Ο Σελήμ ήταν βέβαιος πως όλοι κείνοι οι θησαυροί που `χαν εξαφανιστεί από την αίθουσα δε θα βρίσκονταν και πολύ μακριά, ότι οι καλόγεροι θα τους είχαν κρύψει σε καμιά σπηλιά του βουνού ή σε κάνε ξεροπήγαδο. Τους ήξερε καλά τους Ρωμιούς, έγραφε στο σουλτάνο, του θύμιζε πως είχαν κουβεντιάσει συχνά οι δυο τους γι’ αυτά τα θέματα. Είναι παλιά και παμπόνηρη ράτσα τούτοι οι άνθρωποι, του ‘χε πει, πέρασαν από μεγάλες φουρτούνες στην Ιστορία τους κι όμως επέζησαν, δεν εκφυλίστηκαν, όπως τόσοι άλλοι λαοί, δε λησμόνησαν την καταγωγή τους, τη γλώσσα τους. Αλλά κανείς απ’ όλους τους σουλτάνους που ‘βγαλε ως τα τώρα η Τουρκιά δεν κάθισε να μελετήσει αυτό το φαινόμενο, να τ’ αναλύσει, να καταλάβει τι σημαίνει, ώστε να κυβερνήσει πιο αποτελεσματικά το ντοβλέτι.
«Θυμάσαι, Πολυχρονεμένε μου, τι σου είπα μια φορά;» έγραφε προς το τέλος της αναφοράς του ο Σελήμ. «Δεν κάναμε καθόλου καλά π’ αφήσαμε απείραχτα τα μοναστήρια σ’ αυτή τη χώρα, που θεωρήσαμε πως η θρησκεία κι η παράδοση των ραγιάδων δεν είναι επικίνδυνα πράγματα. Αναγνωρίζω βέβαια πως είναι βολικό —τουλάχιστο για ένα διάστημα— να κουμαντάρεις τους υποταγμένους λαούς χρησιμοποιώντας τους δικούς τους θεσμούς, αφήνοντας άθικτες τις συνήθειες τους, πηγαίνοντας με τα νερά της Ιστορίας και του χαρακτήρα τους. Είναι αλήθεια πως όταν δεν μπορείς να δαμάσεις τους ανθρώπους με ξένα χαλινάρια και καπίστρια, πρέπει να δοκιμάζεις εκείνα που φτιάχνουν οι ίδιοι με τα χέρια τους. Έτσι είναι ο κόσμος, Πολυχρονεμένε μου: σκύβει πιο εύκολα —καμιά φορά μάλιστα και με προθυμία— για να φάει βουρδουλιά, όταν ξέρει πως είναι ντόπιος ο βούρδουλας.
«Αναρωτιέμαι όμως τι θα γίνει όταν μερικοί, αμόρφωτοι σήμερα, λαοί του ντοβλετιού έρθουν σ’ επαφή με τον έξω κόσμο, όταν θ’ αρχίσουν τα πάρε δώσε με τους δασκάλους και τους σοφούς της Ευρώπης, άμα θα πιάσουν να στέλνουν τα παιδιά τους στα σχολεία τους. Ποιος κρατάει τους Έλληνες και ποιος τους κάνει ζάφτι, άμα θα μπούνε για τα καλά στα μυστικά της Ιστορίας τους, όταν θυμηθούνε το παρελθόν τους, σαν πάρουνε χαμπάρι ότι κρύβει θησαυρούς η μνήμη τους; Πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τους Αιγυπτίους, τους Πέρσες και τους Άραβες, άμα θ’ αρχίσουν να σκαλίζουν κι αυτοί τα περασμένα τους;»
Άρης Φακίνος, Το κάστρο της μνήμης, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 197-8
Κάτω από : Παράδοση-εθνική ταυτότητα
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.