Ως εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής, έχω βρεθεί πολλές φορές μέσα στην τάξη μαζί με έναν ακόμη εκπαιδευτικό. Πιστεύω βαθιά στη συνδιδασκαλία και στις δυνατότητές της, όμως δεν μπορώ να αγνοήσω ότι η συνύπαρξη δύο εκπαιδευτικών στον ίδιο χώρο γεννά συχνά αμηχανία. Όχι από έλλειψη διάθεσης, αλλά από την ανάγκη να βρούμε τον κοινό μας βηματισμό: πότε παρεμβαίνω, πότε υποστηρίζω διακριτικά, πότε κρατώ πίσω για να μη διακοπεί η ροή του μαθήματος.
Η τάξη είναι ένα ευαίσθητο σύστημα. Υπάρχουν τμήματα που αποσυντονίζονται εύκολα και, όταν χαθεί η συγκέντρωση, η επαναφορά απαιτεί χρόνο και ενέργεια. Σε αυτές τις περιπτώσεις, γίνεται ξεκάθαρο για μένα ότι η συνεργασία δεν μπορεί να χτιστεί την ώρα του μαθήματος. Η τάξη δεν είναι χώρος διαπραγμάτευσης ρόλων ή αυθόρμητων αποφάσεων, αλλά χώρος εφαρμογής όσων έχουμε ήδη σχεδιάσει. Οι μαθητές χρειάζονται σταθερότητα, έναν κοινό άξονα και ένα σαφές πλαίσιο για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν και να εμπλακούν ουσιαστικά.
Την ίδια στιγμή, ο ρόλος του εκπαιδευτικού ειδικής αγωγής απαιτεί υψηλό βαθμό προσαρμοστικότητας. Καλούμαι συνεχώς να «διαβάζω» τη δυναμική της τάξης, να προσαρμόζω τον τρόπο παρέμβασής μου, να εναλλάσσω ρόλους: άλλοτε να στέκομαι στο προσκήνιο και άλλοτε να λειτουργώ σχεδόν αόρατα. Να στηρίζω τον μαθητή χωρίς να τον απομονώνω, να παρεμβαίνω χωρίς να διακόπτω, να διευκολύνω χωρίς να υποκαθιστώ. Αυτή η ευελιξία δεν είναι ένδειξη ασάφειας ρόλου, αλλά βασικό στοιχείο της ειδικής αγωγής μέσα στο γενικό σχολείο.
Γι’ αυτό και ο κοινός προγραμματισμός πριν από το μάθημα είναι, για μένα, βασική παιδαγωγική προϋπόθεση. Όταν έχουμε συζητήσει εκ των προτέρων τη δομή του μαθήματος, τους στόχους, τον χρόνο και τους ρόλους μας, μπορούμε μέσα στην τάξη να λειτουργήσουμε με ηρεμία και εμπιστοσύνη. Ακόμη κι αν χρειαστεί να αυτοσχεδιάσουμε, αυτό γίνεται πάνω σε ένα κοινό υπόβαθρο και όχι εις βάρος της ροής.
Ουσιαστική συνεργασία σημαίνει ξεκάθαρο μοίρασμα ρόλων και ευελιξία. Μπορεί σε μια ενότητα να έχει τον κεντρικό ρόλο ο ένας εκπαιδευτικός και ο άλλος να υποστηρίζει διακριτικά: να βοηθά μαθητές που δυσκολεύονται, να απλοποιεί οδηγίες, να ενθαρρύνει τη συμμετοχή, να καθοδηγεί τη σημείωση στο βιβλίο ή στο φύλλο εργασίας. Σε άλλη στιγμή, οι ρόλοι μπορούν να εναλλάσσονται, πάντα έπειτα από συνεννόηση.
Πιστεύω πολύ στη διαφοροποίηση μέσα στη γενική τάξη. Φύλλα εργασίας διαβαθμισμένης δυσκολίας, λέξεις-κλειδιά, απλές ερωτήσεις που επιτρέπουν σε όλους τους μαθητές να συμμετέχουν στο ίδιο μάθημα με διαφορετικό τρόπο. Έτσι, η υποστήριξη δεν απομονώνει, αλλά ενσωματώνει.
Τα ψηφιακά εργαλεία και οι διαδραστικές δραστηριότητες μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά, όταν εντάσσονται σε έναν σαφή παιδαγωγικό σχεδιασμό και όχι ως παράλληλες δράσεις. Όταν έχουν στόχο την κατανόηση και την εμπέδωση, εμπλουτίζουν το μάθημα χωρίς να το διακόπτουν.
Για μένα, ο ρόλος του εκπαιδευτικού ειδικής αγωγής στη συνδιδασκαλία είναι συντονιστικός και παιδαγωγικά ισότιμος. Απαιτεί παρατήρηση, διακριτικές παρεμβάσεις, «ανοιχτά αυτιά» και συνεχή διάλογο εκτός τάξης.
Η συνεργασία, τελικά, γεννιέται πριν χτυπήσει το κουδούνι: στον σχεδιασμό, στην ανταλλαγή σκέψεων, στην κοινή ευθύνη για όλους τους μαθητές. Και όταν αυτό συμβεί, η συνδιδασκαλία παύει να είναι πηγή αμηχανίας και γίνεται χώρος ουσιαστικής μάθησης – και για τα παιδιά, αλλά και για εμάς.



