Για χρόνια κρατούσα ένα παράξενο μυστικό. Μοιραζόμουν αυτή τη σιωπή με διακόσιους μαθητές. Χτες συνάντησα έναν από αυτούς τους μαθητές. Για μια στιγμή όλα ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ο Στηβ Κονίτζιο ήταν μαθητής μου στο μάθημα της Παγκόσμιας Ιστορίας. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλον μάλλον τυχαία. Είναι μια από αυτές τις συμπτώσεις που συμβαίνουν στους καθηγητές, τη στιγμή ακριβώς που δεν το περιμένουν. Περπατάς στο δρόμο, τρως σ’ ένα απόμερο εστιατόριο, ή βρίσκεσαι να αγοράζεις εσώρουχα, όταν εντελώς ξαφνικά ένας πρώην μαθητής σου πετάγεται από το πουθενά και σου λέει καλημέρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Στηβ να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας «Κύριε Τζόουνς, κύριε Τζόουνς!». Χαιρετιόμαστε μ’ ένα αμήχανο αγκάλιασμα. Έπρεπε να σταθώ για ένα λεπτό για να θυμηθώ. Ποιος είναι αυτός ο νεαρός που με αγκαλιάζει; Με φωνάζει κύριο Τζόουνς. Θα πρέπει να είναι πρώην μαθητής. Πως τον λένε; Στα κλάσματα δευτερολέπτου που διήρκεσε το ταξίδι μου πίσω στο χρόνο, ο Στηβ αντιλήφθηκε την απορία μου και έκανε ένα βήμα πίσω. Μετά χαμογέλασε, και αργά σήκωσε το χέρι του, κρατώντας το κάπως λυγισμένα. Θεέ μου, ήταν μέλος του Τρίτου Κύματος. Είναι ο Στηβ, ο Στηβ Κονίτζιο. Καθόταν στη δεύτερη σειρά. Ήταν ευαίσθητος και ξύπνιος μαθητής. Έπαιζε κιθάρα και του άρεσε το θέατρο.
Στεκόμασταν ακίνητοι ανταλλάσσοντας χαμόγελα, όταν, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, σήκωσα το χέρι μου κρατώντας το σε σχήμα καμπύλης. Ο χαιρετισμός είχε δοθεί. Δύο σύντροφοι συναντιούνταν χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Το Τρίτο Κύμα ήταν ακόμα ζωντανό. «Κύριε Τζόουνς, θυμάστε το Τρίτο Κύμα;». Φυσικά και το θυμάμαι, ήταν ένα από τα πιο τρομακτικά γεγονότα που βίωσα μέσα στην σχολική αίθουσα. Και ήταν συγχρόνως η γέννηση ενός μυστικού που εγώ και διακόσιοι μαθητές θα μοιραζόμασταν θλιμμένα για το υπόλοιπο της ζωής μας.
Μιλούσαμε και γελούσαμε με το Τρίτο Κύμα για τις επόμενες ώρες. Ύστερα ήταν η ώρα να χωριστούμε. Είναι παράξενο, με τα παιχνίδια αυτά της τύχης συναντάς έναν παλιό μαθητή, ξαναπιάνεις κάποιες στιγμές τις ζωής σου. Τις κρατάς σφιχτά. Και μετά λες αντίο. Χωρίς να ξέρεις πότε και αν θα συναντηθείτε ξανά. Δίνετε βέβαια υποσχέσεις ο ένας στον άλλον ότι θα τηλεφωνηθείτε, αλλά δε θα γίνει. Ο Στηβ θα συνεχίσει να μεγαλώνει και να αλλάζει. Εγώ θα παραμείνω ένα αναλλοίωτο σημείο αναφοράς στη ζωή του. Μια παρουσία που δεν πρόκειται να αλλάξει. Είμαι ο κύριος Τζόουνς. Ο Στηβ γυρνά και κάνει ένα σιωπηλό χαιρετισμό. Το χέρι σηκωμένο προς τα πάνω στο σχήμα ενός καμπυλωτού κύματος. Με το χέρι λυγισμένο σε παρόμοια θέση, απαντώ στη χειρονομία.
