H ανήθικη …μετάβαση

 

 Η ανήθικη …μετάβαση

– Γιατρέ… θα μου επιτρέψεις… δεν είναι τίποτε σπουδαίο βέβαια… φτωχοί άνθρωποι είμαστε… αλλά σας ευχαριστώ!

Καθισμένος στο γραφείο του ο Κώστας, γιατρός χειρούργος στο επαρχιακό νοσοκομείο, κοίταζε τον άνθρωπο που στεκόταν μπροστά του. Ήταν ένας μεροκαματιάρης τσαγκάρης, που τον είχε εγχειρίσει πριν από μερικές μέρες. Μάσαγε τα λόγια του. Δεν έβρισκε τρόπο να πει αυτό που ήθελε. Το χέρι του ήταν ελαφρά απλωμένο. Κρατούσε ένα μικρό άσπρο φακελάκι. Έτρεμε λιγάκι και τα μάτια του είχαν μια θλίψη ανάκατη με ταραχή, παράκληση κι ευγνωμοσύνη.

Ο Κώστας ήταν το καμάρι του νοσοκομείου. Άριστος επιστήμονας και χαρακτήρας διαμάντι. Απλός, καλοσυνάτος με το προσωπικό και τους ασθενείς, είχε τον τρόπο να πλησιάζει τον καθένα και να τον κάνει φίλο του.

Παιδί του λαού κι ο ίδιος, φαινόταν πως δεν είχε κόψει τους δεσμούς με τη φύτρα του. Η οικογένειά του ήταν φτωχή. Ο πατέρας του, εργάτης, βασανίστηκε πολύ για να τα βγάλει πέρα. Πολεμιστής στην Αλβανία, αγωνιστής ύστερα στην εθνική αντίσταση, πάντα παρών στους αγώνες για τη Δημοκρατία, φυλακισμένος κι εξορισμένος για τα πιστεύω του, ο πατέρα του Κώστα, του είχε αφήσει ιερές παρακαταθήκες.

Πέθανε στις αρχές του ’70, αφού για άλλη μια φορά άκουσε να κλείνουν πίσω του βαριές αμπάρες.

            Τη χρονιά εκείνη ο Κώστας πέρασε στο πανεπιστήμιο. Μπήκε γρήγορα σε μια αντιδικτατορική οργάνωση και δούλεψε σκληρά για να πέσει η χούντα. Δοκίμασε το κολαστήριο της ΕΣΑ και βρέθηκε στο Πολυτεχνείο τη στιγμή της μεγάλης θυσίας. Πανηγύρισε μ’ άγρια χαρά τον ερχομό της Δημοκρατίας κι απ’ την πρώτη στιγμή οργανώθηκε στο χώρο που τον έκφραζε πολιτικά. Όταν αργότερα εγκαταστάθηκε στην πόλη που γεννήθηκε, εξελίχτηκε σε ηγετικό κομματικό στέλεχος.

            Ο Κώστας ασυνείδητα έκανε πάντα μια αστραπιαία αναδρομή στο παρελθόν, κάθε φορά που ένας ασθενής βρισκόταν όρθιος εκεί μπροστά του, χάνοντας… τα λόγια του, μ’ απλωμένο το χέρι, κρατώντας ένα μικρούλι λευκό φάκελο. Κάθε φορά όμως, αλίμονο, αυτό το παρελθόν φαινόταν ακόμα πιο μακρινό.

Ο Κώστας σηκώθηκε. Πέταξε ένα ξερό: «Μα δεν ήταν ανάγκη φίλε μου», πήρε το φακελάκι και χτυπώντας φιλικά στον ώμο τον άνθρωπο, τον ξεπροβόδισε. Γύρισε. Κοίταξε το ρολόι του. Έβγαλε την άσπρη μπλούζα και φόρεσε το σακάκι του. Τα χειρόγραφα ήταν στην εσωτερική του τσέπη! Έφυγε βιαστικός. Τον περίμεναν σε συγκέντρωση μελών του κόμματος, όπου θα έκανε πολιτική ανάλυση με θέμα: «Στρατηγική μετάβασης στο σοσιαλισμό».

 

 

         

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση