Paul Gauguin: Ο ζωγράφος-σύμβολο του Συμβολισμού

10 Ιουνίου 2013

 

Σαν σήμερα, 7 Ιουνίου το 1848, ήρθε στη ζωή, ο σπουδαίος μεταϊμπρεσιονιστής ζωγράφος Paul Gauguin. Αν η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική ξεκίνησε ως απλό χόμπι σύντομα κατακυρίευσε τη ζωή του και ο ίδιος κατέληξε να γίνει ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους του μετιμπρεσιονισμού και ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών, ασκώντας τεράστια επιρροή στις μετέπειτα γενιές.

 

 

Γεννημένος στο Παρίσι της Γαλλίας, ο νεαρός Gauguin περνάει τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο Περού, πατρίδα της μητέρας του, Περού, ύστερα από τη δίωξη που ασκήθηκε στον πατέρα του ως «αντιβοναπαρτιστή». Σε ηλικία 7 ετών η οικογένεια επιστρέφει στη Γαλλία, στην πόλη της Ορλεάνης. Στα 17 του κατατάσσεται στο Γαλλικό Ναυτικό και κάνει τα πρώτα του ταξίδια. Με την ολοκλήρωση της θητείας του το 1870 εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται για κάποιο διάστημα ως χρηματιστής ενώ παράλληλα ξεκινά να ασχολείται με τη ζωγραφική, μαζί με τον φίλο του Emile Schuffenecke. Οι ιμπρεσιονιστές επηρεάζουν σημαντικά το ύφος του αρχικά αλλά σύντομα αρχίζει να διαμορφώνει το δικό του προσωπικό ύφος που είναι ξεχωριστό και καθιστά τα έργα του αναγνωρίσιμα. Βασική γραμμή του είναι να ζωγραφίζει ότι αισθάνεται με την ψυχή και όχι αυτό που βλέπει με τα μάτια του.

 

Ο ίδιος, έγραψε για την ζωγραφική: «Σε αυτή συνοψίζονται όλες οι αισθήσεις. Μπροστά απ’ αυτή καθένας μπορεί, βάζοντας τη φαντασία του να δουλέψει, να πλάσσει ένα μυθιστόρημα και με μια ματιά μονάχα, να νιώσει το πνεύμα του κυριευμένο από βαθιές αναμνήσεις, δίχως ν’ απαιτείται καμιά προσπάθεια της μνήμης, καθώς όλα συνοψίζονται σε μία μόνο στιγμή. Ολοκληρωμένη τέχνη, η οποία συγκεφαλαιώνει και συμπληρώνει όλες τις άλλες. Όπως συμβαίνει με τη μουσική, η οποία επενεργεί στην ψυχή μέσω των αισθήσεων, έτσι και οι αρμονικοί τόνοι αντιστοιχούν στις αρμονίες των ήχων. Στη ζωγραφική, εντούτοις, επιτυγχάνεται μια ενότητα ακατόρθωτη στη μουσική, στην οποία οι συγχορδίες διαδέχονται η μια την άλλη, γι’ αυτό και η κρίση εργάζεται συνεχώς, προκειμένου να ενώσει το τέλος με την αρχή. Το αυτί, με δυο λόγια, είναι το αισθητήριο όργανο που αντιλαμβάνεται ένα μόνο ερέθισμα κάθε φορά, ενώ η όραση περιλαμβάνει τα πάντα, απλοποιώντας τα, συγχρόνως, κατά βούληση».

Το 1873 παντρεύεται με την Δανέζα Mette-Sophie Gad, με την οποία αποκτά 5 παιδιά μέσα σε μια δεκαετία. Αφιερώνεται όλο και περισσότερο στη ζωγραφική και αποφασίζει να εγκαταλείψει την εργασία του. Οι επακόλουθες οικονομικές δυσκολίες τον κάνουν να μετακομίσει στην Κοπεγχάγη όπου η σύζυγός του είχε συγγενείς, όμως δεν θα αντέξει να μείνει περισσότερο από ένα χρόνο και θα ξαναγυρίσει στο Παρίσι, εγκαταλείποντας γυναίκα και παιδιά στην Κοπεγχάγη, προκειμένου να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στη ζωγραφική.

