Feed
Άρθρα
Σχόλια

Aγαπητές/οι κυρίες/οι,
ο 11ος κύκλος των Ακαδημιών Γονέων “Από το Α έως το Ω : μια Ακαδημία για Γονείς”
πραγματοποιείται από το ΠΜΣ “Στρατηγικές Αναπτυξιακής και Εφηβικής Υγείας” της
Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και την Ελληνική
Εταιρεία Εφηβικής Ιατρικής (Ε.Ε.Ε.Ι.), σε συνεργασία με UNESCO Έδρα Παγκόσμιας
Υγείας/Εκπαίδευσης και το Εθνικό Διαδημοτικό Δίκτυο Υγιών Πόλεων και Προαγωγής
Υγείας (ΕΔΔΥΠΠΥ) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.).
Οι Ακαδημίες πραγματοποιούνται με διαδικτυακή κάλυψη για το Δίκτυο των Ακαδημιών
και του ΕΔΔΥΠΠΥ σε όλη την επικράτεια.
Σας επισυνάπτουμε το πρόγραμμα της 1ης Συνάντησης των Ακαδημιών Γονέων, την
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026 και ώρα 18.15, καθώς και το link για την προεγγραφή και την
παρακολούθηση:
https://us06web.zoom.us/webinar/register/WN_otrUC5G-THicEKADJNq-Yw

Με εκτίμηση,
εκ της Γραμματείας

Δομές “Φιλικές” για Εφήβους/Νέους
Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.)
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ) email : info@youth-health.gr
Τηλ: 80011 80015


Φόρτωση PDF…

Σας ενημερώνουμε ότι ο νέος αριθμός τηλεφώνου του ΓΕΛ Νεάπολης είναι: 2468302010

Η Διευθύντρια

Αναστασία Πάτσιου


Φόρτωση PDF…

ν

ΚΟΛΙΑNTΑ ΜΠΑΜΠΟΥ ΚΟΛΙΑΝΤΑ

 

 

Την Τρίτη 23 Δεκεμβρίου μετά τον εκκλησιασμό συγκεντρωθήκαμε  στον πεζόδρομο  της Νεάπολης   σε μια προσπάθεια αναβίωσης παραδοσιακών καλάντων και κερασμάτων.

Είχαμε ήδη προετοιμάσει το σκηνικό . Πανέρια με  κάστανα , μανταρίνια , ζαχαρωτά , κολιαντίνες, που είχαμε  πλάσει στο χώρο της Βιβλιοθήκης του Λυκείου,  γλυκά που ετοίμασαν με φροντίδα οι μαθητές και οι μαθήτριές μας ή οι μαμάδες τους , όλα απλώθηκαν πάνω σε ομορφοστολισμένα τραπέζια. Κορίτσια με παραδοσιακές ενδυμασίες περιφέρονταν ανάμεσα στο πλήθος των μαθητών και μαθητριών, των γονιών , των φίλων και των επισκεπτών που μας τίμησαν με την παρουσία τους και προσέφεραν τα κάθε λογής καλούδια.  Τέλος, το ιδιαίτερο σκηνικό συμπλήρωσε ένα αντίγραφο μιας παραδοσιακής πόρτας , για να θυμηθούμε την αυλόπορτα που υποδεχόταν άλλοτε τους μικρούς και μεγάλους καλαντάρηδες τα ξημερώματα της παραμονής των Χριστουγέννων.

Αυτοί κρατώντας τις τζομπανίκες (ραβδιά που έχουν περασμένα στο ένα άκρο τους ένα χοντρό και ροζιασμένο κυλινδρικό ξύλο ,σαν σφυρί), χτυπούσαν  τις εξώπορτες των σπιτιών για να φέρουν σε κάθε σπίτι το μήνυμα της γεννήσεως του Χριστού. Εκεί οι νοικοκυρές τους έδιναν  κουλούρες, κολιαντίνες,  κάστανα,  μανταρίνια,  μαντζούνια .

 

Στην αρχή τραγούδησαν :

 

Τα κάλαντα του Βοΐου :

 

« Κόλιαντα µπάµπου µ , κόλιαντα κι µένα ν κολιαντίνα.

Κι µένα την τρανήτερη κι τώρα κι του χρόνοu.

Κι αν δεν έχεις κόλιαντινα, δος µ ένα σιτζιούκι,

Κι αν δεν έχεις κι σιτζιούκι, δος µ ένα κορίτσι

Κι τι του θέλεις γάιδαρε του ξένου του κορίτσι;

Να το φιλώ να του τσιµπώ να µι ζισταίνει του βράδυ.»

