Εφηβεία: Πώς μπορούμε να διατηρήσουμε ουσιαστική επικοινωνία με το παιδί μας;
Η επικοινωνία στην εφηβεία αποτελεί μια καθημερινή πρόκληση, αλλά και μια σημαντική ευκαιρία για την ενδυνάμωση της σχέσης γονέα και παιδιού.
Η εφηβεία είναι μια περίοδος σημαντικών αλλαγών. Οι έφηβοι/ες αναζητούν σταδιακά την αυτονομία τους, διαμορφώνουν την προσωπική τους ταυτότητα, επαναπροσδιορίζουν τις σχέσεις τους και επιθυμούν να έχουν μεγαλύτερο λόγο στις αποφάσεις που τους αφορούν. Παράλληλα, εξακολουθούν να έχουν ανάγκη από τη σταθερότητα, την αποδοχή και την υποστήριξη της οικογένειάς τους.
Σε αυτή τη μεταβατική περίοδο, η επικοινωνία μπορεί να γίνει πιο απαιτητική. Οι συζητήσεις ενδέχεται να καταλήγουν σε αντιπαραθέσεις, οι απαντήσεις να είναι σύντομες και οι γονείς να αισθάνονται ότι το παιδί τους απομακρύνεται. Ωστόσο, η ανάγκη των εφήβων για περισσότερη ανεξαρτησία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν χρειάζονται πλέον τους γονείς τους.
Τι μπορεί να βοηθήσει στην καθημερινή επικοινωνία;
- Ακούμε με ενδιαφέρον, χωρίς να βιαζόμαστε να δώσουμε λύσεις.
Όταν ένας/μία έφηβος/η μοιράζεται έναν προβληματισμό, είναι σημαντικό να νιώθει ότι ακούγεται πραγματικά. Αντί να προσφέρουμε αμέσως συμβουλές ή να υποβαθμίζουμε αυτό που τον/την απασχολεί, μπορούμε να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη δική του/της οπτική.
Για παράδειγμα, αντί να πούμε «Δεν είναι τόσο σοβαρό, θα το ξεπεράσεις», μπορούμε να πούμε: «Καταλαβαίνω ότι αυτό σε δυσκολεύει. Θέλεις να μου πεις περισσότερα;».
- Δείχνουμε ενδιαφέρον χωρίς να ασκούμε συνεχή έλεγχο.
Οι ερωτήσεις και το ενδιαφέρον των γονέων μπορούν να ενισχύσουν το αίσθημα ασφάλειας, όταν δεν μετατρέπονται σε ανάκριση. Είναι χρήσιμο να επιλέγουμε κατάλληλες στιγμές για συζήτηση και να σεβόμαστε την ανάγκη του/της εφήβου/ης για προσωπικό χώρο, διατηρώντας παράλληλα τα απαραίτητα όρια.
- Αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα, ακόμη κι όταν διαφωνούμε.
Μπορούμε να διαφωνούμε με τη συμπεριφορά ή την επιλογή του παιδιού μας, χωρίς να απορρίπτουμε τα συναισθήματά του. Η φράση «Καταλαβαίνω ότι θύμωσες, αλλά χρειάζεται να συζητήσουμε πώς εκφράζουμε τον θυμό μας» συνδυάζει την αποδοχή με την οριοθέτηση.
- Θέτουμε σαφή & σταθερά όρια με σεβασμό.
Η ανάγκη για αυτονομία δεν αναιρεί την ανάγκη για όρια. Οι οικογενειακοί κανόνες είναι πιο αποτελεσματικοί όταν εξηγούνται, εφαρμόζονται με συνέπεια και, όπου είναι εφικτό, συζητούνται με τον/την έφηβο/η. Στόχος δεν είναι ο απόλυτος έλεγχος, αλλά η σταδιακή ανάπτυξη υπευθυνότητας.
- Δημιουργούμε ευκαιρίες για επικοινωνία χωρίς πίεση.
Δεν χρειάζεται κάθε συζήτηση να αφορά βαθμούς, υποχρεώσεις ή προβλήματα. Ένα κοινό γεύμα, μια βόλτα ή μια συζήτηση για κάτι που ενδιαφέρει το παιδί μπορεί να ενισχύσει τη σύνδεση και την εμπιστοσύνη.
Τι μπορούμε να κάνουμε όταν μια συζήτηση οδηγείται σε σύγκρουση;
Όταν η ένταση αυξάνεται, είναι χρήσιμο να δίνεται χρόνος και στους δύο να ηρεμήσουν. Η συζήτηση μπορεί να συνεχιστεί αργότερα, όταν θα υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα αμοιβαίας ακρόασης. Οι γονείς δεν χρειάζεται να είναι πάντα βέβαιοι για το τι πρέπει να κάνουν. Η αναγνώριση ενός λάθους και η προσπάθεια αποκατάστασης της επικοινωνίας αποτελούν σημαντικά παραδείγματα για τα παιδιά.
Η ουσιαστική επικοινωνία δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν οι διαφωνίες. Σημαίνει ότι, ακόμη και μέσα από αυτές, διατηρούνται ο σεβασμός, η αποδοχή και η δυνατότητα επανασύνδεσης.
Το σημαντικότερο δεν είναι να έχουμε πάντα τη σωστή απάντηση, αλλά να παραμένουμε διαθέσιμοι για συζήτηση.
Ελένη Ζαχαριά – Ψυχολόγος
Γεωργία Χαρίση – Κοινωνική Λειτουργός