 

 

«Αν ο Pissaro σε ένα πρώτο στάδιο, και εν συνεχεία ο Degas και ο Cezanne υπήρξαν οι πραγματικοί δάσκαλοι του Gauguin, ο οποίος οφείλει στον πρώτο την ιμπρεσιονιστική τεχνική του, στον δεύτερο την αντισυμβατική διάταξη της σύνθεσης και στον τρίτο την οργάνωση με βάση το χρώμα και την αίσθηση της ισορροπίας, ο Πυβί ντε Σαβάν αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στον καινούργιο δρόμο που διάλεξε να ακολουθήσει: εκείνον της διακοσμητικής απλότητας και όλων όσων περικλείει ο όρος “πριμιτιβισμός”» έγραψε η συγγραφέας Elena Ragusa για την επιρροή που δέχθηκε ο καλλιτέχνης ώσπου να βρει το ιδανικό του τρόπο έκφρασης.

 

 

Από το 1885 έως το 1891 ζει κυρίως στο Pont-Aven της Βρετάνης, εκτός από τα διαστήματα που πέρασε με τον φίλο του Vinvent Van Gogh στην Arls, και τα σύντομα ταξίδια του στον Παναμά. «Εσείς είστε οπαδός της ζωής στην πρωτεύουσα. Εμένα μου ταιριάζει η ύπαιθρος. Αγαπώ τη Βρετάνη· σε αυτή ανακαλύπτω το άγριο, το πρωτόγονο στοιχείο», έγραφε εκείνη την εποχή σε κάποιο φίλο του. Περνάει περιόδους κατάθλιψης και αποπειράται μάλιστα να αφαιρέσει τη ζωή του χωρίς επιτυχία. Το 1891 παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει τη Γαλλία για την Ταϊτή, όπου θα μείνει έως το 1893. Επιστρέφοντας στο Παρίσι εκθέτει τα εξωτικά έργα του χωρίς όμως να σημειώσει επιτυχία και να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση. Το 1895 φεύγει οριστικά από τη Γαλλία για τις Νήσους Μαρκησίες όπου θα ζήσει μέχρι το θάνατό του στις 8 Μαΐου 1903, σε ηλικία 55 ετών.

 

«Από την ημέρα του θανάτου του στις μακρινές Νήσους Μαρκέσας της Γαλλικής Πολυνησίας, το όνομα Paul Gauguin ανακαλεί στη συλλογική μνήμη όχι μόνο ένα καλλιτέχνη, αλλά και μια θρυλική προσωπικότητα. Αλλωστε, εξίσου σημαντική με το έργο του είναι και η περιπέτεια που αντικατοπτρίζεται σε αυτό. Πρόκειται για μια περιπέτεια η οποία ξεκινάει, επισήμως, την 1η Απριλίου 1891, όταν σαλπάρει από τη Μασσαλία με προορισμό τον Νότιο Ειρηνικό, στην πραγματικότητα όμως η περιπέτεια είχε ξεκινήσει νωρίτερα, με τις “εξορμήσεις” στον Παναμά και τη Μαρτινίκα, το 1887, ή με τα μικρά διαστήματα παραμονής του στη Βρετάνη ή ενδεχομένως ακόμη πιο νωρίς, την εποχή της νιότης του, όταν όργωνε τις θάλασσες ως ναυτικός» έγραψε για τον σπουδαίο ζωγράφο στο βιβλίο του ο Guillerno Solana «O Gauguin και οι ρίζες του συμβολισμού».

 

 

Πηγή: tvxs.gr

http://tvxs.gr/news/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B1/paul-gauguin-%CE%BF-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%8D%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

 

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ του Ron Jones (1972) – ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ Η ΤΑΙΝΙΑ

10 Ιουνίου 2013

Για χρόνια κρατούσα ένα παράξενο μυστικό. Μοιραζόμουν αυτή τη σιωπή με διακόσιους μαθητές. Χτες συνάντησα έναν από αυτούς τους μαθητές. Για μια στιγμή όλα ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ο Στηβ Κονίτζιο ήταν μαθητής μου στο μάθημα της Παγκόσμιας Ιστορίας. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλον μάλλον τυχαία. Είναι μια από αυτές τις συμπτώσεις που συμβαίνουν στους καθηγητές, τη στιγμή ακριβώς που δεν το περιμένουν. Περπατάς στο δρόμο, τρως σ’ ένα απόμερο εστιατόριο, ή βρίσκεσαι να αγοράζεις εσώρουχα, όταν εντελώς ξαφνικά ένας πρώην μαθητής σου πετάγεται από το πουθενά και σου λέει καλημέρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Στηβ να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας «Κύριε Τζόουνς, κύριε Τζόουνς!». Χαιρετιόμαστε μ’ ένα αμήχανο αγκάλιασμα. Έπρεπε να σταθώ για ένα λεπτό για να θυμηθώ. Ποιος είναι αυτός ο νεαρός που με αγκαλιάζει; Με φωνάζει κύριο Τζόουνς. Θα πρέπει να είναι πρώην μαθητής. Πως τον λένε; Στα κλάσματα δευτερολέπτου που διήρκεσε το ταξίδι μου πίσω στο χρόνο, ο Στηβ αντιλήφθηκε την απορία μου και έκανε ένα βήμα πίσω. Μετά χαμογέλασε, και αργά σήκωσε το χέρι του, κρατώντας το κάπως λυγισμένα. Θεέ μου, ήταν μέλος του Τρίτου Κύματος. Είναι ο Στηβ, ο Στηβ Κονίτζιο. Καθόταν στη δεύτερη σειρά. Ήταν ευαίσθητος και ξύπνιος μαθητής. Έπαιζε κιθάρα και του άρεσε το θέατρο.

