Οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν ηρωικά στα βουνά της Πίνδου προσπαθώντας να αποκρούσουν τις επιθέσεις των Ιταλών. Και το θαύμα έγινε. Ο ιταλικός στρατός, όχι μόνο δεν προχώρησε ούτε ένα μέτρο στο ελληνικό έδαφος, μα άρχισε να υποχωρεί. Οι Έλληνες στρατιώτες άρχισαν να προελαύνουν ελευθερώνοντας τις ελληνικές πόλεις της Β. Ηπείρου. Σύμμαχο και βοηθό σ’ αυτή την τιτάνια προσπάθεια οι Έλληνες στρατιώτες είχαν τις γυναίκες της Πίνδου.
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940
Απόσπασμα από το θεατρικό“Ήταν μια φορά ένας πόλεμος” που γράφτηκε από τον Θωμά Μενεξέ το Σεπτέμβριο του 2008. Διασκευή: Sotirios
Εισαγωγή: Ακούγεται το τραγούδι «Ηπειρώτισσες» (καραόκε), ενώ ταυτόχρονα προβάλλονται οι διαφάνειες με τις γυναίκες της Πίνδου που ανεβαίνουν στα βουνά μεταφέροντας πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρούχα στους φαντάρους που πολεμούν.
Σκηνή 1η
(Μπαίνουν οι γυναίκες στη σκηνή από αριστερά. Κουβαλούν κουτιά με πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρούχα. Σταματούν και συζητούν.)
Μαρία: Μάνα, δεν μπορώ άλλο, κουράστηκα. Μαριάνθη: Ναι, μάνα, κι εγώ το ίδιο. Αργυρώ: Να βάλουμε μια στάλα νερό στο στόμα μας. Μαριλιάννα: Να φάμε και μια μπουκιά ψωμί να ψυχοπιαστούμε. Μάνα: Δεν είναι ώρα για ξεκούραση κόρες μου. Έχουμε πόλεμο. Μπρος, σηκώστε τα μπογαλάκια σας και πάμε. Έχουμε μια ώρα δρόμο μέχρι την Κιάφα. Κι αν ο καιρός πάλι χαλάσει, θα βραδιάσουμε μέχρι να ξαναγυρίσουμε στο σπίτι μας. Μαρία: Μα γιατί πρέπει κάθε μέρα να κουβαλάμε πολεμοφόδια, τρόφιμα και ρούχα στους φαντάρους μας; Μαριάνθη: Τόσους άντρες έχει ο στρατός. Μάνα: Οι άντρες κάνουν πόλεμο. Παντού πολεμούν τους Ιταλούς τα ευζωνάκια μας. Δεν περισσεύουν γι’ αυτή τη δουλειά που κάνουμε εμείς. Αργυρώ: Και γιατί δώσαμε όλα τα μάλλινα ρούχα του συγχωρεμένου του πατέρα μας και τις κουβέρτες μας στους στρατιώτες; Μάνα: Εμείς δώσαμε μόνο μάλλινα ρούχα και κουβέρτες. Άλλοι όμως έδωσαν τα χέρια τους, τα πόδια τους, τα μάτια τους κι άλλοι τη ζωή τους! Η πατρίδα μας χρειάζεται όλους. Ο καθένας πρέπει να δώσει ό,τι μπορεί στον αγώνα για να νικήσουμε τους κατακτητές. Μαριλιάννα: Έχεις δίκιο μάνα. Μας συγχωρείς. Απλώς μας κούρασε αυτό το πήγαινε, έλα, πάνω στα καταράχια, απ’ το ένα κορφοβούνι στο άλλο. Μάνα: Μπορεί να κουραστήκατε, μα αντέχετε. Σας ξέρω καλά, κόρες μου είστε. Εγώ σας μεγάλωσα. Μαρία: Ναι, μάνα. Εμπρός αδελφές μου. Πάμε γρήγορα, πριν μας προλάβει ο χιονιάς. Μαριάνθη: Οι άντρες κει πάνω πολεμούν γενναία μέσα στο ανελέητο κρύο και τα χιόνια. Αργυρώ: Χρειάζονται μια μάλλινη φανέλα, ένα ζεστό ζευγάρι κάλτσες