Το Τρίτο Κύμα. Ώστε έτσι λοιπόν, μπορεί επιτέλους να γίνει μια συζήτηση γι’ αυτό. Εδώ συνάντησα ένα μαθητή και μιλούσαμε για ώρες γι’ αυτόν τον εφιάλτη. Το μυστικό θα πρέπει σιγά σιγά να εξατμίζεται. Πήρε τρία χρόνια. Μπορώ να πω σε σας και σε οποιονδήποτε άλλο για το Τρίτο Κύμα. Τώρα πια είναι μόνο ένα όνειρο, κάτι για να θυμόμαστε -όχι, είναι κάτι που προσπαθούμε να ξεχάσουμε. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Τί σύμπτωση, νομίζω πως ήταν ο Στηβ αυτός που ξεκίνησε το Τρίτο Κύμα με μια ερώτηση. Μελετούσαμε τη Γερμανία των Ναζί και στη μέση της παράδοσης, κάποιος με διέκοψε με μια ερώτηση.
Πώς μπορούσε ο κοσμάκης στη Γερμανία να διατείνεται ότι αγνοούσε τη σφαγή των Εβραίων; Πώς μπορούσαν οι άνθρωποι των πόλεων, οι μηχανοδηγοί, οι δάσκαλοι, οι γιατροί, να υποστηρίζουν ότι δεν γνώριζαν τίποτα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη σφαγή των αθώων; Πώς μπορεί άνθρωποι που ήταν γείτονες, ακόμα και φίλοι με κάποιον Εβραίο να λένε ότι δεν ήταν εκεί όταν έγινε; Ήταν άραγε μια καλή ερώτηση; Δεν ήξερα την απάντηση. Μιας και είχαμε ακόμα πολλούς μήνες μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς και μιας και είχα ήδη φτάσει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφάσισα να αξιοποιήσω μια βδομάδα και να εξερευνήσω την ερώτηση.
ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ
Τη Δευτέρα, στο μάθημα ιστορίας της δευτέρας λυκείου, εισήγαγα τους μαθητές μου σε μια από τις εμπειρίες που χαρακτήριζαν τη ναζιστική Γερμανία. Την πειθαρχία. Τους έκανα διάλεξη για την ομορφιά της πειθαρχίας. Για τον αθλητή που νιώθει πως έχει δουλέψει σκληρά, και συνήθως πετυχαίνει στο άθλημά του. Για τη μπαλαρίνα ή το ζωγράφο που δουλεύουν σκληρά για να τελειοποιήσουν μια κίνηση. Για την προσήλωση και την επιμονή ενός επιστήμονα στο κυνήγι μιας Ιδέας. Αυτό είναι πειθαρχία. Η σκληρή προπόνηση. Ο έλεγχος. Η δύναμη της θέλησης. Το αντάλλαγμα της σωματικής καταπόνησης για την ανύψωση ψυχής και σώματος. Ο απόλυτος θρίαμβος.
Για να βιώσουν την εμπειρία της πειθαρχίας προσκάλεσα –όχι, διέταξα τα παιδιά της τάξης να εξασκηθούν και να πάρουν μια νέα στάση σώματος την ώρα που κάθονται· τους εξήγησα με ποιο τρόπο η σωστή θέση του σώματος ενισχύει την απαιτούμενη συγκέντρωση και ενδυναμώνει τη θέληση. Τους καθοδήγησα μάλιστα ώστε να πάρουν την κατάλληλη στάση. Η στάση αυτή σήμαινε πως τα πέλματα των ποδιών έμεναν στηριγμένα σταθερά στο έδαφος και τα χέρια ήταν κολλημένα στα πλάγια για να συγκρατούν τη σπονδυλική στήλη σε όρθια θέση. «Ορίστε, δεν αναπνέετε καλύτερα τώρα; Βρίσκεστε σε εγρήγορση. Δεν νιώθετε καλύτερα;»