Στεκόμασταν ακίνητοι ανταλλάσσοντας χαμόγελα, όταν, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, σήκωσα το χέρι μου κρατώντας το σε σχήμα καμπύλης. Ο χαιρετισμός είχε δοθεί. Δύο σύντροφοι συναντιούνταν χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Το Τρίτο Κύμα ήταν ακόμα ζωντανό. «Κύριε Τζόουνς, θυμάστε το Τρίτο Κύμα;». Φυσικά και το θυμάμαι, ήταν ένα από τα πιο τρομακτικά γεγονότα που βίωσα μέσα στην σχολική αίθουσα. Και ήταν συγχρόνως η γέννηση ενός μυστικού που εγώ και διακόσιοι μαθητές θα μοιραζόμασταν θλιμμένα για το υπόλοιπο της ζωής μας.

Μιλούσαμε και γελούσαμε με το Τρίτο Κύμα για τις επόμενες ώρες. Ύστερα ήταν η ώρα να χωριστούμε. Είναι παράξενο, με τα παιχνίδια αυτά της τύχης συναντάς έναν παλιό μαθητή, ξαναπιάνεις κάποιες στιγμές τις ζωής σου. Τις κρατάς σφιχτά. Και μετά λες αντίο. Χωρίς να ξέρεις πότε και αν θα συναντηθείτε ξανά. Δίνετε βέβαια υποσχέσεις ο ένας στον άλλον ότι θα τηλεφωνηθείτε, αλλά δε θα γίνει. Ο Στηβ θα συνεχίσει να μεγαλώνει και να αλλάζει. Εγώ θα παραμείνω ένα αναλλοίωτο σημείο αναφοράς στη ζωή του. Μια παρουσία που δεν πρόκειται να αλλάξει. Είμαι ο κύριος Τζόουνς. Ο Στηβ γυρνά και κάνει ένα σιωπηλό χαιρετισμό. Το χέρι σηκωμένο προς τα πάνω στο σχήμα ενός καμπυλωτού κύματος. Με το χέρι λυγισμένο σε παρόμοια θέση, απαντώ στη χειρονομία.

Το Τρίτο Κύμα. Ώστε έτσι λοιπόν, μπορεί επιτέλους να γίνει μια συζήτηση γι’ αυτό. Εδώ συνάντησα ένα μαθητή και μιλούσαμε για ώρες γι’ αυτόν τον εφιάλτη. Το μυστικό θα πρέπει σιγά σιγά να εξατμίζεται. Πήρε τρία χρόνια. Μπορώ να πω σε σας και σε οποιονδήποτε άλλο για το Τρίτο Κύμα. Τώρα πια είναι μόνο ένα όνειρο, κάτι για να θυμόμαστε -όχι, είναι κάτι που προσπαθούμε να ξεχάσουμε. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Τί σύμπτωση, νομίζω πως ήταν ο Στηβ αυτός που ξεκίνησε το Τρίτο Κύμα με μια ερώτηση. Μελετούσαμε τη Γερμανία των Ναζί και στη μέση της παράδοσης, κάποιος με διέκοψε με μια ερώτηση.

Πώς μπορούσε ο κοσμάκης στη Γερμανία να διατείνεται ότι αγνοούσε τη σφαγή των Εβραίων; Πώς μπορούσαν οι άνθρωποι των πόλεων, οι μηχανοδηγοί, οι δάσκαλοι, οι γιατροί, να υποστηρίζουν ότι δεν γνώριζαν τίποτα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη σφαγή των αθώων; Πώς μπορεί άνθρωποι που ήταν γείτονες, ακόμα και φίλοι με κάποιον Εβραίο να λένε ότι δεν ήταν εκεί όταν έγινε; Ήταν άραγε μια καλή ερώτηση; Δεν ήξερα την απάντηση. Μιας και είχαμε ακόμα πολλούς μήνες μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς και μιας και είχα ήδη φτάσει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφάσισα να αξιοποιήσω μια βδομάδα και να εξερευνήσω την ερώτηση.

