Οι Τρεις Ιεράρχες «στα αζήτητα»(;) μιας γιορτής(;) για την Παιδεία, του Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου, εκπαιδευτικού θεολόγου

7 Οκτωβρίου 2013

 Έπρεπε να μιλήσω για τους Τρεις Ιεράρχες, όμως είχα κουραστεί ν’ ακούω μεγάλες κουβέντες και να μιλώ για ανθρώπους άγιους, πανάκριβους, ανεκτίμητους σαν να διαφημίζω ένα προϊόν στο ραδιόφωνο. Είναι κι η εποχή που πάσχει από πολυλογία, κι έτσι βάλθηκα να περπατώ στα σοκάκια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας ,με προσοχή να μη χαθώ και με σκοπό να φτάσω στην πλατεία, στο ξέφωτο της παρουσίας των Αγίων, που και σήμερα τιμά η παιδεία μας- Του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιερού Χρυσοστόμου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου- και να ψηλαφίσω τη σχέση τους με τον σημερινό μας βίο.

Προχώρησα κι είδα ένα λαό να έχει κάνει την πίστη του στο Θεό ζήτημα προσωπικού γούστου. Μια θάλασσα από άγνοια, ημιμάθεια ή αδιαφορία, μια που ο λόγος της Εκκλησίας φαίνεται να μην προκαλεί πια κανένα ενδιαφέρον. Φταίει άραγε μόνον η Εκκλησία ή κι η δική μας τρυφηλότητα;

Προχώρησα κι είδα ανθρώπους να τρέχουν να προλάβουν τη ζωή τους, να τυραννιούνται από το κυνήγι του χρόνου για να είναι «εντάξει» .Και θυμήθηκα τον Ελύτη: «Δώσε δωρεάν το χρόνο σου αν θέλεις να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια».

Είδα τους άρχοντες, εκκλησιαστικούς και μη, να μας μαλώνουν, να μας κουνάνε το δάχτυλο επιτακτικά στο πρόσωπο μπροστά μας, γιατί δεν είμαστε αρκετά υπάκουοι, δεν είμαστε όσο θα έπρεπε υποτακτικοί, γιατί δεν τους σεβόμαστε όσο θα έπρεπε και θυμήθηκα ένα παλιό σύνθημα γραμμένο στον τοίχο: «Αγάπη που’ ναι η εκκλησιά σου; Βαρέθηκα πια στα μετόχια».

Είδα ανθρώπους σκυφτούς να κλαίνε, να πεινούν, ν’ απελπίζονται, να μαζεύονται φοβισμένοι, να βράζουν από θυμό και πόνο και να περιμένουν πότε ο πόνος θα γίνει δημιουργία.

Είδα παιδιά να με κοιτούν καχύποπτα, σαν προδομένα από εμάς τους μεγαλύτερους, που τους παραδίνουμε αυτόν τον κόσμο , θυμωμένα, που σκοτώνουμε «κατά λάθος» παιδιά στα Εξάρχεια, που σιχαινόμαστε τους «λαθραίους» ανθρώπους που ζητούν καταφύγιο στη χώρα μας κυνηγημένοι, που ξεπουλήσαμε χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε τις αξίες μας για μια περίοπτη θέση σε μια εταιρία, για ένα τζιπ, για μια βίλλα παραπάνω.

Είδα δασκάλους να κάνουν αυτό που «πρέπει»,να είναι αρκούντως υπηρεσιακοί-με καθαρά, μεν αλλά άδεια χέρια!- να τρέχουν να προλάβουν την ύλη τους, να οδηγούν με ταχείς ρυθμούς τους μαθητές τους στην κρεατομηχανή της επιτυχίας, στις εξετάσεις. Με την ψυχή αφυδατωμένη, τσακισμένη και την αγάπη και το μεράκι καλά κρυμμένο βαθιά μέσα τους, μη τύχει και κατασπαταληθεί τσάμπα, μια που η καρδιά και το συναίσθημα χρειάζεται κι έξω από τη δουλειά . Και σκέφτηκα τον Μίλτο Κουντουρά: «όποιος αγωνίζεται για τα παιδιά, αγωνίζεται για την ανθρωπότητα».