 

 

 

Και στη συνέχεια ακούστηκαν τα Θρακιώτικα :

 

«Χριστός γεννιέται, χαρά στον κόσμο,

χαρά στον κόσμο, στα παλληκάρια.

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες,

η Παναγιά μας κοιλοπονούσε.

Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε,

τους αρχαγγέλους , τους ιεράρχες.

-Σεις αρχαγγέλοι και ιεράρχες,

στη Σμύρνη πηγαίν΄τε , μαμμές να φέρ΄τε.

Άγια Μαρίνα, άγια Κατερίνα,

στη Σμύρνη πάνε , μαμμές να φέρουν.

Όσο να πάνε κι όσο να έρθουν,

η Παναγιά μας ηληυτηρώθη.

Στην κούνια τό ΄βαλαν και το κουνούσαν,

και το κουνούσαν , το τραγουδούσαν.

Σαν ήλιος λάμπει ,σα νιο φεγγάρι,

σα νιο φεγγάρι, το παλληκάρι.

Φέγγει σε τούτον το νοικοκύρη,

με τα καλά του, με τα παιδιά του,

με την καλή τη νοικοκυρά του…»,

 

 

 

τα Ποντιακά : 

 

«Χα καλή ώρα καλή σ’ ημέρα

Χα καλόν παιδίν οψέ γεννέθεν

Οψέ γεννέθεν ουράνοστάθεν

Τον εγέννεσεν η Παναγία

Τον ενέστεσεν Αι-Παρθένος

Εκαβάλκεψεν χρυσόν πουλάρι

Κι εκατήβεν σο σταυροδρόμι

Έρπαξαν ατον οι χιλ’ εβραίοι

Οι χιλ εβραίοι και μύριοι εβραίοι

Ας ακρέντικα κι ασήν καρδίαν

Αιμαν έσταξεν χολή κ’εφάνθεν

Ούμπαν έσταξεν και μύρος έτον

Μύρος έτον και μυρωδίαν

Εμυρίστεν ατο ο κόσμον όλεν

Για μυρίστ’ατο κι εσύ αφέντα

Συ αφέντα καλέ μ’ αφέντα

Έρθαν τη Χριστού τα παλληκάρια

Και θυμίζνε τον νοικοκύρην

Νοικοκύρην και βασιλέαν

Δέβα σο ταρέζ κι έλα σην πόρταν

Δος μας ούβας και λεφτοκάρια

Κι αν ανοίεις μας χαράν σην πόρτας»

 

 

 

Τα αστικά:

 

Καλήν εσπέραν, άρχοντες,

κι αν είναι ορισμός σας

Χριστού την θείαν γέννησιν

να πω στ’ αρχοντικό σας.

 

Χριστός γεννάται σήμερον

εν Βηθλεέμ τη πόλει,

οι ουρανοί αγάλλονται,

χαίρει η φύσις όλη.

 

Εν τω σπηλαίω τίκτεται,

εν φάτνη των αλόγων

ο βασιλεύς των ουρανών

και ποιητής των όλων.

 

Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι

το δόξα εν υψίστοις

και τούτο άξιον εστί

η των ποιμένων πίστις.

 

Εκ της Περσίας έρχονται

τρεις μάγοι με τα δώρα,

άστρο λαμπρό τους οδηγεί,

χωρίς να λείψει ώρα.

 

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε

πέτρα να μη ραγίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού

χρόνια πολλά να ζήσει.

 

 

 

Χρόνια πολλά και του Χρόνου !!!

 

Υ.Γ  Τις τζομπανίκες   και την αυλόπορτα  φιλοτέχνησε με ιδιαίτερο μεράκι ο Σπανόπουλος Παναγιώτης. Τον ευχαριστούμε πολύ και για τις πολύτιμες συμβουλές του για την αναβίωση του εθίμου.

tzoymaka 3tzoymaka 5tzoymaka 423/12/2025


Φόρτωση PDF…

57a0030b fc86 4595 9433 7c1e2c58653dΚόλιαντα , μπάμπω μ ΄, κόλιαντα …Κόλιαντα και κολιαντίνες!

