννη Βλογημένον, άνθρωπος αθώος σαν τα πρόβατα που βόσκαγε, αγράμματος ολότελα.

Μέσα στην καλύβα έφεγγε με λιγοστό φως ένα λυχνάρι. Ο Γιάννης, σαν είδε στο φως πως ο μουσαφίρης ήτανε γέροντας καλόγερος, πήρε το χέρι του και τ’ ανασπάστηκε και το ‘βαλε απάνω στο κεφάλι του. Ύστερα φώναξε και τη γυναίκα του, ως είκοσι χρονώ κοπελούδα, που κουνούσε το μωρό τους μέσα στην κούνια. Κι εκείνη πήγε ταπεινά και φίλησε το χέρι του γέροντα, κι είπε: «Κόπιασε, παππού, να ξεκουραστείς». Ο Άγιος Βασίλης στάθηκε στην πόρτα και βλόγησε το καλύβι κι είπε: «Βλογημένοι νά ‘σαστε, τέκνα μου, κι όλο το σπιτικό σας! Τα πρόβατά σας να πληθαίνουν ως του Ιώβ μετά την πληγήν και ως του Αβραάμ και ως του Λάβαν! Η ειρήνη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!». Ο Γιάννης έβαλε ξύλα στο τζάκι και ξελόχισε(4) η φωτιά. Ο Άγιος απίθωσε σε μια γωνιά το ταγάρι του, ύστερα έβγαλε το μπαλωμένο το ράσο του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Τον βάλανε κι έκατσε κοντά στη φωτιά, κι η γυναίκα του ‘βαλε και μια μαξιλάρα ν’ ακουμπήσει. Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του: «Βλογημένο να ‘ναι τούτο το καλύβι!». Ο Γιάννης μπαινό-βγαινε, για να φέρει το ‘να και τ’ άλλο. Η γυναίκα του μαγείρευε. Ο Γιάννης ξανάριξε ξύλα στη φωτιά. Μονομιάς φεγγοβόλησε το καλύβι με μιαν αλλιώτικη λάμψη και εφάνηκε σαν παλάτι. Τα δοκάρια σαν να ‘τανε μαλαμοκαπνισμένα, κι οι πυτιές (5) που ήτανε κρεμασμένες σαν να γινήκανε χρυσά καντήλια, και τα τυροβόλια κι οι καρδάρες και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, λες κι ήτανε διαμαντοκολλημένα. Και τα ξύλα που καιγόντανε στη φωτιά ευωδιάζανε σαν μοσκολίβανο και δεν τρίζανε, όπως τρίζανε τα ξύλα της φωτιάς, παρά ψέλνανε σαν τους αγγέλους που ‘ναι στον Παράδεισο.

Ο Γιάννης ήτανε καλός άνθρωπος, όπως τον έφτιαξε ο Θεός. Φτωχός ήτανε, είχε λιγοστά πρόβατα, μα πλούσια καρδιά : «Τη πτωχεία τα πλούσια!». Ήτανε αυτός καλός, μα είχε και καλή γυναίκα. Κι όποιος τύχαινε να χτυπήσει την πόρτα τους, έτρωγε κι έπινε και κοιμότανε. Κι αν ήτανε και πικραμένος, έβρισκε παρηγοριά. Γι αυτό κι ο Άγιος Βασίλης κόνεψε στο καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμονή της χάρης του, κι έδωσε την ευλογία του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της οικουμένης, αρχόντοι, δεσποτάδες κι επίσημοι ανθρώποι, πλην εκείνος δεν πήγε σε κανέναν τέτοιον άνθρωπο, παρά πήγε στο μαντρί του Γιάννη του Βλογημένου.

Σαν βολέψανε τα πρόβατα, μπήκε μέσα ο Γιάννης και λέγει στο γέροντα: «Γέροντα, μεγάλη χαρά έχω απόψε που ήρθες, ν’ ακούσουμε κι εμείς κανένα γράμμα, γιατί δεν έχουμε εκκλησία κοντά μας, μήτε καν ρημοκλήσι. Εγώ αγαπώ πολύ τα γράμματα της θρησκείας μας, κι ας μην τα καταλαβαίνω, γιατί είμαι ξύλο απελέκητο. Μια φορά μας ήρθε ένας γέροντας Αγιονορίτης και μας άφησε τούτη την αγιωτική φυλλάδα, κι αν λάχει να περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιά φορά, τον βάζω και τη διαβάζει. Εγώ όλα όλα τα γράμματα που ξέρω είναι τρία λόγια που τα ‘λεγε ένας γραμματιζούμενος, που έβγαζε λόγο στο χωριό, δυό ώρες από δω, κι από τις πολλές φορές που τα ‘λεγε, τυπωθήκανε στη θύμησή μου. Αυτός ο γραμματικός έλεγε και ξανάλεγε : «Σκώνιτι ου μήτηρ του κι τουν ανισπάζιτι κι του λέγ’ : Τέκνου μου! Τέκνου μου!». Αυτά τα γράμματα ξέρω!».