και γάντια για να μην πάθουν κρυοπαγήματα. Μάνα: Είστε γυναίκες της Πίνδου! Αυτός ο τόπος είναι φτωχός, μα βγάζει ανθρώπους που τους περισσεύει η περηφάνια κι η παλικαριά. Μαριλιάννα: Έχει δίκιο η μάνα μας. Αυτός ο τόπος δε φοβήθηκε κανένα τύραννο. Δεν έσκυψε το κεφάλι ούτε στον Τούρκο Αλή Πασά ούτε στο Σουλτάνο. Θα φοβηθούμε τώρα τους Ιταλούς μακαρονάδες; Μαρία: Κι εγώ δε φοβάμαι, μα σκέφτομαι τη δύσμοιρη τη Δέσπω, τι έπαθε χτες. Μάνα: Τι έπαθε; Δεν έμαθα. Μήπως προλαβαίνω να μάθω τίποτα με τόσες δουλειές; Μαριάνθη: Κουβαλούσε μια στάμνα νερό για τους φαντάρους μας. Αργυρώ: Οι Ιταλοί της έριξαν δυο σφαίρες. Η μια τρύπησε τη στάμνα και χύθηκε το νερό… Μαριλιάννα: Κι η άλλη τρύπησε τα σωθικά της και χύθηκε το αίμα της. Μάνα: Καημένη Δέσπω… Μαρία: Τη βρήκε δυο ώρες αργότερα μισοπεθαμένη η Χριστίνα του Βασιλάκη. Μαριάνθη: Νερό, της φώναξε η Δέσπω. Νερό! Αργυρώ: Κι όταν η Χριστίνα της έδωσε νερό απ’ το φλασκί της, η Δέσπω φώναξε με τρεμάμενη φωνή: Μαριλιάννα: Δε θέλω για μένα το νερό. Για να γεμίσω τη στάμνα μου το θέλω. Να πιουν οι φαντάροι μας να ξεδιψάσουν. Μαρία: Αυτά είπε και ξεψύχησε. Μάνα: Βλέπετε, κόρες μου, πως φτάνετε στα λόγια μου; Σας βαστάει μωρέ ν’ αφήσετε τους φαντάρους μας χωρίς τρόφιμα; Χωρίς νερό; Χωρίς μάλλινα ρούχα; ΟΛΕΣ: Όχι, όχι! Μάνα: Ε, τότε τι καθόμαστε; Πάρτε τα πράγματά μας και πάμε… Άντε, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας… ΟΛΕΣ: Πάμε! (Βγαίνουν από δεξιά. Ακούγεται πάλι το τραγούδι «Ηπειρώτισσες».)
Σκηνή 2η
(Η μουσική διακόπτεται από πυροβολισμούς. Μπαίνουν στη σκηνή από αριστερά οι φαντάροι και πολεμούν. Ύστερα από λίγο σηκώνονται, φωνάζουν «ΑΕΡΑ» και ορμούν βγαίνοντας από δεξιά. Ξαναμπαίνουν από αριστερά. Κάθονται να ξεκουραστούν και συζητούν.)
Κώστας: Πο πο πο! Τι ήταν κι αυτό το σημερινό παιδιά! Ανέστης: Από τις έξι το πρωί πολεμάμε. Έφτασε απόγευμα και δε σταματήσαμε ούτε στιγμή. Μανωλιός: Μου τελείωσαν οι σφαίρες. Αν κρατούσε ο πόλεμος ακόμη λίγο, θα πολεμούσα μόνο με την ξιφολόγχη μου. Χρηστάκης: Τα καταφέραμε όμως. Έπρεπε οπωσδήποτε να πάρουμε αυτό το ύψωμα με το πολυβολείο για μπορέσει αύριο η μονάδα μας να προχωρήσει. Μάρκος: Κοιτάξτε. Οι Ιταλοί ακόμα τρέχουν. Πήρανε τέτοια τρομάρα μόλις άκουσαν «ΑΕΡΑ» που θα φτάσουν τρέχοντας μέχρι τη θάλασσα. Κώστας: Ας ξεκουραστούμε τώρα. Έχω πληροφορίες ότι σε λίγο θα ’ρθουν οι γυναίκες της Πίνδου με τρόφιμα, ζεστά ρούχα και πολεμοφόδια. Ανέστης: Κάνει φοβερό κρύο. Πώς θα τη βγάλουμε απόψε εδώ πάνω στο βουνό; Το βράδυ μπορεί να χιονίσει. Θα παγώσουμε… (Μπαίνουν από αριστερά οι γυναίκες με τις κούτες και τους μπόγους.) Μανωλιός: Να ’τες! Πάνω