Η Στέρνα

Μια μικρή προέκταση της τάξης

Τα κρυφά σχολειά του καλοκαιριού. Γιώργος Γραμματικάκης

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 31 Μαρτίου 2013

Την επιστροφή του ευαίσθητου Έλληνα από τις διακοπές του καλοκαιριού συνοδεύει -εκτός κι αν στάθηκε τυχερός- η πικρή γεύση από την έκπτω­ση του τοπίου και του τόπου. Ίσως το λαμπρό, ανελέητο φως που κυριαρχεί καθιστά την εικόνα οδυνηρότερη. Τραυματισμένες από την «αξιοποίηση» παραλίες και λόφοι του Αιγαίου, η γύμνια ενός βουνού από το δάσος που κάηκε, εκείνες οι θάλασσες που ενώ τις ύμνησαν οι αιώνες σήμερα κου­βαλούν πετρέλαια και ρύπους. Την εικόνα ενός αρχαίου τόπου που δεν έχει καμιά πρόταση προς το μέλλον -δεν έχει, δηλαδή, πολιτισμό- συ­μπληρώνει η ίδια η ανθρώπινη παρουσία. Παρά τα κούφια λόγια του συρμού, η αποξένωση μας από το νόημα της πατρίδας και το παρελθόν έ­χει πάρει επιδημικές διαστάσεις. Δεν είναι περίεργο ότι ο Έλληνας αλ­λά και ο τουρίστας του καλοκαιριού -με πόση σοφία η γλώσσα παραμέρισε τη λέξη περιηγητής- έχει μεταφέρει σε θέρετρα και νησιά το ύφος ή την αισθητική του νυκτερινού κέντρου.

Κάπου, ασφαλώς, μέσα σ’ αυτή την έκπτωση και το θρήνο ξεπηδά αυ­θεντικό το ελληνικό θαύμα. Το θαύμα αυτό, μαζί αίσθηση και πραγματι­κότητα, δεν περιγράφεται με λόγια· υπονοείται όμως συχνά από την ποί­ηση:

«…ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ελληνισμού πάνω στα δῶθε ή ἐκεῖθεω τοῦ Αἰγαίου χώματα ἐφτασε νά καθιερώσει μιάν ὀρθογραφία, ὅπου τό κάθε ὠμέγα, τό κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ή κά­θε ὑπογεγραμμένη, δέν εἶναι παρά ἕνας κολπίσκος, μιά κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σέ μιά καμπύλη πρύμνας πλεού­μενου, κυματιστοί ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν…»

‘Οδυσσέα Ελύτη, Τά δημόσια καί τά ἰδιωτικά

Αυτή η παρουσία της τότε Ελλάδας, της άλλης Ελλάδας, υπάρχει ακόμα διάσπαρτη, ιδιαίτερα σε οικισμούς «διατηρητέους» και σε αρχαιολογικούς χώρους. Συλλογίζομαι, μάλιστα, ότι αν κάποτε η επίσημη Ελλάδα αι­σθανθεί την ενοχή που έπρεπε, θα αναγνωρίσει πως ό,τι σώθηκε οφείλε­ται σε κάποιες πεισματάρικες ψυχές, αρχαιολόγων ή διανοουμένων, που πήγαιναν αντίθετα στο ρεύμα. Μέχρι τότε, πάντως, ο αρμόδιος υπουργός θα μετρά τουρίστες και συνάλλαγμα, ή θα αναζητά κατά καιρούς τα αίτια της τουριστικής κρίσεως. Εννοείται ότι η πραγματική κρίση έγκειται αλλού. Στο ότι η ουσία και η φύση του τόπου εκχωρούνται, με προσχήματα αβα­σάνιστα ή ταπεινά, σε ορδές ανθρώπων και νοικιασμένων αεροπλάνων.

Για τον σπαρακτικό αυτόν εκφυλισμό του ελληνικού χώρου και της ψυχής των ανθρώπων του δίδονται πολλές ερμηνείες. Άλλοι θυμούνται τις ε­θνικές μας περιπέτειες, που μας άφησαν φτωχούς και διψασμένους για υ­λική ευημερία. Μερικοί αποδίδουν την ευθύνη στην πολιτική ηγεσία, που ήταν, καθώς λένε, κοντόφθαλμη και πολιτιστικά ενδεής. Άλλες ερμηνεί­ες στηρίζονται σε κοινωνικές ή ιστορικές παραμέτρους, και αναζητούν την αιτία του κακού στην εξάρτηση μας από αλλότρια «αναπτυξιακά» πρότυπα. Ότι η Ελλάδα πάντως είχε τις ανθρώπινες και φυσικές αρετές, για να ξε­χωρίσει με ένα άλλο πρόσωπο στον σύγχρονο κόσμο, είναι σήμερα ολο­φάνερο.