Ήτανε μεσάνυχτα. Ο αγέρας βογγούσε. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε απάνου και στάθηκε γυρισμένος κατά την ανατολή κι έκανε το σταυρό του τρεις φορές. Ύστερα έσκυψε και πήρε από το ταγάρι του μια φυλλάδα κι είπε: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων!». Ο Γιάννης πήγε και στάθηκε από πίσω του και σταύρωσε τα χέρια του. Η γυναίκα του βύζαξε το μωρό και πήγε κι εκείνη και στάθηκε κοντά στον άντρα της. Κι ο γέροντας είπε το «Θεός Κύριος» και τ’ απολυτίκιο της Περιτομής «Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες», χωρίς να πει και το δικό του τ’ απολυτίκιο, που λέγει : «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου». Έψελνε γλυκά και ταπεινά, κι ο Γιάννης κι η Γιάνναινα τον ακούγανε με κατάνυξη και κάνανε το σταυρό τους. Κι είπε ο Άγιος Βασίλης τον όρθρο και τον κανόνα της εορτής «Δεύτε λαοί, άσωμεν», χωρίς να πει το δικό του κανόνα «Σου την φωνήν έδει παρείναι, Βασίλειε». Κι ύστερα είπε όλη τη λειτουργία κι έκανε απόλυση. Καθίσανε στο τραπέζι και φάγανε, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, ο Γιάννης ο Βλογημένος, η γυναίκα του κι ο μπάρμπα – Μάρκος ο Βουβός, που τον είχε συμμαζέψει ο Γιάννης και τον βοηθούσε. Και, σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!». Κι έκοψε το πρώτο το κομμάτι κι είπε: «του Χριστού», έκοψε το δεύτερο κι είπε: «της Παναγίας», κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε: «του Αγίου Βασιλείου», αλλά είπε: «του νοικοκύρη του Γιάννη του Βλογημένου!». Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει: «Γέροντα, ξέχασες τον Αι-Βασίλη!». Του λέγει ο Άγιος: «Αλήθεια, τον ξέχασα!». Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε: «Του δούλου του Θεού Βασιλείου!». Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια, και σε κάθε ένα που έκοβε έλεγε: «της νοικοκυράς», «του μωρού», «του δούλου του Θεού Μάρκου του μογιλάλου (6)», «του σπιτιού», «των ζωντανών», «των φτωχών». Λέγει πάλι ο Γιάννης στον Άγιο: «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;». Του λέγει ο Άγιος: «Έκοψα, ευλογημένε!». Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα, ο καλότυχος! Έστρωσε η γυναίκα, για να κοιμηθούνε. Σηκωθήκανε να κάνουνε την προσευχή τους. Ο Άγιος Βασίλης άνοιξε τις απαλάμες του κι είπε την δική του την ευχή, που τη λέγει ο παπάς στη λειτουργία: «Κύριος ο Θεός μου, οίδα ότι ουκ ειμι άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην εισέλθης του οίκου της ψυχής μου!». Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζόντανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης : «Εσύ, γέροντα, που ξέρεις τα γράμματα, πες μας σε ποιά παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Αι-Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες μπορεί να ‘χουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μας κάνει να κολαζόμαστε!». Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή αλλιώτικα: «Κύριε ο Θεός μου, οίδας ότι ο δούλος Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός, ίνα υπό την στέγην αυτού εισέλθης, ότι νήπιος υπάρχει, και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών!».

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.

Λεξιλόγιο: 1. Βολοδέρνω = βασανίζομαι γυρνώντας από δω κι από κει,  2. Λεμπεσουριά = φτωχολογιά, 3. Ρουπάκι = αγριοβελανιδιά, 4. Ξελοχίζω = ζωηρεύω τη φωτιά
5. Πυτιά (η) = μαγιά απ’ την οποία γίνεται το τυρί, 6. Μογιλάλος = βουβός

Φτιάχνουμε κούκλες και σκηνικά για να παίξουμε κουκλοθέατρο;

Παιδιά, μπορούμε εύκολα και χωρίς πολύ κόπο, με απλά και φθηνά υλικά να κατασκευάσουμε κούκλες για να παίξουμε κουκλοθέατρο. Είναι ευχάριστη και δημιουργική δραστηριότητα με μεγάλο παιδαγωγικό όφελος. Εμπρός λοιπόν! Προσπαθήστε, δοκιμάστε και θα χαρείτε πολύ με τις ωραίες κούκλες που θα φτιάξετε. Διακοσμήστε τις με μεράκι και φαντασία.

Μπορείτε επίσης να φτιάξετε με τέμπερες ή πλαστικά χρώματα, ωραία σκηνικά για το κουκλοθέατρό σας. Δείτε παρακάτω τα σκηνικά που φτιάξαμε.

Κουκλοθέατρο - Σκηνικό για το έργο Ο Σάκης το καλό λυκάκι, ο ήρωας του δάσους

Σκηνικό (2m X 1m) για το έργο
“Ο Σάκης το καλό λυκάκι, ο ήρωας του δάσους”.

Κουκλοθέατρο - Σκηνικό για το έργο Αγαπώτο δάσος = καθαρό δάσος

Σκηνικό (2m X 1m) για το έργο
“Αγαπώ το δάσος σημαίνει καθαρό δάσος”.

Κουκλοθέατρο - Σκηνικό για το έργο Όχι στο Bullying, Ναι στη φιλία

Σκηνικό (2m X 1m) για το έργο
“Όχι στο Bullying, Ναι στη φιλία”.

Κουκλοθέατρο - Σκηνικό για το έργο Φανταστική Φιλία Φαντασμάτων

Σκηνικό (2m X 1m) για το έργο
“Φανταστική Φιλία Φαντασμάτων”.

Σας αρέσει το κουκλοθέατρο;

Ο Σάκης, το καλό λυκάκι, πηγαίνει φάρμακα και φαγητό στην άρρωστη γιαγιά του. Η Κοκκινοσκουφίτσα, η κακιά βασίλισσα του δάσους θέλει να σκοτώσει τη γιαγιά λύκαινα για να κάνει το δέρμα της γούνα που θα φοράει το χειμώνα. Όμως ο Σάκης αποτρέπει το κακό και καταφέρνει να κάνει την Κοκκινοσκουφίτσα καλή προστατεύοντας όλα τα ζώα και τα φυτά του μεγάλου δάσους. Έτσι γίνεται ο ήρωάς τους.

Παίζουμε κουκλοθέατρο παιδιά;

Οι αγαπημένοι φίλοι, ο Τζίμης κι ο Κουμπομάτης, βοηθούν δυο καλά φαντάσματα, τον Ράστα και τον Καμενοπρόσωπο να ξαναβρεθούν με τα άλλα φαντάσματα, τους φίλους τους, που η μάγισσα Κακίστρα τους είχε κλειδωμένους 100 χρόνια σ’ ένα μπαούλο. Κι όλα αυτά για χάρη της φιλίας γιατί, όπως λέει και το τραγουδάκι, “Δεν υπάρχει μες στον κόσμο άλλο αίσθημα πιο αγνό από την αληθινή φιλία που δε σβήνει με τον καιρό”.

Ζώα στην Ελλάδα που κινδυνεύουν με εξαφάνιση

Γεωγραφία Ε΄τάξης
Κεφ. 22ο : Η χλωρίδα και η πανίδα της Ελλάδας

Στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί περισσότερα από 6.000 είδη φυτών, από τα οποία περίπου 780 είναι ενδημικά, δηλαδή τα συναντάμε μόνο σε ορισμένες περιοχές και 263 τα θεωρούμε σπάνια και απειλούμενα.
Όπως ήδη γνωρίζουμε, η Ελλάδα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία κλίματος λόγω του πολύμορφου ανάγλυφου της. Οι διαφορετικοί αυτοί κλιματικοί τύποι σε συνδυασμό με το μεγάλο μήκος των ακτών και τα πολυάριθμα νησιά συμβάλλουν στην ύπαρξη ποικίλων φυτικών οργανισμών στη χώρα μας. Δηλαδή, η χλωρίδα της Ελλάδας διαθέτει πολυάριθμα είδη φυτών.
Η μεγάλη ποικιλία χλωρίδας που παρουσιάζει η Ελλάδα, η πλεονεκτική γεωγραφική της θέση (είναι το σταυροδρόμι τριών ηπείρων) και το πολύμορφο ανάγλυφο της είναι οι κυριότεροι λόγοι για την ύπαρξη πολλών ζώων στη χώρα μας.
Έχουν καταγραφεί περισσότερα από 1.200 διαφορετικά είδη, από τα οποία τα 47 είναι ενδημικά. Η ελληνική πανίδα επομένως είναι πλούσια. Στη χώρα μας ζουν περισσότερα από 422 είδη πουλιών, πολλά από τα οποία μεταναστεύουν σε άλλες χώρες.
Η χλωρίδα και η πανίδα της χώρας μας τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα. Πολλοί φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί εξαφανίστηκαν και άλλοι είναι υπό εξαφάνιση, γιατί ο άνθρωπος δεν διαχειρίστηκε με σύνεση τον τόπο τους. Σήμερα η πολιτεία, στην προσπάθεια της να διασώσει αυτούς τους οργανισμούς, έχει καταγράψει 700 είδη ζώων και 900 είδη φυτών ως προστατευόμενα, έτσι ώστε να συνεχίσουν να ζουν μακριά από την ανθρώπινη απειλή.

Σπάνια και προστατευόμενα είδη
Ανάμεσα στα προστατευόμενα είδη είναι η μεσογειακή χελώνα Καρέτα-Καρέτα και η φώκια Μονάχους-Μονάχους. Η τελευταία φιλοξενείται στα ύδατα της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς, ενώ η πρώτη συναντάται στα ύδατα του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους.
Τα πυκνά δάση και κυρίως το Δάσος της Δαδιάς, ανεβαίνοντας τον Έβρο ποταμό στη Θράκη, είναι καταφύγιο για τη μεγαλύτερη ποικιλία κυνηγετικών πουλιών στην Ευρώπη. Η Μικρή Πρέσπα στη Μακεδονία έχει την πλουσιότερη αποικία ψαροφάγων πουλιών στην Ευρώπη, ενώ μπορούμε επίσης να συναντήσουμε κορμοράνους, νερόκοτες, σταχτόχηνες και χηνοπρίστες.
Η καφέ αρκούδα (το μεγαλύτερο θηλαστικό της Ευρώπης) επιβιώνει στα βουνά της Πίνδου και στα βουνά των συνόρων με την Αλβανία, την Π.Γ.Δ.Μ. και τη Βουλγαρία. Τα βόρεια δάση προσφέρουν καταφύγιο στην αγριόγατα, το σαμούρι και τον αίγαγρο και περιστασιακά σε λύκους και λύγκες, ενώ ευρωπαϊκοί αίγαγροι και σκαντζόχοιροι ζουν στο νότο.
Ιστοσελίδα της Ελληνικής Προεδρίας της Ε.Ε., eu2003.gr

Ζώα του ελληνικού δάσους που κινδυνεύουν
Η Αρκούδα: Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχουν περίπου 140-150 αρκούδες (η καταμέτρηση επιτυγχάνεται με ειδικές έρευνες, οι οποίες βασίζονται στα ίχνη και στην καταμέτρηση των θηλυκών με τα μικρά τους). Το ζώο, που πρακτικά δεν κινδυνεύει από τίποτα, διαθέτει μεγάλες ικανότητες, όπως αξεπέραστη δύναμη, εκπληκτική ταχύτητα, όσφρηση (για την ανεύρεση της τροφής του σε απόσταση χιλιομέτρων) και ικανότητα αναρρίχησης. Η τροφή του είναι κυρίως φυτά. Στη χώρα μας συναντάται στη Ροδόπη, στην Πίνδο και στο Γράμμο. Ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι ο άνθρωπος.
Το τσακάλι: Σήμερα ζει στη Ν. Πελοπόννησο, στο δέλτα του Νέστου και σε μερικές περιοχές κοντά στη Θεσσαλονίκη. Από την κεντρική Ελλάδα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Οι κτηνοτρόφοι ρίχνουν «φόλες», για να μπορούν να σκοτώνουν τα ζώα που τους καταστρέφουν την παραγωγή ή τρώνε τα κοπάδια τους.
Ο λύκος: Ανήκει στα ζώα που διαθέτουν καταπληκτική ικανότητα προσαρμογής, όπως και η αλεπού.
Η αλεπού: Είναι ένα από τα πιο προσαρμόσιμα ζώα. Μπορεί να ζήσει παντού και τρώει τα πάντα. Ζει σε ορεινές κυρίως περιοχές.
Ιστοσελίδα 2ου Λυκείου Σαλαμίνας

Γεωγραφικό γλωσσάριο
Ενδημικά φυτά: Τα φυτά που φυτρώνουν σε μια περιοχή λόγω του κλίματος και απαντώνται μόνο στην περιοχή αυτή.
Χλωρίδα: Το σύνολο των φυτικών οργανισμών που ζουν σε μια περιοχή.
Πανίδα: Το σύνολο των ζωικών οργανισμών που ζουν σε μια περιοχή.