7 Δεκ 2016

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Συντάκτης: ΝΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ | Κάτω από: Χωρίς κατηγορία
ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 09.01.2007

Στους ορισμούς της ποίησης…

Του Παντελη Μπουκαλα

1) Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «Η τέχνη του στίχου». Επιμέλεια: Calin-Andrei Mihailescu. Μετάφραση: Μαρία Τόμπρου. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2006, σελ. 184.

2) «Ποίηση για την ποίηση». Ανθολόγηση-πρόλογος: Αντώνης Φωστιέρης, Θανάσης Θ. Νιάρχος. Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 219.

Αν υποθέσουμε ότι αμηχανούμε και δοκιμάσουμε να λύσουμε την απορία μας για το τι εστί ποίηση με τη βοήθεια των λεξικών, μάλλον δεν θα διευκολυνθούμε αποφασιστικά· οι λεξικογραφικοί ορισμοί της ποίησης πάσχουν επίσης από αμηχανία, αφού συνήθως επιχειρούν να την προσδιορίσουν σε αντιδιαστολή προς την πεζογραφία (εντοπίζουν δηλαδή το τι δεν είναι), χωρίς να κατορθώνουν να «φυλακίσουν» σε λέξεις κάτι περισσότερο από την ουσία της και πιο καίριο· επιπλέον, στους ορισμούς του «ποιητή» συνεχίζουμε να διαβάζουμε τα ημιαριστοκρατικά εκείνα που τον εννοούν σαν ένα σχεδόν παραμυθένιο πλάσμα το οποίο, ευλογημένο (ή καταραμένο;) από τη μοίρα, έχει το κοπιράιτ της «ευαισθησίας», του «ρομαντισμού» κ.λπ.

Προφανώς αυτήν τη λεξικογραφική αδυναμία και το ανέφικτο των ορισμών τα γνώριζε καλά ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986). Γι’ αυτό και στην πρώτη κιόλας από τις έξι διαλέξεις του για την «τέχνη του στίχου», στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, το φθινόπωρο του 1967, σπεύδει να αποσαφηνίσει ότι, παρά τα εβδομήντα χρόνια του και την εικαζόμενη σοφία τους, «έχει να προσφέρει μόνο τις αμηχανίες του», «μόνο καθιερωμένες από τον χρόνο αβεβαιότητες». Για να λύσει το «αίνιγμα της ποίησης» μόνο μία μέθοδο διαθέτει: να τη ν ι ώ σ ε ι, να την εννοήσει σαν «πάθος και χαρά».

«Εάν πρέπει να ορίσω την ποίηση», λέει λοιπόν ο μεγάλος Αργεντινός συγγραφέας, «και νιώθω κάπως αμήχανα γι’ αυτό, εάν δεν είμαι πολύ σίγουρος γι’ αυτό, λέω κάτι όπως: «Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους». Αυτός ο ορισμός μπορεί να είναι αρκετά καλός για ένα λεξικό ή ένα εγχειρίδιο, αλλά όλοι νιώθουμε πως είναι κάπως αδύνατος. Υπάρχει κάτι πολύ σημαντικότερο – κάτι που θα μπορούσε να μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε όχι μόνο προσπαθώντας να γράψουμε ποίηση, αλλά και να την ευχαριστιόμαστε, και να νιώθουμε ότι ξέρουμε τα πάντα γι’ αυτήν. Αυτό είναι ότι ξ έ ρ ο υ μ ε τι είναι ποίηση. Το ξέρουμε τόσο καλά που δεν μπορούμε να το ορίσουμε με άλλες λέξεις, όπως δεν μπορούμε να ορίσουμε τη γεύση του καφέ, το κόκκινο ή το κίτρινο χρώμα, ή την έννοια του θυμού, της αγάπης, του μίσους, της ανατολής, του ηλιοβασιλέματος, ή της αγάπης μας για την πατρίδα μας. Αυτά τα πράγματα είναι τόσο βαθιά μέσα μας, που μπορούν να εκφραστούν μόνο με εκείνα τα κοινά σύμβολα που μοιραζόμαστε. Ετσι, γιατί να χρειαστούμε άλλες λέξεις;».

Κι ωστόσο, ο Μπόρχες και χρειάζεται και χρησιμοποιεί κι άλλες λέξεις στην προσπάθειά του, αν όχι να ξεκλειδώσει το μυστήριο της ποίησης, τουλάχιστον να προσφέρει στους ακροατές του τότε, στους αναγνώστες του τώρα, στοιχεία της προσωπικής του μεθόδου προσέγγισης των λογοτεχνημάτων, πεζών και στιχουργημένων. Οντας εμπειρότατος αναγνώστης, αναψηλαφεί με κριτική αυστηρότητα τη λογοτεχνία πολλών αιώνων, με σημείο εκκίνησης τον Ομηρο και τα έπη και με μια ταχύτητα που τον οδηγεί ενίοτε στον αφοριστικό τόνο, ο οποίος πάντως μετριάζεται από τον συχνά εκδηλούμενο αυτοσαρκασμό («ελάσσονα ποιητή» και «πολύ δειλό στοχαστή» χαρακτηρίζει τον εαυτό του). Αν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε, κάπως αυθαίρετα, τις σκέψεις του, όσες εκτυλίσσονται ενόσω μιλάει για τη μουσική των λέξεων, τον τρόπο της αφήγησης και τα λογοτεχνικά τεχνάσματα, θα εδραζόμασταν οπωσδήποτε στην «εμμονή» του ότι η ποίηση και η ανάγνωσή της είναι «πάθος και χαρά», καθώς και στην πεποίθησή του ότι «η τέχνη συμβαίνει κάθε φορά που διαβάζουμε ένα ποίημα». Αν οι γνώσεις μας, μοιάζει να λέει, δεν υπηρετούν τον σκοπό της απόλαυσης, αν δεν μας ξανακάνουν αφελείς με έναν καινούργιο τρόπο, είναι εμπόδιο και παγίδα.

Στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Μπόρχες η δυνατότητα της «τέχνης να συμβεί» δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι τα ποιητικά αποσπάσματα που χρησιμοποιεί σαν παραδείγματα ο συγγραφέας παρατίθενται σε σχεδόν πεζή μετάφραση, η οποία δεν υπολογίζει το μέτρο ή τη ρίμα των πρωτοτύπων. Ενα άλλο πρόβλημα (συνηθισμένο ωστόσο σε ελληνικές εκδόσεις ξένων βιβλίων με αναφορές στα αρχαιοελληνικά γράμματα) είναι ότι υπάρχουν παραπομπές σε αρχαιοελληνικούς στίχους οι οποίοι δεν ταυτίζονται ούτε από τον επιμελητή ούτε από τη μεταφράστρια και επιμεταφράζονται χωρίς αυτοψία, χωρίς έλεγχο του πρωτοτύπου. Κάποια στιγμή, ας πούμε, ο Μπόρχες αναφέρει ένα επίγραμμα από τη «Παλατινή Ανθολογία», αποδιδόμενο στον Πλάτωνα, λέγοντας: «Οι στίχοι (δεν ξέρω αρχαία ελληνικά) είναι πάνω-κάτω οι εξής: «Θα θελα να ‘μουν η νύχτα, ώστε να μπορούσα να σε κοιτάζω να κοιμάσαι, με χίλια μάτια»». Το πρωτότυπο, από το 7ο Βιβλίο της Παλατινής, έχει τη δική του χάρη και μάλλον μας οδηγεί σε άλλη μετάφραση: «Αστέρας εσαθρείς αστήρ εμός· είθε γενοίμην / ουρανός ως πολλοίς όμμασιν εις σε βλέπω».