Κι είδα γονείς πιο κάτω, στραμένους στα παιδιά τους να τους μιλούν με φόβο κι αγωνία για το αύριο που έρχεται σαν καταιγίδα καταπάνω τους. Κι όταν αυτά ζητούσαν «μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο»,μια ελπίδα για να παλέψουν, ο πατέρας δάκρυζε κι η μάνα σιωπηλή αγκάλιαζε. Η κραυγή της σιωπής σκέφτηκα…

Κι είδα γονείς να ορμούν στους καθηγητές των παιδιών τους-με θάρρος ή με θράσος;-γιατί δε δίνουν όσα θα ήθελαν κι όχι γνώσεις μόνο μα κι αγωγή και κοινωνικοποίηση κι ιδέες κι ελπίδες και οράματα κι αξίες …κι όλα αυτά που οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να δώσουν. Και βρήκαν κι έβαζαν στο στόμα τους τους τεμπέληδες που δουλεύουν λίγο ,που δεν ελέγχει κανείς τη δουλειά τους, που ρουφάνε άδειες και διακοπές για να βολεύονται και σκέφτηκα και πάλι τον Ελύτη: «Ιδιώτευε μες στο Ανερυθρίαστο».

Κι είδα την Εκκλησία να ταπεινώνεται, να απαξιώνεται μες στις κραυγές του ορθού λόγου και της συλλογικής λήθης και να πληρώνει σκληρά το τίμημα χρόνιων παθογενειών, ακέραιων καρκινωμάτων στο σώμα της που άλλες φορές η αγάπη της κι άλλες φορές η αδυναμία της, τα σκέπαζε για να μη φαίνονται. Κι έτσι βαυκαλιζόταν πως δεν υπήρχαν…

Κι είδα πιο κάτω ένα φως αχνό, μάλλον σα φωτοστέφανο, αλλά δεν ήμουν σίγουρος-σάμπως έχω δει φωτοστέφανο για να ξέρω;-…

Ένας παπάς μοίραζε τη νύχτα φαγητό και κουβέρτες στους άστεγους που είχαν κάνει τα παγκάκια σπίτια τους, ένας άλλος τραβούσε από μια τρύπια βάρκα μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά της που έφτασαν από απέναντι, πεθαμένοι σχεδόν από το φόβο κι από τα παγωμένα μαύρα νερά του Αιγαίου, κι ένας άλλος μέχρι αργά τη νύχτα φόρτωνε στο πετραχήλι του καημούς κι απελπισία από πρεζόνια κι αλαφιασμένους απόκληρους. Και σκέφτηκα τη μωρία του σταυρού, τη σαλότητα των αγίων, την πίστη στην Ανάσταση, όταν όλα μυρίζουν θάνατο…

Κι έκανα «ένα βήμα πιο γρήγορο απ’ τη φθορά». Κι είδα στο ξέφωτο τρεις δεσποτάδες, χωρίς πλουμιστά άμφια και μίτρες χρυσοκέντητες, μα με ράσα φθαρμένα αλλά καθαρά και μια μαγκούρα ξύλινη ο καθένας για να ακουμπάει. Κοιτούσαν σιωπηλοί κι ολόμονοι , κρυμμένοι θαρρείς ,κουρασμένοι, μα μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο, αυτό που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν.

Εκεί πλησίασα, γονάτισα κι αφέθηκα στην παραμυθία τους:

Μου ψιθύρισε ο άγιος Γρηγόριος, για το Θεό που κρύβεται-«Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»- στα μικρά ασήμαντα πράγματα, στους ανθρώπους που προσπερνάμε, στο σπόρο που φυτεύουμε περιμένοντας ν’ ανθίσει.

Μου είπε για τις δικαιολογίες των ανθρώπων που δεν απλώνουν το χέρι τους να μοιραστούν.

Για την απελπισία της φτώχιας, της ορφάνιας, της ερήμωσης.

Κι ο Μέγας Βασίλειος, μου θύμισε για τους ψευτο-ευλαβείς που αρκούνται στην ελεημοσύνη-άλλοθι της αδικίας και για τους πλούσιους που χαρίζουν για να βολέψουν τη συνείδησή τους.

Κι ο ιερός Χρυσόστομος, αργά και σταθερά μου διηγήθηκε ιστορίες για την Εκκλησία, που πάντα στους κόλπους της μέσα είχε κι ανθρώπους που της τρώγανε τις σάρκες και για το Χριστό που πάντα μεταμόρφωνε το σώμα της με την πεισματάρικη αγάπη του.

Μου είπαν για τους ανθρώπους τους αμόρφωτους,- όχι αυτούς που δεν ξέρουν γράμματα-τους άλλους, που ξέρουν οτι έχουν πάντα δίκιο και κρίνουν με άνεση κάθε στραβό ανθρώπινο σα να μην ξέρουν τις δικές τους συμφορές, γερασμένοι δικαστές μιας ζωής τσιγγούνικης…

Μου είπαν για τις ελπίδες και τα όνειρα του κόσμου, τις ουτοπίες που δεν έχουν ακόμη τόπο. Για τον Καινούργιο Κόσμο του Θεού που αγκαλιάζει όλους, κι αυτούς που θέλουμε κι αυτούς που θ’ αποφεύγαμε ακόμη και καλημέρα να τους πούμε, για το σταυρό και τη θυσία αυτού που αγωνίζεται όχι για να κερδίσει, αλλά από έρωτα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει.

Για το σταυρό που παραλάβαμε όχι για να τον κάνουμε κόσμημα, μα για να προκαλέσουμε την ανάσταση εδώ και τώρα.

Για τις ελπίδες που δε χάθηκαν κι ούτε ποτέ θα χαθούν όσο οι άνθρωποι παλεύουν, αγωνίζονται, αγαπούν.

Με παρηγόρησαν, όλες οι εποχές μοιάζουν, μου είπαν, μη σκιάζεσαι γιατί ο θάνατος είναι πάντα προσωρινός, φαίνεται δυνατός μα είναι σκόνη μπροστά στη χάρη του Θεού!

Και μου ψιθύρισαν κι ένα στιχάκι για τους δασκάλους που πάντα παλεύουν μαζί με τους μαθητές τους, σ’ αυτά τα σχολεία, μ’ αυτές τις συνθήκες, μ’ αυτές τις ανημποριές :

«και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος…».

Σηκώθηκα να φύγω, μου δώσαν την ευχή τους κι ένα χαρτί τυλιγμένο να το διαβάζω κάθε φορά που θα φοβόμουν και θα δείλιαζα. Απομακρύνθηκα, το άνοιξα με λαχτάρα και το διάβασα. Ήταν δυο στίχοι του Μπέρτολτ Μπρεχτ(!):

«Κι όταν θα έχετε καλυτερέψει τον κόσμο,

Να συνεχίσετε να τον καλυτερεύετε αυτόν τον καλύτερο κόσμο.

Κι αν καλυτερεύοντας τον κόσμο, συμπληρώσετε την αλήθεια

λοιπόν, συμπληρώστε κι άλλο τη συμπληρωμένη αλήθεια.

Κι αν συμπληρώνοντας την αλήθεια, αλλάξατε την ανθρωπότητα,

Λοιπόν ,

αλλάξτε κι άλλο την αλλαγμένη ανθρωπότητα.»

 

Πάτρα, Ιανουάριος 2011

 

 

 

σημείωση: ευτυχώς που για να γραφτούν αυτές οι λιγοστές αράδες εκτός από τους Τρεις Ιεράρχες, τα όσα είπαν και κυρίως τα όσα έκαναν και μας άφησαν κληρονομιά, βοήθησαν και ο Οδυσσέας Ελύτης(Μαρία Νεφέλη),ο Μίλτος Κουντουράς(Κλείστε τα σχολειά),ο Γιώργος Σεφέρης(Fog), ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και ο Παύλος Σιδηρόπουλος (εν Κατακλείδι).

Ήταν άνθρωπος …

2 Οκτωβρίου 2013

 Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.

Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας, δεν μίλησε.

Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.

Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν νʼ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.

Αλλʼ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, νʼ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.

Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ νʼ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».

Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.

Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

 

Πηγή: Ηλεκτρονικό Περιοδικό “Το Γράμμα”, Τεύχος 100, σελ. 14

Eνα βλεμμα Σε αγαπώ γι’ αυτό που είσαι… Tου Nικου Γ. Ξυδακη

2 Οκτωβρίου 2013

Εγραφα προ μηνός («Διαβάζοντας τον θυμό στις ζωές των άλλων», http: //blo. gr/4i2): «Και ξάφνου η σχέση διακόπτεται, απότομα. Το παιδί αναχωρεί απ’ την εστία, μετακομίζει σε δικό του σπίτι, η επαφή αραιώνει ή χάνεται για μήνες, τα τηλεφωνήματα αραιώνουν, γίνονται με «απόκρυψη». Αυτή η διακοπή με πάγωσε πιο πολύ απ’ όλα. Γιατί; Πώς; Τι θέλει να πει αυτή η διακοπή, η απόκρυψη, η απόσταση, η ρήξη;

Μπαίνω στη θέση του «διακοπέντος» γονιού: Τι έκανα στραβά; Τι κάνω λάθος; Μπορεί όλα να είναι λάθος, μπορεί και τίποτε. Είναι θυμός, είναι πλήξη, είναι αίσθηση αποκλεισμού; Τι θυμώνει τον νέο τόσο, που διακόπτει τη σχέση με το σπίτι του και ενώνει τον θυμό και το χνώτο του με συνομηλίκους όμοια θυμωμένους; Θέλει να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει κάτι μόνος του, ενάντιο ίσως στον «σάπιο» κόσμο των μεγαλύτερων, των εξουσιών, των συστημάτων που τον ντρεσάρουν και τον αποκλείουν; […]

Κάτι λείπει για να το καταλάβω ολόκληρο. Πιάνω κομματάκια μόνο, κομματάκια ενός θρυμματισμένου κόσμου, που παράγει απέραντο θυμό, βία, αυτοκαταστροφή, διακοπή σχέσεων και αποκλεισμό. Αυτοτροφοδοτούμενες παρέες οργισμένων νέων, αγέλες υπαρξιακά θυμωμένων, που επιστρέφουν στην κοινωνία τον δηλητηριώδη θυμό που τους έχει προξενήσει.»

Μερικές εβδομάδες αργότερα, έλαβα ένα μέιλ από το Λονδίνο. Με μια απάντηση: «Κανείς δεν μας είπε ποτέ «σε αγαπώ γι’ αυτό που είσαι»». Πόνεσε ο λαιμός μου. Το παραθέτω:

«Καλημέρα σας,

Αρχικά να σας συστηθώ, με λένε Π., είμαι φοιτήτρια στα 24 (κάνω το μεταπτυχιακό μου στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου) και αναπόφευκτα έγινα κι εγώ ένας από αυτούς που «αναγκάστηκαν» να αφήσουν την πατρίδα επειδή «δεν υπάρχει» άλλος τρόπος επιβίωσης.

Mε αφορμή ένα σας κείμενο «Διαβάζοντας τον θυμό στις ζωές των άλλων» παίρνω το θάρρος να σας γράψω για τις ανησυχίες που βιώνετε κι εσείς σαν γονιός που προσφέρετε τα πάντα στα παιδιά σας, αλλά αναρωτιέστε γι’ αυτή την απόσταση, την παύση επικοινωνίας και την οργή γύρω σας. Την αισθάνομαι κάθε μέρα, την κάνω πράξη συνειδητά πλέον και σας αποκαλύπτω ότι κρατώ απόσταση, γιατί πρέπει να δω τα πράγματα και να τα αξιολογήσω.

Από τέτοια καθημερινή οικογένεια προέρχομαι κι εγώ,  υπερ-σπουδαγμένη, με όλες τις ευκαιρίες στα πόδια μου. Αλλά κάτι με τρώει πάντα από μέσα (οργή  το λένε). Δεν με ρώτησε κανείς ποτέ αν εγώ ήθελα να τα κάνω όλα αυτά, οι γονείς μου με θωράκισαν με χαρτιά, γιατί αλλιώς δεν έχω στον ήλιο μοίρα.

Ετσι είναι; Μπορεί να είναι και έτσι, αλλά εμένα πάντα άλλα με ενοχλούσαν. Σκεφτόμουν ότι οι γονείς μου δεν με αποδέχονται αλλιώς, ότι πρέπει διαρκώς να διαπραγματεύομαι την αξία μου και να αποδεικνύω ότι αξίζω και θα πάω μπροστά. Αλλιώς ξέρετε τι θα ήμουν; Ενα από αυτά τα παιδιά που όταν τα ρωτάς «τι σπουδάζεις;» αυτά σου απαντάνε (δειλά) «τίποτα» κι εσύ τα λυπάσαι τα καημένα γιατί δεν τα κατάφεραν στη ζωή τους. Δεν πρόκοψαν και είναι τεμπελόσκυλα.