 

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ

Τη Δευτέρα, στο μάθημα ιστορίας της δευτέρας λυκείου, εισήγαγα τους μαθητές μου σε μια από τις εμπειρίες που χαρακτήριζαν τη ναζιστική Γερμανία. Την πειθαρχία. Τους έκανα διάλεξη για την ομορφιά της πειθαρχίας. Για τον αθλητή που νιώθει πως έχει δουλέψει σκληρά, και συνήθως πετυχαίνει στο άθλημά του. Για τη μπαλαρίνα ή το ζωγράφο που δουλεύουν σκληρά για να τελειοποιήσουν μια κίνηση. Για την προσήλωση και την επιμονή ενός επιστήμονα στο κυνήγι μιας Ιδέας. Αυτό είναι πειθαρχία. Η σκληρή προπόνηση. Ο έλεγχος. Η δύναμη της θέλησης. Το αντάλλαγμα της σωματικής καταπόνησης για την ανύψωση ψυχής και σώματος. Ο απόλυτος θρίαμβος.

Για να βιώσουν την εμπειρία της πειθαρχίας προσκάλεσα –όχι, διέταξα τα παιδιά της τάξης να εξασκηθούν και να πάρουν μια νέα στάση σώματος την ώρα που κάθονται· τους εξήγησα με ποιο τρόπο η σωστή θέση του σώματος ενισχύει την απαιτούμενη συγκέντρωση και ενδυναμώνει τη θέληση. Τους καθοδήγησα μάλιστα ώστε να πάρουν την κατάλληλη στάση. Η στάση αυτή σήμαινε πως τα πέλματα των ποδιών έμεναν στηριγμένα σταθερά στο έδαφος και τα χέρια ήταν κολλημένα στα πλάγια για να συγκρατούν τη σπονδυλική στήλη σε όρθια θέση. «Ορίστε, δεν αναπνέετε καλύτερα τώρα; Βρίσκεστε σε εγρήγορση. Δεν νιώθετε καλύτερα;»

Εξασκηθήκαμε σ’ αυτή τη νέα στάση προσοχής ξανά και ξανά. Περπατούσα πάνω κάτω, ανάμεσα στα θρανία με τους καθισμένους μαθητές, δείχνοντάς τους και τα πιο ασήμαντα σφάλματα, κάνοντας τις απαραίτητες διορθώσεις. Η σωστή στάση σώματος αναδείχθηκε στην σημαντικότερη πτυχή στην εκπαιδευτική αυτή διαδικασία. Τους έλεγα να φύγουν, και εκεί που τους είχα μόλις επιτρέψει να σηκωθούν από τα θρανία τους, τους φώναζα απότομα να γυρίσουν και να κάτσουν στη θέση προσοχής. Με ασκήσεις ταχύτητας, η τάξη έμαθε να μετακινείται από όρθια θέση σε καθιστή στάση προσοχής σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Στις ασκήσεις συγκέντρωσης, επέστησα την προσοχή στα πόδια που έπρεπε να στέκονται παράλληλα και σταθερά με κολλημένους αστραγάλους, τα γόνατα λυγισμένα σε γωνία 90 μοιρών και τα χέρια σταθερά και σταυρωμένα πίσω από την πλάτη, με όρθιο κορμό, χαμηλωμένο σαγόνι και το κεφάλι να κοιτά μπροστά. Κάναμε και ασκήσεις θορύβου, στις οποίες επιτρεπόταν η συζήτηση, μόνο και μόνο για να φανεί πόσο διασπά την προσοχή. Στη συνέχεια, προχωρώντας προοδευτικά σε νέες ασκήσεις, τα παιδιά κατάφεραν σε μερικά λεπτά να μετακινούνται από όρθια θέση έξω από την αίθουσα σε καθιστή θέση προσοχής στα θρανία τους χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο. Η στροφή έπαιρνε 5 δευτερόλεπτα.