Ενα άλλο αρχαίο ποίημα πάντως που αναφέρει ο Μπόρχες, αποδίδοντάς το σε «Ελληνα ποιητή της Αλεξάνδρειας», ο οποίος έγραψε για τη «λύρα της τριπλής νύχτας» («όταν κοίταξα τα σχόλια της έκδοσης βρήκα ότι η λύρα ήταν ο Ηρακλής», σημειώνει απογοητευμένος ο Μπόρχες), δεν μπόρεσα να το εντοπίσω. Εικάζω ότι εννοείται ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς και το ποίημά του για τον «τρισέληνο Ηρακλή», όμως η εικασία μου είναι αυθαίρετη κι έτσι όσα σημειώνει σχετικά ο Μπόρχες για το «υπέροχο αίνιγμα της λύρας της τριπλής νύχτας», μένουν όντως αίνιγμα άλυτο, συνοδευμένα από την υποψία μιας πιθανής φιλολογικής παρερμηνείας.

«Υποθέτω ότι πρέπει να υπάρχουν τόσο πολλά πιστεύω, τόσο πολλές θρησκείες, όσοι και ποιητές» λέει ο Μπόρχες στη διάλεξή του υπό τον τίτλο «Το πιστεύω του ποιητή». Κατά κάποιον τρόπο, αυτός ο «ποιητικός πολυθεϊσμός», η ποικιλία των πιστεύω, αποκαλύπτεται στην Ανθολογία «Ποίηση για την ποίηση» που εκπόνησαν ο Αντώνης Φωστιέρης και ο Θανάσης Θ. Νιάρχος, ποιητές αλλά και έμπειροι πια ανθολόγοι. Στο βιβλίο, 150 Ελληνες ποιητές, του 19ου και, κυρίως, του 20ού αιώνα, κεκυρωμένοι και άδοξοι, «παραδοσιακοί» και «μοντέρνοι», εκθέτουν, με ένα ποίημά του ο καθένας τις ιδέες τους για την τέχνη τους, την «τέχνη του στίχου» (καλό θα ήταν να υπήρχε βιβλιογραφική σημείωση για τα ποιήματα, με προσδιορισμό της συλλογής στην οποία ανήκουν και του χρόνου έκδοσής της).

Ο τόμος θα μπορούσε να είναι και διπλάσιος σε όγκο, αφού υπάρχουν πολλά ακόμη ποιήματα που θεματοποιούν την ποίηση, το άγχος ή τη δόξα της (οπωσδήποτε ξενίζει η απουσία του Βύρωνα Λεοντάρη, ποιητή με ιδιαίτερα σκεπτική ποίηση, ο στίχος του οποίου «τα ποιήματα συμβαίνουν», συμφωνεί με το πόρισμα του Μπόρχες)· θα μπορούσε όμως να είναι και μικρότερος, αφού αρκετά από τα παρατιθέμενα ποιήματα διασώζονται λόγω του θέματός τους και της ιδρυτικής συνθήκης της Ανθολογίας και όχι λόγω της λογοτεχνικής αυταξίας τους. «Νομίζω πως ένα από τα αμαρτήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι ότι παραασχολείται με τον εαυτό της», λέει ο Μπόρχες στο δικό του βιβλίο, και είτε σαν αμάρτημα το δούμε αυτό είτε σαν αυτογνωστική υποχρέωση, η αλήθεια είναι ότι έχουν πληθύνει ιδιαίτερα τα αυτοαναφορικά ποιήματα, τα ποιήματα που χρησιμοποιούν σαν αφορμή και τέλος τους την ίδια την ποιητική τέχνη. Είναι επίσης ευδιάκριτο ότι στη σχετική παραγωγή ο τόνος δίνεται πλέον στη ματαιότητα ή την αδυναμία της ποίησης, παρά στον λυρικό εγκωμιασμό της.

Στον παρόντα τόμο ανθολογούνται στίχοι που αναλύουν σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο τα αισθήματα του ποιητή, αναζητώντας μάλλον κάποιο «εμείς», παρά επιβεβαιώνοντας την ύπαρξή του, και άλλοι που εκφέρουν στο πρώτο ενικό το όποιο πάθος τους, το οποίο ενίοτε αναλώνεται από τη ρητορική. Υπάρχουν εκδοχές ιδανικευτικού χαρακτήρα και άλλες που τις οργανώνει η απογοήτευση. Υπάρχουν οι ανοιχτές πολιτικές «απαντήσεις» και οι ενδοστρεφείς ιδιωτικές, οι δοξαστικές και οι ειρωνικές. Συλλειτουργώντας μέσα στις διαφορές και την αντιδικία τους, συγκροτούν ένα θερμό εν τέλει σώμα, ικανό να οδηγήσει τον αναγνώστη στον δικό του στοχασμό για το τι είναι η ποίηση, ή τι επιθυμεί να είναι, ώστε να συμπεράνει αν συμφωνεί ή όχι με τον στίχο του Νίκου Καρούζου, «ο ποιητής κύριοι περισσεύει».

Έντυπη Έκδοση Καθημερινής

21 Νοέ 2016

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Συντάκτης: ΝΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ | Κάτω από: Ποίηση

Μεταπολεμική και σύγχρονη λογοτεχνία

Ποίηση

Η Μεταπολεμική Ποίηση εμφανίστηκε στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, που αποτελεί και το χρονικό όριο της αφετηρίας. Οι μεταπολεμικοί ποιητές, όσοι κυρίως ανήκουν στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, που είναι συνδεδεμένη με τους αγώνες της Κατοχής και τα δύσκολα μετακατοχικά χρόνια, αντιμετώπισαν θετικά την ποίηση της γενιάς του ’30 και αποτέλεσαν το φυσιολογικό της διάδοχο. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά αξιοποιεί τα επιτεύγματά της και δημιουργεί τη δική της ποιητική φυσιογνωμία αντλώντας από το πλούσιο υλικό των εμπειριών της δεκαετίας του 1940-1950, που είναι μια από τις πιο δραματικές δεκαετίες της νεότερής μας ιστορίας και δεν μπορεί να συγκριθεί με την ελληνική πραγματικότητα της προηγούμενης δεκαετίας. Βέβαια, κατά το 1930-1940 η κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι καθόλου ρόδινη: η Ελλάδα μαστίζεται από μια χρόνια κοινωνικοοικονομική υπανάπτυξη· η πολιτική της αστάθεια είναι εμφανής και καταλήγει στη δικτατορία του Μεταξά· το προσφυγικό πρόβλημα, που δημιουργήθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή, έχει παραμείνει ουσιαστικά άλυτο και η ύπαρξή του γίνεται αισθητή, προπάντων στην Αθήνα και τον Πειραιά, που περιβάλλονται από φτωχικούς και άθλιους συνοικισμούς. Οι ποιητές του Μεσοπολέμου -στη συντριπτική τους πλειοψηφία- θα μείνουν ανεπηρέαστοι από ό,τι συντελείται γύρω τους. Το αντίθετο συνέβη με τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που όχι μόνο δεν απέστρεψαν το πρόσωπο από τη γύρω τους πραγματικότητα, αλλά έγιναν οι πρωταγωνιστές της συμμετέχοντας ενεργητικά με την δράση τους ή με την ποίησή τους στους αγώνες της Κατοχής.
Οι μεταπολεμικοί ποιητές κατατάσσονται σε δύο γενιές, την πρώτη και τη δεύτερη. Για τη διαίρεση αυτή λαμβάνουμε υπόψη την χρονολογία γέννησής τους και της εμφάνισής τους στα ελληνικά γράμματα. Αν και τα κριτήρια αυτά είναι καθαρώς εξωτερικά, εντούτοις μας παρέχουν τη δυνατότητα να τους κατατάξουμε στις δύο αυτές γενιές. Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά υπάγονται όσοι γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1918 και το 1928 και εξέδωσαν την πρώτη ποιητική τους συλλογή μετά το 1940· στη δεύτερη εντάσσονται όσοι γεννήθηκαν από το 1928 ως το 1940 και εξέδωσαν την πρώτη τους συλλογή κατά τη δεκαετία του ’60 (για την ακρίβεια από το 1955-1965). Τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά διαδέχτηκε η γενιά τον ’70 ή, όπως αποκλήθηκε στην αρχή, της αμφισβήτησης. Στη γενιά αυτή εντάσσονται όσοι γεννήθηκαν μετά το 1940 και ως το 1955 και εξέδωσαν την πρώτη ποιητική τους συλλογή μετά το 1965. Βέβαια η σύγχρονη ποιητική παραγωγή συνεχίζεται. Εν τούτοις στο παρόν τεύχος κρίθηκε σκόπιμο η ανθολόγηση των ποιητών να περιοριστεί στις ανωτέρω γενιές, οι οποίες είτε έχουν διαμορφώσει σχεδόν πλήρως την ποιητική τους φυσιογνωμία (πρώτη και δεύτερη), είτε επαρκώς (γενιά του ’70).

Πρώτη μεταπολεμική γενιά

Το σύνολο των ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς επηρεάστηκε από τα γεγονότα του Β’ Παγκόσμιου πολέμου, της Κατοχής και του Εμφύλιου (1946-1949). Οι ποιητές αυτής της γενιάς προέρχονται από έναν κόσμο, που έχει ως βασικά του χαρακτηριστικά την πίστη σε ορισμένες ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες. Οι αξίες αυτές, έστω κι αν επιδιώκουν την προοδευτική τους εξέλιξη ή και την ανατροπή τους, δεν έ-χουν εντελώς φθαρεί. Γι’ αυτό το λόγο στους ποιητές αυτής της γενιάς κυριαρχεί το όραμα για έναν κόσμο πολιτικά και κοινωνικά δικαιότερο. Ιδιαίτερες ποιητικές σχολές δε διαμορφώθηκαν κατά την μεταπολεμική περίοδο. Γι’ αυτό μπορούμε περισσότερο να μιλάμε για τάσεις ή κινήσεις στις οποίες εντάχτηκαν εκ των υστέρων ποιητές με κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Οι ονομασίες που δόθηκαν στις τάσεις αυτές αντλούνται περισσότερο από το περιεχόμενο της ποίησής τους, το θεματικό τους υλικό, και λιγότερο από την ομοιογένεια στην τεχνοτροπία. Τρεις είναι οι τάσεις που διαμορφώθηκαν: η αντιστασιακή ή κοινωνική, η νεοϋπερρεαλιστική και η υπαρξιακή ή μεταφυσική.

1. Η αντιστασιακή ή κοινωνική ποίηση

Οι ποιητές που εντάσσονται σ’ αυτή την τάση αντλούν τις εμπειρίες τους από τους αγώνες της Κατοχής και τους δύσκολους καιρούς, που πέρασε η χώρα μας κατά τη μετακατοχική περίοδο. Κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ήσαν ακόμη έφηβοι, έγιναν τα πιο συγκλονιστικά και αποφασιστικά γεγονότα για την τύχη της χώρας μας και, γενικότερα, της ανθρωπότητας. (Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκατομμύρια νεκροί από τον πόλεμο εναντίον της φασιστικής και ναζιστικής λαίλαπας). Στη γενιά της Κατοχής έλαχε ο κλήρος να μετουσιώσει το δράμα και το μεγαλείο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα σε ποίηση. Βέβαια, δεν ήταν και τόσο εύκολο όλο αυτό το υλικό των πλούσιων εμπειριών και βιωμάτων να μετουσιωθεί σε ποιητική έκφραση. Οπωσδήποτε όμως η ομάδα αυτή των ποιητών, που είναι η πολυπληθέστερη, κατόρθωσε να εκφράσει, παρά τις εγγενείς δυσκολίες τα σήματα των ελπίδων της και των διαψεύσεών της με ποίηση, που η αισθητική της λειτουργία είναι αναμφισβήτητη. Στην πρώτη φάση της ποίησης τους, οι ποιητές είναι γεμάτοι αγωνιστική διάθεση και προσπαθούν να καταγράφουν τα γεγονότα, να εκφράσουν τον ενθουσιασμό τους και να προβάλουν τα οράματά τους για έναν καλύτερο κόσμο· είναι η αγωνιστική ή αντιστασιακή φάση της ποίησης τους. Οι εμπειρίες τους όμως από την Κατοχή και ιδίως από την ανώμαλη μετακατοχική περίοδο, που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο και την ήττα της αριστερής παράταξης που εκπροσωπούσε το ΕΑΜ, δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις για ενδοσκόπηση και διερεύνηση των αιτίων. (Από τους ποιητές που άμεσα ή έμμεσα εντάσσονται στην αντιστασιακή ποίηση, αναφέρουμε ενδεικτικά τους εξής: Άρης Αλεξάνδρου, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιάννης Δάλλας, Δημήτρης Δούκαρης, Τάκης Καρβέλης, Μιχάλης Κατσαρός, Κλείτος Κύρου, Θανάσης Κωσταβάρας, Τάσος Λειβαδίτης, Τίτος Πατρίκιος, Γιώργης Παυλόπουλος, ΓιώργηςΣαραντής, ΔημήτρηςΧριστοδούλου).

2. Η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση

Οι ποιητές που ανήκουν στην τάση αυτή έμειναν ανεπηρέαστοι από τις ιδεολογικές διαμάχες της εποχής τους και τους φανατισμούς, όχι όμως και από το δράμα που εκτυλισσόταν γύρω τους. Υπόστρωμα και αυτής της ποίησης, στους κυριότερους τουλάχιστον εκπροσώπους της, είναι η κατοχική και η μετακατοχική περίοδος, απαλλαγμένη όμως από καθετί το επικαιρικό. Γενικότερα, η μεταπολεμική υπερρεαλιστική ποίηση αφομοιώνει, ανανεώνει και προωθεί σημαντικά την υπερρεαλιστική του Μεσοπολέμου. Οι μεταπολεμικοί δηλαδή υπερρεαλιστές είναι στην αρχή επηρεασμένοι από την ποίηση του Εμπειρίκου, του Εγγονόπουλου και, εν μέρει, τον Ελύτη. Βαθμιαία όμως θα διαμορφώσουν τη δική τους ποιητική και θα διαφοροποιηθούν.
Οι βασικές τους διαφορές εντοπίζονται κυρίως στη γλώσσα και τη θεματογραφία. Ο μεσοπολεμικός υπερρεαλιστής ρίχνει όλο του το βάρος στη γλώσσα και προσπαθεί, καταφεύγοντας στις γνωστές μεθόδους του υπερρεαλισμού, να εντυπωσιάσει. Αντίθετα, ο μεταπολεμικός υπερρεαλιστής, επηρεασμένος και από τη γύρω του πραγματικότητα, δε θεωρεί τη γλώσσα ως μέσο με το οποίο θα προκαλέσει έκπληξη, αλλά ως όργανο που θα τον βοηθήσει να συλλάβει και να εκφράσει τη γύρω του εφιαλτική πραγματικότητα. Η στάση επίσης των μεσοπολεμικών υπερρεαλιστών είναι σε γενικές γραμμές, και στην αρχική φάση της ποίησής τους, αισιόδοξη απέναντι στη ζωή. Οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές, αντίθετα, χωρίς να μένουν ανεπηρέαστοι από αυτή τη διάθεση, σιγά σιγά, κάτω από την επίδραση των δραματικών γεγονότων της εποχής τους, αποκτούν μια τραγική αίσθηση της ζωής, που στα βαθύτερα συστατικά της θα περάσει στην ποίηση τους. Γενικά, η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση δε διαφοροποιείται μόνο από την αντίστοιχή της του Μεσοπολέμου, αλλά και από την αντιστασιακή και την υπαρξιακή. Η αντιστασιακή κινδυνεύει από εξωαισθητικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Η υπαρξιακή φαίνεται να χάνει την επαφή της με τα πράγματα και να ρέπει προς μια ιδεαλιστική διάχυση. Αντίθετα, η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση κατόρθωσε να κρατηθεί, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε προκαταλήψεις ή επιρροές, μέσα στα πράγματα. (Αναφέρουμε ενδεικτικά τους εξής ποιητές: Ελένη Βακαλό, Νάνος Βαλαωρίτης, Ε.Χ. Γονατάς, Έκτωρ Κακναβάτος, Δ.Π. Παπαδίτσας, Μίλτος Σαχτούρης).