Πυρετωδώς ετοιμαζόμαστε για τα Κάλαντα και τα κόλιαντα! Πολλές άγνωστες λέξεις… Τι είναι οι κολιαντίνες; Πώς παρασκευάζονται;  Τι γεύση έχουν;

130d3eda 3fc6 45f6 b815 cd72cfa02585 bd4a7607 7441 44ae 9c36 794fc9270892 4f7870a1 bb66 478a af12 5a3d7047cf08
0b191c9a 73d2 4198 8ce4 a7e8e677c4e7 0bb19b33 e054 4da9 bb68 52a7749b5358 e0ae9b9e 6039 4108 8d2d 799629a5838d

 

Σήμερα Παρασκευή 19/12/΄25 η ομάδα της Λέσχης Ανάγνωσης συγκεντρώθηκε το πρωί  , όχι για να διαβάσει και να  απολαύσει κάποιο κείμενο , αλλά για να…μαγειρέψει. Και ο χώρος της Βιβλιοθήκης μετατράπηκε σε κουζίνα . Τα είχαμε όλα: πλαστήρια, λάδι ζυμάρι, αλεύρι και …περισσή  χαρά. Όλες και όλοι πλάσαμε τις κολιαντίνες , τις τοποθετήσαμε  στα δυο ταψάκια και τις στείλαμε για ψήσιμο . Το μεσημεράκι τις δοκιμάσαμε… Και ναι , τώρα ξέρουμε τι είναι οι κολιαντίνες .  Την Τρίτη 23/12 θα τις δοκιμάσετε και εσείς!

 

Οι πιο ωραίες σχολικές δράσεις τελικά είναι οι αυθόρμητες . Κατά τη διάρκεια του σχολικού μας περιπάτου  , την Τετάρτη 17/12/2025, συναντηθήκaids2αμε στον Πεζόδρομο της Νεάπολης  με κλιμάκιο του Κέντρου Υγείας Τσοτυλίου. Ο Επισκέπτης Υγείας Τσιμπλίδης Γ. μας ενημέρωσε για το Aids , τους τρόπους μετάδοσης της νόσου και τους τρόπους προφύλαξης. Τόνισε ότι οι ανθρώπινες επαφές (αγκαλιές, ευχές, χειραψίες, φιλιά ευχών) στο πλαίσιο της κοινωνικότητας και της εορταστικής περιόδου που ακολουθεί  δεν αποτελούν κίνδυνο μετάδοσης της νόσου.  Με χαρά διαπιστώσαμε ότι οι μαθητές και οι μαθήτριές  μας ήταν γνώστες του θέματος και ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένοι  στα θέματα υγείας. Όπως τόνισαν, έχουν μελετήσει ενδελεχώς   στο μάθημα της Βιολογίας  για το Aids  και τα  υπόλοιπα μεταδιδόμενα νοσήματα. Και ας θυμηθούμε ότι την προηγούμενη σχολική χρονιά η φετινή Γ΄Λυκείου είχε παρουσιάσει σχε τική εργασία  με τη Βιολόγο του σχολείου μας  Γεωργοπούλου Αικατερίνη.

 

 

IMG c59cb6c2b6d78eeb8de7bb2bcfaf1d4b V

Το σχολείο φιλοδοξεί να ενώσει τους μαθητές και τις μαθήτριες με την τοπική παράδοση. Η συμμετοχή στα έθιμα αποτελεί παράγοντα συνοχής, καθώς εκείνα αποτελούν βασικό στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας. Η αναβίωση του εθίμου μέσα από την δράση “Κόλιαντα Μπάμπω μ’, κόλιαντα” σχεδιάστηκε ώστε να αποτελέσει αφορμή για διαγενεακή συνομιλία και συνεύρεση….Εμπνεύστριες της δράσης ήταν οι καθηγήτριες Τζιόλα Ελευθερία και η Ιωάννα Σαγρή, ενώ ο Παναγιώτης Σπανόπουλος μαστόρεψε, καθοδήγησε και μετέτρεψε την ιδέα σε πράξη!!! Όλα αυτά θα πάρουν σάρκα και οστά, την Τρίτη στις 10.30 στο κέντρο της Νεάπολης!!

Είναι η περίοδος των Χριστουγέννων . Τραγούδια, ποιήματα , έθιμα , ετοιμασίες για τη Δράση που προγραμματίζουμε παραμονές των Γιορτών και ένα διήγημα αντλημένο από το διαδίκτυο , αλλά με μια νοσταλγία παιδική:

 

https://www.karmanor.gr/el/article/ta-kalanta-toy-lordoy

 

Τα κάλαντα του Λόρδου

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ

Μέρες πριν τις γιορτές φτιάχναμε τις παρέες για τα καλαντίσματα του Δωδεκάμερου. Περιζήτητοι αυτοί που είχαν μεγάλα σόγια, περιζήτητοι κι αυτοί που οι γονέοι τους φημίζονταν για τις κοινωνικές τους σχέσεις, κουμπαριές και συντεκνιές. Η πείρα των προηγούμενων χρόνων μας είχε διδάξει πως οι συγγενείς κι οι φίλοι έδιναν περισσότερα φιλοδωρήματα.