Εξασκηθήκαμε σ’ αυτή τη νέα στάση προσοχής ξανά και ξανά. Περπατούσα πάνω κάτω, ανάμεσα στα θρανία με τους καθισμένους μαθητές, δείχνοντάς τους και τα πιο ασήμαντα σφάλματα, κάνοντας τις απαραίτητες διορθώσεις. Η σωστή στάση σώματος αναδείχθηκε στην σημαντικότερη πτυχή στην εκπαιδευτική αυτή διαδικασία. Τους έλεγα να φύγουν, και εκεί που τους είχα μόλις επιτρέψει να σηκωθούν από τα θρανία τους, τους φώναζα απότομα να γυρίσουν και να κάτσουν στη θέση προσοχής. Με ασκήσεις ταχύτητας, η τάξη έμαθε να μετακινείται από όρθια θέση σε καθιστή στάση προσοχής σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Στις ασκήσεις συγκέντρωσης, επέστησα την προσοχή στα πόδια που έπρεπε να στέκονται παράλληλα και σταθερά με κολλημένους αστραγάλους, τα γόνατα λυγισμένα σε γωνία 90 μοιρών και τα χέρια σταθερά και σταυρωμένα πίσω από την πλάτη, με όρθιο κορμό, χαμηλωμένο σαγόνι και το κεφάλι να κοιτά μπροστά. Κάναμε και ασκήσεις θορύβου, στις οποίες επιτρεπόταν η συζήτηση, μόνο και μόνο για να φανεί πόσο διασπά την προσοχή. Στη συνέχεια, προχωρώντας προοδευτικά σε νέες ασκήσεις, τα παιδιά κατάφεραν σε μερικά λεπτά να μετακινούνται από όρθια θέση έξω από την αίθουσα σε καθιστή θέση προσοχής στα θρανία τους χωρίς να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο. Η στροφή έπαιρνε 5 δευτερόλεπτα.
Ήταν περίεργο το πόσο γρήγορα οι μαθητές υιοθέτησαν αυτόν τον ενιαίο τρόπο συμπεριφοράς. Άρχισα να αναρωτιέμαι μέχρι ποιού σημείου θα μπορούσα να το τραβήξω. Αυτή η επίδειξη υποταγής ήταν ένα παιχνίδι της στιγμής που παίζαμε όλοι μαζί, ή ήταν κάτι άλλο; Ήταν η επιθυμία για πειθαρχία και ομοιομορφία μια φυσική ανάγκη; Ένα ένστικτο κοινωνικότητας που κρύβεται πίσω από την ύπαρξη των αλυσίδων εστιατορίων και του κοινού προγράμματος της τηλεόρασης;
Αποφάσισα να πιέσω κι άλλο αυτή την ανοχή της τάξης στην ελεγχόμενη συμπεριφορά. Στα τελευταία εικοσιπέντε λεπτά του μαθήματος επέβαλα κάποιους νέους κανόνες. Οι μαθητές πρέπει να κάθονται μέσα στην τάξη σε στάση προσοχής πριν από το τελευταίο κουδούνι· όλοι οι μαθητές πρέπει να έχουν χαρτί και μολύβι για να κρατούν σημειώσεις· δίνοντας απάντηση ή θέτοντας ερώτηση, ο κάθε μαθητής πρέπει να στέκεται δίπλα στο θρανίο του· οι πρώτες λέξεις σε κάθε απάντηση ή ερώτηση πρέπει είναι «κύριε Τζόουνς». Κάναμε εξάσκηση σε σύντομες περιόδους «σιωπηλής ανάγνωσης». Οι μαθητές που απαντούσαν με βαριεστημένο τρόπο επιπλήττονταν αυστηρά και σε κάθε περίπτωση υποχρεώνονταν να επαναλάβουν τη συμπεριφορά τους μέχρι να γίνουν πρότυπο ακριβολογίας και σεβασμού. Ο τόνος της απάντησης έγινε σημαντικότερος από το περιεχόμενό της. Για να το υπογραμμίσω αυτό, ζήτησα οι απαντήσεις που δίνονται να περιέχουν από τρεις λέξεις και κάτω. Οι μαθητές ανταμείβονταν όταν προσπαθούσαν να απαντήσουν ή να θέσουν ερωτήσεις. Και τους το αναγνώριζα ακόμα πιο πολύ αν τα έθεταν κοφτά και περιεκτικά. Σύντομα όλοι στην τάξη άρχισαν να πετάγονται ρωτώντας και απαντώντας σε ερωτήσεις. Το επίπεδο συμμετοχής στην τάξη άλλαξε αισθητά και από τους ελάχιστους που συνήθως κυριαρχούσαν στη συζήτηση, τώρα έπαιρναν μέρος όλοι. Ακόμα πιο περίεργη ήταν η σταδιακή βελτίωση στην ποιότητα των απαντήσεων. Όλοι έμοιαζαν να ακούνε με περισσότερη προσήλωση. Νέα πρόσωπα έπαιρναν τον λόγο. Νέες απαντήσεις έκαναν την εμφάνισή τους, καθώς μαθητές που συνήθως δίσταζαν να μιλήσουν, βρήκαν τώρα υποστήριξη για να προσπαθήσουν.
