Οι γυναίκες στα βουνά της Πίνδου στον πόλεμο του 1940
Οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν ηρωικά στα βουνά της Πίνδου προσπαθώντας να αποκρούσουν τις επιθέσεις των Ιταλών. Και το θαύμα έγινε. Ο ιταλικός στρατός, όχι μόνο δεν προχώρησε ούτε ένα μέτρο στο ελληνικό έδαφος, μα άρχισε να υποχωρεί. Οι Έλληνες στρατιώτες άρχισαν να προελαύνουν ελευθερώνοντας τις ελληνικές πόλεις της Β. Ηπείρου. Σύμμαχο και βοηθό σ’ αυτή την τιτάνια προσπάθεια οι Έλληνες στρατιώτες είχαν τις γυναίκες της Πίνδου.
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940
Απόσπασμα από το θεατρικό“Ήταν μια φορά ένας πόλεμος” που γράφτηκε από τον Θωμά Μενεξέ το Σεπτέμβριο του 2008. Διασκευή: Sotirios
Εισαγωγή: Ακούγεται το τραγούδι «Ηπειρώτισσες» (καραόκε), ενώ ταυτόχρονα προβάλλονται οι διαφάνειες με τις γυναίκες της Πίνδου που ανεβαίνουν στα βουνά μεταφέροντας πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρούχα στους φαντάρους που πολεμούν.
Σκηνή 1η
(Μπαίνουν οι γυναίκες στη σκηνή από αριστερά. Κουβαλούν κουτιά με πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρούχα. Σταματούν και συζητούν.)
Μαρία: Μάνα, δεν μπορώ άλλο, κουράστηκα.
Μαριάνθη: Ναι, μάνα, κι εγώ το ίδιο.
Αργυρώ: Να βάλουμε μια στάλα νερό στο στόμα μας.
Μαριλιάννα: Να φάμε και μια μπουκιά ψωμί να ψυχοπιαστούμε.
Μάνα: Δεν είναι ώρα για ξεκούραση κόρες μου. Έχουμε πόλεμο. Μπρος, σηκώστε τα μπογαλάκια σας και πάμε. Έχουμε μια ώρα δρόμο μέχρι την Κιάφα. Κι αν ο καιρός πάλι χαλάσει, θα βραδιάσουμε μέχρι να ξαναγυρίσουμε στο σπίτι μας.
Μαρία: Μα γιατί πρέπει κάθε μέρα να κουβαλάμε πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρούχα στους φαντάρους μας;
Μαριάνθη: Τόσους άντρες έχει ο στρατός.
Μάνα: Οι άντρες κάνουν πόλεμο. Παντού πολεμούν τους Ιταλούς τα ευζωνάκια μας. Δεν περισσεύουν γι’ αυτή τη δουλειά που κάνουμε εμείς.
Αργυρώ: Και γιατί δώσαμε όλα τα μάλλινα ρούχα του συγχωρεμένου του πατέρα μας και τις κουβέρτες μας στους στρατιώτες;
Μάνα: Εμείς δώσαμε μόνο μάλλινα ρούχα και κουβέρτες. Άλλοι όμως έδωσαν τα χέρια τους, τα πόδια τους, τα μάτια τους κι άλλοι τη ζωή τους! Η πατρίδα μας χρειάζεται όλους. Ο καθένας πρέπει να δώσει ό,τι μπορεί στον αγώνα για να νικήσουμε τους κατακτητές.
Μαριλιάννα: Έχεις δίκιο μάνα. Μας συγχωρείς. Απλώς μας κούρασε αυτό το πήγαινε, έλα, πάνω στα καταράχια, απ’ το ένα κορφοβούνι στο άλλο.
Μάνα: Μπορεί να κουραστήκατε, μα αντέχετε. Σας ξέρω καλά, κόρες μου είστε. Εγώ σας μεγάλωσα.
Μαρία: Ναι, μάνα. Εμπρός αδελφές μου. Πάμε γρήγορα, πριν μας προλάβει ο χιονιάς.
Μαριάνθη: Οι άντρες κει πάνω πολεμούν γενναία μέσα στο ανελέητο κρύο και τα χιόνια.
Αργυρώ: Χρειάζονται μια μάλλινη φανέλα, ένα ζεστό ζευγάρι κάλτσες και γάντια για να μην πάθουν κρυοπαγήματα.
Μάνα: Είστε γυναίκες της Πίνδου! Αυτός ο τόπος είναι φτωχός, μα βγάζει ανθρώπους που τους περισσεύει η περηφάνια κι η παλικαριά.
Μαριλιάννα: Έχει δίκιο η μάνα μας. Αυτός ο τόπος δε φοβήθηκε κανένα τύραννο. Δεν έσκυψε το κεφάλι ούτε στον Τούρκο Αλή Πασά ούτε στο Σουλτάνο. Θα φοβηθούμε τώρα τους Ιταλούς μακαρονάδες;
Μαρία: Κι εγώ δε φοβάμαι, μα σκέφτομαι τη δύσμοιρη τη Δέσπω, τι έπαθε χτες.
Μάνα: Τι έπαθε; Δεν έμαθα. Μήπως προλαβαίνω να μάθω τίποτα με τόσες δουλειές;
Μαριάνθη: Κουβαλούσε μια στάμνα νερό για τους φαντάρους μας.
Αργυρώ: Οι Ιταλοί της έριξαν δυο σφαίρες. Η μια τρύπησε τη στάμνα και χύθηκε το νερό…
Μαριλιάννα: Κι η άλλη τρύπησε τα σωθικά της και χύθηκε το αίμα της.
Μάνα: Καημένη Δέσπω…
Μαρία: Τη βρήκε δυο ώρες αργότερα μισοπεθαμένη η Χριστίνα του Βασιλάκη.
Μαριάνθη: Νερό, της φώναξε η Δέσπω. Νερό!
Αργυρώ: Κι όταν η Χριστίνα της έδωσε νερό απ’ το φλασκί της, η Δέσπω φώναξε με τρεμάμενη φωνή:
Μαριλιάννα: Δε θέλω για μένα το νερό. Για να γεμίσω τη στάμνα μου το θέλω. Να πιουν οι φαντάροι μας να ξεδιψάσουν.
Μαρία: Αυτά είπε και ξεψύχησε.
Μάνα: Βλέπετε, κόρες μου, πως φτάνετε στα λόγια μου; Σας βαστάει μωρέ ν’ αφήσετε τους φαντάρους μας χωρίς τρόφιμα; Χωρίς νερό; Χωρίς μάλλινα ρούχα;
ΟΛΕΣ: Όχι, όχι!
Μάνα: Ε, τότε τι καθόμαστε; Πάρτε τα πράγματά μας και πάμε… Άντε, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας…
ΟΛΕΣ: Πάμε! (Βγαίνουν από δεξιά. Ακούγεται πάλι το τραγούδι «Ηπειρώτισσες».)
Σκηνή 2η
(Η μουσική διακόπτεται από πυροβολισμούς. Μπαίνουν στη σκηνή από αριστερά οι φαντάροι και πολεμούν. Ύστερα από λίγο σηκώνονται, φωνάζουν «ΑΕΡΑ» και ορμούν βγαίνοντας από δεξιά. Ξαναμπαίνουν από αριστερά. Κάθονται να ξεκουραστούν και συζητούν.)
Κώστας: Πο πο πο! Τι ήταν κι αυτό το σημερινό παιδιά!
Ανέστης: Από τις έξι το πρωί πολεμάμε. Έφτασε απόγευμα και δε σταματήσαμε ούτε στιγμή.
Μανωλιός: Μου τελείωσαν οι σφαίρες. Αν κρατούσε ο πόλεμος ακόμη λίγο, θα πολεμούσα μόνο με την ξιφολόγχη μου.
Χρηστάκης: Τα καταφέραμε όμως. Έπρεπε οπωσδήποτε να πάρουμε αυτό το ύψωμα με το πολυβολείο για μπορέσει αύριο η μονάδα μας να προχωρήσει.