 Από τα Νικολοβάρβαρα κιόλας, ή και πρωτύτερα μερικές φορές, οι ομάδες μας ήταν έτοιμες· συνδυό, συντρείς συναζόμασταν στα σπίτια κι άρχιζαν οι ετοιμασίες. Πρώτο μας μέλημα να μάθομε απέξω τα κάλαντα, δεύτερο να τα ψάλομε καλά για να μην ακούγονται παραφωνίες, τρίτο να σχεδιάσομε τη διαδρομή· άλλοι ξεκινούσαν από τη γειτονιά τους, άλλοι από τα καφενεία της Μεσοχωριάς κι άλλοι από τα σπίτια των πιο ανοιχτοχέρηδων – τους σφιχτούς και τους κακόβολους τους απόφευγαν όλοι.

Κυκλοφορούσαν τότε κάτι τυπωμένα φυλλάδια με τα κάλαντα του συρμού, «Kαλήν εσπέραν άρχοντες», μια κουτσουρεμένη εκδοχή αυτών που ακούγονταν κυρίως στις μεγάλες πόλεις, κι οι περισσότεροι βολεύονταν μ’ αυτά· μια δραχμή πουλιόταν το φυλλάδιο, όσο κι ένας καφές στους καφενέδες ή ένα αυγό – η ανταλλακτική οικονομία κάλυπτε ακόμη πολλές από τις ανάγκες των νοικοκυριών.

Μήτε να τ’ ακούω δεν μπορούσα τα κάλαντα των φυλλαδίων. Αιτία ο γιγαντόσωμος παππούς, ο Νικόλας· ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών όταν μ’ έβαλε στην ποδιά του, μέρες Χριστουγέννων θα ήταν, γιατί θυμάμαι τα λουκάνικα και τ’ απάκια που κρέμονταν αρμαθιές – αρμαθιές στην παραστιά του, και μου τραγούδησε τα κάλαντα των παιδικών του χρόνων. Θεέ μου, τι μελωδία ήταν εκείνη. Και τι λόγια! Μια ολόκληρη ιστορία ζωντάνευε μπροστά στα μάτια μου, φανταζόμουν τον Ηρώδη με μια χαντζάρα στο χέρι, έβλεπα τους μάγους με τις καμήλες, νόμιζα πως έφτανε ώς τ’ αυτιά μου ο θρήνος των μανάδων· «θρήνο κλαυθμό και οδυρμό είχεν η κάθε μάνα» τραγουδούσε ο παππούς κι εγώ κρεμόμουν από τα χείλη του, τον παρακολουθούσα σαν να μου έλεγε παραμύθι. Κι ύστερα, όταν τέλειωνε η αφήγηση των γεγονότων, άκουγα τα παινέματα των νοικοκυραίων, λέξεις πρωτόγνωρες για μένα· άρχοντας μέγας ο κάθε φτωχός φαμελιάρης, αφέντρα κι αρχόντισσα η κάθε φτωχοντυμένη βουκόλισσα, «κερά μαρμαροτράχηλη και φεγγαρομαγούλα», απ’ αυτήν άλλωστε ζητούσαν κεράσματα και δοσίματα οι κουστωδίες των καλαντιστάδων, «παράδες (γ)ή λουκάνικα, κι απάκια κι αυγουλάκια / κι από το λαδοπίθαρο πεντέξι αθοτυράκια…».

Όνειρό μου, λοιπόν, να τα μάθω να τα λέω κι εγώ. Κι όταν ένιωσα πως ήμουν μεγάλος, φοιτούσα θαρρώ στην Τετάρτη του Δημοτικού, αποφάσισα να κάμω τ’ όνειρο πράξη. Μ’ ένα τετράδιο παραμάσχαλα πήγα και βρήκα τον παππού καθισμένο στην παραστιά του, η υπαγόρευση κράτησε κάμποση ώρα, ο κόσμος της Βηθλεέμ ξαναζωντάνεψε στα μάτια μου. Έγραφα με βιάση, γέμιζαν οι σελίδες, ψιθύριζα πότε-πότε και τη μελωδία για να μην την ξεχάσω. Μοναδικό πρόβλημα οι συχνές παρεμβάσεις της γιαγιάς, «δεν τα θυμάσαι καλά, γέρο.  Ξέχασες να πεις το στιχάκι που λέει: «ολίγον ύπνο πάρετε κι ύστερα σηκωθείτε / να πάτε εις την εκκλησιά…». Βάλθηκα, λοιπόν, να μην παραλείψω κανένα στιχάκι, προσπάθησα να συμπληρώσω τα κάλαντα με τις αφηγήσεις άλλων γερόντων, του άλλου παππού, της άλλης γιαγιάς και της γριάς Μαλαματένιας που καθόταν στη μέση περίπου του χωριού και κάτεχε ξεστίχου όλα τα παλιά τραγούδια.