3. Υπαρξιακή ή μεταφυσική ποίηση

Οι ποιητές που ανήκουν στην τάση αυτή δε φαίνεται να έχουν κοινωνικά ενδιαφέροντα. Η αντιστασιακή ποίηση αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ον κοινωνικό και πολιτικό, τον εντοπίζει μέσα στους αγώνες του. Η νεοϋπερρεαλιστική παρακολουθεί τη δοκιμασία του, αλλά τον αποχρωματίζει από κάθε ιδεολογική επικάλυψη. Αντίθετα, η υπαρξιακή ποίηση είναι γεμάτη από μεταφυσική αγωνία, προσπαθεί να εκφράσει το άγχος του μοναχικού ατόμου μπροστά στο πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, της καθημερινής φθοράς. (Αναφέρουμε, και πάλι ενδεικτικά, τους ποιητές: Όλγα Βότση, Γιώργης Κότσιρας).

Δεύτερη μεταπολεμική γένια

Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά εμφανίστηκε σε μια περίοδο, που ο ψυχρός πόλεμος εξακολουθεί να απειλεί την ειρήνη και η πιθανότητα ενός νέου είναι ορατή. Οι περισσότεροι από τους ποιητές της γενιάς αυτής δεν έζησαν ως έφηβοι κατά την περίοδο της Κατοχής. Από την άποψη αυτή διαφοροποιούνται αισθητά από τους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής, της αντιστασιακής ιδίως, τάσης, γιατί δεν κομίζουν μέσα τους τις ηρωικές μνήμες της Κατοχής και τη στερεότητα της πίστης σε ένα καλύτερο μέλλον. Αποτελούν τη φυσιολογική συνέχεια των ποιητών της πρώτης γενιάς, με τους οποίους αισθάνθηκαν πάντοτε συναισθηματικά και ιδεολογικά αλληλέγγυοι, εφόσον τους συνδέουν και κοινές εμπειρίες από την περίοδο του Εμφύλιου και τον ψυχρού πολέμου, που επακολούθησε. Ζουν όμως σε μια μεταβατική εποχή, που το ηρωικό κλίμα, όσο κι αν διατηρείται στη συλλογική μνήμη, έχει καταπέσει και η πολιτικοκοινωνική ζωή της χώρας δεν έχει βρει ακόμη τον κανονικό της ρυθμό.
Ζώντας σε μια τέτοια περίοδο, αναγκάζονται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, και να καταφύγουν στη διερεύνηση του εσωτερικού τους χώρου, για να εκφράσουν τις τραυματικές τους εμπειρίες, είτε αυτές αναφέρονται στο πολιτικοκοινωνικό επίπεδο και είναι συνακόλουθες ενός χαμένου ιδεολογικού οράματος είτε στο ερωτικό. Έχοντας βαθύτατα μέσα τους την αίσθηση της διάψευσης των οραμάτων τους και μιας ζωής χαμένης, αρνούνται να συμμετάσχουν στο πολιτικό και κοινωνικό παιχνίδι. Ιδιαίτερες τάσεις, όπως αυτές που καλλιεργήθηκαν στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, δεν αναπτύχθηκαν.
Έχει επισημανθεί ότι στη γενιά αυτή παρατηρείται ένα εμφανές υπερρεαλιστικό κενό, που αποδίδεται στο γεγονός ότι οι ποιητές της χαρακτηρίζονται από έντονο κριτικό πνεύμα και σκεπτικισμό. Παρόλα αυτά δεν παύουν να διαλέγονται είτε με τους ποιητές της αντιστασιακής τάσης είτε της υπαρξιακής. Επηρεασμένοι από την ποίηση κυρίως του Καρυωτάκη, καλλιεργούν έναν ποιητικό λόγο αντιλυρικό, που διακρίνεται για την αιχμηρότητα, τη σκληρότητα και την τραχύτητα των εκφραστικών του μέσων. (Αναφέρουμε ενδεικτικά ποιητές που ανήκουν σ’ αυτή τη γενιά: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ανδρέας Αγγελάκης, Ορέστης Αλεξάκης, Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλον, Θωμάς Γκόρπας, Νίκος Γρηγοριάδης, Ζέφη Δαράκη, Τάσος Δενέγρης, Κική Δημουλά, Μάνος Ελευθερίου, Ανέστης Εναγγέλου, Αλέξης Ζακυθηνός, Βασίλης Καραβίτης, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Τάσος Κόρφης, Λουκάς Κούσουλας, Χρίστος Λάσκαρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Γιώργης Μανουσάκης, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος, Ματθαίος Μουντές, Τάσος Πορφυρής, Θανάσης Τζούλης, Σπύρος Τσακνιάς, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ντίνος Χριστιανόπουλος).

Ποιητές της δεκαετίας του ’70

Οι ποιητές της δεκαετίας του ’70, εντούτοις, δεν επηρεάστηκαν, όσο θα περίμενε κανείς, από τη μεταπολεμική γενιά. Οι ποιητές αυτής της γενιάς δεν έχουν βέβαια εμπειρίες από την Κατοχή και την εμφυλιακή περίοδο. Μεγαλώνουν κατά την ψυχροπολεμική κυρίως περίοδο και σε μια εποχή, κατά την οποία η ελληνική κοινωνία παρουσιάζει σημαντική οικονομική άνοδο και εισέρχεται στο στάδιο του καταναλωτισμού. Σε όλα αυτά, για να κατανοήσουμε ορισμένους παράγοντες, που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ψυχισμού τους και των βασικών χαρακτηριστικών της ποιητικής γραφής τους, πρέπει να προστεθεί η οδυνηρή εμπειρία από τη δικτατορία (1967-1974), που ενίσχυσε της τάση τους για την ανάπτυξη, χωρίς καμιά ιδεολογική χροιά, ενός πνεύματος επαναστατικότητας και την αντίθεσή τους σε κάθε μορφής κατεστημένο. Αγκαλιάζουν βαθμιαία αφενός μεν την ποιητική μας παράδοση, που αρχικά εντοπίζεται στην ποίηση του Καβάφη, του Καρυωτάκη, της γενιάς του ’30 και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, της αντιστασιακής ιδίως τάσης, αφετέρου δε την σύγχρονη αμερικανική ποίηση. Κι ενώ οι ποιητές των δύο πρώτων μεταπολεμικών γενιών, αν και διαφοροποιούνται αισθητά μεταξύ τους, αισθάνονται ιδεολογικά και συναισθηματικά αλληλέγγυοι, οι ποιητές της δεκαετίας του ’70, στην αρχική τους διαμόρφωση τουλάχιστον, αποστρέφουν το πρόσωπό τους από τις ιδεοληψίες των προκατόχων τους, ρέποντας σε μια ποιητική γραφή και γλώσσα, που αντλείται από την καθημερινή και τρέχουσα ομιλία. Ονομάστηκαν και ποιητές της αμφισβήτησης, επειδή θεωρήθηκε ότι η εριστικότητα του ύφους, που εκφράστηκε με το σαρκασμό, την ειρωνεία και τη ρεαλιστική γλώσσα, είχε ως στόχο την αμφισβήτηση κάθε κατεστημένης αξίας. Αν και ο όρος αυτός αμφισβητείται, είναι γεγονός ότι με τη γενιά αυτή η ποίησή μας εισέρχεται σε μια νέα και διαφορετική περίοδο, που ακόμη βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει αποκρυσταλλώσει τα επιτεύγματά της. (Αναφέρουμε ενδεικτικά τους ποιητές: Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Βαρβέρης, Γιώργος Βέης, Αναστάσης Βιστωνίτης, Μιχάλης Γκανάς, Βερονίκη Δαλακούρα, Δημήτρης Καλοκύρης, Γιώργος Καραβασίλης, Γιάννης Κοντός, Νίκος Λάζαρης, Μαρία Λαϊνά, Χριστόφορος Λιοντάκης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Τζένη Μαστοράκη, Κώστας Μαυρονδής, Στέφανος Μπεκατώρος, Παυλίνα Παμπούδη, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Γιάννης Πατίλης, Λευτέρης Πούλιος, Μανώλης Πρατικάκης, Βασίλης Στεριάδης, Γιάννης Υφαντής, Αντώνης Φωστιέρης, Γιώργος Χρονάς).