Ήταν περίεργο το πόσο γρήγορα οι μαθητές υιοθέτησαν αυτόν τον ενιαίο τρόπο συμπεριφοράς. Άρχισα να αναρωτιέμαι μέχρι ποιού σημείου θα μπορούσα να το τραβήξω. Αυτή η επίδειξη υποταγής ήταν ένα παιχνίδι της στιγμής που παίζαμε όλοι μαζί, ή ήταν κάτι άλλο; Ήταν η επιθυμία για πειθαρχία και ομοιομορφία μια φυσική ανάγκη; Ένα ένστικτο κοινωνικότητας που κρύβεται πίσω από την ύπαρξη των αλυσίδων εστιατορίων και του κοινού προγράμματος της τηλεόρασης;

Αποφάσισα να πιέσω κι άλλο αυτή την ανοχή της τάξης στην ελεγχόμενη συμπεριφορά. Στα τελευταία εικοσιπέντε λεπτά του μαθήματος επέβαλα κάποιους νέους κανόνες. Οι μαθητές πρέπει να κάθονται μέσα στην τάξη σε στάση προσοχής πριν από το τελευταίο κουδούνι· όλοι οι μαθητές πρέπει να έχουν χαρτί και μολύβι για να κρατούν σημειώσεις· δίνοντας απάντηση ή θέτοντας ερώτηση, ο κάθε μαθητής πρέπει να στέκεται δίπλα στο θρανίο του· οι πρώτες λέξεις σε κάθε απάντηση ή ερώτηση πρέπει είναι «κύριε Τζόουνς». Κάναμε εξάσκηση σε σύντομες περιόδους «σιωπηλής ανάγνωσης». Οι μαθητές που απαντούσαν με βαριεστημένο τρόπο επιπλήττονταν αυστηρά και σε κάθε περίπτωση υποχρεώνονταν να επαναλάβουν τη συμπεριφορά τους μέχρι να γίνουν πρότυπο ακριβολογίας και σεβασμού. Ο τόνος της απάντησης έγινε σημαντικότερος από το περιεχόμενό της. Για να το υπογραμμίσω αυτό, ζήτησα οι απαντήσεις που δίνονται να περιέχουν από τρεις λέξεις και κάτω. Οι μαθητές ανταμείβονταν όταν προσπαθούσαν να απαντήσουν ή να θέσουν ερωτήσεις. Και τους το αναγνώριζα ακόμα πιο πολύ αν τα έθεταν κοφτά και περιεκτικά. Σύντομα όλοι στην τάξη άρχισαν να πετάγονται ρωτώντας και απαντώντας σε ερωτήσεις. Το επίπεδο συμμετοχής στην τάξη άλλαξε αισθητά και από τους ελάχιστους που συνήθως κυριαρχούσαν στη συζήτηση, τώρα έπαιρναν μέρος όλοι. Ακόμα πιο περίεργη ήταν η σταδιακή βελτίωση στην ποιότητα των απαντήσεων. Όλοι έμοιαζαν να ακούνε με περισσότερη προσήλωση. Νέα πρόσωπα έπαιρναν τον λόγο. Νέες απαντήσεις έκαναν την εμφάνισή τους, καθώς μαθητές που συνήθως δίσταζαν να μιλήσουν, βρήκαν τώρα υποστήριξη για να προσπαθήσουν.

Όσο για μένα, εγώ δεν είχα παρά απορίες. Γιατί δεν είχα σκεφτεί νωρίτερα αυτή την τεχνική; Οι μαθητές έδειχναν αφοσιωμένοι στην αποστολή και επιδείκνυαν αξιοπρόσεκτη ικανότητα να συγκρατούν δεδομένα και αφηρημένες έννοιες. Έμοιαζαν σχεδόν να θέτουν καλύτερες ερωτήσεις και να συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλον με περισσότερη ζεστασιά. Μα πως ήταν δυνατόν; Βρέθηκα, εγώ, να σκηνοθετώ ένα απολυταρχικό περιβάλλον και έμοιαζε τόσο παραγωγικό. Άρχισα πια να αναρωτιέμαι όχι τόσο για την τάξη και μέχρι πού μπορούσε αυτή να φτάσει, αλλά πώς εγώ μπορούσα να αλλάξω τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις μου σχετικά με την «ανοιχτή τάξη» και την αυτομόρφωση. Όλη μου η πίστη στον Καρλ Ρότζερς μπορούσε να κλονιστεί ή και να χαθεί; Που οδηγούσε επιτέλους αυτό το πείραμα;

 

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ

Την Τρίτη, τη δεύτερη μέρα της άσκησης, μπαίνοντας στην τάξη βρήκα τους πάντες να κάθονται σιωπηλοί στη θέση προσοχής. Σε κάποιων τα πρόσωπα αχνοφαινόταν αυτό το χαμόγελο ικανοποίησης, αυτό που παίρνεις όταν ξέρεις πως έχεις χαροποιήσει τον καθηγητή. Αλλά οι περισσότεροι μαθητές κοιτούσαν ευθεία μπροστά τους, με απόλυτη αυτοσυγκέντρωση. Με λαιμό άκαμπτο. Χωρίς ίχνος μειδιάματος, σκέψης, ή ακόμα κι απορίας. Αφοσιωμένοι στην αποστολή με όλο τους το είναι. Για να αλλάξω λίγο την ατμόσφαιρα, προχώρησα στον πίνακα και έγραψα με μεγάλα γράμματα «ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ». Κάτω από αυτό σε μια δεύτερη γραμμή έγραψα «ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ».