Περνούσαν οι μέρες, πέρασε κι η μεγάλη γιορτή του Άη Νικόλα, είχα γεμίσει μισό τετράδιο με κάλαντα, μα στο τέλος κράτησα μόνο την πρώτη εκδοχή, αυτήν του παππού του Νικόλα με τις συμπληρώσεις της γιαγιάς, πεντέξι πυκνογραμμένες σελίδες. Έτοιμος πια για τις πρώτες πρόβες γύρεψα παρέα για το καλάντισμα των Χριστουγέννων, αλλά παρέα δεν υπήρχε· οι μικρές συντροφιές είχαν σχηματιστεί πολύ πριν, τον καιρό που εγώ γύριζα τα σπίτια και μάζευα στιχάκι-στιχάκι τα κάλαντα του παλιού καιρού. Ένας έμενε μόνο ρέστος, ο Μίχαλος ο Κύκλωπας, έτσι τον ήξεραν όλοι στο χωριό, Κύκλωπα και Μιχάλακα, αλλ’ αυτόν δεν τον προτιμούσε κανείς για συντροφιά στα καλαντίσματα. Είχαμε βρεθεί συμμαθητές από τη Δευτέρα τάξη, συνεχίσαμε στην Τρίτη και στην Τετάρτη, την τελευταία του Μιχάλακα στο σχολειό μας. Εκείνος ήταν τρεις χρονιές μεγαλύτερος, είχε φοιτήσει δυο φορές στην Πρώτη, δυο και στη Δευτέρα, μέχρι που τον βαρέθηκε κι ο δάσκαλος, του έβαλε μερικά γενναιόδωρα πεντάρια, κι όταν έφτασε στην Τετάρτη κάλεσε τον πατέρα του στο σχολείο: «πρόοδος αρίστη, έμαθε να γράφει τ’ όνομά του, μη ζητάς περισσότερα». Κάπως έτσι ναυάγησε στα ρηχά η απελπισμένη προσπάθεια του πατρός να κάμει επιστήμονα τον υιό του.

Ο Μιχάλακας ήταν μεγαλόσωμος, ένα κεφάλι πιο ψηλός απ’ όλους τους συμμαθητές του, παχουλός, γεροδεμένος και γοργοπόδαρος, πρώτος έβγαινε πάντα στο τρέξιμο. Κάλαντα δεν έλεγε σχεδόν ποτέ, μαζεύονταν τα παιδιά, έφτιαχναν τις μικρές παρέες των αγερμών και τον άφηναν πάντοτε απέξω· οι καλαντιστάδες, που είχαν αναπτύξει από μικροί το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, είχαν φορτώσει δυο σοβαρά κουσούρια στον καημένο τον Μιχάλακα. Το πρώτο: Δεν ήταν από μεγάλο σόι, είχε λιγοστούς συγγενείς κι αυτούς από τον πατέρα του μόνο· η μάνα του ήταν ξενομπάτισσα,  χωρίς δικολόι στα μέρη μας, και η πείρα μάς είχε διδάξει ότι τα περισσότερα φιλοδωρήματα τα έδιναν οι «δικοί», οι ξένοι ξεγλιστρούσαν με πενταροδεκάρες. Το δεύτερο: Ήταν ο φόβος κι ο τρόμος των περιβολιών, μήτε φράκτες τον έστεναν μήτε δραγάτες τον έφταναν· αυτός έτρωγε τα πρώτα κεράσια και τα πρώτα βερίκοκα, αυτός τρυγούσε τα πρώτα πεπόνια απ’ όλα τα ξένα μποστάνια – ποιος, λοιπόν, θα έδινε φιλοδώρημα σ’ έναν τέτοιο χαΐνη;

Εγώ, πάντως, τον συμπαθούσα τον Μιχάλακα κι ας μην γειτονεύαμε μήτε στο χωριό μήτε στο σχολείο – εκεί, άλλωστε, δεν γειτόνευε με κανέναν, ο δάσκαλος τον έβαζε να κάθεται πάντα μοναχός, πάντα στο πρώτο θρανίο και πάντα ένα μέτρο πιο μπροστά από το δεύτερο. Τον συμπαθούσα γιατί έβλεπα ένα παράπονο στα μάτια του, φαινόταν θλιμμένος ακόμη κι όταν ξεσπούσε πάνω μας με βρισιές κι αδέσποτα λακτίσματα.