Όσο για μένα, εγώ δεν είχα παρά απορίες. Γιατί δεν είχα σκεφτεί νωρίτερα αυτή την τεχνική; Οι μαθητές έδειχναν αφοσιωμένοι στην αποστολή και επιδείκνυαν αξιοπρόσεκτη ικανότητα να συγκρατούν δεδομένα και αφηρημένες έννοιες. Έμοιαζαν σχεδόν να θέτουν καλύτερες ερωτήσεις και να συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλον με περισσότερη ζεστασιά. Μα πως ήταν δυνατόν; Βρέθηκα, εγώ, να σκηνοθετώ ένα απολυταρχικό περιβάλλον και έμοιαζε τόσο παραγωγικό. Άρχισα πια να αναρωτιέμαι όχι τόσο για την τάξη και μέχρι πού μπορούσε αυτή να φτάσει, αλλά πώς εγώ μπορούσα να αλλάξω τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις μου σχετικά με την «ανοιχτή τάξη» και την αυτομόρφωση. Όλη μου η πίστη στον Καρλ Ρότζερς μπορούσε να κλονιστεί ή και να χαθεί; Που οδηγούσε επιτέλους αυτό το πείραμα;
ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ
Την Τρίτη, τη δεύτερη μέρα της άσκησης, μπαίνοντας στην τάξη βρήκα τους πάντες να κάθονται σιωπηλοί στη θέση προσοχής. Σε κάποιων τα πρόσωπα αχνοφαινόταν αυτό το χαμόγελο ικανοποίησης, αυτό που παίρνεις όταν ξέρεις πως έχεις χαροποιήσει τον καθηγητή. Αλλά οι περισσότεροι μαθητές κοιτούσαν ευθεία μπροστά τους, με απόλυτη αυτοσυγκέντρωση. Με λαιμό άκαμπτο. Χωρίς ίχνος μειδιάματος, σκέψης, ή ακόμα κι απορίας. Αφοσιωμένοι στην αποστολή με όλο τους το είναι. Για να αλλάξω λίγο την ατμόσφαιρα, προχώρησα στον πίνακα και έγραψα με μεγάλα γράμματα «ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ». Κάτω από αυτό σε μια δεύτερη γραμμή έγραψα «ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ».
Καθώς η τάξη καθόταν σε νεκρική σιγή, ξεκίνησα να περιγράφω, να αναλύω, να εξυψώνω την αξία της ομαδικότητας. Σ’ αυτή τη φάση του παιχνιδιού, πάλευα εσωτερικά για το αν θα σταματούσα το πείραμα ή αν θα το συνέχιζα. Δεν είχα υπολογίσει τέτοια σφοδρότητα, ούτε καν ανταπόκριση. Στην πραγματικότητα είχα εκπλαγεί που έννοιες σχετικές με την πειθαρχία είχαν τέτοιο αντίκτυπο.
Όσο μέσα μου συνεχιζόταν η διαμάχη για το αν θα σταματήσω ή θα συνεχίσω με το πείραμα, δε σταμάτησα να μιλάω για την έννοια της ομαδικότητας. Έπλαθα ιστορίες από τις εμπειρίες μου ως αθλητής, ως προπονητής και ως καθηγητής ιστορίας. Ήταν εύκολο. Ομαδικότητα είναι ο δεσμός ανάμεσα σε άτομα που δουλεύουν μαζί και κοπιάζουν από κοινού. Είναι να χτίζεις έναν κοινό χώρο με τους γείτονές σου, είναι το συναίσθημα ότι ανήκεις σε κάτι μεγαλύτερο από σένα, σ’ ένα κίνημα, σε μια ομάδα, σε μια φυλή, σ’ ένα σκοπό. Ήταν πολύ αργά για να κάνω πίσω. Τώρα καταλάβαινα γιατί ο αστρονόμος δεν μπορεί να κρατήσει το μάτι του μακριά από το τηλεσκόπιο. Έσκαβα όλο και πιο βαθιά στα δικά μου πιστεύω και στα κίνητρα πίσω από την ατομική και συλλογική δράση. Υπήρχαν πολλά ακόμα για να δω και να προσπαθήσω να κατανοήσω. Πολλές οι ερωτήσεις που με στοίχειωναν. Γιατί οι μαθητές δέχονταν την εξουσιαστική σχέση που τους επέβαλλα; Που είχε πάει η περιέργεια ή και η αντίστασή τους σ’ αυτή την ηγεμονική συμπεριφορά; Πότε και πώς θα τελειώσει αυτό;
Αφού τους περιέγραψα την έννοια της ομαδικότητας, τους είπα για ακόμα μια φορά ότι η ομαδικότητα, όπως και η πειθαρχία, πρέπει να βιωθούν για να γίνουν κατανοητές. Για να τους φέρω σε μια πρώτη επαφή με την έννοια της ομαδικότητας, τους έβαλα να φωνάξουν όλοι μαζί «Δύναμη μέσω της Πειθαρχίας», «Δύναμη μέσω της Ομαδικότητας». Αρχικά είπα σε δύο μαθητές να σταθούν όρθιοι και να φωνάξουν το σύνθημά μας. Μέτα πρόσθεσα ακόμα δύο, μέχρι που τελικά όλη η τάξη βρέθηκε να απαγγέλλει όρθια. Ήταν ευχάριστο. Οι μαθητές κοίταζαν ο ένας τον άλλον και συνειδητοποιούσαν την αίσθηση της ισχύος που σου δίνει η ομάδα. Όλοι ήταν ικανοί και ίσοι. Έκαναν κάτι όλοι μαζί. Δουλέψαμε πάνω σ’ αυτή την απλή σύλληψη για το υπόλοιπο της ώρας. Επαναλαμβάναμε τα συνθήματα σαν επωδό. Ή τα λέγαμε με αυξανόμενη ένταση. Πάντα τα φωνάζαμε μαζί, δίνοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να καθόμαστε, να στεκόμαστε και να μιλάμε.
Άρχισα να βλέπω τον εαυτό μου ως μέρος του πειράματος. Με ευχαριστούσε η κοινός τρόπος δράσης που υιοθετούσαν οι μαθητές. Η ανταμοιβή μου ήταν να βλέπω την ικανοποίηση στα πρόσωπά τους και τον ενθουσιασμό τους να κάνουν περισσότερα. Μου ήταν όλο και πιο δύσκολο να κρατήσω τον εαυτό μου έξω από αυτή τη στιγμή και από αυτή την νέα ταυτότητα που αποκτούσε η τάξη. Ακολουθούσα τις επιταγές της ομάδας στον ίδιο βαθμό που τις καθοδηγούσα.
Καθώς η ώρα έφτανε στο τέλος της, και χωρίς να το έχω σκεφτεί εκ των προτέρων, δημιούργησα έναν χαιρετισμό. Ήταν μόνο για τα μέλη της τάξης. Για να κάνεις αυτό τον χαιρετισμό, έπρεπε να ανεβάσεις το δεξί σου χέρι στο ύψος του δεξιού σου ώμου σε θέση λυγισμένη. Τον ονόμασα «ο Χαιρετισμός του Τρίτου Κύματος», γιατί η στάση του χεριού έμοιαζε με κύμα που είναι έτοιμο να σκάσει. Η ιδέα του «τρίτου» προέκυψε από τη σχετική μου γνώση ότι τα κύματα έρχονται πάντα μαζεμένα, με το τρίτο στη σειρά να είναι πάντα το τελευταίο και το μεγαλύτερο. Από τη στιγμή που είχαμε χαιρετισμό, απαίτησα από όλα τα μέλη του τμήματος να τον χρησιμοποιούν για να χαιρετηθούν μεταξύ τους έξω από την τάξη. Όταν χτύπησε το κουδούνι για το τέλος της ώρας, ζήτησα από την τάξη απόλυτη ησυχία. Με τους πάντες να κάθονται σε θέση προσοχής, σήκωσα αργά το μπράτσο μου, και με καμπυλωμένο το χέρι, έκανα τον χαιρετισμό. Ήταν ένα σιωπηλό σημάδι αναγνώρισης. Ήταν κάτι το ξεχωριστό. Χωρίς καμία διαταγή, ολόκληρη η ομάδα των μαθητών αποκρίθηκε στο χαιρετισμό.