Σημείωση: Η κατάταξη των ποιητών στις παραπάνω τάσεις εξυπηρετεί κυρίως τη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης. Είναι όμως απαραίτητο να γίνουν οι παρακάτω διευκρινίσεις:
α) Η διαίρεση είναι σχηματική και γίνεται με βάση την αρχική φάση της ποίησης των περισσότερων ποιητών. Όπως είναι φυσικό, ο κάθε ποιητής κατά τη διαδρομή της πορείας του, έστω κι αν είναι επηρεασμένος από κάποιες ιδεοληψίες του παρελθόντος, αναπροσανατολίζει τους στόχους της ποίησης του και της ποιητικής του. Έτσι, το ερωτικό συναίσθημα, η αγωνία μπροστά στο πρόβλημα της ζωής και του θανάτου θα περάσει και στην ποίηση ακόμη και ποιητών που ξεκίνησαν με έντονους ιδεολογικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς.
β) Η διαίρεση δεν καλύπτει όλο τον χώρο της μεταπολεμικής ποίησης. Υπάρχουν ποιητές, που δύσκολα θα μπορούσαν να ενταχτούν σε κάποια από τις παραπάνω τάσεις, όπως είναι οι Νίκος Καρούζος, Τάκης Σινόπουλος, Κώστας Στεργιόπουλος κ.ά.

http://www.vlioras.gr/Philologia/Literature/Sxolika/LykeiouC/GLyceiouGenikisVivlio.htm

21 Νοέ 2016

ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 1880

Συντάκτης: ΝΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ | Κάτω από: πεζογραφία

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

  • Οι ηθογράφοι καλλιέργησαν σχεδόν απο­κλειστικά το διήγημα.
  •          Κύριος στόχος τους ήταν η όσο το δυνατόν πιο πιστή παρουσίαση της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο, δηλαδή η καταγρα­φή των τοπικών παραδόσεων, ηθών και εθίμων, των καθημερινών συνηθειών, του χαρακτήρα και της νοοτροπίας των Ελλήνων της εποχής.
  •          Στη συ­ντριπτική τους πλειονότητα, οι ήρωες των ηθο­γραφικών διηγημάτων είναι απλοί άνθρωποι της ελληνικής υπαίθρου.
  •         Όλα σχεδόν τα έργα της ηθογραφίας χαρακτηρίζονται από έντονο λυρι­σμό, ενώ σε πολλές περιπτώσεις η  επιμονή στην εθιμογραφία και τη λαογραφία λειτουργούν αρνητικά για τη λο­γοτεχνική τους αξία.
  •          Οι ηθογράφοι εμπνέονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα προσωπικά τους βιώ­ματα και πολύ συχνά χρησιμοποιούν ως πλαίσιο για τα έργα τους την ιδιαίτερη πατρίδα τους (π.χ. ο Παπαδιαμάντης τη Σκιάθο).
  •          Ο αφηγηματικός λόγος των ηθογράφων λειτουργεί απομνημονευτικά περισσότερο παρά αυτοβιογραφικά, κατά προτίμη­ση, ιδίως όταν κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης είναι ένα πρόσωπο διαφορετικό από τον ίδιο τον συγγραφέα· ο συγγρα­φέας είναι  περισσότερο αυτόπτης μάρτυρας και δίνει  πληροφο­ρίες περιορισμένης εμβέλειας
  •          προσγείωση της αφήγησης στο παρόν και σε χώρους λίγο ή πολύ γνωστούς και οικείους
  •          απεικόνιση χαρακτηριστικών ανθρώπινων τύ­πων,
  •           σκηνοθετημένη αληθοφάνεια της αφήγησης, η οποία στηρίζεται συνήθως στη συστηματική χρήση του πρώτου αφηγηματικού προσώπου (τεχνική που σκο­πεύει στην εξίσωση της αφήγησης με τη μαρτυρική κατάθεση) και στην εκτεταμένη χρήση των διαλόγων στους οποίους αποτυπώνεται η ιδιωματική έκφραση των ηρώων (τεχνική που σκοπεύει στη δημιουργία ε­ντύπωσης φωνογραφικής πιστότητας).

http://fotodendro.blogspot.gr/search/label/%CE%97%CE%98%CE%9F%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%9A%CE%97%20%CE%A0%CE%95%CE%96%CE%9F%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%91

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ – ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

 

  •  Η Γενιά αυτή επέλεξε την δημιουργική εξωστρέφεια και τον πειραματισμό σε νέες, αιρετικές μέχρι τότε, τεχνοτροπίες και λογοτεχνικές εκφράσεις. Ο πιο σημαντικός σταθμός στην ποίηση της «γενιάς του ’30» είναι το έτος 1935. Εκείνη την χρονιά, που κατά σύμπτωση δημοσιεύεται και η τελευταία συλλογή του Παλαμά, ιδρύεται το περιοδικό Νέα Γράμματα, με το οποίο συνεργάζονται οι κυριότεροι εκπρόσωποι της γενιάς, εκδίδεται το Μυθιστόρημα του Σεφέρη ( επιρροή από τον αγγλοσαξωνικό μοντερνισμό ), δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη και εισάγεται στην Ελλάδα ο υπερρεαλισμός με την Υψικάμινο του Εμπειρίκου ( επιρροή από τον γαλλικό υπερρεαλισμό). Μέσα στην ίδια δεκαετία δημοσίευσαν τα πρώτα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος και πρωτοεμφανίστηκε και ο δεύτερος σημαντικός εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού, ο Νίκος Εγγονόπουλος.
  • Ενδιαφέρον ακόμη στοιχείο για  την πραγματική συγκρότησή της είναι η προσωπική στάση που πήραν οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της: άλλοι θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη της γενιάς του 1930 ( π.χ ο Θεοτοκάς και ο Μυριβήλης ) ενώ άλλοι  αποστασιοποιούνται από μιαν οποιαδήποτε «συμμετοχή» τους σ’ αυτήν  ( πχ. Γ. Σεφέρης, Ο. Ελύτης )

 

  •  Επρόκειτο για μια γενιά που κατάφερε να συμπεριλάβει στους κόλπους της συντηρητικούς και αριστερούς, ρεαλιστές και υπερρεαλιστές, κοσμοπολίτες και φανατικούς της παράδοσης

 

  •  Η καταρράκωση της Μεγάλης Ιδέας οδήγησε στη μετάθεση της φιλοδοξίας της «εθνικής αναγέννησης» από το πεδίο της εδαφικής επέκτασης σε εκείνο της πνευματικής ηγεμονίας του ελληνισμού. Η γενιά αυτή, ζώντας σε μια κοινωνία φοβική προς την Ευρώπη και τα μοντερνιστικά της κινήματα, επιχείρησε να γεφυρώσει μέσα από την τέχνη το χάσμα της εθνικής ταυτότητας, συμφιλιώνοντας το μοντερνισμό με την παράδοση, τον κοσμοπολιτισμό με την εντοπιότητα. Το ελληνικό φως, το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, η επιστροφή στις πηγές, χαρακτηρίζουν τις αναζητήσεις, τον αισθητικό και ιδεολογικό  προσανατολισμό της γενιάς του ’30. Ουσιαστικά έκανε  διάλογο με το συλλογικό ασυνείδητο.

 

  •  Πίστεψαν στην ελληνική ιδιαιτερότητα, πίστεψαν στην ανάγκη εξωτερικοποίησης πολιτιστικών μας στοιχείων. Η Γενιά του ΄30 προέταξε την ελληνικότητα ως το όχημα κοινωνικής και δημιουργικής ανάπτυξης. Είναι η γενιά που διαμορφώθηκε από την εμπειρία του πολέμου και  προβληματίστηκε για μείζονα θέματα, για τον χρόνο και τον τόπο, για την παράδοση, για τη μνήμη και την Ιστορία

 

  •  «Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία σε συλλογικό επίπεδο είναι ότι αισθητικοποίησε τις βασικές ιδέες του λαϊκού ,του χώρου και της Ιστορίας, εισήγαγε μια ελληνικότητα δημιουργική που βοήθησε στη συνομιλία του παρόντος με το παρελθόν και επεξεργάστηκε μια αμφίδρομη σχέση με την Ευρώπη» . Δ.Τζιόβας

 

  •  Στάθηκε με αγάπη και ανυπόκριτο θαυμασμό προς το λαϊκό πολιτισμό, την αυθεντική λαϊκή λαλιά και τη μη ακαδημαϊκή τέχνη ( πχ Θεόφιλος , Μακρυγιάννης)

 

  • Υιοθέτησε τον ποιητικό μοντερνισμό και  έγραψε σε ελεύθερο στίχο.

 

  •   Τα έργα τους έχουν συγκροτήσει έναν λογοτεχνικό κανόνα, αναπληρώνοντας την απουσία νεοελληνικών κλασικών συγγραφέων.

http://fotodendro.blogspot.gr/2012/01/30.html

21 Νοέ 2016

ΠΟΙΗΤΕΣ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

Συντάκτης: ΝΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ | Κάτω από: Ποίηση

Ποιητές του Μεσοπολέμου

Το ποιητικό κλίμα της δεκαετίας 1920-1930 χαρακτηρίζεται από μια διάθεση διάχυτης ηττοπάθειας. Ποιητές όπως ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, η Μαρία Πολυδούρη και κυρίως ο Κώστας Καρυωτάκης εξέφρασαν με τους στίχους τους μια κατάσταση πνιγηρού αδιεξόδου. Η κρίση αυτή, που συνδέθηκε με το παρελθόν του αθηναϊκού ρομαντισμού, επανήλθε στο προσκήνιο με τη βοήθεια του συμβολισμού και επιτάθηκε ακόμη περισσότερο μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ποιητής που θεωρείται ότι συμπυκνώνει ευκρινέστερα το δράμα της γενιάς του, ο Κώστας Καρυωτάκης, τελείωσε το έργο του με μια σφαίρα· αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το 1928.

Η νέα ποιητική δημιουργία, που έκανε την εμφάνισή της στο κατώφλι της δεκαετίας του ’30 προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την κληρονομιά του ύστερου συμβολισμού και του καρυωτακισμού της προηγούμενης περιόδου. Παράλληλα, όμως, η καβαφική ποίηση κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος στην κλίμακα των επιδράσεων, ενώ μεγάλες μορφές, όπως ο Κωστής Παλαμάς, εξακολουθούσαν να συγκινούν με την παραγωγή τους. Ποιητές σαν τους Νίκο Καζαντζάκη, ’γγελο Σικελιανό και Κώστα Βάρναλη βρήκαν μεγάλη απήχηση. Ο Γιώργος Σεφέρης έκανε την εμφάνισή του αυτή την περίοδο με τη συλλογή Στροφή (1931), που για πολλούς θεωρήθηκε η στροφή στην ελληνική ποιητική δημιουργία. Αξιοποιώντας κατακτήσεις του συμβολισμού αλλά και επιδράσεις από τον T.S. Eliot, ο Σεφέρης διατύπωσε μια νέα ποιητική γλώσσα, που ωρίμασε κατά την μεταπολεμική περίοδο. Ένας άλλος σημαντικός δημιουργός είναι ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος έκανε την εμφάνισή του με την ποιητική συλλογή Tρακτέρ (1934). Ο Ρίτσος, ο οποίος σε όλη του τη ζωή υπήρξε μέλος του Κομουνιστικού Κόμματος

Ελλάδας ακολούθησε τα χνάρια του Βάρναλη και του Καρυωτάκη, αλλά και την κληρονομιά του Κωστή Παλαμά. Το Μάιο του 1936, μετά τη βίαιη καταστολή των εργατικών συλλαλητηρίων στη Θεσσαλονίκη, έγραψε τον Επιτάφιο για να εκφράσει τον πόνο και τη διαμαρτυρία ενός ολόκληρου λαού. ’λλοι πρωτοεμφανιζόμενοι, όπως ο Τάκης Παπατσώνης, ο Νικόλαος Κάλας, ο Γιώργος Σαραντάρης, ο Γιώργος Βαφόπουλος, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, και λίγο αργότερα ο Νίκος Καββαδίας, ο Αντρέας Εμπειρίκος, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Οδυσσέας Ελύτης οδηγήθηκαν βαθμιαία σε νέες αναζητήσεις και αναπροσανατόλισαν τα σημεία του ελληνικού ποιητικού ορίζοντα. Η επικράτηση του ελεύθερου στίχου, χαρακτηριστικού της ανανέωσης αυτής, οριστικοποιήθηκε στο μεταγενέστερο έργο των περισσοτέρων και συμπληρώθηκε από τη γόνιμη αποδοχή των διδαγμάτων τόσο της ελληνικής ποιητικής παράδοσης όσο και της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής παραγωγής.

http://www.ime.gr/chronos/14/gr/1923_1940/civilization/people/03.html

21 Νοέ 2016

Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ

Συντάκτης: ΝΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ | Κάτω από: πεζογραφία

Η ψηλάφηση των πανάρχαιων σχέσεων της ιστορίας με τη λογοτεχνική αφήγηση οδηγεί τον συγγραφέα στην αποσαφήνιση μιας γνωστής και ενδιαφέρουσας κατηγοριοποίησης: κλασικά ιστορικά μυθιστορήματα και επικές ποιητικές συνθέσεις που αναπαριστούν με λογοτεχνική γλώσσα την ιστορία διαμέσου των περιγραφομένων γεγονότων, αλλά και έργα με την ιστορία κινητήριο μοχλό της διήγησης, χωρίς αυτή «να προβάλλεται με τα γεγονότα της ή ως πλαίσιο σε πρώτο επίπεδο».

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΚΚΟΡΗ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Ένα υπόδειγμα μεταξύ ιστορίας και λογοτεχνίας: Από τις «Μακεδονικές ημέρες» στις ημέρες μας, Εκδόσεις Κουκούτσι, σελ. 56

 

Η συγγραφική πορεία του Κώστα Χατζηαντωνίου, πορεία σύνθετη που σημαίνεται από δοκίμια και μελέτες αλλά και από μυθοπλαστικά αφηγήματα, συνεχίζεται με ένα ενδιαφέρον δοκίμιο για την πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, του οποίου η ανάπτυξη και ο πυρήνας προαναγγέλλονται και από έναν διαφωτιστικό υπότιτλο: «Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας: Από τις ‘Μακεδονικές Ημέρες’ στις ημέρες μας».