Θα κόντευαν τα μισά του Δεκέμβρη όταν τον ξεμονάχιασα σ’ ένα διάλειμμα.

– Χριστούγεννα σιμώνουν. Να τα πούμε μαζί τα κάλαντα, Μιχαλιό;

– Και το ρωτάς; Να τα πούμε.

Είδα κι έπαθα να τον πείσω πως έπρεπε να πρωτοτυπήσομε. Να πούμε τα παλιά κάλαντα. Δεν του άρεσαν, ήταν πιο δύσκολα, ήταν και κατά πολύ μεγαλύτερα από τ’ άλλα· «μέχρι να τα πούμε μια φορά θα έχουν οι άλλοι κάμει τον γύρο του χωριού». Χρησιμοποίησα το έσχατο επιχείρημα που μου έμενε: «Καλά, δεν πειράζει, Μιχαλιό, άμα δεν θες εσύ θα τα πω μοναχός μου».

Ένας Θεός ξέρει πόσες πρόβες χρειάστηκαν μέχρι να μάθει κάμποσες στροφές, μέχρι τη μέση περίπου· από κει και κάτω τα έλεγα μοναχός μου κι ο Μιχάλακας ανοιγόκλεινε μόνο το στόμα ψελλίζοντας αδέσποτα φωνήεντα, «εγώ θα σου κρατώ το πάσο» είπε.

Απομεσήμερο της παραμονής ξεκινήσαμε. Εκείνος κρατούσε το σταμνί για το λάδι και το καλάθι για τ’ αυγά, εγώ τον κουμπαρά, ένα σκούρο μπλάβο κουτί από κλωστές DMC με τρυπημένο καπάκι για να μπαίνουν τα κέρματα. Μα γρήγορα φάνηκε πως είχαμε πέσει έξω, οι άλλοι καλαντιστάδες είχαν ξεκινήσει πολύ πιο νωρίς, μερικοί είχαν κάμει κιόλας τον γύρο του μισού χωριού. Το σχέδιο προέβλεπε ν’ αρχίσομε από τους καφενέδες, αλλά όταν είδαμε τις παρέες των ανταγωνιστών να συνωστίζονται στο Μακρύ Σοκάκι, τον δρόμο με τα καφενεία και τα μπακάλικα, αποφασίσαμε να τ’ αλλάξομε. Πήγαμε πρώτα στη δυτική μεριά, στην παλιότερη γειτονιά του χωριού και χτυπήσαμε την πρώτη πόρτα· «Τα είπαν κι άλλοι» ακούστηκε μια φωνή από μέσα. Δεν  ξέρω πώς μου ήρθε η έμπνευση να φωνάξω πως εμείς λέμε άλλα κάλαντα, τα παλιά. «Τα αρχαία λέμε» βροντοφώναξε κι ο Μιχάλακας. Άνοιξε η πόρτα, «για ν’ ακούσω, λοιπόν, τα αρχαία σας κάλαντα» απάντησε μια μεσόκοπη γυναίκα, η μάνα της Αγγελικούλας, της πιο μικροκαμωμένης συμμαθήτριάς μας. Μάλλον θα ήθελε να μας περιγελάσει για την αποκοτιά μας, αλλά σαν άκουσε τις πρώτες στροφές σοβαρεύτηκε.

– Ωραία τα λέτε. Μπράβο, παιδιά, χρόνια είχα να τ’ ακούσω.

Ο θρίαμβος μόλις άρχιζε. Άθελά του ο Μιχάλακας είχε ανακαλύψει το ιδανικό διαλάλημα: «αρχαία κάλαντα». Όλες οι πόρτες άνοιγαν, οι νοικοκυραίοι μας κοίταζαν με περιέργεια, ίσως και με διάθεση για χλεύη, αλλά μόλις άκουγαν τις πρώτες στροφές ξεσπούσαν σ’ επιφωνήματα. Μεθυσμένοι από την υποδοχή πήραμε σβάρνα τα σπίτια, ούτε που ξέραμε πλέον ποιες πόρτες χτυπούσαμε. Ύστερ’ από λίγο βρεθήκαμε σε μια στενή αυλή, γεμάτη λάσπες. Διαλάλησα τα «παμπάλαια κάλαντα», διαλάλησε ο Μιχάλακας τα «αρχαία», η πόρτα δεν άνοιγε.

– Εέέέέέ… νοικοκυραίοι, βροντοφώναξε πάλι.