Στη διάρκεια των επόμενων ημερών, οι μαθητές της τάξης αντάλλασσαν μεταξύ τους τον χαιρετισμό. Προχωρούσες στο διάδρομο και ξαφνικά τρεις συμμαθητές γυρνούσαν προς το μέρος σου, ο καθένας κάνοντας αστραπιαία την κίνηση. Έβλεπες μαθητές στη βιβλιοθήκη ή στο μάθημα της γυμναστικής να κάνουν αυτή την περίεργη χειρονομία. Άκουγες δίσκους φαγητού να πέφτουν με θόρυβο στο κυλικείο, και γυρνώντας να κοιτάξεις έβλεπες τους δύο συμμαθητές να κάνουν μεταξύ τους το χαιρετισμό. Το μυστήριο γύρω από αυτά τα τριάντα άτομα που επαναλάμβαναν αυτή την παράξενη κίνηση σύντομα έστρεψε την προσοχή στην τάξη και στο πείραμά μας πάνω στην γερμανική ταυτότητα. Πολλοί μαθητές εκτός του τμήματος ρωτούσαν αν μπορούσαν να συμμετάσχουν.
ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ
Την Τετάρτη, αποφάσισα να φτιάξω κάρτες μέλους για κάθε μαθητή που ήθελε να συνεχίσει αυτό που πλέον είχα ονομάσει «το πείραμα». Ούτε ένας μαθητής δεν επέλεξε να φύγει από την αίθουσα. Εκείνη τη στιγμή, την τρίτη μέρα της δραστηριότητας, υπήρχαν σαραντατρείς μαθητές μέσα στην τάξη. Δεκατρείς μαθητές είχαν αλλάξει τμήμα για να γίνουν μέρος του πειράματος. Όσο η τάξη καθόταν στη θέση προσοχής, έδωσα σε κάθε παιδί από μια κάρτα. Σημείωσα σε τρεις από τις κάρτες ένα κόκκινο Χ και ενημέρωσα τους αποδέκτες ότι τους είχε ανατεθεί η ειδική αποστολή να μου δίνουν αναφορά για τυχόν μαθητές που δεν συμμορφώνονταν με τους κανόνες της τάξης. Συνέχισα μιλώντας για τη σημασία της Δράσης. Εξήγησα πως η πειθαρχία και η ομαδικότητα στερούνται νοήματος χωρίς τη δράση. Συζήτησα για την ομορφιά του να παίρνει κανείς την απόλυτη ευθύνη για τις πράξεις του. Για την ακλόνητη πίστη στον εαυτό σου και την κοινότητά σου ή την οικογένειά σου, που θα έκανες τα πάντα για να συντηρήσεις, να προστατέψεις και να διευρύνεις αυτή την ύπαρξη. Τόνισα πως η σκληρή δουλειά, η πίστη και η υπακοή του ενός στον άλλον, επιταχύνει το ρυθμό της μάθησης και την επίτευξη των στόχων. Υπενθύμισα στους μαθητές πώς ήταν να είσαι σε μια τάξη που ο ανταγωνισμός προκαλεί πόνο και ταπείνωση. Καταστάσεις στις οποίες οι μαθητές τρώγονταν ο ένας με τον άλλον για τα πάντα, από τη γυμναστική μέχρι το διάβασμα. Το συναίσθημα του να μην κάνεις ποτέ τίποτα, να μην είσαι ποτέ μέρος κάποιου πράγματος, να μην έχεις υποστήριξη από τον άλλον.
Κάπου εκεί, μαθητές σηκώθηκαν χωρίς προειδοποίηση και άρχισαν, κατά κάποιο τρόπο, να με επαινούν. «Κ