στην ώρα. Μάνα: Γεια σαςλεβέντες. Σας φέραμε ζεστά ρούχα, τρόφιμα και πολεμοφόδια. Χρηστάκης: Σας ευχαριστούμε. Τα έχουμε πολύ ανάγκη. Μάρκος: Ο Θεός να σας έχει καλά και να σας δίνει κουράγιο και δύναμη στο κοπιαστικό κι επικίνδυνο έργο σας. Μαρία: Δεν κάνουμε τίποτα παραπάνω από το χρέος μας στην πατρίδα. Αυτές τις δύσκολες ώρες μας έχει όλους ανάγκη. Κώστας: Κι όμως, χωρίς εσάς δε θα μπορούσαμε να νικήσουμε. Ο εχθρός είναι πολυάριθμος. Έχει δυνατά όπλα, πολυβόλα, κανόνια, τανκς, αεροπλάνα που μας σφυροκοπούν όλη μέρα. Εμείς δεν έχουμε σχεδόν τίποτα. Ανέστης: Μόνο ένα ξερό όπλο, την ξιφολόγχη μας, την ψυχή μας και την αγάπη μας για την πατρίδα. Μαριάνθη: Κι είναι λίγα αυτά; Μόλις πριν από λίγο είδαμε με τα μάτια μας, καθώς ανεβαίναμε, πώς νικήσατε και διώξατε τους Ιταλούς. Αργυρώ: Αυτοί φοβούνται. Δεν έχουν ψυχή μέσα τους, γιατί δεν πολεμούν για καμιά πατρίδα παρά μόνο για το φασισμό του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Μαριλιάννα: Φάτε, πιείτε, φορέστε τα ζεστά μάλλινα ρούχα και τις κάλτσες και κοιμηθείτε στις μάλλινες κουβέρτες που σας φέραμε. Αύριο σας περιμένει άλλη μάχη. Ο πόλεμος συνεχίζεται… ΟΛΟΙ: Σας ευχαριστούμε γυναίκες της Πίνδου, γενναίες Ελληνίδες. Μανωλιός: Είμαι από την περήφανη Κρήτη και πάντα καυχιόμουν για τις γενναίες Κρητικοπούλες, μανάδες και κόρες. Όμως τώρα βλέπω ότι και στην Ήπειρο υπάρχουν αντάξιες Ελληνίδες. (Όλοι πιάνονται χέρι χέρι, κάνουν ημικύκλιο και τραγουδούν στίχους από το τραγούδι «Ηπειρώτισσες»)
ΟΛΟΙ:
Γυναίκες Ηπειρώτισσες, ξαφνιάσματα της φύσης, εχθρέ γιατί δε ρώτησες ποιον πας να κατακτήσεις;
Γυναίκες απ’ τα σύνορα, κόρες, γριές, κυράδες, εσείς θα είστε σίγουρα, της λευτεριάς μανάδες.
Γλώσσα Ε ΄ Δημοτικού
Ενότητα 1η : «Ο φίλος μας το περιβάλλον»
Κεφ. 1ο : «Ο φίλος μας το δάσος» (Σελ. 10η )
Εργασία 3η : Κλείστε τα μάτια και φανταστείτε ότι είστε μέσα στο δάσος. Ποια φυτά και ποια ζώα υπάρχουν μέσα σ’ αυτό; Διαλέξτε τους «ήρωές» σας, όπως ο Πορκιουπίνος και ο Τιμ στο κείμενο που διαβάσατε. Σκεφθείτε μια φανταστική ιστορία. Γράψτε τους διαλόγους και δημιουργήστε ένα θεατρικό σκετς.
ΟΜΟΡΦΟ ΔΑΣΟΣ
(Κάντε κλικ για ν’ ακούσετε
το τραγουδάκι “Όμορφο δάσος”)
Στο δάσος τι όμορφα που ’ναι παιδιά! Ολόγλυκα εκεί κελαηδούν τα πουλιά, νερά δροσερά πώς κυλάνε γοργά, λουλούδια δροσάτα σκορπούν ευωδιά.
Πευκάκια, ελατάκια, οξιές, καστανιές, πουρνάρια και σκοίνα, μυρτιές, κουμαριές, πλατάνι, γκορτσά, καρυδιά, αμυγδαλιά κεράσια και σύκα και βάτα πυκνά.
Λαγοί, χελωνάκια, λυκάκια καλά, κοτσύφια, γεράκια, αετοί στα ψηλά, γιδούλες, λαφάκια, αλεπού πονηρή, τσακάλια, αρκουδάκια που ζούνε μαζί.
Στο δάσος μ’ αρέσει πολύ να γυρνώ, ομορφιά και γαλήνη εκεί θα τη βρω [Φυτά και ζωάκια πολύ τ’ αγαπώ, όμορφη φύση μου σ’ ευχαριστώ.] (δις)
Σκηνή 1η
Μια όμορφη μέρα στο δάσος
Η ελαφίνα γέννησε δυο πανέμορφα ελαφάκια. Το νέο διαδίδεται παντού και αμέσως απ’ αυτούς φυσικά που μπορούν να τρέξουν ή να πετάξουν γρήγορα. Όλοι οι κάτοικοι του δάσους, δέντρα και ζωάκια, χαίρονται και δίνουν στο ελαφάκι και τη γυναίκα του τα συγχαρητήρια. Αυτοί με τη σειρά τους τους καλούν στα βαφτίσια που θα γίνουν την Κυριακή στην πηγούλα κάτω από τα πλατάνια. Θα υπάρχει πλούσιο φαγητό, χορός και τραγούδι. Θα χορέψει η κυρα-Μάρω, η αλεπού, θα τραγουδήσει ο καλλίφωνος τραγουδιστής κυρ Μέντιος, ο γάιδαρος και γενικά θα γίνει μεγάλο πανηγύρι. Φυσικά πρέπει να βρίσκονται όλοι εκεί …
Ομάδα 1η , Σενάριο μαθητών
Αφηγητής: Η ελαφίνα γέννησε δυο όμορφα ελαφάκια. Αμέσως στέλνει το μήνυμα με τα πουλιά και το λαγό σε όλα τα ζωάκια και τα φυτά του δάσους. Του καλεί και στα βαφτίσια που θα γίνουν την Κυριακή στην πηγούλα κάτω από τα πλατάνια. Ελαφίνα: Σας ευχαριστώ που ήρθατε όλοι στα βαφτίσια των παιδιών μου. Τιμ: Δε χρειάζεται να μας ευχαριστείτε κυρία Ελαφίνα. Θέλαμε να έρθουμε να γιορτάσουμε μαζί σας αυτήν την υπέροχη μέρα. Αφηγητής: Ξαφνικά ο αετός βλέπει από ψηλά καπνό και φωτιά να πλησιάζει στο μέρος που ήταν μαζεμένα όλα τα ζώα και τα φυτά του δάσους για τα βαφτίσια. Αετός: Φύγετε όλοι γρήγορα! Πλησιάζει φωτιά εδώ. Αφηγητής: Δυστυχώς τα ζώα και τα φυτά δεν άκουσαν την κραυγή του, γιατί εκείνη την ώρα τραγουδούσε ο κυρ Μέντιος, ο γάιδαρος που νόμιζε ότι ήταν και ο πρώτος τραγουδιστής. Είχε ανοίξει την αγριοφωνάρα του και γκάριζε δυνατά: «Γκαααα, γκα γκα γκαααα!» Όλοι τον παρακολουθούσαν και γελούσαν δυνατά. Ο αετός είδε και λαθροκυνηγούς να πλησιάζουν. Τότε χαμηλώνει και κάθεται στη ράχη της Κας Ελαφίνας. Της τα λέει όλα στο αυτί κι αυτή ακυρώνει τη γιορτή για να φύγουν τα ζωάκια μακριά και να σωθούν. Τα κακόμοιρα τα δεντράκια όμως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για ν’ αποφύγουν τη φωτιά, γιατί, όπως ξέρετε τα φυτά δεν έχουν πόδια αλλά μόνο ρίζες και μένουν όλη τους τη ζωή εκεί που φυτρώνουν. Τελικά οι λαθροκυνηγοί είδαν τη φωτιά σαν εμπόδιο για τη δουλειά τους και την έσβησαν. Μετά έψαξαν για τα ζώα αλλά δε βρήκαν τίποτα και γύρισαν στα σπίτια τους. Όταν πέρασε ο κίνδυνος τα ζωάκια ξαναγύρισαν στην πηγούλα και συνέχισαν τη γιορτή και τα βαφτίσια. Όλοι μαζί: Ευχόμαστε στα νεογέννητα ελαφάκια να ζήσουν πολλά χρόνια.
Σκηνή 2η
Οι λαθροκυνηγοί
Εμφανίζονται στο δάσος δυο αδίστακτοι λαθροκυνηγοί με τα όπλα τους. Είναι απειλητικοί και ψάχνουν για τα θηράματά τους. Τα δέντρα και τα ζώα έντρομα τους παρακολουθούν. Ένα δέντρο κρατάει μια πινακίδα που γράφει ότι απαγορεύεται το κυνήγι αλλά οι λαθροκυνηγοί αδιαφορούν γι’ αυτό. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να σκοτώσουν ζώα και να πάρουν τη γούνα και το κρέας τους. Όμως στο δάσος υπάρχει και ο δασοφύλακας κ. Γιάννης…
Ομάδα 2η , Σενάριο μαθητών
Μήτσος: Βάγγο, πάμε για παράνομο κυνήγι; Βάγγος: Ναι, πάμε. Αφηγητής: Οι δυο λαθροκυνηγοί φτάσανε στο δάσος. Λαγός: Ααα, Οι λαθροκυνηγοί! Τρέξτε να σωθείτε. Ελάφι: Κρυφτείτε. Πουλιά: Έρχονται, πλησιάζουν. Ελαφίνα: Πάω στον δασοφύλακα, τον κ. Γιάννη. Μόνο αυτός μπορεί να τους διώξει. Κ. Γιάννης: Τι έγινε, τι συμβαίνει ελαφίνα; Γιατί είσαι τόσο αναστατωμένη; Ελαφίνα: Ήλθαν πάλι οι λαθροκυνηγοί. Έλα γρήγορα. Μόνο εσύ μπορείς να μας σώσεις. Κ. Γιάννης: Τι κάνετε εσείς με τα όπλα εδώ στο δάσος; Ψηλά τα χέρια. Μήστος: Ο δασοφύλακας, τρέχα Βάγγο. Λαγός: Τις προάλλες αυτοί οι δυο λαθροκυνηγοί είχαν σκοτώσει το ελαφάκι. Κ. Γιάννης: Σας συλλαμβάνω για το ελαφάκι που σκοτώσατε πριν λίγες μέρες. Βάγγος: Είμαστε χαμένοι. Κ. Γιάννης: Τώρα που σας έπιασα θα σας πάω στη φυλακή. Αφηγητής: Κι έτσι ο Βάγγος κι ο Μήτσος έμειναν στη φυλακή για πολύ καιρό, μέχρι που μετάνιωσαν για τις πράξεις τους. Όταν τους άφησαν ελεύθερους δεν ξανάκαναν παράνομο κυνήγι.
Σκηνή 3η
Οι ασυνείδητοι εκδρομείς
Έρχονται ασυνείδητοι εκδρομείς να κάνουν πικ νικ στο δάσος. Τραγουδούν, χορεύουν, τρώνε και πετούν όπου βρουν τα βρόμικα σκουπίδια τους. Τα δέντρα και τα ζώα που τους παρακολουθούν φρίττουν με την απαράδεκτη συμπεριφορά τους. Τότε αποφασίζουν να τους δώσουν ένα καλό μάθημα για να μην το ξανακάνουν…
Ομάδα 3η , Σενάριο μαθητριών
Αφηγητής: Μια φορά κι έναν καιρό μια παρέα τεσσάρων παιδιών η Λένα, η Ξένια, ο Γιάννης και ο Αντρέας πήγανε για πικ νικ στο όμορφο μεγάλο δάσος. Αντρέας: Φτάσαμε επιτέλους! Γιάννης: Ας στρώσουμε εδώ. Είναι πολύ ωραία, το τοπίο είναι φανταστικό! Ξένια: Λένα, φέρε σε παρακαλώ τη σκηνή κι εσύ Γιάννη τους υπνόσακους. Λένα: Εντάξει τη φέρνω αμέσως. Γιάννης: Έγινεεε! Λένα: Αντρέα, πήγαινε να μαζέψεις ξύλα. Γιάννης: Ξένια, βγάλε από το σάκο το τραπεζομάντιλο. Αντρέας: Παιδιά, έφερα μαζί μου και το σκυλάκι μου. Δεν είναι πολύ όμορφο; Όλοι: Ναι, ναι! Λένα: Ελάτε να φάμε γιατί σε λίγο θα σουρουπώσει. Αντρέας: Ας πετάξουμε τα σκουπίδια κάτω. Γιάννης: Δεν είναι σωστό. Ξένια: Συμφωνώ. Λένα: Σιγά τώρα. Πετάξτε τα κάτω. Έτσι κι αλλιώς το δάσος είναι μεγάλο. Τι σημασία έχουν γι’ αυτό μερικά σκουπιδάκια. Ας μπούμε στις σκηνές μας να κοιμηθούμε. Καληνύχτα. Αντρέας: Να πάρουμε και το σκύλο μέσα. Ξένια: Ναι. Λύκος: Αυουουου! Λένα: Μην κάνεις έτσι; Φοβάμαι. Αντρέας: Δεν κάνω εγώ το λύκο. Μάλλον είναι απ’ έξω ένας αληθινός λύκος. Ξένια: Βγαίνω να δω τι γίνεται. Γιάννης: Όχι, μη βγεις. Ξένια: Φοβητσιάρη. Ωωω! Έχουν μαζευτεί πολλά ζώα έξω απ’ τη σκηνή μας. Βγείτε να δείτε. Ελαφίνα: Παιδιά γιατί πετάξατε τα σκουπίδια σας στο σπίτι μας; Κουκουβάγια: Δεν ξέρετε ότι το δάσος είναι το σπίτι των φυτών και των ζώων; Σκύλος: Γαβ, γαβ, γαβ! Λύκος: Μαζέψτε τα γρήγορα πριν σας δαγκώσω. Αρκουδίτσα: Θα σας άρεσε να το κάναμε εμείς αυτό στο δικό σας σπίτι; Παιδιά: Συγνώμη, είμαστε αδικαιολόγητοι. Θα τα μαζέψουμε αμέσως. Ζώα: Ευχαριστούμε πολύ! Από εδώ και πέρα θα είμαστε φίλοι. Αφηγητής: Και τα παιδιά έζησαν καλά και τα δεντράκια και τα ζώα του δάσους καλύτερα.
Σκηνή 4η
Οι οικοπεδοφάγοι
Επισκέπτονται το δάσος κάποιοι καλοντυμένοι κύριοι που με τις πονηρές σκέψεις που έχουν στο μυαλό τους σχεδιάζουν να κόψουν τα δέντρα και να δημιουργήσουν οικόπεδα για να τα πουλήσουν και να κερδίσουν χρήματα. Στο μέρος αυτό θα χτιστούν σπίτια ανθρώπων και τα ζώα δε θα έχουν πού να μείνουν. Μάλιστα θ’ ανοίξουν κι έναν δρόμο για να περνούν κόβοντας ακόμη περισσότερα δέντρα. Τα δέντρα και τα ζώα που τους παρακολουθούν ανατριχιάζουν μόλις ακούνε τις κακές σκέψεις των οικοπεδοφάγων. Απ’ τη μια σκέπτονται με ποιον τρόπο θα καταφέρουν κάτι τέτοιο οι πονηροί άνθρωποι, αφού απαγορεύεται αυστηρά να κόψουν έστω κι ένα δέντρο. Κι απ’ την άλλη προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να τους εμποδίσουν να καταστρέψουν το δάσος …
Ομάδα 4η , Σενάριο μαθητών
Αφηγητής: Μια μέρα στο μεγάλο δάσος τα ζώα και τα φυτά άκουσαν παράξενους θορύβους και τότε ο γερο-Βελανίδης είπε: Γερο-Βελανίδης: Αλεπού πήγαινε να δεις τι γίνεται. Αλεπού: Κάποιοι άνθρωποι έχουν κόψει όλα τα δέντρα και φτιάχνουν οικόπεδα. Πρέπει να τους σταματήσουμε. Γερ-Βελανίδης: Να φωνάξουμε τα μεγάλα, χοντρά και άγρια ζώα. Αλεπού: Πάω να τα φωνάξω. Ζώα: Ήρθαμε, τι μας θέλετε; Αλεπού: Έχουν έρθει άνθρωποι στο δάσος και κόβουν τα δέντρα. Γερο-Βελανίδης: Θα πάτε και θα τους τρομάξετε για να φοβηθούν και να φύγουν. Μόνο έτσι θα σταματήσουν την καταστροφή που κάνουν στο δάσος, δηλαδή στο σπίτι μας. Ζώα: ΟΚ! Πάμε. Θα πάρουν τέτοια τρομάρα που θα τη θυμούνται για καιρό. Αφηγητής: Μετά από μισή ώρα τα μεγάλα ζώα γυρνάνε ευτυχισμένα. Γερο-Βελανίδης: Τι έγινε; Ζώα: Τα καταφέραμε!! Εξαφανίστηκαν τρέχοντας κι ούτε πρόκειται να ξανάρθουν εδώ. Αφηγητής: Όλα τα ζώα και τα δεντράκια γιόρτασαν χαρούμενα το γεγονός με πολύ φαΐ και τραγούδια δίπλα από τη λιμνούλα που βρισκόταν στη μέση του πανέμορφου, μεγάλου δάσους.
Σκηνή 5η
Οι εμπρηστές
Δυο εμπρηστές, για να κερδίσουν τα χρήματα που τους έταξαν κάποιοι άνθρωποι (ίσως οι οικοπεδοφάγοι), βάζουν φωτιά στο δάσος. Πολλά δέντρα καίγονται. Τα ζώα τρέχουν να γλιτώσουν αλλά η φωτιά εξαπλώνεται πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούν τα ζωάκια να τρέξουν. Οι εμπρηστές, κατά βάθος λυπούνται και δεν τους αρέσει αυτό που κάνουν. Μια μυστική φωνή μέσα τους διαμαρτύρεται και τους λέει ότι η πράξη τους είναι πολύ κακή. Η πυροσβεστική με πυροσβέστες, εθελοντές, οχήματα και αεροπλάνα προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά και να σώσει το δάσος. Άραγε τα καταφέρνει τελικά; …
Ομάδα 5η , Σενάριο μαθητριών
Γιώργος: Μάκη, πάμε στους οικοπεδοφάγους να κανονίσουμε πόσα χρήματα θα μας δώσουν για ν’ ανάψουμε τη φωτιά στο δάσος. Μάκης: Ναι, ναι, πάμε. Οικοπεδοφάγοι: Γεια σας παιδιά. Τι έγινε; Αποφασίσατε να κάνετε τη δουλειά που είπαμε; Μάκης: Εντάξει. Θα την κάνουμε. Γιώργος: Θέλουμε όμως να κανονίσουμε τα χρήματα που θα μας δώσετε. Αφροδίτη: Δεν θα τα χαλάσουμε στο ποσό. Όμως θα τα πάρετε μετά τη δουλειά. Μάκης: Πότε θα γίνει; Κατερίνα: Το βράδυ. Γιώργος: Τι θα χρειαστούμε; Αφροδίτη: Πολλά σπίρτα και αναπτήρες. Μάκης: Έλα, Γιώργο, πάμε. Γιώργος: Πού θα την ανάψουμε; Μάκης: Εδώ στα πυκνά πευκάκια. Φέρε τα σπίρτα και τους αναπτήρες. Μάκης: Την άναψα. Φουντώνει! Πάμε να φύγουμε να μην καούμε κι εμείς. Αφηγητής: Η φωτιά άρχισε να μεγαλώνει και να καίει το δάσος. Τα ζώα που κατοικούσαν εκεί άρχισαν να τρέχουν για να γλιτώσουν. Πολλά όμως τραυματίστηκαν και άλλα κάηκαν. Μάκης: Τα καημένα τα ζωάκια. Τα λυπάμαι. Γιώργος: Κι εγώ αλλά τα χρήματα που θα μας δώσουν οι οικοπεδοφάγοι είναι πάρα πολλά. Μάκης: Πάμε να τα πάρουμε. Οικοπεδοφάγοι: Μπράβο παιδιά! Κάνατε καλή δουλειά. Ορίστε τα χρήματά σας. Αφροδίτη: Είναι 100.000 €. Κατερίνα: Τελειώσαμε, δε θα σας χρειαστούμε πάλι. Αφηγητής: Ο Μάκης και ο Γιώργος πήρανε τα χρήματα και το δάσος κάηκε. Μέσα τους όμως μια μυστική φωνή τους έλεγε διαρκώς ότι έκαναν μια πολύ κακή πράξη. Κι αυτό δεν τους άφηνε να ηρεμήσουν και να κοιμηθούν ήσυχα το βράδυ στο κρεβατάκι τους.
Σκηνή 6η
Οι παράνομοι υλοτόμοι (ξυλοκόποι)
Παράνομοι ξυλοκόποι κόβουν δέντρα χωρίς άδεια από το δασαρχείο. Θέλουν να πουλήσουν τα ξύλα για να κερδίσουν χρήματα. Ειδικά τα Χριστούγεννα, που κόβουν τα μικρά έλατα, βγάζουν πολλά λεφτά. Τα δεντράκια τρέμουν από το φόβο τους αλλά δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Ίσως κάποια ζωάκια του δάσους μπορούν να βοηθήσουν και να τους διώξουν. Ίσως και τα παιδιά του δημοτικού μπορούν να εμποδίσουν το κακό που γίνεται τόσα χρόνια τώρα …
Ομάδα 6η , Σενάριο μαθητών:
Αφηγητής: Όλοι το ξέρετε ότι τα τελευταία χρόνια οι παράνομοι υλοτόμοι έχουν πάρει φόρα κι έχουν κόψει πολλά δέντρα. Ας τους δούμε τώρα. Μήτσος: Κίστο, θα με βοηθήσεις να κουνήσω το ξύλο; Κίτσος: Ναι! (Χτυπάει το κεφάλι του) Αουτς! Μήτσος: Είσαι καλά; Κίτσος: Εντάξει είμαι. Δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Μήτσος: Όχι εσύ, το ξύλο. Αφηγητής: Τα δέντρα και τα ζώα του δάσους παρακολουθούν τους δυο τύπους. Λεύκα: Τι σκαρώνουν αυτοί πάλι; Σίγουρα κάτι κακό έχουν στο μυαλό τους. Κρατάνε τσεκούρια και πριόνια. Τιμ (σκίουρος): Θέλουν να κόψουν παράνομα τα δέντρα του δάσους. Ας κάνουμε ένα σχέδιο. Λαγός: Τι σχέδιο; Τιμ: Όταν δε θα μας προσέχουν θα μπούμε στα ρούχα τους. Θα φοβηθούν και θα φύγουν. Φίδι: Συμφωνώ. Τώρα θα δείτε τι τρομάρα θα πάρουν μόλις χωθώ στον κόρφο τους. Αφηγητής: Τα ζωάκια χώθηκαν στα ρούχα του Μήτσου και του Κίτσου κι αυτοί φοβήθηκαν τόσο πολύ που παράτησαν τα τσεκούρια και τα πριόνια κι έφυγαν τρέχοντας από το δάσος. Τα δέντρα και τα ζωάκια έσκασαν στα γέλια.
Σκηνή 7η
Το δάσος αμύνεται, σώζεται και ξαναγεννιέται
Τα δέντρα και τα ζώα συζητούν για την απαράδεκτη κατάσταση που υπάρχει στο δάσος (λαθροκυνηγοί, εκδρομείς, οικοπεδοφάγοι, εμπρηστές, παράνομοι υλοτόμοι κλπ.) και αποφασίζουν να δράσουν. Πρέπει με κάποιο τρόπο να δώσουν σ’ όλους αυτούς τους κακούς να καταλάβουν πως το δάσος είναι η πολιτεία των φυτών και των ζώων και δεν μπορεί ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει. Οι άνθρωποι πρέπει ν’ αγαπούν και να σέβονται το δάσος που τους προσφέρει τόσα καλά (οξυγόνο, ξύλα, έπιπλα, δροσιά, όμορφη φύση για ξεκούραση, βροχή και νερό, κ.α.) και που απ’ αυτό εξαρτάται η ίδια η ζωή τους πάνω στη γη. Τα μεγάλα όπλα των κατοίκων του δάσους είναι πρώτον τα παιδιά που έχουν αγνή ψυχή κι αγαπούν πραγματικά τα ζώα και τα φυτά και δεύτερον τα βιβλία που μπορούν ν’ αποκα-λύψουν την πονηριά και την ασυνειδησία των ανθρώπων. Ύστερα από αρκετή συζήτηση και πολλές ιδέες αρχίζει η δράση των κατοίκων του δάσους.
Τελικά τα δέντρα και τα ζωάκια του δάσους, μετά από πολύ αγώνα, καταφέρνουν τους ανθρώπους ν’ αλλάξουν κι έτσι το δάσος σώζεται και ξαναγεννιέται. Τώρα όλοι, (άνθρωποι, ζώα και φυτά) είναι ευτυχισμένοι…
Ομάδα 7η ,Σενάριο μαθητριών:
Αφηγητής:Μια φορά κι έναν καιρό στο μεγάλο κι όμορφο δάσος που βρισκόταν μακριά από την πόλη στο απέναντι βουνό η μικρή ελαφίνα που ήταν έτοιμη να γεννήσει ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους είδε να έρχονται δυο άνθρωποι για να το κάψουν και να το καταστρέψουν. Γρασίδι: Σας παρακαλώ, μη με κάψετε. Δέντρα: Όχι, μη μας κάνετε κακό. Σκαντζόχοιρος: Αχ, μου χάλασαν τη φωλιά μου. Ελαφίνα: Αααα, πονάω πολύ! Γεννάωω, γέννησα δυο πανέμορφα, μικρά ελαφάκια. Αφηγητής: Οι άνθρωποι άκουσαν τα δέντρα και τα ζωάκια του δάσους και μετάνιωσαν. Είπαν από μέσα τους: « Τι κάνουμε; Γιατί θέλουμε να καταστρέψουμε το δάσος; Είμαστε πολύ ανόητοι. Το δάσος μας δίνει τόσα καλά». Έτσι έγιναν φίλοι με τα φυτά και τα ζωάκια που βλέποντας την αλλαγή στην ψυχή των ανθρώπων ήταν πολύ χαρούμενα και κατάλαβαν ότι έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να αλλάξουν και τους άλλους ανθρώπους. Τιμ (σκίουρος): Δεν είναι κατάσταση αυτή. Κάτι πρέπει να κάνουμε. Κάθε τόσο έρχονται διάφοροι άνθρωποι χωρίς αγάπη για τα δέντρα και τα ζώα του δάσους και μας ενοχλούν. Ξεχνούν ότι εδώ είναι το σπίτι μας. Εμείς δεν τους ενοχλήσαμε ποτέ. Πορκιουπίνος: Ο μόνος τρόπος για να σωθούμε είναι να μιλήσουμε στα παιδιά που θα μας καταλάβουν. Θα τους πούμε να μιλήσουν στους γονείς τους να τους δώσουν και βιβλία που γράφουν για τις ωφέλειες του δάσους και πιστεύω ότι κάτι θα γίνει. Δέντρα: Ναι, ναι, αυτό θα κάνουμε. Μπράβο! Αφηγητής: Έτσι έκαναν τα ζωάκια και τα δέντρα. Κάλεσαν τα παιδιά και τους μίλησαν. Και τα παιδιά, που αγαπούν το δάσος και κάθε τι που υπάρχει μέσα σ’ αυτό, κατάλαβαν. Πέρασε λίγος καιρός και μια μέρα είδαν δασοφύλακες να έρχονται και να βάζουν πινακίδες που έλεγαν ότι απαγορεύεται στους ανθρώπους να κόβουν τα δέντρα να βάζουν φωτιές και να σκοτώνουν τα ζώα. Η χαρά τους δεν περιγράφεται. Είχαν νικήσει κι είχαν βρει επιτέλους την ησυχία τους.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.