Όλα αυτά είναι λίγο ή περισσότερο σωστά, αλλά αυτοεξαντλούνται σε φαύλους κύκλους. Ο υπογράφων υποπτεύεται λοιπόν ότι κάποια παρά­μετρος διαφεύγει, που ίσως είναι καθοριστική. Η παράμετρος αυτή -ας την ονομάσουμε εθνικό υποσυνείδητο- έχει να κάνει με τον βαθύτερο ψυχι­σμό μας, και έχει ως χαρακτηριστικό της μια τάση, ένα σύνδρομο κατα­στροφής. Στη διαμόρφωση του συνδρόμου καταστροφής σημαντικό ρόλο παίζει αυτό το «ύφος» σχολικής παιδείας, που για το παρελθόν μιλά με ά­γονες πρακτικές και υποκρισία. Έτσι αναπτύσσεται ένα υπόγειο μίσος -ή, στην καλύτερη περίπτωση, ο κυνισμός- προς τις ιστορικές και αισθητικές μας συντεταγμένες· προς ό,τι συνιστά τον ελληνικό πολιτισμό. Επειδή μάλιστα, και ας μου συγχωρηθεί ο ψυχαναλυτικός ερασιτεχνισμός, το ε­θνικό αυτό υποσυνείδητο συνοδεύουν τα απαραίτητα αισθήματα ενοχής, η επίκληση της κληρονομιάς μας ή μια γραφική αντίληψη της παραδόσε­ως ενδημούν στην ελληνική ζωή.

Το γεγονός παραμένει: ο έλληνας επισκέπτης του καλοκαιριού, αν έχει α­κόμα την ψυχή και τα μάτια ανοικτά, επιστρέφει -πού, άραγε;- με τη μνήμη μιας εκθαμβωτικής ομορφιάς και την οδύνη από την καθημερινή της αλλοίωση. Αν η αλλοίωση αυτή έχει τη μορφή επιδερμικού τουρισμού, αι­σθητικής ευτέλειας ή εκείνου του όρμου που φέτος γέμισε τσιμέντο και σκουπίδια, δεν έχει πολλή σημασία. Σημασία έχει ότι ο χειμώνας που επέρχεται -και από ό,τι φαίνεται θα είναι βαρύς- πρέπει να βρει αυτόν τον Έλληνα, που κινδυνεύει να γίνει επισκέπτης στον τόπο του, με τη συνεί­δηση για το μέγιστο του θέματος. Διότι είναι καιρός, όταν οι μεν μέμφο­νται τους δε ότι υπονομεύουν την Ελλάδα, να αναλογισθεί ο Έλληνας με τις μνήμες του καλοκαιριού για ποιαν Ελλάδα πρόκειται· και ακόμα να α­ναλογισθεί ότι ο εθνικός πλούτος είναι κάτι βαθύτερο και σοβαρότερο, απ’ ό,τι οι πολιτικοί υπόσχονται να προστατεύσουν.

Προς αυτήν, την άλλη άλλωστε κατεύθυνση λειτουργούν και τα κρυφά σχολειά του καλοκαιριού. Ο ρόλος τους, όπως και κάθε κρυφού σχολειού, είναι να διασώσουν -επειδή στα έθνη δεν πρέπει να απολείπει η ελπίδα- το κριτήριο και το δίδαγμα. Κριτήριο για το πώς έπρεπε να είναι η ψυχή και η φύση της χώρας· και δίδαγμα, μήπως και υπάρξουν γενιές καλύτερες α­πό τις δικές μας, που θα υποστείλουν το εθνικό υποσυνείδητο καταστροφής και θα περιορίσουν στα φυσιολογικά όρια τη μικρόνοια και το συμφέρον.

Τα κρυφά σχολειά του καλοκαιριού λειτουργούν, εννοείται, μόνον ε­κεί που ο χώρος επιτρέπει στις μυστικές φωνές να αναδυθούν· και να α­ποκατασταθεί, για λίγο έστω, ένας δρων πολιτισμός. Λειτουργούν σε μια πα­ραλία με στοιχεία ομηρικά, άλλοτε από την άφθαστη αισθητική ενός αρχαίου ή λαϊκού κτίσματος, συχνά επειδή τα προκαλεί η ποιότητα της ανθρώπινης μορφής και μιας χειρονομίας. Είθε ο αναγνώστης της επιφυλλίδας -που, κα­λοσύνη του, δείχνει γι’ αυτήν ενδιαφέρον και προσδοκία- να έζησε πολλά παρόμοια σχολειά αυτό το καλοκαίρι, και να ‘χει να διηγείται.