Η ψηλάφηση των πανάρχαιων σχέσεων της ιστορίας με τη λογοτεχνική αφήγηση οδηγεί τον συγγραφέα στην αποσαφήνιση μιας γνωστής και ενδιαφέρουσας κατηγοριοποίησης: κλασικά ιστορικά μυθιστορήματα και επικές ποιητικές συνθέσεις που αναπαριστούν με λογοτεχνική γλώσσα την ιστορία διαμέσου των περιγραφομένων γεγονότων, αλλά και έργα με την ιστορία κινητήριο μοχλό της διήγησης, χωρίς αυτή «να προβάλλεται με τα γεγονότα της ή ως πλαίσιο σε πρώτο επίπεδο». Η δομή της αίσθησης (structure of feeling), έννοια που πρότεινε ο σημαντικός Βρετανός θεωρητικός Raymond Williams (βλ. Κουλτούρα και Ιστορία, εισαγ. – μτφρ. Βενετία Αποστολίδου, Αθήνα, Γνώση, 1996), λειτουργεί δραστικά: νιώθουμε πληρέστερα και ακριβέστερα το ψυχολογικό και κοινωνικό κλίμα μιας εποχής, τα όνειρα, τις επιθυμίες αλλά και τις ιδεοληψίες των ανθρώπων, εάν διαβάσουμε μια καλλιτεχνικά δυναμική λογοτεχνική αφήγηση γι’ αυτήν παρά εάν προσεγγίσουμε μια ακαδημαϊκή εξιστόρησή της σε μορφή επιστημονικής πραγματείας.

Η συγγραφική ματιά του Κώστα Χατζηαντωνίου εκτείνεται από την εποχή του Μεσοπολέμου έως και τις μέρες μας και περιλαμβάνει συμπυκνωμένα τους σημαντικότερους πεζογράφους, των οποίων οι λογοτεχνικές καταθέσεις βασίστηκαν σε βιώματα από τη Θεσσαλονίκη, τόσο εξατομικευμένα όσο και ιστορικώς φορτισμένα. Ο συγγραφέας αποφεύγει (και σωστά) την εκτεταμένη χρήση του γενικευτικού και εν τέλει συγκεχυμένου όρου «Σχολή Θεσσαλονίκης». Λογοτεχνική σχολή σημαίνει κοινές θεωρητικές αντιλήψεις και αρχές. Επιβάλλει προκαθορισμό κριτηρίων και υποβάλλει όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και κοινή για τους εκπροσώπους της λογοτεχνική πρακτική. Τα φιλολογικά δεδομένα μάς οδηγούν να σημειώσουμε ότι στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε λογοτεχνική σχολή, αλλά συνυπήρξαν και συνυπάρχουν πυρήνες καλλιτεχνικής έκφρασης που διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν ενδιαφέρουσες τάσεις, ενίοτε αντικρουόμενες. Ένας τέτοιος νεωτερίζων αφηγηματικά πυρήνας συγκροτήθηκε κατά τη δεκαετία του 1930 από τους πεζογράφους του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες.

Η συνειδησιακή ροή και ο εσωτερικός μονόλογος αξιοποιήθηκαν ως αφηγηματικά εργαλεία για υπαρξιακή αναδίφηση, για αναζήτηση του άρρητου και του ανεξερεύνητου, για απαλλαγή από τη γοητεία του συγκεκριμένου. Οι πεζογράφοι του κύκλου των Μακεδονικών Ημερών (Στέλιος Ξεφλούδας, Πέτρος Σπανδωνίδης, Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, Γιώργος Δέλιος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης) «ενηλικιώθηκαν μέσα στη συμφορά τού 1922 και ήθελαν να απαλλαγούν από το οδυνηρό κοινωνικό πλαίσιο». Έτσι ο συγγραφέας αιτιολογεί, πέραν της συμφωνίας ή της διαφωνίας με συγκεκριμένες πεζογραφικές πρακτικές, την κριτικά υπογραμμισμένη αποχή του πεζογραφικού κύκλου των Μακεδονικών Ημερών από τα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα, θεωρώντας, επιπρόσθετα, τη συγκεκριμένη μοντερνιστική φυγή προς τον εσωτερικό κόσμο και σύνθεση επιρροών από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, τον γαλλικό συμβολισμό, την εναγώνια υποστασιακή – φιλοσοφική αναζήτηση, που κυρίως τέθηκε στο γερμανόφωνο πνευματικό πεδίο (Νίτσε, Χάιντεγκερ, Τρακλ), και τον ομιχλώδη ιουδαϊκής στόφας μυστικισμό, συνδυασμένο με τρόπους της νεωτερικές πεζογραφικής έκφρασης (Κάφκα, Προυστ, Σβέβο).

Η ακόλουθη συντακτική περίοδος από το δοκίμιο του Κώστα Χατζηαντωνίου σκιαγραφεί το πνευματικό κλίμα εκκόλαψης συγκεκριμένων τάσεων της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης (κεντρική ανάμεσά τους η πεζογραφία των Μακεδονικών Ημερών), οι οποίες αξιοποίησαν τη δυναμική αλληλεπίδραση ιστορικής εξέλιξης, πολιτιστικών – ιδεολογικών οριζουσών και γεωγραφικών συντεταγμένων: «Το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορρά που συνθέτει αισθήσεις αλλά και απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής, το βυζαντινό βάθος της πόλης από τον καιρό που ήταν πολυφυλετική και πανορθόδοξη, οι παρακαταθήκες τού παρακείμενου Αγίου όρους, του Παλαμισμού αλλά και των πρωτοκομμουνιστών Ζηλωτών, η Ιουδαϊκή εσωτερικότητα, η κοσμοπολίτικη σφραγίδα που απέκτησε από τις ιστορικές περιπέτειες η πόλη, η επιρροή από τη βαλκανική ενδοχώρα που φτάνει μέχρι ένα κεντρο-ευρωπαϊκό κλίμα, έκαναν τη βυζαντινή και βαλκανική Θεσσαλονίκη να νιώθει πάντα πολύ πιο κοντά στην κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη απ’ ότι στα μεγάλα κέντρα της Δυτικής Ευρώπης».

Πάντως, η συνένωση κοινωνικής οπτικής και υπαρξιακής αγωνίας συντελέστηκε ως λογοτεχνική δυναμική ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και από συγγραφείς της Θεσσαλονίκης και παρότι η ποίηση δεν αποτελεί το πεδίο μελέτης του Κώστα Χατζηαντωνίου, η ρητή αναφορά του στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη και του Κλείτου Κύρου, καθώς και στο λογοτεχνικό και δοκιμιακό έργο του Κωστή Μοσκώφ, ενδυναμώνει μία σωστή παρατήρηση: «[…] κι οι αριστεροί συγγραφείς και ποιητές της πόλης, λίγα χρόνια αργότερα [ενν. από την εμφάνιση των πεζογράφων των Μακεδονικών Ημερών], θα διασταυρώσουν τα κοινωνικά στοιχεία με τα χωρίς διέξοδο και χωρίς μεταφυσική υπαρξιακά στοιχεία».