Καθώς η τάξη καθόταν σε νεκρική σιγή, ξεκίνησα να περιγράφω, να αναλύω, να εξυψώνω την αξία της ομαδικότητας. Σ’ αυτή τη φάση του παιχνιδιού, πάλευα εσωτερικά για το αν θα σταματούσα το πείραμα ή αν θα το συνέχιζα. Δεν είχα υπολογίσει τέτοια σφοδρότητα, ούτε καν ανταπόκριση. Στην πραγματικότητα είχα εκπλαγεί που έννοιες σχετικές με την πειθαρχία είχαν τέτοιο αντίκτυπο.

Όσο μέσα μου συνεχιζόταν η διαμάχη για το αν θα σταματήσω ή θα συνεχίσω με το πείραμα, δε σταμάτησα να μιλάω για την έννοια της ομαδικότητας. Έπλαθα ιστορίες από τις εμπειρίες μου ως αθλητής, ως προπονητής και ως καθηγητής ιστορίας. Ήταν εύκολο. Ομαδικότητα είναι ο δεσμός ανάμεσα σε άτομα που δουλεύουν μαζί και κοπιάζουν από κοινού. Είναι να χτίζεις έναν κοινό χώρο με τους γείτονές σου, είναι το συναίσθημα ότι ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο από σένα, σ’ ένα κίνημα, σε μια ομάδα, σε μια φυλή, σ’ ένα σκοπό. Ήταν πολύ αργά για να κάνω πίσω. Τώρα καταλάβαινα γιατί ο αστρονόμος δεν μπορεί να κρατήσει το μάτι του μακριά από το τηλεσκόπιο. Έσκαβα όλο και πιο βαθιά στα δικά μου πιστεύω και στα κίνητρα πίσω από την ατομική και συλλογική δράση. Υπήρχαν πολλά ακόμα για να δω και να προσπαθήσω να κατανοήσω. Πολλές οι ερωτήσεις που με στοίχειωναν. Γιατί οι μαθητές δέχονταν την εξουσιαστική σχέση που τους επέβαλλα; Που είχε πάει η περιέργεια ή και η αντίστασή τους σ’ αυτή την ηγεμονική συμπεριφορά; Πότε και πώς θα τελειώσει αυτό;

Αφού τους περιέγραψα την έννοια της ομαδικότητας, τους είπα για ακόμα μια φορά ότι η ομαδικότητα, όπως και η πειθαρχία, πρέπει να βιωθούν για να γίνουν κατανοητές. Για να τους φέρω σε μια πρώτη επαφή με την έννοια της ομαδικότητας, τους έβαλα να φωνάξουν όλοι μαζί «Δύναμη μέσω της Πειθαρχίας», «Δύναμη μέσω της Ομαδικότητας». Αρχικά είπα σε δύο μαθητές να σταθούν όρθιοι και να φωνάξουν το σύνθημά μας. Μέτα πρόσθεσα ακόμα δύο, μέχρι που τελικά όλη η τάξη βρέθηκε να απαγγέλλει όρθια. Ήταν ευχάριστο. Οι μαθητές κοίταζαν ο ένας τον άλλον και συνειδητοποιούσαν την αίσθηση της ισχύος που σου δίνει η ομάδα. Όλοι ήταν ικανοί και ίσοι. Έκαναν κάτι όλοι μαζί. Δουλέψαμε πάνω σ’ αυτή την απλή σύλληψη για το υπόλοιπο της ώρας. Επαναλαμβάναμε τα συνθήματα σαν επωδό. Ή τα λέγαμε με αυξανόμενη ένταση. Πάντα τα φωνάζαμε μαζί, δίνοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να καθόμαστε, να στεκόμαστε και να μιλάμε.

Άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως μέρος του πειράματος. Με ευχαριστούσε η κοινός τρόπος δράσης που υιοθετούσαν οι μαθητές. Η ανταμοιβή μου ήταν να βλέπω την ικανοποίηση στα πρόσωπά τους και τον ενθουσιασμό τους να κάνουν περισσότερα. Μου ήταν όλο και πιο δύσκολο να κρατήσω τον εαυτό μου έξω από αυτή τη στιγμή και από αυτή την νέα ταυτότητα που αποκτούσε η τάξη. Ακολουθούσα τις επιταγές της ομάδας στον ίδιο βαθμό που τις καθοδηγούσα.

Καθώς η ώρα έφτανε στο τέλος της, και χωρίς να το έχω σκεφτεί εκ των προτέρων, δημιούργησα έναν χαιρετισμό. Ήταν μόνο για τα μέλη της τάξης. Για να κάνεις αυτό τον χαιρετισμό, έπρεπε να ανεβάσεις το δεξί σου χέρι στο ύψος του δεξιού σου ώμου σε θέση λυγισμένη. Τον ονόμασα «ο Χαιρετισμός του Τρίτου Κύματος», γιατί η στάση του χεριού έμοιαζε με κύμα που είναι έτοιμο να σκάσει. Η ιδέα του «τρίτου» προέκυψε από τη σχετική μου γνώση ότι τα κύματα έρχονται πάντα μαζεμένα, με το τρίτο στη σειρά να είναι πάντα το τελευταίο και το μεγαλύτερο. Από τη στιγμή που είχαμε χαιρετισμό, απαίτησα από όλα τα μέλη του τμήματος να τον χρησιμοποιούν για να χαιρετηθούν μεταξύ τους έξω από την τάξη. Όταν χτύπησε το κουδούνι για το τέλος της ώρας, ζήτησα από την τάξη απόλυτη ησυχία. Με τους πάντες να κάθονται σε θέση προσοχής, σήκωσα αργά το μπράτσο μου, και με καμπυλωμένο το χέρι, έκανα τον χαιρετισμό. Ήταν ένα σιωπηλό σημάδι αναγνώρισης. Ήταν κάτι το ξεχωριστό. Χωρίς καμία διαταγή, ολόκληρη η ομάδα των μαθητών αποκρίθηκε στο χαιρετισμό.

Στη διάρκεια των επόμενων ημερών, οι μαθητές της τάξης αντάλλασσαν μεταξύ τους τον χαιρετισμό. Προχωρούσες στο διάδρομο και ξαφνικά τρεις συμμαθητές γυρνούσαν προς το μέρος σου, ο καθένας κάνοντας αστραπιαία την κίνηση. Έβλεπες μαθητές στη βιβλιοθήκη ή στο μάθημα της γυμναστικής να κάνουν αυτή την περίεργη χειρονομία. Άκουγες δίσκους φαγητού να πέφτουν με θόρυβο στο κυλικείο, και γυρνώντας να κοιτάξεις έβλεπες τους δύο συμμαθητές να κάνουν μεταξύ τους το χαιρετισμό. Το μυστήριο γύρω από αυτά τα τριάντα άτομα που επαναλάμβαναν αυτή την παράξενη κίνηση σύντομα έστρεψε την προσοχή στην τάξη και στο πείραμά μας πάνω στην γερμανική ταυτότητα. Πολλοί μαθητές εκτός του τμήματος ρωτούσαν αν μπορούσαν να συμμετάσχουν.

 

ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

Την Τετάρτη, αποφάσισα να φτιάξω κάρτες μέλους για κάθε μαθητή που ήθελε να συνεχίσει αυτό που πλέον είχα ονομάσει «το πείραμα». Ούτε ένας μαθητής δεν επέλεξε να φύγει από την αίθουσα. Εκείνη τη στιγμή, την τρίτη μέρα της δραστηριότητας, υπήρχαν σαραντατρείς μαθητές μέσα στην τάξη. Δεκατρείς μαθητές είχαν αλλάξει τμήμα για να γίνουν μέρος του πειράματος. Όσο η τάξη καθόταν στη θέση προσοχής, έδωσα σε κάθε παιδί από μια κάρτα. Σημείωσα σε τρεις από τις κάρτες ένα κόκκινο Χ και ενημέρωσα τους αποδέκτες ότι τους είχε ανατεθεί η ειδική αποστολή να μου δίνουν αναφορά για τυχόν μαθητές που δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες της τάξης. Συνέχισα μιλώντας για τη σημασία της Δράσης. Εξήγησα πως η πειθαρχία και η ομαδικότητα στερούνται νοήματος χωρίς τη δράση. Συζήτησα για την ομορφιά του να παίρνει κανείς την απόλυτη ευθύνη για τις πράξεις του. Για την ακλόνητη πίστη στον εαυτό σου και την κοινότητά σου ή την οικογένειά σου, που θα έκανες τα πάντα για να συντηρήσεις, να προστατέψεις και να διευρύνεις αυτή την ύπαρξη. Τόνισα πως η σκληρή δουλειά, η πίστη και η υπακοή του ενός στον άλλον, επιταχύνει το ρυθμό της μάθησης και την επίτευξη των στόχων. Υπενθύμισα στους μαθητές πώς ήταν να είσαι σε μια τάξη που ο ανταγωνισμός προκαλεί πόνο και ταπείνωση. Καταστάσεις στις οποίες οι μαθητές τρώγονταν ο ένας με τον άλλον για τα πάντα, από τη γυμναστική μέχρι το διάβασμα. Το συναίσθημα του να μην κάνεις ποτέ τίποτα, να μην είσαι ποτέ μέρος κάποιου πράγματος, να μην έχεις υποστήριξη από τον άλλον.