Ένας γεράκος με γυαλιστερή κεφαλή άνοιξε το πανωπόρτι και μας κοίταξε με σουφρωμένα τα χείλια. Το αίμα μας πάγωσε. Τότε μόνο καταλάβαμε πως βρισκόμασταν μπροστά στην πόρτα του μπάρμπα Γιάννη του Λόρδου. Πρόσεξα πάλι το παχύ κατάλευκο μουστάκι που σκέπαζε τα χείλη, τις βαθιές αυλακώσεις στο μέτωπο που θύμιζαν οργωμένο χωράφι, τα χοντρά κατάμαυρα φρύδια με τις απείθαρχες μακρές τρίχες που πετιόντουσαν άτσαλα εδώ κι εκεί και θυμήθηκα τη γειτόνισσά μου την κερά Κατερινιά· είχε δυο γιούς, από γεννησιμιού τους ρεμπεσκέδες, κι όταν ήθελε να τους μαζέψει στο σπίτι ξεστόμιζε πάντα την ίδια φοβέρα: «ελάτε μέσα γιατί αν σας βρει ο Λόρδος στο δρόμο…»· κανείς δεν ήξερε τι δεινά μπορούσε να επιφέρει η κάθε απρόβλεπτη συνάντηση με τούτον τον γεράκο, αλλά η παιδική φαντασία οργίαζε.

«Πάμε να φύγομε» έγρουξε ο Μιχάλακας και με τράβηξε από το μανίκι, «πάμε σου λέω». «Όχι, Μιχαλιό, θα θυμώσει κι αλλοίμονό μας, καλύτερα να τα πούμε» απάντησα, μα και πάλι δίσταζα ν’ αρχίσω.

Κόντευε να σουρουπώσει, τα μάτια του Λόρδου γυάλιζαν όπως γυαλίζουν τα μάτια της γάτας στο σκοτάδι, δυο τρεις περίεργοι είχαν κιόλας μαζευτεί στην αυλόπορτα και μας κοίταζαν.

«Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου…» άρχισα να λέω σχεδόν ξεψυχισμένα.

Δεν πρόλαβα ν’ αποσώσω το πρώτο στιχάκι κι είδα την πόρτα ν’ ανοίγει. Ο Γιάννης ο Λόρδος έκαμε κάμποσα βήματα και στάθηκε ανάμεσά μας, σαν καλαντιστής κι εκείνος:

«Αρχόντοι, βγείτε, μάθετε πού ο Χριστός γεννάται…» συμπλήρωσε.

Η βροντώδης φωνή του γέρου αντιλάλησε στα σοκάκια, μαζεύτηκαν κι άλλοι γειτόνοι στην αυλόπορτα, ο Μίχαλος ο Κύκλωπας στεκόταν δίπλα σαν αποσβολωμένος.

Μοναχός ζούσε σε τούτο το παλιό ρημαγμένο σπίτι ο μπάρμπα Γιάννης ο Λόρδος, σε τούτους τους πληγωμένους τοίχους στέγαζε τη ρημαγμένη ζωή του. Λέγανε πως ήταν κακόσκωτος, κακόγλωσσος, κακοκέφαλος, όλα τα συναφή κοσμητικά επίθετα τα είχαν ξεφορτώσει στην πλάτη τούτου του γέροντα οι συγχωριανοί μας. Μόνη συντροφιά του ένα μεγάλο κρασοβάρελο, μόνη περιουσία του κάτι μικρά πετροχώραφα και το γονικό κρασάμπελο που το φρόντιζε σαν παιδί του. Μερικοί γερόντοι θυμούνταν πως ήταν στα νιάτα του λυράρης καλός, γλεντιστής και χαροκόπος, άλλοι πίστευαν πως ήταν θύμα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα κι άλλοι της κακής κεφαλής του. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τον έλεγαν Λόρδο. Ίσως επειδή το προτεταμένο στήθος του πήγαινε… μισό μέτρο πιο μπροστά από το υπόλοιπο κορμί του, ίσως επειδή είχε αχώριστη συντρόφισσα του τη λόρδα· σχέση, πάντως, με τους Λόρδους της Ιγγλετέρας είναι σίγουρο πως δεν είχε.

«Γεννάται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα» είπα δειλά, κοιτάζοντας λοξά τον Μιχάλακα. Ο γέρο Λόρδος τον ταρακούνησε με τον αγκώνα, «πιο δυνατά, μωρέ Μιχαλιό…», είπε κι ύψωσε πιο πολύ τη φωνή του:

«…Το μέλι τρων’ οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες».