Οι μεταπολεμικοί πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης ενσωματώνουν στο έργο τους ποικίλες αφηγηματικές παραδόσεις, με δεσπόζουσα σε ορισμένους την πεζογραφική παράδοση της πόλης, αλλά βρίσκουν τον προσωπικό τους καλλιτεχνικό τρόπο μπολιάζοντας τη γραφή τους με τις σύγχρονές τους ιστορικές εξελίξεις, αντλώντας και από το υπόστρωμα της βιωματικής μνήμης και από το βάρος του πολύπτυχου ιστορικού παρελθόντος, συνδέοντας όλο και περισσότερο προϊόντος του χρόνου τις αφηγηματικές τους καταθέσεις με τα γενικότερα πνευματικά και κοινωνικά δρώμενα (νεοελληνικά, ευρωπαϊκά και ενίοτε παγκόσμια), διατηρώντας ίχνη εντοπιότητας αλλά και ευρυνόμενοι πέρα από τον ορίζοντα της στενής ιθαγένειας ενός συγκεκριμένου αστικού ιστού, κερδίζοντας (ορισμένοι, τουλάχιστον) το στοίχημα μιας διαχρονίας που δεν απεμπολεί το επίκαιρο και μιας οικουμενικότητας που δεν αγνοεί ως αφετηρία το τοπικό. Η πορεία του Γιώργου Ιωάννου από τη Μόνη κληρονομιά έως την Καταπακτή και η ανέλιξη του Νίκου Μπακόλα από τον Κήπο των πριγκίπων έως την Μεγάλη πλατεία (η αναφορά σε έργα τους θα μπορούσε να εμπλουτιστεί και πολύ περισσότερο) υποδεικνύουν την προαναφερθείσα εξέλιξη. Οι δύο συγκεκριμένοι πεζογράφοι δίκαια χαρακτηρίζονται από τον Κώστα Χατζηαντωνίου «μείζονες για την όλη λογοτεχνία μας», εφόσον εκπληρώνουν επαρκώς και ένα κριτήριο τριπλής απήχησης: διαβάστηκαν και διαβάζονται από τους αναγνώστες, ερέθισαν το ενδιαφέρον φιλολόγων και κριτικών, ενώ επηρέασαν θεματικά και τεχνικά το έργο αρκετών ομοτέχνων τους, συνομηλίκων και νεοτέρων τους.

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου επιτυγχάνει κάτι δύσκολο: παραθέτει ένα ακριβόλογο και νηφάλιο σχόλιο για καθέναν από τους σημαντικούς πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, αξιοποιώντας τα κριτήρια της αλληλεπίδρασης, της χρονικής διαδοχής και της «συνομιλίας» των πεζογραφικών καταθέσεων ως θεματικών και τεχνοτροπικών οντοτήτων με την ιστορική φόρτιση κάθε εποχής. Εκτός από τους προαναφερόμενους, προσεγγίζονται σχεδόν όλοι οι συνδεδεμένοι με τη Θεσσαλονίκη αξιόλογοι πεζογράφοι της πρώτης γενιάς του Μεταπολέμου (Παύλος Παπασιώπης, Τριαντάφυλλος Πίττας, Γιώργος Κιτσόπουλος, Γιώργος Καφταντζής, Τηλέμαχος Αλαβέρας), καθώς και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς (Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Περικλής Σφυρίδης, Βασίλης Βασιλικός, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος Μάρκογλου, Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Κώστας Λαχάς, Τόλης Καζαντζής, Γιώργος Χειμωνάς, Τόλης Νικηφόρου, Τάσος Φάλκος). Εύστοχες είναι οι αξιολογικές αποτιμήσεις του έργου των πεζογράφων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1940 (Γιώργος Κάτος, Θέμης Λιβεριάδης, Σάκης Παπαδημητρίου, Αντώνης Σουρούνης, Δημήτρης Δημητριάδης, Θανάσης Γεωργιάδης, Αλέξανδρος Κοσματόπουλος, Τάσος Καλούτσας, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Πάνος Θεοδωρίδης, Μανόλης Ξεξάκης, Νίκος Βασιλειάδης, Γιάννης Ατζακάς, Αργύρης Παυλιώτης, Πέτρος Μαρτινίδης, Κρίτων Σαλπιγκτής, Γιάννης Πάνου, Τάσος Χατζητάτσης, Αλμπέρτος Ναρ, Μαρία Κουγιουμτζή), εκείνων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950 (Στέλλα Βογιατζόγλου, Ηλίας Κουτσούκος, Θωμάς Κοροβίνης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Κατερίνα Καριζώνη, Δημήτρης Μίγγας, Δήμητρα Μήττα, Μάκης Καραγιάννης ), καθώς και των νεοτέρων που γεννήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960 (Σάκης Σερέφας, Απόστολος Λυκεσάς, Ισίδωρος Ζουργός, Σοφία Νικολαΐδου, Σμαράγδα Μανταδάκη, Παναγιώτης Γούτας). Ο βιωματικός νεορεαλισμός, οι νεωτερίζουσες αφηγηματικές τάσεις, η εσωτερικότητα, η εξομολογητικότητα, η ατομική και συλλογική μνήμη ως καταφύγιο ή και ως τραύμα, οι κοινωνικοπολιτικές αναζητήσεις, οι υπαρξιακοί αναπαλμοί του έρωτα και του θανάτου, σταχυολογούνται, αξιολογούνται και κυρίως εντάσσονται καταλλήλως στην αφηγηματική σκευή και ταυτότητα κάθε δημιουργού, Η ματιά του Κώστα Χατζηαντωνίου αγκαλιάζει και το έργο ακόμη νεότερων πεζογράφων που γεννήθηκαν γύρω στο 1970 (Βασίλης Αμανατίδης, Θανάσης Τριαρίδης, Δώρα Κασκάλη). Επιτυχημένο το δοκιμιακό εγχείρημα, τιθασεύει γραμματολογικά και κριτικά ένα ευρύτατο και περίπλοκο υλικό. Ο συγγραφέας ενδυναμώνει τη γραμμή της καλλιτεχνικής συνέχειας, γραμμή που δεν είναι μονοσήμαντη και ευθεία μα πολυσύνθετα τεθλασμένη, η οποία θα συνεχίσει όχι απλώς να υφίσταται αλλά και να ανελίσσεται. «Το στοίχημα για νέους εκφραστικούς τρόπους που θα μιλήσουν για τις νέες μας ψυχικές διαθέσεις είναι πάντα ανοιχτό». Σωστή η άποψη, βέβαια, υποδηλώνει τη συνθετότητα του πολιτισμικού τοπίου, στο οποίο εγκιβωτίζονται πολλοί καλλιτεχνικοί πυρήνες (γνώρισμα που αφορά και την πεζογραφία της Θεσσαλονίκης), οργανικά συνδεδεμένοι με τη γενικότερη εξέλιξη και της λογοτεχνίας.

http://www.avgi.gr/article/10812/7454420/e-pezographia-kai-e-pole

Δημήτρης Κόκορης διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία στο ΑΠΘ

21 Νοέ 2016

ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ ΓΙΑ ΠΑΛΑΜΑ

Συντάκτης: ΝΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ | Κάτω από: Κριτική, Ποίηση

παρνασσισμός from harapap4

 

 

Παραδοσιακή ποίηση (http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=230&author_id=31) – Συμπαγής μονάδα σκέψης – Εξωτερική δυναμική:

1. Έμμετρος ρυθμός, ισομετρικός (end-stopped) στίχος με ομοιοκαταληξία/ρίμα
2. Έλλογη αλληλουχία νοημάτων, εικόνων, όρων
3. Ευδιάκριτο και εύκολα κατανοητό νόημα
4. Λεξιλόγιο –συχνά εξεζητημένο- με έντονο το λυρικό στοιχείο
5. Συγκινησιακή φόρτιση

Μοντέρνα/Νεωτερική ποίηση – Εσωτερική δυναμική:

1. Ελευθερωμένος / διασκελιζόμενος (run-on/enjambed) στίχος με παύσεις, παρηχήσεις, τονικές εναλλαγές
2. Άλογη αλληλουχία στοιχείων, που δεν εκμηδενίζει τη συγκινησιακή δραστικότητα, αλλά την ενδυναμώνει και την εμπλουτίζει
3. Ξάφνιασμα του αναγνώστη, που εδράζεται σε μια σκοτεινότητα διανοητικής φύσεως
4. Απλό, οικείο, καθημερινό λεξιλόγιο που πλησιάζει τον τόνο της προφορικής ομιλίας
5. Ανάπτυξη δραματικότητας (<δρω – πράττω) μέσω εικόνων

Η παραδοσιακή ποίηση ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ, ενώ η μοντέρνα ΥΠΟΒΑΛΛΕΙ. Ειρήσθω εν παρόδω, το «υποβάλλω» είναι πιο ισχυρό από το «επιβάλλω»!

Στοιχεία αντλημένα από: Δημήτρης Κόκορης, Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, Ιούλιος 2006