Όσο για τον συγγραφέα της επιφυλλίδας, ένα πανεπιστήμιο έχει και το κα­λοκαίρι τις υποχρεώσεις του. Έτσι, εκείνος βρέθηκε απλώς να κινείται στον βόρειο άξονα της Κρήτης. Η Κρήτη, μοναδική σύνθεση ομορφιάς και διαδοχικών πολιτισμών, έχει πληγεί στο έπακρο από το εθνικό σύνδρομο καταστροφής. Εντούτοις στη Φορτέτσα του Ρεθύμνου, το υπέροχο ενετι­κό φρούριο, λειτούργησε και φέτος ένα σεμνό αναγεννησιακό φεστιβάλ, με τον Κατσούρμπο του Λευτέρη Βογιατζή να ανοίγει την αυλαία. Λίγα μέ­τρα πιο κάτω, στο Αρχαιολογικό Μουσείο, η έκθεση των ευρημάτων από την πανεπιστημιακή ανασκαφή της αρχαίας «Ελεύθερνας» διδάσκει πα­ραστατικά για το μακρινό χθες – ή και το σήμερα. Και ενώ κανένας δεν περίμενε αυτό το θαύμα, η θάλασσα ανάμεσα στο άσχημο Ηράκλειο και τη νήσο Δία γέμισε από τα πανέμορφα ιστιοφόρα -γύρω στα 60 από όλον τον κόσμο!- του «Μινωικού Κυπέλλου». Τα χρωματιστά πανιά του «Ωκύαλου», της «Κρήτης», του «Αιόλου» πλάγιαζαν στον άνεμο και στις μνήμες αιώνων και ο κόσμος μαζεύτηκε στο λιμάνι και θαύμαζε. Ενώ ανατολι­κότερα, στη Χερρόνησο του Στράβωνα -σημερινή τουριστική πόλη με κυρίαρχο τον εκχυδαισμό της- δόθηκε μια μουσική βραδιά προς τιμήν του παρεπιδημούντος Ροστρόποβιτς. Καθώς ο ίδιος έκλεισε τη βραδιά, μαγι­κοί ήχοι γέμισαν το υπαίθριο θέατρο ενός ωραίου ξενοδοχείου· θύμισαν έτσι στους πολλούς παρόντες ότι ο τουρισμός θα μπορούσε να έχει μιαν άλλη διάσταση.

Όσο για τις αποσκευές που κουβαλάει ο καθένας μας στα κρυφά σχολειά του καλοκαιριού ή του χειμώνα έχουν κι αυτές το νόημα και τις στιγμές τους. Στην τσάντα του υπογράφοντος βρέθηκαν αυτό το καλοκαίρι το δυσεύρετο Στου τιμονιού το αυλάκι του Ζήσιμου Λορεντζάτου, η και­νούργια μυθιστορία Θα υπογράφω Λουί της Ρέας Γαλανάκη και το οφει­λόμενο από όλους μας αφιέρωμα του Αντί στον Μανόλη Αναγνωστάκη. Όσο για τη Μεσόγειο του Μπροντέλ, στη μετάφραση της Κλαίρης Μιτσοτάκη, υπήρχε πάντα στη μεγάλη θήκη, βιβλίο ανεξάντλητο σε γοητεία και γνώση.

Έτσι περνούσαν -κι ενώ τα σημάδια προμηνύουν ένα βαρύ χειμώνα- οι μέρες του καλοκαιριού. Τα βράδια, καθώς έπεφτε το φως και οι θόρυβοι του δρόμου, ήταν η ώρα να ξεφυλλίσει κανείς το Ακολουθώντας το πλοίο τον Οδυσσέα του Victor Berard. Οι εκπληκτικές φωτογραφίες του Fred Boissonnas, που συνοδεύουν το κείμενο, αποκαλύπτουν συμφωνά με τον πρόλογο «ένα μεσογειακό τοπίο των αρχών του αιώνα, τόσο αλλαγμένο όσο δεν έχει αλλάξει από τα χρόνια του Ομήρου». Ο φωτογράφος διάλεγε την ώρα της ημέρας, έτσι ώστε να ταιριάζει στην αποτύπωση του τοπίου, ενός ναού ή του θαλασσινού κόλπου. Χωρίς ωστόσο να το ξέρει αποτύ­πωνε, εκτός από τη μεταφυσική φωνή, και το σημερινό θρήνο τους.

ΤΟ ΒΗΜΑ, 22-8-1993

Κοσμογραφήματα, εκδ. Πόλις, σελ. 143-147

Αφήστε μια απάντηση