Κάπου εκεί, μαθητές σηκώθηκαν χωρίς προειδοποίηση και άρχισαν, κατά κάποιο τρόπο, να με επαινούν. «Κ

17ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ – 28, 29 και 30 Ιουνίου 2013 – Ποδηλατοδρόμιο ΟΑΚΑ (Στάση ΗΣΑΠ Ειρήνη)

10 Ιουνίου 2013

17ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας
“Σημαία μας η ισότητα – ‘Οπλο μας η αλληλεγγύη”
Ραντεβού στις 28, 29 και 30 Ιουνίου 2013, στο Ποδηλατοδρόμιο ΟΑΚΑ (Στάση ΗΣΑΠ Ειρήνη)

Πηγή: http://diktio.org

964073_141712629354763_1827091095_o

ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ: «Κοινότητες στη φυλακή, παράθυρο στην κοινωνία» Έκθεση στο Φεστιβάλ Αθηνών

10 Ιουνίου 2013

ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ: «Κοινότητες στη φυλακή, παράθυρο στην κοινωνία» Έκθεση στο Φεστιβάλ Αθηνών

Εγκαινιάστηκε χθες η έκθεση του ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ «Κοινότητες στη φυλακή, παράθυρο στην κοινωνία», η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών,

Κεντρικό της θέμα τα έργα ζωγραφικής μιας ομάδας κρατουμένων – μελών της Θεραπευτικής Κοινότητας KEΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, τα οποία έγιναν μετά από την πυρκαγιά που κατέστρεψε ολοσχερώς την Κοινότητα το 2012, πάνω στους καμένους τοίχους.

Στην προσπάθεια να κρατήσουν ζωντανό το χώρο τους και την προοπτική της απεξάρτησης και επανένταξης στην κοινωνία,  τα μέλη τη ομάδας  μεταμόρφωσαν το «σημείο μηδέν» της καταστροφής σε ένα εργαστήρι δημιουργίας και ελπίδας. Οι τοιχογραφίες «πάτησαν» πάνω στα σημάδια του καπνού και της φωτιάς,  ενσωματώνοντάς τα σε νέες μορφές και σχήματα που γέννησε η φαντασία των δημιουργών.

Την επιμέλεια του εγχειρήματος είχε ο εικαστικός Μανώλης Χάρος, ο οποίος στη συνέχεια φωτογράφησε και επιμελήθηκε την ψηφιακή επεξεργασία και αναπαραγωγή των τοιχογραφιών σε 70 έργα, τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση.

Το έργο, σημειώνει ο Ντένης Ζαχαρόπουλος, «συνιστά  μιας σπάνιας ποιότητας τοιχογραφία της ανθρώπινης ψυχής και ό,τι πιο πολύτιμο και αγαπητό κρύβει μέσα της».

Η έκθεση εκπέμπει ένα ισχυρό μήνυμα, επίκαιρο στην Ελλάδα της κρίσης, για τις δυνατότητες αναγέννησης και ελπίδας, τα ψυχικά αποθέματα των ανθρώπων όταν αποφασίζουν να αλλάξουν ζωή και τη θεραπευτική και απελευθερωτική λειτουργία της τέχνης.

Δείτε εδώ φωτογραφίες των έργων

Διαβάστε τα κείμενα για την έκθεση

Ντένης Ζαχαρόπουλος, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΜΜΣΤ
Μανώλης Χάρος
Βαγγέλης Κυργέτσος, Υπεύθυνος Θ.Κ. ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού
Τα μέλη του KEΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ – δημιουργοί των έργων

Έναρξη έκθεσης: Σάββατο 1 Ιουνίου 2013,
Ωράριο λειτουργίας: καθημερινά 19:00”-20.45”
Τόπος: Πειραιώς 260, Αποθήκη

Για περισσότερες πληροφορίες Τμήμα Ενημέρωσης ΚΕΘΕΑ info@kethea.gr

Πηγή: http://www.qualitynet.gr

10 Ιουνίου 2013
-Γυναίκα, απαιτώ να μου μιλάς γλυκά
-Προχώρα ρε κουραμπιέ!