Ετσι φτάσαμε να αξιολογούμε τις ζωές μας; Και μετά μας φταίνε όλα; Το Διαδίκτυο; Τα ΜΜΕ; Τα παιδιά σας και όλοι μας στρεφόμαστε σ’ εκείνους τους συνομήλικους που ασκούν τη μικρότερη κριτική πάνω μας και μας αποδέχονται όχι για τα πτυχία μας και τα κατορθώματά μας, αλλά γιατί υπάρχει ατόφια, καθαρή αγάπη και ανάγκη έκφρασης. Κάπως πρέπει να ακούσουν οι άλλοι αυτά που παράγει το κεφάλι μας. Με ορθόδοξα ή ανορθόδοξα μέσα. Είτε λέγεται ποίηση είτε λέγεται Πυρήνες της Φωτιάς.

Κανείς δεν μας είπε ποτέ «σε αγαπώ γι’ αυτό που είσαι», γιατί δεν μας αφήσατε να γίνουμε αυτό που θέλουμε. Οσο καλό μας κάνετε με το να μας προστατεύετε, άλλο τόσο μας καταστρέψατε που δεν μας αφήσατε να πάρουμε τον δρόμο μας.

Να ανησυχείτε που κρατάνε απόσταση τα παιδιά σας, ίσως βρούνε τον δρόμο τους τελικά, κι ας θέλετε εσείς να τα τραβήξετε από το χέρι για να τα σώσετε και να τους δείξετε το σωστό. Αναρωτηθείτε  μια στιγμή σε ποιον κάνετε καλό και αν τελικά στη ζωή το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος είναι απλά μέτρο για να αξιολογείτε τα πράγματα και να τα βάζετε σε κουτιά. Οι άνθρωποι δεν θέλουν στρατηγικές και πολιτικές χειρισμού, δείξτε και νιώστε ότι η αγάπη σας δεν έχει τόσα μέτρα και σταθμά.

Σας ευχαριστώ που με γεμίζετε με τόσο όμορφα κείμενα και σκέψεις. Ο Θεός να σας έχει καλά, συνεχίστε έτσι.

ΥΓ.: Εγώ πάντα χορεύτρια μπαλέτου ήθελα να γίνω («άλλα είναι εκείνα που αγαπώ, / γι’ αλλού γι’ αλλού ξεκίνησα / σαν να ‘μουν άλλος κι όχι εγώ / μες στη ζωή πορεύτηκα» – το είπε κι ο Ελύτης).»

Πηγή: kathimerini.gr

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_4_27/02/2011_433862

Εσύ! – Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

2 Οκτωβρίου 2013

 Εσύ! που ποτέ δεν αναρωτήθηκες, γιατί ήρθες σ’ αυτόν τον κόσμο.

Εσύ! που χαμήλωσες το άβουλό σου βλέμμα στα γήινα και ποτέ δε σήκωσες τα μάτια σου προς τον έναστρο ουρανό.

Εσύ! το καλό παιδί της αποπροσανατολισμένης και σάπιας κοινωνίας.

Εσύ! που τόσο διαστρέβλωσες τη Ζωή, ώστε η Αλήθεια έγινε «ασύμφορη» και «πικρή», ενώ το Ψέμα «αθώο» και «ιερό».

Εσύ! που παραποίησες την ανθρώπινη Ζωή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το Κακό έγινε «αναγκαίο» και η Καλοσύνη «προσποιητή».

Εσύ! ο βουτηγμένος μες στη απληστία της Κατανάλωσης.

Εσύ! ο ονειροπαρμένος από την ματαιόδοξη Εξουσία.

Εσύ! ο αφοσιωμένος στην απατηλή και εφήμερη Δόξα.

Πώς τολμάς να ξεστομίσεις τις μικρές, κοντόφθαλμες και χυδαίες «αλήθειές» σου;

 

Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

Όσο μπορείς – Κ. Καβάφης

2 Οκτωβρίου 2013

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον

όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις

μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,

μες στις πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

 

Μην την εξευτελίζεις πιάνοντας την,

γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντας την

στων σχέσεων και των συναναστροφών

την καθημερινή ανοησία,

ως πού να γίνει σα μια ξένη φορτική.

 

Κ. Καβάφης