Μάρκος: Κοιτάξτε. Οι Ιταλοί ακόμα τρέχουν. Πήρανε τέτοια τρομάρα μόλις άκουσαν «ΑΕΡΑ» που θα φτάσουν τρέχοντας μέχρι τη θάλασσα.
Κώστας: Ας ξεκουραστούμε τώρα. Έχω πληροφορίες ότι σε λίγο θα ’ρθουν οι γυναίκες της Πίνδου με τρόφιμα, ζεστά ρούχα και πολεμοφόδια.
Ανέστης: Κάνει φοβερό κρύο. Πώς θα τη βγάλουμε απόψε εδώ πάνω στο βουνό; Το βράδυ μπορεί να χιονίσει. Θα παγώσουμε…
(Μπαίνουν από αριστερά οι γυναίκες με τις κούτες και τους μπόγους.)
Μανωλιός: Να ’τες! Πάνω στην ώρα.
Μάνα: Γεια σας λεβέντες. Σας φέραμε ζεστά ρούχα, τρόφιμα και πολεμοφόδια.
Χρηστάκης: Σας ευχαριστούμε. Τα έχουμε πολύ ανάγκη.
Μάρκος: Ο Θεός να σας έχει καλά και να σας δίνει κουράγιο και δύναμη στο κοπιαστικό κι επικίνδυνο έργο σας.
Μαρία: Δεν κάνουμε τίποτα παραπάνω από το χρέος μας στην πατρίδα. Αυτές τις δύσκολες ώρες μας έχει όλους ανάγκη.
Κώστας: Κι όμως, χωρίς εσάς δε θα μπορούσαμε να νικήσουμε. Ο εχθρός είναι πολυάριθμος. Έχει δυνατά όπλα, πολυβόλα, κανόνια, τανκς, αεροπλάνα που μας σφυροκοπούν όλη μέρα. Εμείς δεν έχουμε σχεδόν τίποτα.
Ανέστης: Μόνο ένα ξερό όπλο, την ξιφολόγχη μας, την ψυχή μας και την αγάπη μας για την πατρίδα.
Μαριάνθη: Κι είναι λίγα αυτά; Μόλις πριν από λίγο είδαμε με τα μάτια μας, καθώς ανεβαίναμε, πώς νικήσατε και διώξατε τους Ιταλούς.
Αργυρώ: Αυτοί φοβούνται. Δεν έχουν ψυχή μέσα τους, γιατί δεν πολεμούν για καμιά πατρίδα παρά μόνο για το φασισμό του Χίτλερ και του Μουσολίνι.
Μαριλιάννα: Φάτε, πιείτε, φορέστε τα ζεστά μάλλινα ρούχα και τις κάλτσες και κοιμηθείτε στις μάλλινες κουβέρτες που σας φέραμε. Αύριο σας περιμένει άλλη μάχη. Ο πόλεμος συνεχίζεται…
ΟΛΟΙ: Σας ευχαριστούμε γυναίκες της Πίνδου, γενναίες Ελληνίδες.
Μανωλιός: Είμαι από την περήφανη Κρήτη και πάντα καυχιόμουν για τις γενναίες Κρητικοπούλες, μανάδες και κόρες. Όμως τώρα βλέπω ότι και στην Ήπειρο υπάρχουν αντάξιες Ελληνίδες. (Όλοι πιάνονται χέρι χέρι, κάνουν ημικύκλιο και τραγουδούν στίχους από το τραγούδι «Ηπειρώτισσες»)
ΟΛΟΙ:
Γυναίκες Ηπειρώτισσες,
ξαφνιάσματα της φύσης,
εχθρέ γιατί δε ρώτησες
ποιον πας να κατακτήσεις;
Γυναίκες απ’ τα σύνορα,
κόρες, γριές, κυράδες,
εσείς θα είστε σίγουρα,
της λευτεριάς μανάδες.
ΤΕΛΟΣ