Μας συνόδεψε μέχρι το τέλος, μαζεύτηκαν κι άλλες γειτόνισσες, άκουγαν κι αυτές, κι όταν είπαμε μαζί την τελευταία φράση, ο γέρος έβαλε το χέρι στην παραδοσακούλα, έκανε πως γύρευε λεφτά, και στο τέλος τη σφάλιξε χωρίς να μιλήσει· προχώρησε προς την πόρτα, μα το μετάνιωσε γρήγορα, γύρισε πάλι προς το μέρος μας. «Θα έρθω μαζί σας» είπε. «Θα ψάλλομε κι οι τρεις μαζί τα κάλαντα. Με θέλετε;»

Πριν προλάβω ν’ ανοίξω το στόμα μου είχε απλώσει τη χερούκλα του ο Μιχάλακας και τον είχε σταματήσει. «Όχι, μπάρμπα, δεν σε θέλομε».

Ο γέρος γέλασε δυνατά, έκαμ’ ένα βήμα και στάθηκε ανάμεσά μας.

«Ξέρω, μωρέ Μιχάλακα, δεν με θες γιατί φοβάσαι πως τα λέω πιο καλά παρά σένα τα κάλαντα».

«Χαράς το αηδόνι. Να μην έρθεις γιατί θα θες κι εσύ το μερτικό σου. Κάλιο να μοιράσομε τα κέρδητα στα δυο παρά στα τρία».

«Στα δυο θα ‘ναι πάλι το μοιράσι σας, εγώ δεν θέλω μερτικό».

Είχε νυχτώσει για τα καλά κι η παράξενη συντροφιά συνέχιζε να γυρίζει τα σπίτια και τους καφενέδες. Ο γέρο Λόρδος χτυπούσε πρώτος τις πόρτες κι όταν άνοιγαν έβαζε όλη τη δύναμή του. Έψαλε καλά, τερέριζε τη φωνή του, την απόσερνε, ξεσήκωνε τις γειτονιές.

Χωρίσαμε λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

«Άντε και του χρόνου» μας είπε και κίνησε να φύγει.

Μετανοημένος ο Μιχάλακας τον άρπαξε από το μπράτσο.

«Θείε Γιαννάκο, εγώ λέω να μοιράσομε στα τρία τα κέρδη μας».

«Οι συμφωνίες δεν χαλούνε. Δικά σας είναι».

Μας αγκάλιασε, μας κανάκεψε.

«Εγώ το μερτικό μου το πήρα» είπε με τρεμάμενη φωνή.

«Ποιο μερτικό, θείε;» τόλμησα να ρωτήσω.

«Να… μου είπατε κι εμένα τα κάλαντα». Κι ύστερ’ από λίγο συμπλήρωσε: «Χαρά μεγάλη να μπαίνουν καλαντιστάδες στο σπίτι».

Άναψ’ ένα τσιγάρο (θυμάμαι και τη μάρκα, «Τέλειον» – το πιο φτηνό εκείνων των χρόνων), κι έφυγε χωρίς να πει τίποτ’ άλλο.

Να ήταν, άραγε, η πρώτη φορά που χτυπούσαν καλαντιστάδες την πόρτα του;

(Δημοσιεύτηκε στο τ. 84/2017 του περιοδικού ΥΠΕΡ-Χ).

IMG 2d4590fa842b4518ed1e7c0487a99cd2 V 1     IMG 1c1df03f58fad23a0e1148d94f6d5270 V 1

Το «Χριστόψωμο»  του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

(https://photodentro.edu.gr/photodentro/christougenna2_v1.1_pidx0051808/texts/indexd_3_papadiamantis_to_xristopsomo.html) ήταν το διήγημα που προτάθηκε από τη φετινή Λέσχη Ανάγνωσης να διαβάσουμε λίγο πριν τα Χριστούγεννα .

Και μάλιστα η ανάγνωση δεν έγινε «κεκλεισμένων των θυρών» στη Βιβλιοθήκη του σχολείου μας  , αλλά αυτή τη φορά μας τίμησαν με την παρουσία τους όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α΄ και Β΄ τάξης . Διαβάσαμε , λοιπόν,  μιλήσαμε για το έθιμο της παρασκευής του Χριστόψωμου, αναλύσαμε το κείμενο, προβληματιστήκαμε  με τις στερεοτυπικές αντιλήψεις της εποχής για την άτεκνη  γυναίκα , για τις σχέσεις των δύο φύλων και τις σχέσεις της νύφης – πεθεράς…IMG 133e396daf3cb4acdc4d09e00141e181 V   IMG 0c41af63740f8cdff2f91c2b5a255355 V

Και μολονότι το Χριστόψωμο του διηγήματος δηλητηρίασε τον καπετάν Καντάκη , εμείς συμφάγαμε το Χριστόψωμό μας και το βρήκαμε εξαιρετικά νόστιμο!

 

« Πιο πρόσφατα Άρθρα - Παλιότερα Άρθρα »

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων